ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-347/87 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά
1.
Η ιταλική νομοθεσία απαγορεύει στους παραγωγούς, στους εισαγωγείς, στους χονδρεμπόρους και στους λιανεμπόρους να πωλούν τη ζάχαρη σε τιμή μεγαλύτερη από την ανώτατη τιμή που έχει καθορίσει η διυπουργική επιτροπή τιμών (στο εξής: CIP). Η μη συμμόρφωση προς την απαγόρευση επισύρει ποινικές κυρώσεις.
2.
Με το μέτρο 39/1984 της 24ης Οκτωβρίου 1984, η CIP μείωσε την ανώτατη τιμή της ζάχαρης, από τις 30 Οκτωβρίου 1984, κατά 40,09 λίρες Ιταλίας (LIT) ανά χιλιόγραμμο.
3.
Προκειμένου να διατηρηθεί το περιθώριο κέρδους των επιχειρηματιών που θίγονταν από τη μείωση των ανωτάτων τιμών, με το μέτρο 39/1984 της CIP επετράπη στην Cassa conguaglio zucchero να χορηγήσει, από τις 30 Οκτωβρίου 1984, 37,12 LIT ανά χιλιόγραμμο επί των αποθεμάτων λευκής ζάχαρης τα οποία διέθεταν οι έμποροι στις 29 Οκτωβρίου 1984.
4.
Οι ιταλικές αρχές ανακοίνωσαν το μέτρο αυτό στην Επιτροπή στις 14 και στις 28 Νοεμβρίου 1984.
5.
Στις 25 Οκτωβρίου 1986, η Επιτροπή δημοσίευσε ανακοίνωση ( ΕΕ C 269, σ. 2 ), από την οποία προκύπτει ότι θεωρούσε πως η καταβολή των ποσών την οποία προέβλεπε το μέτρο CIP 39/1984 αποτελούσε ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, μη δυναμένη να υπαχθεί στις εξαιρέσεις της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού, και ότι η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει, ως προς την ενίσχυση αυτή, τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ. Στην ίδια ανακοίνωση η Επιτροπή αναφέρει, εξάλλου, ότι στις 18 Δεκεμβρίου 1985 αποφάσισε ότι το ιταλικό καθεστώς καθορισμού των ανωτάτων τιμών της ζάχαρης δεν αντέκειτο στο κοινοτικό καθεστώς τιμών.
6.
Με απόφαση της 8ης Απριλίου 1987, σχετικά με ενίσχυση της ιταλικής κυβέρνησης στους ιταλούς εμπόρους ζάχαρης ( που δημοσιεύτηκε στις 4 Νοεμβρίου 1987 στην ΕΕ L 313, σ. 24 ), η Επιτροπή αποφάσισε ότι η ενίσχυση, η οποία συνίστατο στην καταβολή προς τους ιταλούς εμπόρους 37,12 LIT ανά χιλιόγραμμο για τα αποθέματα λευκής ζάχαρης, ήταν συμβίβαστη προς την κοινή αγορά και δεν μπορούσε να χορηγηθεί.
7.
Κατά της αποφάσεως αυτής οι προσφεύγουσες εταιρίες, ιταλικές επιχειρήσεις εμπορίας ζάχαρης, άσκησαν την παρούσα προσφυγή ακυρώσεως.
II — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
1.
Η προσφυγή των προσφευγουσών εταιριών πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Νοεμβρίου 1987.
2.
Η Επιτροπή προέβαλε, βάσει του άρθρου 91, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας, ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής. Με απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 1988, το Δικαστήριο αποφάσισε τα ζητήματα περί απαραδέκτου να εξεταστούν μαζί με την ουσία της υποθέσεως.
3.
Οι προοφεύγουοες ζητούν από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι νομιμοποιούνται ενεργητικώς προς άσκηση της προσφυγής·
—
να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής της 8ης Απριλίου 1987, η οποία απευθύνεται στο ιταλικό κράτος και δεν έχει δημοσιευθεί, έχει δε ως αντικείμενο [ όπως προκύπτει από το υπόμνημα της Επιτροπής της 18ης Μαΐου 1987 υπ' αριθ. SG (87) D/6225, του οποίου οι προσφεύγουσες εταιρίες έλαβαν γνώση τις προηγούμενες ημέρες], τη διαπίστωση του ασυμβίβαστου των καταβολών τις οποίες προβλέπει το μέτρο CIP 39/1984 ( και το 41/1984 ) [ προς την κοινή αγορά]·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
4.
Η Επιτροπή, καθής, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να κρίνει την προσφυγή απαράδεκτη·
—
επικουρικώς, να την απορρίψει ως αβάσιμη·
—
να καταδικάσει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.
5.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
6.
Κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας, το Δικαστήριο, με απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1989, ανέθεσε την υπόθεση στο έκτο τμήμα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Α — Επί τον παραδεκτού
1.
Η Επιτροπή προβάλλει ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής στηριζόμενη, αρχικά, σε δύο λόγους.
α)
Με τον πρώτο λόγο, η Επιτροπή προβάλλει ότι η προσφυγή ασκήθηκε μετά τη λήξη της δίμηνης προθεσμίας την οποία τάσσει το άρθρο 173, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ. Κατά την Επιτροπή, η προσφυγή, κατατεθείσα στις 11 Νοεμβρίου 1987, είναι εκπρόθεσμη, δεδομένου ότι οι προσφεύγουσες είχαν γνώση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία ούτε δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα ούτε κοινοποιήθηκε σε καμία από τις προσφεύγουσες, από 1ης Αυγούστου 1987. Πράγματι, την ημέρα αυτή δημοσιεύθηκε στην Gazzetta ufficiale della Repubblica italiana ανακοίνωση που περιείχε μνεία της επίμαχης αποφάσεως της Επιτροπής της 8ης Απριλίου 1987. Επομένως, η πληροφόρηση των προσφευγουσών από την ανακοίνωση αυτή σχετικά με την ύπαρξη της προσβαλλομένης αποφάσεως έθεσε σε κίνηση την προθεσμία για την άσκηση προσφυγής.
Εντούτοις, σε διορθωτικό υπόμνημα της 4ης Μαΐου 1988, η Επιτροπή παραδέχεται ότι η επίμαχη απόφαση δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της 4ης Νοεμβρίου 1987 και στο υπόμνημα αντικρούσεως της δηλώνει ότι παραιτείται από τον πρώτο αυτό λόγο απαραδέκτου.
β)
Με τον δεύτερο λόγο, η Επιτροπή προβάλλει ότι ot προσφεύγουσες, προσβάλλοντας, φαινομενικώς, την επίμαχη απόφαση που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, και απευθύνεται στην Ιταλική Δημοκρατία, επιδιώκουν στην πραγματικότητα να αναγνωρισθεί από το Δικαστήριο ότι η Ιταλική Δημοκρατία, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ σύστημα καθορισμού ανωτάτων τιμών χονδρικής και λιανικής πωλήσεως της ζάχαρης, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο. Πράγματι, οι προσφεύγουσες δεν αμφισβητούν το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δηλαδή η προς τους ιταλούς εμπόρους καταβολή 37,12 LIT ανά χιλιόγραμμο για τα αποθέματα λευκής ζάχαρης αποτελεί ενίσχυση ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 92, αλλά περιορίζονται στον ισχυρισμό ότι η Επιτροπή παρανόμως παρέλειψε να ενεργήσει προκειμένου να αναγνωρισθεί ότι η ιταλική κανονιστική ρύθμιση περί ανωτάτων τιμών της ζάχαρης αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο. Το ένδικο βοήθημα, όμως, της προσφυγής λόγω παραβάσεως δεν είναι στη διάθεση των ιδιωτών, οι οποίοι και δεν μπορούν να ασκήσουν προσφυγή κατά παραλείψεως στρεφόμενοι κατά πράξεως με την οποία η Επιτροπή αρνείται να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ (απόφαση της 1ης Μαρτίου 1966, Lütticke, 48/65, Race. 1966, σ. 27 ). Κατά συνέπεια, δεν επιτρέπεται στις προσφεύγουσες να αποφεύγουν τα εμπόδια αυτά επιδιώκοντας την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, η οποία εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 2. Επομένως, η προσφυγή είναι απαράδεκτη λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως των προσφευγουσών.
Στο υπόμνημα αντικρούσεως η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι στις παρατηρήσεις τους επί της ενστάσεως απαραδέκτου οι προσφεύγουσες δεν προέβαλαν το παραμικρό επιχείρημα προς αντίκρουση της θέσεως της.
Τέλος, στο υπόμνημα ανταπαντήσεως, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι στο υπόμνημα απαντήσεως οι προσφεύγουσες παραποίησαν την άποψη της, αναφέροντας ότι θεωρεί την προηγούμενη αναγνώριση του παράνομου χαρακτήρα του ιταλικού συστήματος καθορισμού των κατωτάτων τιμών της ζάχαρης ως απαραίτητη προϋπόθεση της προσβολής της επίμαχης αποφάσεως εκ μέρους των προσφευγουσών. Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι ο παράνομος ή μη χαρακτήρας του εν λόγω συστήματος ουδόλως ενδιαφέρει. Η προσβαλλόμενη απόφαση, μολονότι η αιτιολογία της αναφέρεται στην απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1985 με την οποία η Επιτροπή αρνήθηκε να θεωρήσει ότι ο καθορισμός των τιμών της ζάχαρης στην Ιταλία συνιστά παράβαση του κοινοτικού συστήματος τιμών, ουδόλως στηρίζεται σ' αυτή τη νομικής φύσεως εκτίμηση της Επιτροπής.
2.
α)
Οι προσφεύγουσες αντικρούουν τον πρώτο λόγο απαραδέκτου, προβάλλοντας ότι η ένωση των επιχειρήσεων της κατηγορίας στην οποία ανήκουν είχε παρέμβει, κατά το προ της ασκήσεως της προσφυγής στάδιο, απαντώντας στην ανακοίνωση της Επιτροπής που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της 25ης Οκτωβρίου 1986, οπότε η Επιτροπή όφειλε να ανακοινώσει στους ενδιαφερομένους την έκβαση της βάσει του άρθρου 93 κινηθείσας διαδικασίας. Εξάλλου, η πληροφορία που δημοσιεύθηκε την 1η Αυγούστου 1987 στην Gazetta ufficiale della Repubblica italiana, όπου γινόταν αναφορά στην επίμαχη απόφαση, δεν επέτρεπε ούτε τον ατομικό προσδιορισμό της εν λόγω αποφάσεως ούτε την ακριβή γνώση του περιεχομένου της, επομένως δεν μπορούσε να αποτελεί σημείο ενάρξεως της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής. Αντιθέτως, το καθοριστικό στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη για την έναρξη της εν λόγω προθεσμίας είναι η δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως στην Επίσημη Εφημερίδα της 4ης Νοεμβρίου 1987.
Στο υπόμνημα απαντήσεως, οι προσφεύγουσες περιορίζονται στη μνεία της παραιτήσεως της Επιτροπής από τον λόγο αυτό.
β)
Οι προσφεύγουσες ζητούν την απόρριψη και του δευτέρου λόγου απαραδέκτου, ισχυριζόμενες ότι η Επιτροπή δεν αντελήφθη ορθώς την επιχειρηματολογία τους, λόγω ατελούς γνώσεως της ιταλικής γλώσσας. Κατά τις προσφεύγουσες, κατόπιν προσεκτικής αναγνώσεως του δικογράφου της προσφυγής η Επιτροπή θα μπορέσει να αντιληφθεί το περιεχόμενο της διαφοράς. Από το δικόγραφο της προσφυγής προκύπτει, πράγματι, ότι η καταβολή για την οποία πρόκειται δεν αποτελεί ενίσχυση, αλλά χορηγείται προς αποκαταστόση της ζημίας που υπέστησαν οι έμποροι ζάχαρης εξαιτίας της ιταλικής κανονιστικής ρυθμίσεως, της οποίας την αντίθεση προς το κοινοτικό δίκαιο παρέλειψε να διαπιστώσει η Επιτροπή.
Στο υπόμνημα απαντήσεως οι προσφεύγουσες προσθέτουν ότι από την επιχειρηματολογία της Επιτροπής προκύπτει ότι οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις δεν μπορούν να προσβάλουν την επίμαχη απόφαση, επειδή πρέπει προηγουμένως να αναγνωριστεί ο παράνομος χαρακτήρας του ιταλικού συστήματος καθορισμού των τιμών της ζάχαρης, την αναγνώριση δε αυτή μπορεί να ζητήσει μόνη η Επιτροπή στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως. Κατά τις προσφεύγουες, από τη ρητώς εκφραζόμενη εκτίμηση της Επιτροπής της 18ης Δεκεμβρίου 1985, κατά την οποία το ιταλικό σύστημα τιμών συμβιβάζεται προς το κοινοτικό δίκαιο, προκύπτει κατ' ανάγκην ότι η καταβολή που προβλέπει το μέτρο CIP 39/1984 είναι απαραίτητη προκειμένου να αποφευχθούν διακρίσεις, απαγορευόμενες από το άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, τόσο μεταξύ των ιταλών εμπόρων που επώλησαν τη ζάχαρη πριν από τις 30 Οκτωβρίου 1984 και των εμπόρων που την επώλησαν μετά την ημερομηνία αυτή, όσο και μεταξύ ιταλικών επιχειρήσεων και κοινοτικών επιχειρήσεων. Επομένως, η καταβολή για τη οποία πρόκειται δεν αποτελεί ενίσχυση, αλλ' αποζημίωση που αποσκοπεί στην αποφυγή διακρίσεως εξαιτίας της εφαρμογής του ιταλικού συστήματος καθορισμού τιμών, το οποίο είναι ασυμβίβαστο προς το κοινοτικό δίκαιο. Από την ίδια την επίμαχη απόφαση προκύπτει ότι η εν λόγω απόφαση, στηριζόμενη στη ρητώς εκφραζομενη εκτίμηση της Επιτροπής της 18ης Δεκεμβρίου 1985, εξαρτά τον χαρακτηρισμό της καταβολής που προβλέπει η CIP ως ενισχύσεως απαγορευομένης κατά τη Συνθήκη από την αναγνώριση του συμφώνου του ιταλικού συστήματος καθορισμού των τιμών της ζάχαρης προς την κοινοτική νομοθεσία. Κατά συνέπεια, πρέπει να θεωρηθεί εντελώς αβάσιμη η άποψη της Επιτροπής, κατά την οποία ο χαρακτηρισμός « ενίσχυση » στην προκειμένη περίπτωση είναι ανεξάρτητος από το ζήτημα του ενδεχομένως ασυμβιβάστου της ιταλικής κανονιστικής ρυθμίσεως προς το κοινοτικό δίκαιο και κατά την οποία η προσφυγή, στηριζόμενη στην ύπαρξη του ασυμβίβαστου αυτού, είναι απαράδεκτη.
Β — Επί της ουσίας
1.
Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν, καταρχάς, ότι το ιταλικό σύστημα ανωτάτων τιμών ζαχάρεως είναι ασυμβίβαστο προς ορισμένες διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ. 'Ετσι, το άρθρο 30 της Συνθήκης αντιτίθεται στις εθνικές διατάξεις περί καθορισμού τιμών οι οποίες μπορούν, δυνάμει, να εμποδίσουν το ενδοκοινοτικό εμπόριο. Εξάλλου, το άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, το οποίο εφαρμόζεται τόσο επί των διακρίσεων που καθιερώνουν τα κοινοτικά όργανα, όσο και επί των διακρίσεων που καθιερώνουν τα κράτη μέλη, απαγορεύει τη διάκριση εις βάρος των ιταλικών επιχειρήσεων η οποία συνίσταται στις απώλειες που προκαλούνται εξαιτίας παράνομης παρεμβάσεως των εθνικών αρχών στον τομέα των τιμών.
Κατά τις προσφεύγουσες, το εν λόγω ιταλικό σύστημα τιμών είναι αντίθετο και προς τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τον καθορισμό των τιμών στο πλαίσιο των κοινών οργανώσεων των αγορών των γεωργικών προϊόντων. Ο τομέας της ζαχάρεως υπάγεται εξ ολοκλήρου στις κοινοτικές ρυθμίσεις που έχουν θεσπιστεί με τον κανονισμό 1785/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης ( ΕΕ L 177, σ. 4 ), οι οποίες παρέχουν σχετικώς στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή αποκλειστική αρμοδιότητα και απαγορεύουν στα κράτη μέλη την άσκηση συντρέχουσας αρμοδιότητας στον εν λόγω τομέα ( αποφάσεις της 18ης Ιουνίου 1970, Krohn, 74/69, Race. 1970, σ. 451, και της 30ής Ιανουαρίου 1974, Hannoversche Zucker, 159/73, Race. 1974, σ. 121 ). Όσον αφορά, ειδικότερα, τον καθορισμό των τιμών ζαχάρεως, κατά παγία νομολογία ( αποφάσεις της 23ης Ιανουαρίου 1975, Galli, 31/74, Race. 1975, σ. 47, της 6ης Νοεμβρίου 1979, Toffoli, 10/79, Race. 1979, σ. 3301, της 6ης Νοεμβρίου 1979, Danis, 16/79 έως 20/79, Race. 1979, σ. 3327, της 17ης Ιανουαρίου 1980, Kefer, 95/79 και 96/79, Race. 1980, σ. 103, και της 5ης Ιουνίου 1985, Roelstrate, 116/84, Race. 1985, σ. 1705 ), στους τομείς που διέπονται από κοινή οργάνωση αγοράς, ιδίως όταν η κοινή αυτή οργάνωση στηρίζεται σε κοινό σύστημα τιμών, τα κράτη μέλη δεν μπορούν πλέον να παρεμβαίνουν μονομερώς, με εσωτερικούς κανόνες, στον μηχανισμό σχηματισμού των τιμών τον οποίο καθορίζει η κοινή οργάνωση. Κατά τη νομολογία αυτή, η μόνη σύμφωνη προς το δίκαιο οδός που μπορούν να ακολουθήσουν τα κράτη μέλη για να επιτευχθούν οι σκοποί τους οποίους επιδιώκει εθνική κανονιστική ρύθμιση κατά της αυξήσεως των τιμών είναι η ανάληψη των απαραίτητων πρωτοβουλιών, σε κοινοτικό επίπεδο, ώστε η αρμόδια κοινοτική αρχή να λάβει ή να επιτρέψει να ληφθούν μέτρα σύμφωνα προς το κοινοτικό δίκαιο (προαναφερθείσα απόφαση Galli ).
Όσον αφορά τον καθορισμό των τιμών κατά το στάδιο της παραγωγής και του χονδρικού εμπορίου, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η θέσπιση εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως που αποσκοπεί στην προώθηση της καθιερώσεως ενιαίας τιμής για την παραγωγή, σε σύμβαση ή από τις αρχές, σε εθνικό ή τοπικό επίπεδο, δεν εμπίπτει, ως εκ της φύσεώς της, στις αρμοδιότητες που διατηρούν τα κράτη μέλη ( προαναφερθείσα απόφαση Toffoli ) και ότι η αρμοδιότητα προς θέσπιση ειδικών μέτρων συνιστώντων παρέμβαση στον μηχανισμό σχηματισμού των τιμών, ιδίως με περιορισμό των συνεπειών της μεταβολής του επιπέδου των κοινοτικών τιμών, είτε ως προς τις τιμές παρεμβάσεως, είτε ως προς τη συναλλαγματική ισοτιμία του εθνικού νομίσματος σε σχέση με τη λογιστική μονάδα, είναι — εκτός ρητής εξαιρέσεως — αποκλειστικώς κοινοτική ( απόφαση της 25ης Μαΐου 1977, Cucchi, 77/76, Race. 1977, σ. 987).
Όσον αφορά τον καθορισμό των τιμών κατά το στάδιο της λιανικής πωλήσεως, οι προσφεύγουσες υπενθυμίζουν ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι κοινοτικοί κανονισμοί στον τομέα της γεωργίας οι οποίοι καθιερώνουν σύστημα τιμών και εφαρμόζονται κατά το στάδιο της παραγωγής και του χονδρικού εμπορίου αφήνουν άθικτη την εξουσία των κρατών μελών, υπό την επιφύλαξη άλλων διατάξεων της Συνθήκης, να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα σχετικά με τον σχηματισμό των τιμών κατά το στάδιο του λιανικού εμπορίου και της καταναλώσεως, υπό τον όρο ότι δεν θέτουν σε κίνδυνο τους σκοπούς ή τη λειτουργία της κοινής οργανώσεως αγοράς, ιδίως δε το σύστημα τιμών το οποίο καθιερώνει η κοινή οργάνωση ( προαναφερθείσες αποφάσεις Galli, Danis και Kefer). 'Ετσι, το κοινοτικό δίκαιο δεν αντιτίθεται στον υπό κράτους μέλους μονομερή καθορισμό ανωτάτου περιθωρίου κέρδους για τη λιανική πώληση του οικείου προϊόντος, υπολογιζόμενου κυρίως βάσει των τιμών αγοράς που ισχύουν κατά το προηγούμενο στάδιο της εμπορίας και μεταβαλλόμενου σε συνάρτηση με τις τιμές αυτές, υπό τον όρο ότι οι τιμές αγοράς που λαμβάνονται υπόψη προς υπολογισμό του περιθωρίου κέρδους προσαυξάνονται κατά το ποσό των εξόδων εμπορίας και εισαγωγής στα οποία υποβλήθηκε πράγματι ο λιανέμπορος κατά το στάδιο του εφοδιασμού και της πωλήσεως στους καταναλωτές, καθώς και ότι το περιθώριο καθορίζεται σε επίπεδο τέτοιο ώστε να μην εμποδίζει τις εντός της Κοινότητος εμπορικές ανταλλαγές ( προαναφερθείσα απόφαση Kefer ) και να επιτρέπει στους λιανέμπορους να λαμβάνουν δίκαιη αμοιβή για τη δραστηριότητα τους (προαναφερθείσα απόφαση Roelstraete ).
Από τα ανωτέρω, οι προσφεύγουσες συνάγουν ότι οι εθνικές κανονιστικές ρυθμίσεις περί καθορισμού τιμών προϊόντων υπαγομένων σε κοινή οργάνωση αγοράς κατά το στάδιο της παραγωγής και του χονδρικού εμπορίου είναι παράνομες, ενώ το Δικαστήριο ναι μεν έχει αναγνωρίσει την εξουσία των κρατών μελών να παρεμβαίνουν προς έλεγχο των τιμών των προϊόντων που πωλούνται στον τελικό καταναλωτή, έχει όμως χαράξει και σαφή όρια για την εν λόγω εξουσία. Πράγματι, ο μόνος τρόπος νομίμου παρεμβάσεως των εθνικών αρχών στον καθορισμό των τιμών λιανικής πωλήσεως των γεωργικών προϊόντων που υπάγονται στην κοινοτική νομοθεσία είναι να λαμβάνουν υπόψη όλα τα στοιχεία που κατά κανόνα συμβάλλουν στη διαμόρφωση της τιμής των προϊόντων στην ελεύθερη αγορά, δηλαδή την τιμή αγοράς της πρώτης ύλης, τα έξοδα μεταποιήσεως και εμπορίας, καθώς και ένα λογικό περιθώριο κέρδους. Αντιθέτως, κάθε άλλο σύστημα υπολογισμού, ιδίως δε ένα σύστημα που θα ελάμβανε υπόψη κατ' αποκοπήν το ποσοστό της υποτιμήσεως του νομίσματος, είναι αντίθετο προς το κοινοτικό δίκαιο.
Παρά την κατεύθυνση αυτή της νομολογίας, όμως, η Επιτροπή δεν έλαβε ποτέ θέση ως προς το ιταλικό καθεστώς καθορισμού των τιμών του προϊόντος αυτού κατά τα είκοσι έτη εφαρμογής της νομοθεσίας της ΕΟΚ στον τομέα της ζάχαρης. Καίτοι έχουν αχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου πολυάριθμες υποθέσεις στις οποίες τέθηκε ζήτημα σχετικά με την εν λόγω ιταλική νομοθεσία, η Επιτροπή ουδέποτε κινήθηκε προς την κατεύθυνση της καταργήσεως του καθεστώτος που ισχύει στην Ιταλία, επιτρέποντας έτσι στο αυτό κράτος μέλος να καθορίζει, κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου και προς βλάβη των συμφερόντων των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων, την τιμή της ζάχαρης σε όλα τα στάδια εμπορίας. Επιπλέον, μάλιστα, στην ανακοίνωση της 25ης Οκτωβρίου 1986 και στην αιτιολογία της επίμαχης αποφάσεως η Επιτροπή αναφέρεται σε μια απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1985, με την οποία αποφάσισε να μη θεωρήσει την αρχή του εθνικού καθορισμού της τιμής της ζάχαρης στην Ιταλία ως παράβαση του κοινοτικού καθεστώτος τιμών.
Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν μπορεί τώρα να βάλλει κατά της καταβολής που αποφάσισε η CIP το 1984. Πράγματι, η απόφαση 39/1984 με την οποία η CIP μείωσε τις ανώτατες τιμές της ζάχαρης έπληξε βαρέως τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις. Η εν λόγω καταβολή ήταν απαραίτητη προς κάλυψη των απωλειών τις οποίες υπέστησαν οι έμποροι. Επομένως, αυτό που η Επιτροπή θεωρεί κρατική ενίσχυση απαγορευόμενη από τη Συνθήκη είναι στην πραγματικότητα η από τις ιταλικές αρχές καταβαλλομένη αποζημίωση για τη ζημία που υπέστησαν οι ενδιαφερόμενοι λόγω της εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως περί καθορισμού ανωτάτων τιμών. Αφού παρέλειψε να ζητήσει να αναγνωρισθεί ότι η ρύθμιση αυτή είναι ασυμβίβαστη προς το κοινοτικό δίκαιο, η Επιτροπή δεν μπορεί βασίμως να θεωρήσει την καταβολή των ποσών, η οποία έχει ως σκοπό την άρση των ζημιογόνων συνεπειών ενός παρανόμου μέτρου, ως ενίσχυση απαγορευόμενη από το κοινοτικό δίκαιο. Κατά συνέπεια, η προσβαλλομένη απόφαση είναι πλημμελής και πρέπει να ακυρωθεί.
Το αβάσιμο της απόψεως της Επιτροπής προκύπτει, ακόμα προφανέστερα, από το γεγονός ότι περί το 20 % των αποθεμάτων ζαχάρεως που υπήρχαν στις 29 Οκτωβρίου 1984 ήταν κοινοτικής προελεύσεως, πράγμα που δείχνει ότι η καταβολή την οποία αποφάσισε η CIP δεν έγινε με σκοπό προστατευτικό, για να ευνοήσει δηλαδή το ιταλικό προϊόν εις βάρος του προϊόντος των άλλων κρατών μελών.
Οι προσφεύγουσες προσθέτουν ότι η Επιτροπή, κατά την υποστήριξη του ιταλικού συστήματος καθορισμού των τιμών της ζάχαρης, συγχέει τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τις τιμές χονδρικής πωλήσεως προς τη νομολογία σχετικά με τις τιμές πωλήσεως στους καταναλωτές. Εν προκειμένω, πρόκειται για τον καθορισμό των τιμών χονδρικής πωλήσεως, στο στάδιο δε αυτό τα κράτη μέλη δεν έχουν καμία αρμοδιότητα, καθόσον μόνη η Επιτροπή μπορεί να καθορίζει τις τιμές των γεωργικών προϊόντων ( απόφαση της 1ης Ιουλίου 1987, Antonini, 216/86, Συλλογή 1987, σ. 2919). Επομένως, η ιταλική κανονιστική ρύθμιση, η οποία προβλέπει συστηματικά όρια τιμών σε όλα τα επίπεδα της εμπορίας, είναι απολύτως ασυμβίβαστη προς το κοινοτικό δίκαιο. Τέλος, η Επιτροπή δεν μπορεί να αντλήσει επιχείρημα από την απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1976, Tasca (65/75, Rec. 1976, σ. 291 ), λαμβανομένης υπόψη της παγίας νομολογίας του Δικαστηρίου την οποία παραθέτουν οι προσφεύγουσες.
2.
Η Επιτροπή θεωρεί νομικώς εσφαλμένη την άποψη των προσφευγουσών, οι οποίες δεν αμφισβητούν την ύπαρξη ενισχύσεως καθ' εαυτήν, αλλά υποστηρίζουν ότι η καταβολή για την οποία πρόκειται έχει ως προορισμό την κάλυψη των απωλειών που προκάλεσε η εφαρμογή εθνικού συστήματος τιμών, η οποία είναι αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο, και προσάπτουν στην Επιτροπή ότι δεν κίνησε διαδικασία λόγω παραβάσεως κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας.
Η Επιτροπή υποστηρίζει, καταρχάς, ότι η ιταλική κανονιστική ρύθμιση περί καθορισμού τιμών ζαχάρεως δεν είναι ασυμβίβαστη προς το κοινοτικό δίκαιο. Ειδικότερα, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ένα εθνικό σύστημα καθορισμού τιμών για τα στάδια του χονδρικού και/ή του λιανικού εμπορίου, αντίθετα προς την περίπτωση καθορισμού τιμών για το στάδιο της παραγωγής, δεν είναι καθ' εαυτό ασυμβίβαστο προς το κοινοτικό δίκαιο, ακόμα και στους τομείς της γεωργίας οι οποίοι διέπονται από κανονισμούς που καθιερώνουν κοινή οργάνωση της αγοράς των οικείων προϊόντων, εκτός αν μπορεί να αποδειχθεί ότι το εν λόγω εθνικό σύστημα μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τους σκοπούς και τη λειτουργία της κοινής οργανώσεως, ιδίως δε του συστήματος τιμών που καθιερώνει η κοινή οργάνωση ( προαναφερθείσα απόφαση Tasca ). Προς στήριξη της απόψεως των προσφευγουσών δεν μπορεί να γίνει επίκληση της προαναφερθείσης αποφάσεως Kef er η απόφαση αυτή, αντίθετα, αποτελεί επιβεβαίωση της νομολογίας του Δικαστηρίου, κατά την οποία τα κράτη μέλη δεν μπορούν πλέον να παρεμβαίνουν, θεσπίζοντας εθνικές διατάξεις, στον μηχανισμό σχηματισμού των τιμών, όπως αυτός καθορίζεται από την κοινή οργάνωση, ενώ μια κοινοτική κανονιστική ρύθμιση που καθιερώνει σύστημα τιμών εφαρμοζόμενο κατά το στάδιο της παραγωγής και του χονδρικού εμπορίου αφήνει τα κράτη μέλη ελεύθερα — υπό την επιφύλαξη των λοιπών διατάξεων της Συνθήκης — να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα σχετικά με τον σχηματισμό των τιμών κατά το στάδιο του λιανικού εμπορίου και της καταναλώσεως, υπό τον όρο ότι τα μέτρα αυτά δεν θέτουν σε κίνδυνο τους σκοπούς ή τη λειτουργία της κοινής οργανώσεως αγοράς.
Όσον αφορά την υπό των προσφευγουσών προσβαλλομένη απόφαση, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η νομιμότητά της προκύπτει από την αιτιολογία της. Από το σημείο IV. 1 της αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι το καθοριστικό στοιχείο της αιτιολογίας της έγκειται στο ότι η καταβολή αποτελεί ενίσχυση ικανή να προκαλέσει νόθευση του ανταγωνισμού στο ενδοκοικονοτικό εμπόριο. Ειδικότερα, η ενίσχυση χορηγήθηκε στους ιταλούς εμπόρους οι οποίοι διέθεταν αποθέματα ζαχάρεως στις 29 Οκτωβρίου 1984, ενώ οι ανταγωνιστές τους στα άλλα κράτη μέλη δεν μπορούσαν να επωφεληθούν της ενισχύσεως' επομένως, το εν λόγω μέτρο έχει ως συνέπεια την προς τους ιταλούς εμπόρους ζαχάρεως παροχή πλεονεκτήματος σε σχέση με τους εμπόρους των άλλων κρατών μελών. Επιπλέον, το εν λόγω μέτρο επηρεάζει και το εμπόριο ζαχάρεως μεταξύ της Ιταλίας και των άλλων κρατών μελών, οι οποίοι θα μπορούσαν να εξάγουν προς τη χώρα αυτή. Κατά συνέπεια, η καταβολή που αποφασίστηκε το 1984 αποτελεί ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, όπως εκθέτει δε η Επιτροπή στο σημείο IV.2 της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν μπορεί εν προκειμένω να εφαρμοσθεί καμία από τις εξαιρέσεις των παραγράφων 2 και 3 του εν λόγω άρθρου 92.
Οι προσφεύγουσες δεν προέβαλαν κανένα επιχείρημα ικανό να ανατρέψει τη συλλογιστική αυτή της Επιτροπής. Υποστήριξαν απλώς ότι το ιταλικό σύστημα καθορισμού τιμών ζαχάρεως αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο και ότι η εν λόγω καταβολή έχει ως σκοπό την άρση των συνεπειών της μειώσεως των ανωτάτων τιμών.
Όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό των προσφευγουσών, η Επιτροπή αναφέρει ότι, ακόμα και σε περίπτωση — πράγμα εντελώς απίθανο — που το Δικαστήριο θα θεωρούσε το ιταλικό σύστημα αντίθετο προς τις επιταγές του κοινοτικού δικαίου, μεταξύ του εν λόγω συστήματος και της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν υπάρχει επαρκής σύνδεσμος ώστε να δικαιολογείται η ακύρωση της αποφάσεως αυτής, καθόσον η απόφαση ουδόλως στηρίζεται στη θέση της Επιτροπής ότι το ιταλικό σύστημα δεν αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο. Πράγματι, η αιτιολογία της εν λόγω αποφάσεως περιορίζεται στην ενδεικτική αναφορά στην πρόθεση της Επιτροπής να μην κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 169 κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας, η μνεία δε αυτή ουδόλως αποτελεί συστατικό στοιχείο, νομικώς διαφέρον, της πραγματικής αιτιολογίας επί της οποίας στηρίζεται η απόφαση.
Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό των προσφευγουσών, το αποφασιστικό στοιχείο της αιτιολογίας της επίμαχης αποφάσεως είναι το ότι η καταβολή συνιστούσε ενίσχυση ικανή να νοθεύσει τον ανταγωνισμό είναι αδιάφορο αν η από τις ιταλικές αρχές αποφασισθείσα καταβολή αποσκοπούσε στην άμβλυνση των συνεπειών των ιταλικών μέτρων περί καθορισμού των τιμών της ζάχαρης. Επιπλέον, αν δεν είχε χορηγηθεί η εν λόγω ενίσχυση, το μέτρο CIP αριθ. 39/1984 θα είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση των περιθωρίων κέρδους εν αναφορά προς τα αποθέματα που διέθεταν οι ιταλοί έμποροι, χωρίς, ως εκ τούτου, να προκαλέσει απώλεια σε απόλυτους αριθμούς. Κατά συνέπεια, η ύπαρξη, απλώς και μόνον, του ιταλικού συστήματος ελέγχου των τιμών της ζάχαρης δεν έχει καμία σχέση με τον χαρακτηρισμό των καταβολών για τις οποίες πρόκειται ως « ενισχύσεων » κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, οπότε και το ζήτημα της νομιμότητας του εν λόγω συστήματος εν αναφορά προς το κοινοτικό δίκαιο, ιδίως δε προς τους κανόνες που διέπουν τις κοινές οργανώσεις αγοράς στον οικείο τομέα, είναι και αυτό απολύτως άνευ σημασίας. Πράγματι, ακόμα και αν είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το ιταλικό σύστημα τιμών ζαχάρεως είναι ασυμβίβαστο προς το κοινοτικό δίκαιο και είχε κινήσει κατά του ιταλικού κράτους τη διαδικασία του άρθρου 169, η Επιτροπή θα είχε, εν πάση περιπτώσει, προβεί νομίμως στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αναφορά των προσφευγουσών στο άρθρο 40, παράγραφος 3, είναι εντελώς άστοχη. Πράγματι, η προβαλλόμενη διάκριση δεν γινόταν μεταξύ παραγωγών ή κατηγοριών παραγωγών, αλλά μεταξύ εμπόρων οι οποίοι διέθεταν, στην Ιταλία, στις 30 Οκτωβρίου 1984, αποθέματα ζαχάρεως και εμπόρων οι οποίοι δεν διέθεταν τέτοια αποθέματα. Επομένως, δεν χωρεί εν προκειμένω εφαρμογή του άρθρου 40, παράγραφος 3.
F. Α. Schockweiler
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( έκτο τμήμα )
της 22ας Μαρτίου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-347/87,
Triveneta Zuccheri SpA, με έδρα τη Βερόνα,
Consorzio Maxi, με έδρα το Laives,
Uniuonzuccheri SRL, με έδρα το Albizzate,
Rader GEC SNC, με έδρα την Altavilla Vicentina,
Riseria Toscana di Italo Meneghetti,
Avez SpA, με έδρα το Μιλάνο,
Seda SpA, με έδρα τη Modena,
Liguralcool SAS, με έδρα τη Γένουα,
εκπροσωπούμενες από τους Giovanni Maria Ubertazzi και Fausto Capelli, δικηγόρους Μιλάνου, και τον Louis Schütz, δικηγόρο Λουξεμβούργου, τον οποίο διόρισαν και αντίκλητο, 83, boulevard Grande-Duchesse-Charlotte,
προσφεύγουσες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τον νομικό της σύμβουλο Thomas F. Cusack και από τον Enrico Traversa, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως 87/533/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 8ης Απριλίου 1987, σχετικά με ενίσχυση της ιταλικής κυβέρνησης στους ιταλούς εμπόρους ζαχάρεως (ΕΕ L 313, σ. 24),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( έκτο τμήμα ),
συγκείμενο από τους Κ. Ν. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, F. Α. Schockweiler, Τ. Κοορmans, G. F. Mancini και T. F. O'Higgins, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: ο πρώτος γενικός εισαγγελέας W. Van Gerven
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 22ας Νοεμβρίου 1989,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 11ης Ιανουαρίου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Νοεμβρίου 1987, η εταιρία Triveneta zuccheri SpA, με έδρα τη Βερόνα ( Ιταλία), καθώς και άλλες επτά ιταλικές εταιρίες εμπορίας ζαχάρεως (στο εξής: προσφεύγουσες εταιρίες), ζήτησαν, βάσει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, την ακύρωση της αποφάσεως 87/533/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 8ης Απριλίου 1987, σχετικά με ενίσχυση της ιταλικής κυβέρνησης στους ιταλούς εμπόρους ζαχάρεως ( ΕΕ L 313, σ. 24 ).
2
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία απηύθυνε προς την Ιταλική Δημοκρατία, η Επιτροπή θεώρησε ότι η προς τους ιταλούς εμπόρους ζαχάρεως καταβολή ποσού 37,12 λιρών Ιταλίας ( LIT) ανά χιλιόγραμμο για τα αποθέματα λευκής ζαχάρεως που υπήρχαν στις 29 Οκτωβρίου 1984 αποτελούσε κρατική ενίσχυση ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης ΕΟΚ και επομένως δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί.
3
Η καταβολή αυτή, που προβλέπεται από την απόφαση της 11ης Οκτωβρίου 1984 του Comitato interministeriale per la programmazione economica ( διυπουργικής επιτροπής οικονομικού προγραμματισμού), καθώς και από τα μέτρα 39/1984 της 24ης Οκτωβρίου 1984 και 41/1984 της 16ης Νοεμβρίου 1984 του Comitato interministeriale dei prezzi ( διυπουργικής επιτροπής τιμών ), αποφασίστηκε υπέρ των ιταλών εμπόρων ζαχάρεως προκειμένου να αντισταθμιστεί η μείωση του περιθωρίου κέρδους τους, η οποία προκλήθηκε από μείωση της ανωτάτης τιμής πωλήσεως της ζαχάρεως κατά 40,09 LIT ανά χιλιόγραμμο σε σχέση με την τιμή που ίσχυε πριν, μείωση την οποία προέβλεπε το μέτρο 39/1984 και η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 30 Οκτωβρίου 1984.
4
Η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής, βάσει του άρθρου 91, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου, και ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της ενστάσεως αυτής χωρίς να εισέλθει στην ουσία.
5
Προς στήριμη αυτής της ενστάσεως απαραδέκτου, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, προσβάλλοντας την επίμαχη απόφαση, οι προσφεύγουσες εταιρίες στρέφονται, στην πραγματικότητα, κατά παραλείψεως της Επιτροπής, λόγω του ότι η τελευταία, κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου, παρέλειψε να ασκήσει προσφυγή λόγω παραβάσεως κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας ζητώντας από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι τα ιταλικό σύστημα καθορισμού ανωτάτων τιμών πωλήσεως της ζαχάρεως είναι ασυμβίβαστο προς το κοινοτικό δίκαιο.
6
Οι προσφεύγουσες εταιρίες ζητούν από το Δικαστήριο να απορρίψει την προβαλλόμενη ένσταση. Προς τούτο, υποστηρίζουν ότι υπάρχει άρρηκτος σύνδεσμος μεταξύ της προσβαλλομένης αποφάσεως και του ιταλικού συστήματος τιμών ζαχάρεως, οπότε είναι αδύνατο να αμφισβητηθεί η νομιμότητα της εκδοθείσας απόφασης χωρίς να τεθεί και το ζήτημα αν συμβιβάζεται προς το κοινοτικό δίκαιο το ιταλικό σύστημα καθορισμού ανωτάτων τιμών ζαχάρεως.
7
Στις 23 Νοεμβρίου 1988, το Δικαστήριο αποφάσισε να συνεξετάσει το παραδεκτό με την ουσία της υποθέσεως.
8
Επί της ουσίας, οι προσφεύγουσες εταιρίες, αποδέκτες της καταβολής των ποσών την οποία προβλέπει η ιταλική κανονιστική ρύθμιση, αμφισβητούν την ορθότητα του χαρακτηρισμού του εν λόγω μέτρου ως ενισχύσεως ασυμβίβαστης προς την κοινή αγορά, υποστηρίζοντας, καταρχάς, ότι το μέτρο αυτό συνιστούσε απλώς και μόνον αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν οι ιταλοί έμποροι ζαχάρεως λόγω της εφαρμογής εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως περί καθορισμού τιμών η οποία είναι αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο. Εν συνεχεία, οι προσφεύγουσες εταιρίες ισχυρίζονται ότι η αποφασισθείσα καταβολή ήταν απαραίτητη προκειμένου να αποφευχθεί η — απαγορευόμενη από το άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ — διάκριση μεταξύ των εμπόρων οι οποίοι στις 29 Οκτωβρίου 1984 είχαν αποθέματα ζαχάρεως και των εμπόρων που δεν βρίσκονταν σ' αυτή την κατάσταση.
9
Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, εν πάση περιπτώσει, η προσφυγή είναι αβάσιμη.'Οσον αφορά τον πρώτο από τους λόγους ακυρώσεως που προβάλλουν οι προσφεύγουσες εταιρίες, υποστηρίζει, κατ' ουσίαν, ότι η νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία προκύπτει από την ίδια την αιτιολογία της, και η προβαλλόμενη αντίθεση της ιταλικής κανονιστικής ρυθμίσεως περί καθορισμού ανωτάτων τιμών για τη ζάχαρη προς το κοινοτικό δίκαιο είναι δύο προβλήματα εντελώς ανεξάρτητα μεταξύ τους. 'Οσον αφορά τον δεύτερο από τους λόγους που προβάλλουν οι προσφεύγουσες εταιρίες, ο οποίος αναφέρεται στην παράβαση του άρθρου 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, καθόσον η υποτιθέμενη διάκριση δεν γίνεται μεταξύ παραγωγών της Κοινότητας.
10
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς το ιστορικό της διαφοράς και η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
11
Χωρίς να εξεταστούν οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων, πρέπει να παρατηρηθεί ευθύς εξαρχής ότι οι δύο λόγοι ακυρώσεως, τους οποίους οι προσφεύγουσες εταιρίες προβάλλουν με το δικόγραφο της προσφυγής τους και ανέπτυξαν κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, εκκινούν από την υπόθεση ότι η ιταλική κανονιστική ρύθμιση περί καθορισμού τιμών για τη ζάχαρη είναι ασυμβίβαστη προς το κοινοτικό δίκαιο.
12
Πράγματι, με τον πρώτο λόγο οι προσφεύγουσες εταιρίες ισχυρίζονται ότι εθνική κανονιστική ρύθμιση περί τιμών, η οποία εφαρμόζεται σε όλα τα στάδια παραγωγής και εμπορίας ενός προϊόντος που εμπίπτει σε κοινή οργάνωση των αγορών, πρέπει, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου ( βλέπε παραδείγματος χάρη, απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 1975, Galli, 31/74, Race. 1975, σ. 47 ), να θεωρείται ασυμβίβαστη προς την κοινή αυτή οργάνωση, δεδομένου ότι η κοινή οργάνωση παρέχει αποκλειστική αρμοδιότητα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή ως προς τους τομείς τους οποίους καλύπτει. Κατά τις προσφεύγουσες εταιρίες, αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν — όπως εν προκειμένω — η κοινή οργάνωση, η οποία έχει θεσπιστεί με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1785/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζαχάρεως ( ΕΕ L 177, σ. 4 ), στηρίζεται σε κοινό σύστημα τιμών που εμποδίζει τα κράτη μέλη να παρεμβαίνουν, με εθνικές διατάξεις θεσπιζόμενες μονομερώς, στον μηχανισμό σχηματισμού των τιμών όπως αυτός προκύπτει από την κοινή οργάνωση. Στο πλαίσιο αυτού του λόγου, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν, ακόμα, ότι η ιταλική κανονιστική ρύθμιση περί καθορισμού τιμών για τη ζάχαρη αντίκειται στο άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, δεδομένου ότι μπορεί να εμποδίσει την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.
13
Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως των προσφευγουσών εταιριών, ο οποίος αναφέρεται στο άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, προβάλλεται ότι η καταβολή των ποσών την οποία αποφάσισαν οι ιταλικές αρχές ήταν απαραίτητη προκειμένου να καταργηθεί μια διάκριση που καθιερώθηκε εις βάρος των ιταλών εμπόρων κατόπιν αντίθετης προς το κοινοτικό δίκαιο παρέμβασης των εθνικών αρχών.
14
Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, οι προσφεύγουσες εταιρίες ανέφεραν, ακόμα, ότι το εν λόγω ιταλικό μέτρο πρέπει να θεωρηθεί ως καταβολή ποσού το οποίο οι ιταλοί έμποροι ζαχάρεως απώλεσαν εξαιτίας εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως αντίθετης προς το κοινοτικό δίκαιο, επικαλέστηκαν δε την απόφαση της 10ης Ιουλίου 1980, Ariete, σκέψη 15 (811/79, Race. 1980, σ. 2545), για να υποστηρίξουν ότι το μέτρο αυτό δεν μπορεί, κατά συνέπεια, να χαρακτηριστεί ως ενίσχυση ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά. Τη συλλογιστική τους στήριξαν, ιδίως, στο αξίωμα « nemini licet venire contra factum proprium », υποστηρίζοντας ότι η Επιτροπή, η οποία παρέλειψε να ζητήσει από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η ιταλική κανονιστική ρύθμιση περί ανωτάτων τιμών για τη ζάχαρη ήταν ασυμβίβαστη προς το κοινοτικό δίκαιο, δεν έχει δικαίωμα να εμποδίσει την καταβολή των ποσών την οποία αποφάσισαν οι ιταλικές αρχές.
15
Υπ' αυτές τις συνθήκες, διαπιστώνεται ότι, προκειμένου να κρίνει επί του βασίμου των λόγων ακυρώσεων τους οποίους προβάλλουν οι προσφεύγουσες εταιρίες, το Δικαστήριο πρέπει, κατ' ανάγκη, να αποφανθεί επί του ζητήματος αν συμβιβάζεται προς το κοινοτικό δίκαιο η ιταλική κανονιστική ρύθμιση περί καθορισμού ανωτάτων τιμών ζαχάρεως.
16
Κατά πάγια νομολογία, όμως, εκτός της περιπτώσεως της προσφυγής με την οποία ζητείται η αναγνώριση υπάρξεως παραβάσεως, δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να αποφαίνεται περί της συμφωνίας εθνικής διατάξεως προς το κοινοτικό δίκαιο. Η αρμοδιότητα αυτή ανήκει στα εθνικά δικαστήρια, που την ασκούν αφού, ενδεχομένως, το Δικαστήριο τους παράσχει, κατόπιν υποβολής προδικαστικού ερωτήματος, τις αναγκαίες διευκρινίσεις σχετικά με το περιεχόμενο και την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου.
17
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί — χωρίς προηγουμένως να κρίνει, στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως στρεφομένης κατ' αποφάσεως της Επιτροπής, αν το ιταλικό σύστημα καθορισμού τιμών ζαχάρεως συμβιβάζεται προς το κοινοτικό δίκαιο — να αποφανθεί επί των λόγων τους οποίους προβάλλουν οι προσφεύγουσες εταιρίες αμφισβητώντας την ορθότητα του χαρακτηρισμού του εν λόγω ιταλικού μέτρου ως ενισχύσεως και οι οποίοι στηρίζονται στην προβαλλόμενη αντίθεση της κανονιστικής ρυθμίσεως περί ανωτάτων τιμών ζαχάρεως στην Ιταλία προς το κοινοτικό δίκαιο.
18
Δεδομένου ότι οι προσφεύγουσες εταιρίες δεν προέβαλαν κανέναν άλλο λόγο προς απόδειξη του παρανόμου χαρακτήρα της προσβαλλομένης αποφάσεως, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Επί των δικαστικών εξόδων
19
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι οι προσφεύγουσες εταιρίες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( έκτο τμήμα )
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2)
Καταδικάζει τις προσφεύγουσες εις ολόκληρον στα δικαστικά έξοδα.
Κακούρης
Schockweiler
Koopmans
Mancini
O'Higgins
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 22 Μαρτίου 1990.
Ο γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο πρόεδρος του έκτου τμήματος
Κ. Ν. Κακούρης
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy