Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Προδικαστικά ερωτήματα - Υποβολή τους στο Δικαστήριο - Η σημασία των υποβληθέντων ερωτημάτων - Εκτιμάται από το εθνικό δικαστήριο
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 177)
2. Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων - Ποσοτικοί περιορισμοί - Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος - Προστασία των καταναλωτών - Εφαρμογή επί των εισαγομένων προϊόντων εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως με την οποία η ονομασία "γιαούρτη" επιφυλάσσεται μόνο στη νωπή γιαούρτη - Δεν επιτρέπεται - Προϋποθέσεις
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 30)
3. Προσέγγιση των νομοθεσιών - Επισήμανση και παρουσίαση των τροφίμων - Οδηγία 79/112 - Εθνική κανονιστική ρύθμιση με την οποία απαγορεύεται η ονομασία "γιαούρτη" για τα υπερκατεψυγμένα προϊόντα - Δεν επιτρέπεται - Προϋποθέσεις
(Οδηγία του Συμβουλίου 79/112)
Περίληψη
1. Στο πλαίσιο του συστήματος του άρθρου 177 της Συνθήκης, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμήσει ενόψει, των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της οποίας έχει επιληφθεί, κατά πόσον τα ερωτήματα για τα οποία ζητεί την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως έχουν σημασία για την επίλυση της ενώπιόν του διαφοράς.
2. Το άρθρο 30 της Συνθήκης απαγορεύει την εφαρμογή από κράτος μέλος επί των εισαγομένων από άλλο κράτος μέλος προϊόντων, όπου τα εν λόγω προϊόντα νομίμως παράγονται και διατίθενται στο εμπόριο, εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως η οποία παρέχει το δικαίωμα χρησιμοποιήσεως της ονομασίας "γιαούρτη" μόνο για τη νωπή γιαούρτη, εξαιρουμένης της υπερκατεψυγμένης, εφόσον τα χαρακτηριστικά αυτού του τελευταίου προϊόντος δεν διαφέρουν ουσιωδώς από αυτά του νωπού προϊόντος, ενώ η κατάλληλη επισήμανση, συνοδευόμενη από ημερομηνία λήξεως της πώλησης ή της κατανάλωσης, αρκεί για τη διασφάλιση της σωστής ενημέρωσης των καταναλωτών.
3. Οι διατάξεις της οδηγίας 79/112 σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων, και ειδικότερα του άρθρου της 5, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιτάσσονται στην εφαρμογή εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως με την οποία απαγορεύεται η χρησιμοποίηση της ονομασίας πωλήσεως "γιαούρτη" επί εισαγόμενων ή εγχώριας καταγωγής προϊόντων που έχουν υποστεί υπερκατάψυξη, εφόσον, τα τελευταία ανταποκρίνονται κατά τα λοιπά στις απαιτήσεις που έχουν καθορισθεί από την εθνική κανονιστική ρύθμιση προκειμένου να επιτρέπεται η χρησιμοποίηση της ονομασίας αυτής για τα νωπά προϊόντα.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 298/87,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, του Tribunal de commerce του Aigle με την οποία το εν λόγω δικαστήριο ζητεί, στο πλαίσιο της διαδικασίας εξυγιάνσεως βάσει δικαστικής αποφάσεως που εκκρεμεί ενώπιόν του σχετικά με την
Smanor SA, με έδρα το Saint Martin d' Ecublei,
την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 30 μέχρι και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και των άρθρων 5, 15 και 16 της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978 (ΕΕ ειδ. έκδ., 03/024, σ. 33),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
συγκείμενο από τους J. C. Moitinho de Almeida, πρόεδρο τμήματος, U. Everling και Y. Galmot, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: J. A. Pompe, βοηθός γραμματέας
έχοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η εταιρία Smanor SA, εκπροσωπούμενη από τους δικηγόρους Langlais και Mendel,
- η γαλλική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους J. P. Puissochet και G. de Bergues,
- η ολλανδική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον E. F. Jacobs,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την C. Durand,
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 4ης Μαΐου 1988,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 2ας Ιουνίου 1988,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 15ης Ιουνίου 1987, όπως συμπληρώθηκε με απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1987, το Tribunal de commerce του Aigle υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 30 μέχρι και 36 της Συνθήκης καθώς και των άρθρων 5, 15 και 16 της οδηγίας 79/112 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς επίσης και τη διαφήμισή τους (ΕΕ, ειδ. έκδ., 03/024, σ. 33 εφεξής: η οδηγία), ώστε να μπορέσει να κρίνει αν συμβιβάζεται με τις διατάξεις αυτές το γαλλικό διάταγμα 82-184 της 22ας Φεβρουαρίου 1982.
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο της διαδικασίας εξυγιάνσεως βάσει δικαστικής αποφάσεως σχετικά με την εταιρία Smanor SA (εφεξής: Smanor), ενώπιον του Tribunal de commerce του Aigle. Η SΜΑΝΟR είναι μία γαλλική εταιρία ειδικευμένη στην παραγωγή και τη χονδρική πώληση υπερκατεψυγμένων προϊόντων, ιδίως γιαούρτης, ως προς τα οποία εφαρμόζει τη μέθοδο υπερκαταψύξεως βάσει διπλώματός της ευρεσιτεχνίας. Μετά το 1977, οι γαλλικές αρχές προέβησαν κατ' επανάληψη σε διάφορες ενέργειες ως προς τη Smanor, επιδιώκοντας να της απαγορευθεί, βάσει των ισχυουσών εν προκειμένω γαλλικών διατάξεων, η διάθεση στο εμπόριο των προϊόντων αυτών με την ονομασία "yaourt" ή "yoghourt" (γιαούρτη) και, ως εκ τούτου, να υποχρεωθεί η εν λόγω εταιρία να πωλεί τα προϊόντα της επί του γαλλικού εδάφους με την ονομασία "lait fermente surgele" (υπερκατεψυγμένο ξυνόγαλα).
3 Το άρθρο 2 του γαλλικού διατάγματος 63-695 περί καταστολής της απάτης, όσον αφορά το ξυνόγαλα και τη γιαούρτη (JΟRF της 16.7.1963, σ. 6512), όπως τροποποιήθηκε με το διάταγμα 82-184 της 22ας Φεβρουαρίου 1982 (JΟRF της 25.2.1982 σ. 676), ορίζει ότι:
"η χρησιμοποίηση της ονομασίας γιαούρτη επιτρέπεται μόνο για το φρέσκο ξυνόγαλα που λαμβάνεται, σύμφωνα με θεμιτές και πάγιες συνήθειες, αποκλειστικά με την ανάπτυξη ειδικών γαλακτικών θερμόφιλων βακτηριδίων καλούμενων lactobacillus bulgaricus και streptococcus thermophillus, τα οποία πρέπει να υποβάλλονται ταυτόχρονα σε καλλιέργεια και να παραμένουν ζώντα εντός του διατιθέμενου προϊόντος προς πώληση προϊόντος σε αναλογία, τουλάχιστον 100 εκατομμυρίων βακτηριδίων ανά γραμμάριο ... Μετά την πήξη του γάλακτος, η γιαούρτη δεν πρέπει να υποστεί άλλη επεξεργασία εκτός της καταψύξεως, ή ενδεχομένως, της ανακυκήσεως ..."
4 Το Tribunal de commerce του Aigle έκρινε ότι οι ταμειακές δυσχέρειες της Smanor οι οποίες αποτελούν και την αιτία για την οποία κινήθηκε η διαδικασία του δικαστικού διακανονισμού της κύριας δίκης, οφείλονταν στη γαλλική ρύθμιση σχετικά με τη γιαούρτη, καθόσον η εν λόγω ρύθμιση έχει ως αποτέλεσμα τον εξαναγκασμό της Smanor είτε να εγκαταλείψει τη γαλλική αγορά είτε να πωλεί παράνομα την υπερκατεψυγμένη της γιαούρτη. Κατόπιν τούτου, το Tribunal de commerce του Aigle ανέστειλε τη διαδικασία και ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφανθεί, με προδικαστική απόφαση, "επί της ερμηνείας των άρθρων 30 μέχρι και 36 της Συνθήκης καθώς και των άρθρων 5, 15 και 16 της οδηγίας, ενόψει του διατάγματος 82-184 της 22ας Φεβρουαρίου 1982".
5 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, οι επίμαχες διατάξεις του εθνικού δικαίου, καθώς και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί της ερμηνείας των άρθρων 30 μέχρι 36 της Συνθήκης
6 Με το πρώτο σκέλος του ερωτήματός του, το εθνικό δικαστήριο ερωτά, κατ' ουσία, αν τα άρθρα 30 και 34 της Συνθήκης απαγορεύουν την εφαρμογή από κράτος μέλος, όσον αφορά τη γιαούρτη που έχει υποστεί υπερκατάψυξη, εθνικής νομοθεσίας με την οποία απαγορεύεται η διάθεση του προϊόντος αυτού στο εμπόριο με την ονομασία "υπερκατεψυγμένη γιαούρτη".
7 Η γαλλική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η κατάσταση που απετέλεσε την αιτία της διαφοράς της κύριας δίκης δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 και επομένων της Συνθήκης, δεδομένου ότι η κατάσταση αυτή έχει σχέση με την εφαρμογή του γαλλικού δικαίου επί μιας γαλλικής εταιρίας που παρασκευάζει και εμπορεύεται υπερκατεψυγμένη "γιαούρτη" επί του γαλλικού εδάφους, και ότι, ως εκ τούτου, παρέλκει η απάντηση στο σκέλος αυτό του προδικαστικού ερωτήματος.
8 Είναι αληθές ότι η γαλλική κανονιστική ρύθμιση εφαρμόζεται, πράγματι, μόνο επί των πωλούμενων στη γαλλική αγορά προϊόντων, χωρίς καμιά επίπτωση επί των εξαγωγών προς τα άλλα κράτη μέλη, και, επομένως, παρέλκει η εξέταση της ρύθμισης αυτής ενόψει του άρθρου 34 της Συνθήκης σχετικά με τα μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εξαγωγών. Ωστόσο, από τις μη αντικρουσθείσες παρατηρήσεις της Επιτροπής προκύπτει ότι η υπερκατεψυγμένη γιαούρτη νομίμως παρασκευάζεται και διατίθεται στο εμπόριο με την ονομασία αυτή σε άλλα κράτη μέλη επομένως, δεν αποκλείεται τα προϊόντα αυτά να εισάγονται στη Γαλλία και να εφαρμόζεται επ' αυτών η γαλλική νομοθεσία.
9 'Οσον αφορά το ζήτημα αν η Smanor μπορεί λυσιτελώς να επικαλεσθεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου τις αρνητικές επιπτώσεις που ενδεχομένως συνεπάγεται η γαλλική ρύθμιση στις εισαγωγές υπερκατεψυγμένης γιαούρτης, πρέπει να υπομνηστεί ότι κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται, στο πλαίσιο του συστήματος του άρθρου 177 της Συνθήκης, να εκτιμήσει, ενόψει των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της οποίας έχει επιληφθεί, κατά πόσον τα ερωτήματα για τα οποία ζητεί την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, έχουν σημασία για την επίλυση της ενώπιόν του διαφοράς.
10 Κατά συνέπεια, πρέπει να εξετασθεί αν και σε ποιο βαθμό το άρθρο 30 της Συνθήκης αντιτάσσεται σε μία ρύθμιση όπως η γαλλική με την οποία απαγορεύεται η διάθεση στο εμπόριο, επί του εθνικού εδάφους, γιαούρτης που έχει υποστεί υπερκατάψυξη, με την ονομασία "υπερκατεψυγμένη γιαούρτη".
11 Πρέπει, καταρχάς, να υπομνηστεί ότι κατά πάγια νομολογία του Διαστηρίου (κατά πρώτον με την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974, Procureur du Roi κατά Dassonville, 8/74, Rec. 1974, σ. 837), η επιβαλλόμενη με το άρθρο 30 της Συνθήκης απαγόρευση των μέτρων ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς αφορά κάθε εμπορική ρύθμιση των κρατών μελών ικανή να παρεμβάλει εμπόδια άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, στο ενδοκοινοτικό εμπόριο.
12 Καίτοι η πιο πάνω απαγόρευση, η οποία συνεπάγεται την υποχρέωση χρησιμοποιήσεως άλλης ονομασίας πωλήσεως, δεν αποκλείει κατά τρόπο απόλυτο την εισαγωγή στο οικείο κράτος μέλος προϊόντων που έχουν παραχθεί σε άλλα κράτη μέλη ή έχουν τεθεί, εντός αυτών σε ελεύθερη κυκλοφορία, είναι, παρ' όλα αυτά, ικανή να καταστήσει την εμπορία τους δυσχερέστερη και, κατά συνέπεια, να παρεμβάλει εμπόδια, τουλάχιστον έμμεσα, στις εμπορικές ανταλλαγές μεταξύ των κρατών μελών (βλέπε ιδίως την απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1980, Fietje, 27/80, Rec. 1980, σ. 3839).
13 Σχετικά, πρέπει να διευκρινιστεί ότι η προταθείσα από τη Γαλλική Κυβέρνηση ονομασία, δηλαδή "υπερκατεψυγμένο ξυνόγαλα" είναι λιγότερο γνωστή στους καταναλωτές από ό,τι η ονομασία "υπερκατεψυγμένη γιαούρτη", και ότι το αποφασιστικό κριτήριο για την απαγόρευση της χρησιμοποιήσεως της ονομασίας "γιαούρτη", δηλαδή η υπερκατάψυξη, αφορά ένα τρόπο συντηρήσεως που έχει ιδιαίτερη σημασία για αυτόν τον τύπο προϊόντων όταν αυτά είναι εισαγόμενα.
14 Επομένως, μία εθνική ρύθμιση με την οποία απαγορεύεται η διάθεση στο εμπόριο, επί του εθνικού εδάφους, γιαούρτης που έχει υποστεί υπερκατάψυξη με την ονομασία "υπερκατεψυγμένη γιαούρτη" συνιστά μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς, κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης.
15 Περαιτέρω, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (βλέπε ιδίως τις αποφάσεις της 20ής Φεβρουαρίου 1979, Rewe, 120/78, Rec. 1979, σ. 649) της 10ης Νοεμβρίου 1982, Rau, 261/81, Συλλογή 1982, σ. 3961, και της 12ης Μαρτίου 1987, Επιτροπή κατά Γερμανίας, "Ζύθος", 178/84, Συλλογή 1987, σ. 1227), ότι ελλείψει κοινής ρυθμίσεως της εμπορίας των οικείων προϊόντων, τα προκύπτοντα από τις διαφορές των εθνικών ρυθμίσεων εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας, πρέπει να γίνονται δεκτά, εφόσον η εθνική ρύθμιση, εφαρμοζομένη αδιακρίτως στα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα μπορεί να δικαιολογείται ως αναγκαία για την ικανοποίηση των αναφερόμενων στο άρθρο 36 της Συνθήκης λόγω γενικού συμφέροντος, όπως η προστασία της υγείας των ανθρώπων, ή επιτακτικών απαιτήσεων που συντείνουν, μεταξύ άλλων, στην προστασία του καταναλωτή. Επιπλέον, μια τέτοια ρύθμιση πρέπει να είναι ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Αν ένα κράτος μέλος μπορεί να επιλέξει μεταξύ διαφόρων μέτρων, με τα οποία είναι δυνατό να επιτευχθεί ο ίδιος σκοπός, οφείλει να επιλέξει το μέτρο που δημιουργεί τα λιγότερα εμπόδια στην ελευθερία των συναλλαγών.
16 Υπό το φως αυτών των σκέψεων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν υφίστανται κοινοί ή εναρμονισμένοι κανόνες σχετικά με την παρασκευή ή την εμπορία της γιαούρτης, με εξαίρεση την οδηγία που αφορά μόνο την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή και η οποία αποτελεί το αντικείμενο του δεύτερου σκέλους του προδικαστικού ερωτήματος, που εξετάζεται πιο κάτω. Ο κανονισμός 1898/87 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1987, σχετικά με την προστασία της ονομασίας του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων κατά τη διάθεσή τους στο εμπόριο (ΕΕ L 182, σ. 36), καίτοι με το άρθρο του 2, παράγραφος 2, προβλέπει την ονομασία "γιαούρτη" μόνο για τα γαλακτοκομικά προϊόντα, περιορίζεται κατ' ουσίαν στο να παραπέμπει στις σχετικές εθνικές ρυθμίσεις.
17 'Οσον αφορά τη δικαιολογία που στηρίζεται στην προστασία της υγείας των ανθρώπων, η δικαιολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή προκειμένου περί κανονιστικής ρυθμίσεως όπως η πιο πάνω, η οποία απαγορεύει όχι τη διάθεση στο εμπόριο της υπερκατεψυγμένης γιαούρτης, αλλά, αποκλειστικά και μόνο, τη χρησιμοποίηση της ονομασίας "γιαούρτη".
18 'Οσον αφορά την άμυνα των καταναλωτών, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι είναι θεμιτό τα κράτη μέλη να μεριμνούν για τη σωστή ενημέρωση των καταναλωτών ως προς τα προϊόντα που τους προσφέρονται, παρέχοντάς τους έτσι τη δυνατότητα να κάνουν την επιλογή τους σύμφωνα με την ενημέρωση αυτή (βλέπε την προαναφερθείσα απόφαση της 12ης Μαρτίου 1987 καθώς και την απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1988, Επιτροπή κατά Γαλλίας, "υποκατάστατα γάλακτος", 216/84, Συλλογή 1988, σ. 793.
19 Ωστόσο, η ενημέρωση αυτή μπορεί να διασφαλιστεί κατά τρόπο αποτελεσματικό, χωρίς, παρ' όλ' αυτά, να απαγορεύεται η χρησιμοποίηση της ονομασίας "γιαούρτη", μέσω της υποχρεώσεως χρησιμοποιήσεως της κατάλληλης επισήμανσης, στην οποία θα έχει υποχρεωτικώς προστεθεί το χαρακτηριστικό "υπερκατεψυγμένη", ώστε να γίνεται σαφής η ειδική επεξεργασία που έχουν υποστεί τα εν λόγω προϊόντα.
20 Μια τέτοια λύση επιβάλλεται ακόμη περισσότερο, εφόσον το άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας προβλέπει ότι η ονομασία πωλήσεως ενός τροφίμου μπορεί να συνοδεύεται από μια ένδειξη της φυσικής καταστάσεώς του ή της ειδικής επεξεργασίας που έχει υποστεί και ρητώς μνημονεύει, εδώ, την περίπτωση "υπερκατεψυγμένο".
21 Δεν θα μπορούσε να ισχύει κάτι διαφορετικό παρά μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η γιαούρτη που έχει υποστεί υπερκατάψυξη δεν παρουσιάζει πλέον τα χαρακτηριστικά που προσδοκά ο καταναλωτής όταν αγοράζει ένα προϊόν με την ονομασία "γιαούρτη".
22 Εν προκειμένω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τόσο από τον Codex alimentarius της FΑΟ (Οργάνωση Τροφίμων και Γεωργίας) και της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας όσο και από τις κανονιστικές ρυθμίσεις ορισμένων κρατών μελών, που ανέφερε η Επιτροπή, προκύπτει ότι το χαρακτηριστικό στοιχείο του προϊόντος που διατίθεται στο εμπόριο ως "γιαούρτη" είναι η ύπαρξη, σε άφθονες ποσότητες, ζώντων γαλακτικών βακτηριδίων.
23 Υπό τις συνθήκες αυτές, η απαγόρευση βάσει εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως της χρησιμοποίησης της ονομασίας "γιαούρτη" για την πώληση υπερκατεψυγμένων προϊόντων φαίνεται δυσανάλογη προς το σκοπό της προστασίας των καταναλωτών, εφόσον τα χαρακτηριστικά των υπερκατεψυγμένων προϊόντων δεν διαφέρουν ουσιωδώς, ιδίως όσον αφορά τον αριθμό των βακτηριδίων, από αυτά των νωπών προϊόντων, ενώ η κατάλληλη επισήμανση, συνοδευόμενη από την ημερομηνία λήξεως της πωλήσεως ή της καταναλώσεως, αρκεί για τη διασφάλιση της σωστής ενημέρωσης των καταναλωτών.
24 Στο εθνικό δικαστήριο που κρίνει επί της ουσίας εναπόκειται να αποφανθεί, ενόψει των στοιχείων που διαθέτει, αν οι διαφορές που παρουσιάζει η υπερκατεψυγμένη γιαούρτη σε σχέση με τις απαιτήσεις της σχετικής με τη νωπή γιαούρτη εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως είναι τόσο σημαντικές ώστε να δικαιολογείται διαφορετική ονομασία.
25 Επομένως, στο πρώτο σκέλος του υποβληθέντος από το Tribunal de commerce του Aigle προδικαστικού ερωτήματος προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 30 της Συνθήκης απαγορεύει την εφαρμογή από κράτος μέλος επί των εισαγομένων από άλλο κράτος μέλος προϊόντων, όπου τα εν λόγω προϊόντα νομίμως παράγονται και διατίθενται στο εμπόριο, εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως η οποία παρέχει το δικαίωμα χρησιμοποιήσεως της ονομασίας "γιαούρτη" μόνο για τη νωπή γιαούρτη, εξαιρουμένης της υπερκατεψυγμένης, εφόσον τα χαρακτηριστικά αυτού του τελευταίου προϊόντος δεν διαφέρουν ουσιωδώς από αυτά του νωπού προϊόντος, ενώ η κατάλληλη επισήμανση, συνοδευόμενη από ημερομηνία λήξεως της πώλησης ή της κατανάλωσης, αρκεί για τη διασφάλιση της σωστής ενημέρωσης των καταναλωτών.
Επί της ερμηνείας της οδηγίας 79/112 του Συμβουλίου
26 Με το δεύτερο σκέλος του υποβληθέντος από το εθνικό δικαστήριο προδικαστικού ερωτήματος ερωτάται, κατ' ουσίαν, αν τα άρθρα 5, 15 και 16 της οδηγίας πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιτάσσονται στην απαγόρευση, βάσει εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως σχετικά με την ονομασία πωλήσεως, της χρησιμοποίησης της ονομασίας "γιαούρτη" για γιαούρτη που έχει υποστεί υπερκατάψυξη.
27 Η γαλλική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η αναφορά του εθνικού δικαστηρίου στα προαναφερθέντα άρθρα της οδηγίας είναι αλυσιτελής. Εν προκειμένω, παραπέμπει ιδίως στο άρθρο 5 της οδηγίας με το οποίο επιφυλάσσεται στα κράτη μέλη η αρμοδιότητα σχετικά με την ονομασία πωλήσεως των τροφίμων.
28 'Οσον αφορά το άρθρο 5 της οδηγίας, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, κατά την παράγραφό του 1, η ονομασία πωλήσεως ενός τροφίμου είναι η ονομασία που προβλέπεται στις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις που ισχύουν γι' αυτό και, όταν δεν υπάρχει παρόμοια πρόβλεψη, η ονομασία που έχει καθιερωθεί από τη συνήθεια στο κράτος μέλος στο οποίο διενεργείται η πώληση προς τον τελικό καταναλωτή, ή μια περιγραφή του προϊόντος και, εφόσον χρειάζεται της χρήσεώς του, η οποία πρέπει να είναι αρκετά ακριβής για να επιτρέπει στον αγοραστή να αναγνωρίζει την πραγματική του φύση και να τη διακρίνει από προϊόντα με τα οποία θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο συγχύσεως.
29 Καίτοι είναι αληθές ότι η διάταξη αυτή παραπέμπει στις ονομασίες που προβλέπονται από τις εθνικές κανονιστικές ρυθμίσεις των κρατών μελών, ωστόσο η ακριβής σημασία και έκταση εφαρμογής της πρέπει να εκτιμώνται ενόψει του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται και ιδίως του γενικού σκοπού και της οικονομίας της οδηγίας.
30 Εν προκειμένω, πρέπει να παρατηρηθεί ότι τόσο από τις αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας όσο και από το περιεχόμενο του άρθρου της 2 προκύπτει ότι ο λόγος για τον οποίο θεσπίστηκε η οδηγία αυτή είναι η μέριμνα για την πληροφόρηση και την προστασία του τελικού καταναλωτή των τροφίμων, ιδίως όσον αφορά τη φύση, το είδος, τις ιδιότητες, τη σύνθεση, την ποσότητα, τη διάρκεια καταλληλότητας, την καταγωγή ή την προέλευση και τον τρόπο παραγωγής ή παρασκευής των προϊόντων αυτών.
31 'Οσον αφορά ειδικότερα την υπερκατάψυξη των τροφίμων, η παράγραφος 3 του άρθρου 5 προβλέπει ότι η ονομασία πωλήσεως περιλαμβάνει ή συνοδεύεται από ένδειξη της φυσικής καταστάσεως του τροφίμου ή της ειδικής επεξεργασίας που έχει υποστεί, για την περίπτωση που η παράλειψη της ενδείξεως αυτής θα μπορούσε να προκαλέσει εσφαλμένη εντύπωση στον αγοραστή. Τα παραδείγματα που αναφέρονται σχετικά φέρουν τις ενδείξεις "σε σκόνη, λιοφιλιωμένο *(*), κατεψυγμένο, υπερκατεψυγμένο, συμπυκνωμένο, καπνιστό".
32 Δεδομένου ότι η κατάσταση υπερκαταψύξεως ενός προϊόντος αναφέρεται ρητώς στη διάταξη αυτή, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να απαγορεύουν τη χρησιμοποίηση μιας συγκεκριμένης ονομασίας για ένα δεδομένο προϊόν για το λόγο και μόνο ότι το τελευταίο έχει υποστεί επεξεργασία υπερκαταψύξεως, εφόσον το εν λόγω προϊόν εξακολουθεί να πληροί, και μετά την επεξεργασία που έχει κατ' αυτόν τον τρόπο υποστεί, τους λοιπούς όρους που καθορίζει η εθνική κανονιστική ρύθμιση προκειμένου να επιτρέπεται η χρησιμοποίηση της εν λόγω ονομασίας.
33 Το ζήτημα αν η γιαούρτη εξακολουθεί, και μετά την υπερκατάψυξη, να πληροί τους λοιπούς όρους που καθορίζει η γαλλική κανονιστική ρύθμιση προκειμένου να επιτρέπεται η χρησιμοποίηση της ονομασίας "γιαούρτη" αποτελεί πραγματικό ζήτημα, η εκτίμηση του οποίου υπάγεται στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου.
34 'Οσον αφορά το άρθρο 15 της οδηγίας με το οποίο επιτρέπεται η απαγόρευση του εμπορίου τροφίμων τα οποία ανταποκρίνονται στους προβλεπόμενους από την οδηγία κανόνες με την εφαρμογή μη εναρμονισμένων εθνικών διατάξεων ως προς την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων, αρκεί η διαπίστωση ότι, όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους μπορεί, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου, να δικαιολογηθούν τέτοιες απαγορεύσεις, εν προκειμένω η προστασία της δημόσιας υγείας και η καταστολή της απάτης, δεν τίθεται, όπως καταδείχθηκε πιο πάνω, τέτοιο ζήτημα στην προκειμένη περίπτωση.
35 Τέλος, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 16 της οδηγίας εφαρμόζεται, σύμφωνα με το ίδιο του το γράμμα, μόνο εφόσον γίνεται ρητή αναφορά σ' αυτό, πράγμα που δεν συμβαίνει όσον αφορά τα άρθρα 5 και 15.
36 Επομένως, στο δεύτερο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος προσήκει η απάντηση ότι οι διατάξεις της οδηγίας 79/112, και ειδικότερα του άρθρου της 5, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιτάσσονται στην εφαρμογή εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως με την οποία απαγορεύεται η χρησιμοποίηση της ονομασίας πωλήσεως "γιαούρτη" επί εισαγόμενων ή εγχώριας καταγωγής προϊόντων που έχουν υποστεί υπερκατάψυξη, εφόσον, τα τελευταία ανταποκρίνονται κατά τα λοιπά στις απαιτήσεις που έχουν καθορισθεί από την εθνική κανονιστική ρύθμιση προκειμένου να επιτρέπεται η χρησιμοποίηση της ονομασίας αυτής για τα νωπά προϊόντα.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
37 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η γαλλική κυβέρνηση και η ολλανδική κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα) ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε, με απόφαση της 15ης Ιουνίου 1987, όπως συμπληρώθηκε με την απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1987, το Tribunal de commerce του Aigle αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 30 της Συνθήκης απαγορεύει την εφαρμογή από κράτος μέλος επί των εισαγομένων από άλλο κράτος μέλος προϊόντων, όπου τα εν λόγω προϊόντα νομίμως παράγονται και διατίθενται στο εμπόριο, εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως η οποία παρέχει το δικαίωμα χρησιμοποιήσεως της ονομασίας "γιαούρτη" μόνο για τη νωπή γιαούρτη, εξαιρουμένης της υπερκατεψυγμένης, εφόσον τα χαρακτηριστικά αυτού του τελευταίου προϊόντος δεν διαφέρουν ουσιωδώς από αυτά του νωπού προϊόντος, ενώ η κατάλληλη επισήμανση, συνοδευόμενη από ημερομηνία λήξεως της πώλησης ή της κατανάλωσης, αρκεί για τη διασφάλιση της σωστής ενημέρωσης των καταναλωτών.
2) Οι διατάξεις της οδηγίας 79/112, και ειδικότερα του άρθρου της 5, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιτάσσονται στην εφαρμογή εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως με την οποία απαγορεύεται η χρησιμοποίηση της ονομασίας πωλήσεως "γιαούρτη" επί εισαγόμενων ή εγχώριας καταγωγής προϊόντων που έχουν υποστεί υπερκατάψυξη, εφόσον, τα τελευταία ανταποκρίνονται κατά τα λοιπά στις απαιτήσεις που έχουν καθορισθεί από την εθνική κανονιστική ρύθμιση προκειμένου να επιτρέπεται η χρησιμοποίηση της ονομασίας αυτής για τα νωπά προϊόντα.
Full & Egal Universal Law Academy