ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-308/87 ( *1 )
Ι — Τα πραγματικά περιστατικά
1.
Στο πλαίσιο της διαδικασίας αναθέσεως του έργου εκτελέσεως ορισμένων σιδηρουργικών εργασιών στον μετεωρολογικό σταθμό του Κοινού Κέντρου Ερευνών, ο ενάγων, κατόπιν της υπ' αριθ. Ν 308-84-02 ID-ISP προσκλήσεως προς υποβολή προσφορών του Κοινού Κέντρου Έρευνας (στο εξής: Κέντρο), υπέβαλε στις 10 Μαρτίου 1984 προσφορά που έγινε αποδεκτή από το Κέντρο με συστημένη επιστολή της 21ης Μαΐου 1984. Συνήφθη έτσι συμφωνίαπλαίσιο διέπουσα τις μελλοντικές σχέσεις των μερών με τις εξής, μεταξύ άλλων, ρήτρες:
—
ρήτρα (άρθρο 2) κατά την οποία η σύμβαση θα ισχύει επί ένα έτος από της ημερομηνίας της πρώτης παραγγελίας εκ μέρους του Κέντρου·
—
δύο ρήτρες (άρθρα 8 και 8.1 ) που υποχρεώνουν τον ανάδοχο να λαμβάνει, κατά την εκτέλεση των εργασιών, τα μέτρα και τις προφυλάξεις που απαιτούνται για την προστασία της ζωής και την ασφάλεια των εργατών, των προσώπων που είναι επιφορτισμένα με την εκτέλεση των εργασιών και των τρίτων, κατά τις οποίες ο ανάδοχος είναι ο μόνος υπεύθυνος για την τήρηση των κανόνων ασφαλείας και τη διατήρηση της τάξεως στο εργοτάξιο· η ρήτρα 8, παράγραφος 1, προβλέπει επίσης ότι έχουν εφαρμογή ειδικότερα όλες οι διατάξεις της ιταλικής νομοθεσίας περί προστασίας κατά των ατυχημάτων ·
—
ρήτρα ( άρθρο 16 ) που προβλέπει ότι, κατ' εξαίρεση από το άρθρο 17 της συγγραφής υποχρεώσεων, εφαρμόζεται το ιταλικό δίκαιο
—
τέλος, ρήτρα ( άρθρο 17 ) που παραπέμπει στο άρθρο 16 της συγγραφής υποχρεώσεων, η οποία εφαρμόζεται στις συμβάσεις που συνάπτει το Κέντρο πρόκειται για ρήτρα διαιτησίας που χορηγεί στο Δικαστήριο αποκλειστική αρμοδιότητα για την επίλυση των διαφορών που αφορούν την εκτέλεση ή την ερμηνεία της συμφωνίας.
2.
Στις 20 Οκτωβρίου 1985 ο ενάγων μετέβη στο Κέντρο και, συνοδευόμενος από έναν υπάλληλο, ανέβηκε στη στέγη του μετεωρολογικού σταθμού του Κέντρου για να προβεί σε αυτοψία. Η πτώση του από ύψος 4,50 μέτρων περίπου του προκάλεσε σοβαρές σωματικές βλάβες.
3.
Κατόπιν του γεγονότος αυτού και της αρνήσεως να του χορηγηθεί αποζημίωση ο ενάγων άσκησε την παρούσα αγωγή.
II — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
4.
Η αγωγή του Grifoni πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 9 Οκτωβρίου 1987.
5.
Η έγγραφη διαδικασία εξελίχθηκε κανονικά. Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς, προς το παρόν, διεξαγωγή αποδείξεων. Ανέθεσε την εκδίκαση της υποθέσεως στο έκτο τμήμα. Οι διάδικοι κλήθηκαν να απαντήσουν γραπτώς σε ορισμένα ερωτήματα·ανταποκρίθηκαν εμπρόθεσμα στην πρόσκληση αυτή.
6.
Ο ενάγων ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι η ΕΚΑΕ ευθύνεται για τη ζημία που του προκλήθηκε·
—
να την υποχρεώσει να αποζημιώσει τον ενάγοντα κατά τις διατάξεις του ιταλικού δικαίου·
—
να την καταδικάσει στα δικαστικά έξοδα.
7.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την αγωγή ως αβάσιμη·
—
να καταδικάσει τον ενάγοντα στα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Α — Ως προς την αρμοδιότητα τον Δικαστηρίου
8.
Κατά τον ενάγοντα το Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα, κατά το άρθρο 153 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, δυνάμει ρήτρας διαιτησίας περιεχόμενης στην προαναφερθείσα συμφωνίαπλαίσιο·ο ενάγων υποστηρίζει επίσης ότι το Δικαστήριο έχει, εν πάση περιπτώσει, αρμοδιότητα δυνάμει, ενδεχομένως, του άρθρου 151 της εν λόγω Συνθήκης.
9.
Η Επιτροπή δεν λαμβάνει ρητά θέση στα υπομνήματά της επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου, δεν διατυπώνει όμως και καμιά αντίρρηση.
Β — Επί της ουσίας
10.
Όσον αφορά την ουσία, ο ενάγων επικαλείται την ενδοσυμβατική ευθύνη της ΕΚΑΕ που θεμελιώνεται στη συμφωνία που συνήφθη μεταξύ του ίδιου και του Κέντρου και, επικουρικά, την εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας, που θεμελιώνεται σε ορισμένες κανονιστικές διατάξεις, καθώς και σε ορισμένες γενικές αρχές του δικαίου κοινές στα κράτη μέλη, οι οποίες έχουν εφαρμογή εν προκειμένω ακόμη και ελλείψει συμφωνίας.
α) Ως προς την ύπαρξη ενδοσυμβατικής ευθύνης
11.
Ο ενάγων, στηριζόμενος στη συμφωνίαπλαίσιο που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων, υποστηρίζει στην αγωγή του ότι, με την εν λόγω συμφωνία, τα μέρη συμφώνησαν ρητά ότι οι μελλοντικές τους σχέσεις θα διέπονται από το ιταλικό δίκαιο. Οι κρίσιμες διατάξεις της ιταλικής νομοθεσίας εν προκειμένω είναι το άρθρο 10 του διατάγματος 164/56 του Προέδρου της Δημοκρατίας, της 7ης Ιανουαρίου 1956, περί των κανόνων προλήψεως των εργατικών ατυχημάτων στις οικοδομές ( GURI 78 της 31.3.1956), κατά το οποίο το Κέντρο είχε την υποχρέωση να εφοδιάσει τον Grifoni με ζώνη ασφαλείας, καθώς επίσης, τα άρθρα 26 και 27 του διατάγματος 547/55 του Προέδρου της Δημοκρατίας, της 27ης Απριλίου 1955, περί των κανόνων προλήψεως των εργατικών ατυχημάτων (GURI 158 της 12.7.1955), κατά τα οποία το Κέντρο είχε την υποχρέωση να τοποθετήσει στηθαίο γύρω από τον υπερυψωμένο χώρο εργασίας απ' όπου ο Grifoni πραγματοποιούσε την αυτοψία. Επειδή όμως το ατύχημα και η επακολουθήσασα ζημία προκλήθηκαν, κατά τον ενάγοντα, εξαιτίας της μη τηρήσεως εκ μέρους του Κέντρου των ανωτέρω διατάξεων, των οποίων η εφαρμογή προβλέπεται από τη συμφωνία, ο Grifoni υποστηρίζει ότι το Κέντρο υπέχει ενδοσυμβατική ευθύνη. Οι εν λόγω διατάξεις, όπως ερμηνεύονται από τα ιταλικά δικαστήρια, έχουν εφαρμογή επί όλων όσοι διευθύνουν ή επιβλέπουν δραστηριότητες στις οποίες χρησιμοποιούνται μισθωτοί ή εξομοιούμενοι προς αυτούς εργαζόμενοι. Αυτοί οι κανόνες προστασίας έχουν επίσης εφαρμογή επί των τρίτων. Η ενδοσυμβατική ευθύνη αποκλείεται μόνο σε περίπτωση δόλου του θύματος ή ελεύθερης επιλογής κινδύνου και, συνεπώς, το πταίσμα του θύματος δεν αίρει το πταίσμα εκείνου που υποχρεούται να συμμορφωθεί προς την εν λόγω νομοθεσία. Εξάλλου, καμιά εξαίρεση δεν προβλέπεται από την υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 10 του προαναφερθέντος διατάγματος 164/56.
12.
Η Επιτροπή, στο υπόμνημα αντικρούσεως, υποστηρίζει ότι, μολονότι οι συμβατικές σχέσεις μεταξύ του Κέντρου και του Grifoni κατά τον χρόνο του ατυχήματος διέπονταν από την ιταλική νομοθεσία, είναι, ωστόσο, αναμφισβήτητο ότι στο πλαίσιο συμφωνίας αναθέσεως έργου δεν μπορεί, δυνάμει αυτής της νομοθεσίας, να υπέχει ευθύνη ο αναθέτων για τη μη τήρηση των κανόνων προστασίας κατά των ατυχημάτων, στην οποία οφείλεται η ζημία, καθόσον στον ανάδοχο του έργου εναπόκειται, κατά τη σύμβαση, να λάβει όλα τα προβλεπόμενα από τον νόμο μέτρα προστασίας κατά των ατυχημάτων. Οι διατάξεις αυτές που προβλέπουν μέτρα προστασίας των μισθωτών εργαζομένων απευθύνονται στους εργοδότες, στους διευθύνοντες και οργανωτές που, εκ της θέσεως τους ή εκ των πραγμάτων, διευθύνουν την εργασία άλλων. Επομένως, ο ανάδοχος Grifoni υπέχει την υποχρέωση να τηρήσει ή να μεριμνήσει για την τήρηση των διατάξεων περί προστασίας κατά των ατυχημάτων και όχι η Επιτροπή. Το γεγονός ότι ο ανάδοχος είναι συγχρόνως το θύμα δεν μεταβάλλει, κατά την Επιτροπή, τα δεδομένα του προβλήματος.
13.
Ο ενάγων υποστηρίζει, στο υπόμνημα απαντήσεως, ότι η ζημία της οποίας ζητεί την αποκατάσταση δεν προκλήθηκε από τη μη εκτέλεση συμβάσεως αναθέσεως, αλλά από τη μη εφαρμογή των προαναφερθεισών ρητρών της συμφωνίαςπλαισίου, που αναφέρεται στον καθορισμό αμοιβαίων υποχρεώσεων συμπεριφοράς, χωρίς να προβλέπει την εκτέλεση ορισμένης εργασίας ούτε την καταβολή ορισμένης αμοιβής. Το ατύχημα επήλθε, κατά τον ενάγοντα, κατά τη διάρκεια επιτόπου επισκέψεως, πριν από τη μεταγενέστερη σύναψη συμβάσεως αναθέσεως. Ακόμη και αν ο ενάγων είχε ενεργήσει εν προκειμένω ως ανάδοχος, το Κέντρο όφειλε να τηρήσει τις εν λόγω ρήτρες, όπως διευκρινίζει, εξάλλου, η ιταλική νομολογία, για τους εξής λόγους:
—
ο αναθέτων ευθύνεται ακόμη και στην περίπτωση αυτόνομης εργασίας, όταν τα έργα εκτελούνται από τον εργαζόμενο χωρίς τεχνική αυτοτέλεια ή χωρίς καμιά ελευθερία ως προς τη λήψη των αποφάσεων·
—
στο πλαίσιο αναθέσεως έργου ή υπεργολαβίας η υποχρέωση λήψεως μέτρων ασφαλείας για την προστασία των εργαζομένων βαρύνει επίσης τον αναθέτοντα, ο οποίος συμμετέχει κατά συγκεκριμένο τρόπο στη διεύθυνση και την οργάνωση των εργασιών με τις προτάσεις του και τα αιτήματά του σχετικά με τον τόπο και τον τρόπο εκτελέσεως· η διεύθυνση των έργων είχε ανατεθεί εν προκειμένω σε υπάλληλο του Κέντρου·
—
μολονότι η υποχρέωση του αναδόχου δεν περιλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου του έργου, αλλά μόνον, όπως εν προκειμένω, μέρους του έργου, ο τελευταίος δεν βαρύνεται με την οργάνωση του εργοταξίου ούτε, επομένως, με την ευθύνη που είναι σύμφυτη προς την τήρηση των κανόνων περί προλήψεως ατυχημάτων. Πράγματι, κατά τον ενάγοντα, και άλλες επιχειρήσεις συμμετείχαν επίσης στον εκσυγχρονισμό του μετεωρολογικού σταθμού του Κέντρου.
14.
Η Επινροπή, στο υπόμνημα ανταπαντήσεως, υποστηρίζει ότι είναι εσφαλμένος ο ισχυρισμός ότι ο Grifoni δεν διέθετε αυτοτέλεια από τεχνική άποψη και δυνατότητα ελεύθερης κρίσεως και λήψεως αποφάσεων. Τα στοιχεία που συνάπτονται στην αγωγή και στο υπόμνημα απαντήσεως δεν επιτρέπουν τη συναγωγή αυτού του συμπεράσματος. Ομοίως, ο διορισμός διευθυντού των έργων στερείται σημασίας: τα καθήκοντα του διευθυντού συνίστανται, πράγματι, αποκλειστικά στον έλεγχο της συμφωνίας των εκτελούμενων έργων προς το καταρτισθέν σχέδιο.
15.
O ενάγων υποστηρίζει επίσης, στο υπόμνημα απαντήσεως, ότι έπεσε από τη στέγη του μετεωρολογικού σταθμού, όπου είχε οδηγηθεί από τον υπεύθυνο τεχνικής συντηρήσεως του Κέντρου επειδή ενεργούσε υπό την εξάρτηση και καθοδήγηση του υπαλλήλου αυτού, μπορούσε να εξομοιωθεί προς επισκέπτη. Εξάλλου, ακόμη κι αν θεωρηθεί ότι ο Grifoni εκτελούσε εν προκειμένω εργασία, θα έπρεπε να εξομοιωθεί προς μισθωτό εργαζόμενο, δεδομένου ότι ενεργούσε εκτός της κατοικίας του, εργαζόμενος υπό τη διεύθυνση υπεύθυνου υπαλλήλου του Κέντρου, ο οποίος του υπεδείκνυε τις υπηρεσίες που έπρεπε να παράσχει, ελέγχοντας την εκτέλεση της εργασίας και οδηγώντας τον Grifoni σε χώρους στους οποίους, κατά την εναγόμενη, δεν επιτρεπόταν η πρόσβαση στους πάντες. Η Επιτροπή όφειλε, κατά τον ενάγοντα, να συμμορφωθεί με τις διατάξεις περί προλήψεως των εργατικών ατυχημάτων, που έχουν θεσπιστεί για την προστασία τόσο των εργαζομένων όσο και κάθε άλλου προσώπου που μπορεί να εισέλθει στο χώρο εργασίας.
16.
Στο υπόμνημα ανταπαντήσεως η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η άποψη του ενάγοντος κατά την οποία θα έπρεπε να εξομοιωθεί προς κατώτερο εργαζόμενο, θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως τροποποίηση του αντικειμένου της αγωγής. Εξάλλου, το επιχείρημα του ενάγοντος ότι του ανατέθηκε τμήμα μόνο των έργων επισκευής του κτιρίου του μετεωρολογικού σταθμού, πράγμα που σημαίνει ότι δεν ήταν υπεύθυνος για το σύνολο της οργανώσεως του εργοταξίου, δεν ευσταθεί. Κατά την Επιτροπή, από την έκθεση του επιθεωρητή εργασίας του Varese, της 23ης Νοεμβρίου 1987, που συνάπτεται στο υπόμνημα ανταπαντήσεως, προκύπτει ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος καμιά εργασία δεν εκτελούνταν στο εν λόγω κτίριο.
β) Ως προς την ύπαρξη εξωονμβατικής ευθύνης
17.
Κατά τον ενάγοντα, το Κέντρο ήταν υποχρεωμένο, ανεξάρτητα από κάθε συμφωνία, να εφαρμόσει τις διατάξεις των δύο προαναφερθέντων ιταλικών διαταγμάτων:
—
πρώτον, επειδή το ιταλικό δίκαιο έχει εφαρμογή δυνάμει του άρθρου 31 του παραρτήματος ΣΤ της συμφωνίας της 22ας Ιουλίου 1959 μεταξύ της Ιταλικής Δημοκρατίας και της ΕΚΑΕ, που τέθηκε σε εφαρμογή με τον νόμο 906, της 1ης Αυγούστου 1960, περί εγκρίσεως και εκτελέσεως της συμφωνίας μεταξύ της ιταλικής κυβερνήσεως και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας ( Ευρατόμ ) περί ιδρύσεως κοινού κέντρου πυρηνικής έρευνας γενικής αρμοδιότητας, που συνήφθη στη Ρώμη στις 22 Ιουλίου 1959 (GURI 212 της 31.8.1960) το άρθρο αυτό προβλέπει ότι η Επιτροπή εφαρμόζει, υπό την αποκλειστική της ευθύνη, τις διατάξεις της ιταλικής νομοθεσίας περί υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας ·
—
δεύτερον, επειδή εν προκειμένω έχει εφαρμογή το άρθρο 10, παράγραφος 3, της αποφάσεως 71/57/Ευρατόμ της Επιτροπής, της 13ης Ιανουαρίου 1971, περί επαναδιοργανώσεως του κοινού κέντρου πυρηνικής έρευνας (Κέντρο) (JO L 16, σ. 14), που υποχρεώνει τον γενικό διευθυντή του να λαμβάνει « εν ονόματι της Επιτροπής όλα τα αναγκαία μέτρα για την ασφάλεια των προσώπων και των εγκαταστάσεων για τα οποία είναι υπεύθυνος » ·
—
τέλος, επειδή η λήψη μέτρων, προλήψεως των ατυχημάτων στους χώρους εργασίας συνιστά, εν πάση περιπτώσει, κατά τις συμβάσεις και συστάσεις που υιοθέτησε η διεθνής διάσκεψη εργασίας στο πλαίσιο της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας ( στο εξής: ΔΟΕ), κοινή γενική αρχή των δικαίων των κρατών μελών. Πράγματι, κατά τον ενάγοντα, το άρθρο 24, παράγραφος 1, της συστάσεως 53 της ΔΟΕ προβλέπει ότι « κανείς δεν πρέπει να εργάζεται επάνω σε στέγη που παρουσιάζει κινδύνους πτώσεως λόγω της κλίσεως της, της φύσεως της επιφανείας της ή των ατμοσφαιρικών συνθηκών, εκτός εάν λαμβάνονται οι κατάλληλες προφυλάξεις ώστε να αποφεύγεται κάθε πτώση προσώπων ή υλικών » · εξάλλου, το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο γ, της συμβάσεως 62 της ΔΟΕ προβλέπει ότι «οι εξέδρες εργασίας, οι ζεύξεις, οι χώροι εργασίας και οι κλίμακες πρέπει να είναι δεόντως περιφραγμένες»·τέλος, το άρθρο 9, παράγραφος 2, της ίδιας συμβάσεως προβλέπει ότι, « σε περίπτωση απασχολήσεως επάνω σε στέγη που παρουσιάζει κινδύνους πτώσεως προσώπων ή υλικών από ύψος ανώτερο εκείνου που θα καθοριστεί από τον εθνικό νομοθέτη, πρέπει να λαμβάνονται οι κατάλληλες προφυλάξεις για να αποφεύγεται η πτώση προσώπων ή υλικών. »
18.
Η Επιτροπή, ως προς το θέμα ενδεχόμενης εξωσυμβατικής της ευθύνης, επιφυλάσσεται να λάβει θέση ως προς την εφαρμογή του ιταλικού δικαίου. Κατά την άποψη της, ωστόσο, οι διατάξεις που επικαλείται ο ενάγων δεν είναι κρίσιμες, επειδή το προαναφερθέν άρθρο 31 του παραρτήματος ΣΤ της συμφωνίας μεταξύ της ΕΚΑΕ και της Ιταλικής Δημοκρατίας αφορά τις σχέσεις εργασίας μεταξύ του Κέντρου και ορισμένων από τους δικούς του υπαλλήλους·εξάλλου, το άρθρο 10, παράγραφος 3, της ανωτέρω αποφάσεως 71/57 δεν αναφέρει τις διατάξεις που έχουν εφαρμογή εν προκειμένω.
19.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν μπορεί πάντως, σε καμιά περίπτωση, να θεμελιωθεί ευθύνη της Κοινότητας έναντι του Grifoni, επειδή η διεύθυνση του ιδρύματος του Ispra δεν ήταν υποχρεωμένη να τοποθετήσει στηθαία στη στέγη του μετεωρολογικού σταθμού, στην οποία δεν επιτρεπόταν η πρόσβαση στους πάντες και η οποία είχε θύρα και κλίμακα προοριζόμενη να χρησιμοποιείται αποκλειστικά για σκοπούς συντηρήσεως. Πράγματι, το άρθρο 27 του προαναφερθέντος διατάγματος 547/55 προβλέπει στηθαία όχι για τις στέγες αλλά για « τα ικριώματα, τις ζεύξεις, τα πλατύσκαλα, τις επικλινείς επιφάνειες προσβάσεως, τους εξώστες και τους υπερυψωμένους χώρους εργασίας ». Εξάλλου, οι αρχές του Κέντρου δεν ήταν υποχρεωμένες να εφοδιάσουν τον Grifoni με ζώνη ασφαλείας, επειδή ο ενάγων δεν ήταν υπάλληλος του Κέντρου και δεν ασκούσε διευθυνόμενη δραστηριότητα, αλλ' εκτελούσε έργο για δικό του λογαριασμό και αυτοτελώς.
20.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι μολονότι η ιταλική νομολογία επεξέτεινε την εφαρμογή των διατάξεων περί προστασίας κατά των ατυχημάτων σε τρίτους που εκτίθενται ευκαιριακώς μόνο στους κινδύνους μιας ορισμένης εργασίας, ο Grifoni δεν μπορεί να εξομοιωθεί προς τρίτο, επειδή υπέστη, υπό την ιδιότητα του επιχειρηματία, ζημία οφειλόμενη αποκλειστικά σε δική του αμέλεια και στο γεγονός ότι δεν τήρησε ο ίδιος ούτε τις προδιαγραφές του νόμου ούτε τους στοιχειωδέστερους κανόνες επιμέλειας.
21.
Ως προς τη μη τήρηση των κανόνων της ΔΟΕ που επικαλείται ο ενάγων, η Επιτροπή τονίζει ότι η σύσταση 53 της ΔΟΕ, αναφερόμενη συγκεκριμένα στις εργασίες που πραγματοποιούνται επάνω σε στέγες, προβλέπει προφυλάξεις λιγότερο αυστηρές από τις προβλεπόμενες από την ιταλική νομοθεσία και ότι η διάταξη αυτή δεν μπορεί, επομένως, να δικαιολογήσει, σε καμιά περίπτωση, τον καταλογισμό οποιασδήποτε ευθύνης στην ΕΚΑΕ για το ατύχημα του οποίου θύμα υπήρξε ο Grifoni.
22.
Στο υπόμνημα απαντήσεως ο ενάγων υποστηρίζει ότι η Επιτροπή αναγνώρισε κατ' ουσία το βάσιμο της αγωγής και, ειδικότερα, τη σχέση αιτιότητας μεταξύ της μη εκτελέσεως και/ή της προβαλλόμενης αδικοπραξίας και της ζημίας, καθώς και το γεγονός ότι η υποχρέωση της ΕΚΑΕ να λάβει μέτρα προλήψεως των ατυχημάτων κατά τις διατάξεις της ΔΟΕ συνιστά γενική αρχή κοινή στα κράτη μέλη. Οι ιταλικές διατάξεις αποτελούν συγκεκριμένη εφαρμογή του άρθρου 24, παράγραφος 1, της συστάσεως 53 της ΔΟΕ και των άρθρων 8, παράγραφος 2, στοιχείο γ, και 9, ιδίως παράγραφος 2, της συμβάσεως 62 της ΔΟΕ.
23.
Εξάλλου, ο ενάγων υποστηρίζει ότι ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι το προαναφερθέν διάταγμα 547/55 του Προέδρου της Δημοκρατίας δεν αφορά την εν λόγω « στέγη » διαψεύδεται, επειδή η « στέγη » αυτή συνιστούσε τόπο εργασίας και διαβάσεως, καίτοι ασυνήθιστο' κατά την ιταλική νομολογία, ως τόπος εργασίας νοείται όχι μόνο το κατά κυριολεξία σύνολο των χώρων όπου πραγματοποιείται η εργασία, αλλά και κάθε άλλο μέρος στο οποίο οι εργαζόμενοι μπορούν ή οφείλουν να μεταβούν για να εκτελέσουν καθήκοντα σχετικά με τη δραστηριότητά τους. Εξάλλου, ο Grifoni και ο υπάλληλος του Κέντρου που τον συνόδευε μετέβησαν στη « στέγη » χωρίς να συναντήσουν εμπόδια ή να χρειαστεί να ανοίξουν κάποια θύρα. Εξάλλου, την ίδια την ημέρα του ατυχήματος, και άλλοι εργαζόμενοι βρίσκονταν, κατά τον ενάγοντα, επάνω στη « στέγη », όπου είναι μονίμως εγκατεστημένα τα μετεωρολογικά όργανα του Κέντρου και όπου οι εν λόγω εργαζόμενοι εκτελούσαν εργασίες.
24.
Ακόμη κι αν το άρθρο 27 του προαναφερθέντος διατάγματος 547/55 δεν είχε εφαρμογή, πρέπει να εφαρμοστεί το άρθρο 10 του διατάγματος 547/55, το οποίο, κατά την ιταλική νομολογία, αναφέρεται σε όλους τους χώρους όπου ο εργαζόμενος ασκεί τη δραστηριότητά του και σε όλα τα ανοίγματα των χώρων αυτών που παρουσιάζουν κίνδυνο πτώσεως στο κενό: ειδικότερα, ο όρος « pavimento » ( δάπεδο ) δεν αναφέρεται μόνο στις υπερδομές καλύψεως των κατωτέρων κλειστών χώρων, αλλά και σε όλες τις υπερδομές επί των οποίων μπορεί κανείς να περπατήσει, είτε πρόκειται για δώματα είτε για στέγεςδώματα, περιλαμβανομένων επίσης των φωταγωγών με γυάλινα ανοίγματα.
25.
Κατά τον ενάγοντα η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να τον εφοδιάσει με την υποχρεωτική ζώνη ασφαλείας, δυνάμει του άρθρου 10 του διατάγματος 164/56, επειδή η ιταλική νομολογία, όπως ερμηνεύει ήδη από καιρό το εν λόγω άρθρο, επεξέτεινε τον κύκλο των προσώπων που προστατεύονται από τις διατάξεις περί προστασίας κατά των ατυχημάτων περιλαμβάνοντας επίσης και πρόσωπα που είναι ξένα προς τη σχέση εργασίας και τα οποία ευκαιριακώς μόνο εκτίθενται στους κινδύνους που παρουσιάζει ορισμένη εργασία. Ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι ο Grifoni δεν μπορεί να εξομοιωθεί προς υπάλληλο του Κέντρου ούτε προς ξένο είναι ακατανόητος, επειδή η έννοια του ξένου χρησιμοποιείται εναλλακτικώς ή επικουρικώς σε σχέση προς αυτή του υπαλλήλου (ή του εξομοιούμενου προς αυτόν ). Εξάλλου, κατά την ιταλική νομολογία, ο προσδιορισμός του υπευθύνου για τη μη εφαρμογή των μέτρων προστασίας πρέπει να γίνεται σε σχέση προς τα συγκεκριμένα καθήκοντα και όχι προς τον αφηρημένο χαρακτηρισμό της σχέσεως μεταξύ των διαφόρων προσώπων. Είναι επομένως αναμφισβήτητο, κατά τον ενάγοντα, ότι η ΕΚΑΕ είναι εν προκειμένω εργοδότης και ότι ο Grifoni είναι ο εργαζόμενος. Κατά τον ενάγοντα η εναγόμενη άσκησε, τουλάχιστον στην πράξη, καθήκοντα επιχειρηματία και εργοδότη. Μη αποδοχή της υποχρεώσεως της εναγομένης να συμμορφωθεί προς τη νομοθεσία περί προλήψεως των ατυχημάτων, θα οδηγούσε στο παράλογο συμπέρασμα ότι ο Grifoni, που δεν γνώριζε καν την ύπαρξη της « στέγης », όφειλε, ήδη πριν φθάσει σ' αυτήν, να εξοπλίσει τη στέγη με τα απαραίτητα στηθαία, όλα δε τα λοιπά πρόσωπα που μετέβαιναν εκεί για να εργαστούν με τις απαραίτητες ζώνες ασφαλείας. Εξάλλου, αποδοχή του συλλογισμού της εναγομένης θα είχε ως συνέπεια να επιτραπεί σιωπηρά στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες να ενεργούν αγνοώντας παντελώς και τους στοιχειωδέστερους κανόνες ασφαλείας και προλήψεως.
26.
Κατά τον ενάγοντα, ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι η ζημία που υπέστη ο Grifoni οφείλεται αποκλειστικά σε δική του αμέλεια και στο γεγονός ότι δεν τήρησε ο ίδιος ούτε τις προδιαγραφές του νόμου ούτε, κυρίως, τους στοιχειωδέστερους κανόνες επιμέλειας παραγνωρίζει τον πάγιο προσανατολισμό της ιταλικής νομολογίας, κατά την οποία οι κανόνες προλήψεως ατυχημάτων προστατεύουν τους εργαζομένους — και κάθε άλλο πρόσωπο που εξομοιώνεται προς αυτούς, περιλαμβανομένων των ξένων που βρίσκονται συμπτωματικώς στον χώρο εργασίας — όχι μόνο κατά των ατυχημάτων που οφείλονται σε έλλειψη προσοχής, αλλά και κατ' εκείνων που οφείλονται σε αμέλεια, απροσεξία, απειρία ή πταίσμα των ίδιων των εργαζομένων, έτσι ώστε η αιτιώδης σχέση μεταξύ της πράξεως του επιχειρηματία και του ατυχήματος να μη διακόπτεται από την αμελή συμπεριφορά του εργαζομένου.
27.
Η Επιτροπή, στο υπόμνημα ανταπαντήσεως, σχολιάζει την τελική έκθεση της επιθεωρήσεως εργασίας της επαρχίας του Varese, βάσει της οποίας, κατά τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, ο pretore του Gavirate έθεσε στο αρχείο τη δικογραφία της ποινικής διώξεως που κινήθηκε την επομένη του ατυχήματος και υποστηρίζει ότι δεν αμφισβητεί τα πραγματικά περιστατικά, αλλά την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ζημίας που υπέστη το θύμα και των πράξεων της. Επαναλαμβάνει επίσης όσα υποστήριξε στο υπόμνημα αντικρούσεως, ιδίως ότι το ατύχημα οφείλεται σε αμέλεια του ενάγοντος, ότι εάν δεν υπάρχει σύμβαση αναθέσεως δεν μπορεί να υπάρξει και εκ συμβάσεως ευθύνη και ότι, αν θεωρηθεί ότι υπάρχει σύμβαση αναθέσεως μεταξύ του ενάγοντος και του Κέντρου, το τελευταίο αυτό δεν μπορεί να βαρύνεται, επειδή, σ' αυτή την περίπτωση, ο ανάδοχος ευθύνεται, κατά τη σύμβαση, με τη λήψη μέτρων ασφαλείας. Κατά την Επιτροπή, ακόμη κι αν έπρεπε να θεωρηθεί, πράγμα που δεν συμβαίνει, ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος ο Grifoni δεν ενεργούσε ακόμη στο πλαίσιο πραγματικής συμβατικής σχέσεως μεταξύ του ιδίου και του Κέντρου, η Κοινότητα δεν μπορεί να ευθύνεται για τη μη τήρηση των διατάξεων περί προστασίας κατά των ατυχημάτων. Ακόμη και αν, τελείως υποθετικά, το τμήμα του δώματος όπου συνέβη το ατύχημα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αποτελούσε συγχρόνως, κατά την ημέρα του ατυχήματος, « χώρο προσβάσεως και εργασίας », κατά την έννοια της νομοθεσίας περί προστασίας κατά των ατυχημάτων, θα μπορούσε να προβληθεί το γεγονός αυτό μόνο προκειμένου να θεμελιωθεί ευθύνη όχι του Κέντρου, αλλά του Grifoni, ο οποίος εργαζόταν στο τμήμα αυτό του δώματος την ίδια εκείνη στιγμή, ασκώντας επαγγελματική δραστηριότητα αυτοτελώς και έχοντας συνείδηση των κινδύνων που ήταν σύμφυτοι προς τη δραστηριότητα αυτή.
IV — Απαντήσεις στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου
28.
Οι διάδικοι κλήθηκαν από το Δικαστήριο να του γνωστοποιήσουν αν κινήθηκαν διαδικασίες ενώπιον των ιταλικών δικαστηρίων, και σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως σε ποιο στάδιο βρίσκονται οι διαδικασίες αυτές, υποβάλλοντας όλα τα σχετικά δικαιολογητικά.
29.
Ο ενάγων πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι δεν γνωρίζει την ύπαρξη εκκρεμών δικών ενώπιον των ιταλικών δικαστηρίων. Εξηγεί τους λόγους για τους οποίους δεν δόθηκε, κατά τη γνώμη του, συνέχεια στην ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά των οργάνων του Κέντρου, υπογραμμίζοντας ότι οι εκθέσεις του επιθεωρητή εργασίας είναι πεπλανημένες, παρουσιάζουν κενά και δεν λαμβάνουν υπόψη τη γνώμη ούτε του θύματος ούτε των διαφόρων μαρτύρων. Ο ενάγων επαφίεται στο Δικαστήριο, προκειμένου αυτό να προβεί στην απόδειξη των πραγματικών περιστατικών, κατόπιν ακροάσεως των διαδίκων και όλων των μαρτύρων του ατυχήματος.
30.
Η Επιτροπή, αφού αναφέρθηκε στις έρευνες που διενήργησαν οι ιταλικές αρχές, καθώς και στις προσπάθειες του ενάγοντος να κινηθεί ποινική δίωξη και να ασκηθεί πολιτική αγωγή ενώπιον των ιταλικών δικαστηρίων, ισχυρίζεται ότι, βάσει των εκθέσεων του επιθεωρητή εργασίας του Varese, το ιταλικό δικαστήριο έθεσε οριστικά την υπόθεση στο αρχείο.
Κ. Ν. Κακούρης
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (έκτο τμήμα)
της 27ης Μαρτίου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-308/87,
Alfredo Grifoni, ιδιοκτήτης ομώνυμης επιχειρήσεως, κάτοικος Ispra, Varese ( Ιταλία ), via G. Galilei, εκπροσωπούμενος και επικουρούμενος από τους Michele Tamburini και Franco Colussi, δικηγόρους Μιλάνου, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον τελευταίο, 36, rue de Wiltz,
ενάγων,
κατά
Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (ΕΚΑΕ), εκπροσωπούμενης από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με πληρεξούσιο τον Sergio Fabro, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον Paolo de Caterini, δικηγόρο Ρώμης, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
εναγομένης,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί η ευθύνη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας για τη ζημία που υπέστη ο ενάγων, συνεπεία ατυχήματος του οποίου υπήρξε θύμα, και, επομένως, να υποχρεωθεί η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας να αποκαταστήσει την εν λόγω ζημία,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Κ. Ν. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, Τ. Koopmans, G. F. Mancini, T. F. O'Higgins, M. Diez de Velasco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε τους εκπροσώπους των διαδίκων που αγόρευσαν κατά τη συνεδρίαση της 7ης Νοεμβρίου 1989,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 12ης Δεκεμβρίου 1989,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 9 Οκτωβρίου 1987, ο Alfredo Grifoni, ιδιοκτήτης επιχειρήσεως ειδικευμένης στην εκτέλεση σιδηρουργικών εργασιών, άσκησε, δυνάμει των άρθρων 151 και 188, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΕ, αγωγή αποζημιώσεως κατά της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, εκπροσωπούμενης από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Με την αγωγή αυτή ζητείται να αναγνωριστεί η ευθύνη της Επιτροπής για τη ζημία που υπέστη ο ενάγων συνεπεία ατυχήματος που συνέβη στις εγκαταστάσεις του Κοινού Κέντρου Έρευνας της Επιτροπής στο Ispra (στο εξής: Κέντρου) και, επομένως, να υποχρεωθεί η εναγομένη στην αποκατάσταση της εν λόγω ζημίας.
2
Ο Grifoni ισχυρίζεται ότι ως ανάδοχος έργου συνισταμένου στην εκτέλεση ορισμένων σιδηρουργικών εργασιών στον μετεωρολογικό σταθμό του Κέντρου μετέβη στις εγκαταστάσεις του τελευταίου, στις 20 Οκτωβρίου 1985, και, συνοδευόμενος από υπάλληλο του Κέντρου, ανέβηκε στη στέγη-δώμα του μετεωρολογικού σταθμού, σε ύψος 4,50 μέτρων περίπου, προκειμένου να προβεί σε αυτοψία. Η πτώση του από το δώμα αυτό του προκάλεσε σοβαρές σωματικές βλάβες.
3
Ο Grifoni υποστηρίζει ότι η Επιτροπή ευθύνεται για το ατύχημα, κατά το άρθρο 188, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, επειδή παρέλειψε να λάβει τα μέτρα ασφάλειας που επιβάλλονταν για την πρόληψη του ατυχήματος.
4
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
5
Κατά το άρθρο 188, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, στον τομέα της εξωσυμβατικής ευθύνης η Κοινότητα υποχρεούται, κατά τις γενικές αρχές του δικαίου που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, να αποκαθιστά τη ζημία που προξενούν όργανα ή υπάλληλοί της κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους.
6
Κατά παγία νομολογία του Δικαστηρίου η θεμελίωση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας και η άσκηση του δικαιώματος αποκαταστάσεως της ζημίας που προκλήθηκε εξαρτώνται από τη συνδρομή συνόλου προϋποθέσεων που αναφέρονται στον παράνομο χαρακτήρα της συμπεριφοράς που προσάπτεται στα κοινοτικά όργανα, στην ύπαρξη πραγματικής ζημίας καθώς και στην ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς και της προβαλλόμένης ζημίας ( βλ. ιδίως την απόφαση της 4ης Μαρτίου 1980, Pool, 49/79, Race. 1980, σ. 569 ).
7
Στην παρούσα περίπτωση, δεν αμφισβητείται η ύπαρξη πραγματικής ζημίας. Πρέπει, επομένως, να εξεταστεί ο παράνομος χαρακτήρας της συμπεριφοράς της Επιτροπής και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της ζημίας που υπέστη ο Grifoni.
8
Ως προς τη συμπεριφορά που προσάπτεται στην Επιτροπή, πρέπει να παρατηρηθεί καταρχάς ότι τα όργανα της Κοινότητας που προβαίνουν στην εκτέλεση έργων κατασκευής ή συντηρήσεως κτιρίων υποχρεούνται να τηρούν τις διατάξεις περί ασφαλείας στον τομέα της εργασίας, που ισχύουν στον τόπο εκτελέσεως των έργων αυτών. Η Επιτροπή υποχρεούται, επομένως, όσον αφορά τα έργα που εκτελούνται στο Κέντρο του Ispra, να τηρεί τις σχετικές διατάξεις της ιταλικής νομοθεσίας.
9
Η υποχρέωση τηρήσεως των διατάξεων της ιταλικής νομοθεσίας προβλέπεται, εξάλλου, ρητά στο άρθρο 31 του παραρτήματος ΣΤ της συμφωνίας της 22ας Ιουλίου 1959 μεταξύ της Ιταλικής Δημοκρατίας και της ΕΚΑΕ, που τέθηκε σε εφαρμογή με τον νόμο 906 της 1ης Αυγούστου 1960 περί εγκρίσεως και εκτελέσεως της συμφωνίας μεταξύ της ιταλικής κυβερνήσεως και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας ( Ευρατόμ ), περί ιδρύσεως Κοινού Κέντρου Πυρηνικής Ερευνας Γενικής Αρμοδιότητας, που συνήφθη στη Ρώμη στις 22 Ιουλίου 1959 ( GURI 212 της 31.8.1960 ). Το εν λόγω άρθρο προβλέπει ότι η Επιτροπή εφαρμόζει υπό την αποκλειστική της ευθύνη τις διατάξεις της ιταλικής νομοθεσίας περί υγιεινής και ασφαλείας της εργασίας.
10
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω το προαναφερθέν άρθρο 31 του παραρτήματος ΣΤ της συμφωνίας επειδή αυτό αφορά τη σχέση εργασίας μεταξύ του Κέντρου και ορισμένων δικών του υπαλλήλων, ενώ ο Grifoni δεν ήταν υπάλληλος του Κέντρου.
11
Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Οι διατάξεις της ιταλικής νομοθεσίας περί ασφαλείας, τις οποίες υποχρεούται να τηρεί η Επιτροπή κατ' εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως, αποβλέπουν στην προστασία όλων όσων εκτίθενται σε κινδύνους πτώσεως στις εγκαταστάσεις του Κέντρου.
12
Μεταξύ των ιταλικών διατάξεων περί εργατικών ατυχημάτων πρέπει να αναφερθεί, ιδιαίτερα, το άρθρο 10 του διατάγματος 164 του Προέδρου της Δημοκρατίας, της 7ης Ιανουαρίου 1956, περί των κανόνων προλήψεως των εργατικών ατυχημάτων στις οικοδομές ( GURI 78 της 31.3.1956 ), που επιβάλλει στην Επιτροπή να εφοδιάζει υποχρεωτικά με την κατάλληλη ζώνη ασφαλείας όσους εκτελούν εργασίες ενέχουσες κινδύνους πτώσεως, καθώς και τα άρθρα 26 και 27 του διατάγματος 547 του Προέδρου της Δημοκρατίας, της 27ης Απριλίου 1955, περί των κανόνων προλήψεως των εργατικών ατυχημάτων (GURI 158 της 12.7.1956), που υποχρεώνουν την Επιτροπή να θέτει στηθαίο γύρω από τους χώρους εργασίας που ευρίσκονται σε επίπεδο υψηλότερο του εδάφους.
13
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι στην παρούσα περίπτωση η Επιτροπή παρέλειψε να λάβει τα μέτρα ασφαλείας που προβλέπονται από την προαναφερθείσα ιταλική νομοθεσία, προκειμένου να αποτρέψει τους κινδύνους πτώσεως που διατρέχουν τα πρόσωπα που εκτελούν εργασίες στη στέγη-δώμα του Κέντρου.
14
Συνεπώς, η συμπεριφορά της Επιτροπής, η οποία δεν επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια σχετικά με τα μέτρα ασφαλείας που απαιτούνται για την πρόληψη του ατυχήματος του οποίου ο ενάγων υπήρξε θύμα, είναι παράνομος.
15
Ως προς τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παραλείψεως της Επιτροπής και της πτώσεως του ενάγοντος, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η ζημία που υπέστη ο Grifoni οφείλεται εξ ολοκλήρου σε δική του αμέλεια.
16
Το επιχείρημα αυτό μόνο εν μέρει μπορεί να γίνει δεκτό. Πρέπει σχετικώς να τονιστεί ότι, αφενός, η παράλειψη της Επιτροπής να λάβει τα προαναφερθέντα μέτρα ασφαλείας συνετέλεσε στην επέλευση της ζημίας, αλλ' ότι, αφετέρου, ούτε ο ενάγων επέδειξε την επιμέλεια που ήταν αναγκαία για την προστασία του κατά την εκτέλεση της εργασίας του, που συνίστατο στη διενέργεια αυτοψίας. Πράγματι, ο Grifoni, ως ανάδοχος του έργου και ειδικός στον τομέα έπρεπε να έχει λάβει τις αναγκαίες προφυλάξεις αρνούμενος, ενδεχομένως, να διενεργήσει αυτοψία πριν ληφθούν τα μέτρα προστασίας.
17
Υπό τις συνθήκες αυτές, η προκληθείσα ζημία δεν έχει ως αποκλειστική αιτία τη συμπεριφορά της Επιτροπής, αλλ' επίσης τη συμπεριφορά του ενάγοντος, ο οποίος, μολονότι θα μπορούσε να αποτρέψει το ατύχημα, επιδεικνύοντας την απαιτούμενη επιμέλεια, δεν το έπραξε συμβάλλοντας, εν μέρει, στην επέλευση της ζημίας. Πρέπει, επομένως, να κατανεμηθεί η ευθύνη σε ίσα μέρη μεταξύ των δύο διαδίκων.
18
Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι η Επιτροπή πρέπει να υποχρεωθεί να αποκαταστήσει, κατά ποσοστό 50 ο/ο, τη ζημία που υπέστη ο ενάγων λόγω του ατυχήματος του οποίου υπήρξε θύμα υπό τις προεκτεθείσες περιστάσεις. Το ύψος της αποζημιώσεως πρέπει να καθοριστεί με συμφωνία των διαδίκων, ή από το Δικαστήριο, σε περίπτωση μη επιτεύξεως συμφωνίας.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( έκτο τμήμα )
αποφασίζει:
1)
Υποχρεώνει την Επιτροπή να αποκαταστήσει, κατά ποσοστό 50 %, τη ζημία που υπέστη ο ενάγων συνεπεία της πτώσεώς του από τη στέγη-δώμα του μετεωρολογικού σταθμού του Κοινού Κέντρου 'Ερευνας του Ispra.
2)
Απορρίπτει την αγωγή κατά τα λοιπά.
3)
Οι διάδικοι θα ανακοινώσουν στο Δικαστήριο, εντός προθεσμίας έξι μηνών από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως, το ύψος της αποζημιώσεως που θα καθοριστεί βάσει κοινής συμφωνίας.
4)
Σε περίπτωση μη επιτεύξεως συμφωνίας, οι διάδικοι θα υποβάλουν στο Δικαστήριο, εντός της ίδιας προθεσμίας, τα αιτήματα τους ως προς το ύψος της αποζημιώσεως.
5)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Κακούρης
Koopmans
Mancini
O'Higgins
Diez de Velasco
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 27 Μαρτίου 1990.
Ο γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο πρόεδρος του έκτου τμήματος
Κ. Ν. Κακούρης
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy