ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-3 54/87 ( *1 )
Ι — Νομικό πλαίσιο
1. Η κοινοτική οασμοΑογική ποσόστωση
Κάθε χρόνο η Κοινότητα, στο πλαίσιο των υποχρεώσεων που υπέχει από τη Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου (στο εξής: ΓΣΔΕ ), ανοίγει κοινοτική δασμολογική ποσόστωση για τα κρέατα βοοειδών υψηλής ποιότητας, νωπά, διατηρημένα με απλή ψύξη ή κατεψυγμένα.
Για το 1987 αυτό έγινε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3928/86 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1986, σχετικά με το άνοιγμα κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως για τα κρέατα βοοειδών υψηλής ποιότητας, νωπά, διατηρημένα με απλή ψύξη ή κατεψυγμένα των διακρίσεων 02.01 Α II α και 02.01 Α II β του κοινού δασμολογίου ( 1987 ) ( ΕΕ L 365, σ. 2 ). Κατά το άρθρο 1 του εν λόγω κανονισμού, ο συνολικός όγκος της ποσοστώσεως ανερχόταν σε 29800 τόνους. Ο εφαρμοζόμενος δασμός του κοινού δασμολογίου καθορίστηκε σε 20 0/0. Το άρθρο 2 του κανονισμού 3928/86 ορίζει ότι οι λεπτομέρειες εφαρμογής καθορίζονται σύμφωνα με τη λεγόμενη διαδικασία «της επιτροπής διαχειρίσεως», που προβλέπεται στο άρθρο 27 του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003 ).
Ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 3985/86 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1986 ( ΕΕ L 370, σ. 37 ), θέσπισε τις λεπτομέρειες εφαρμογής των συστημάτων εισαγωγής που προβλέπονται στον κανονισμό 3928/86 στον τομέα του βοείου κρέατος. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο δ, του κανονισμού 3985/86 ορίζει ότι:
« Η δασμολογική ποσόστωση των βοείων κρεάτων, νωπών, διατηρημένων δι' απλής ψύξεως ή κατεψυγμένων, που προβλέπεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3928/86 κατανέμεται ως ακολούθως:
α)
...
....
δ)
10000 τόνοι, σε βάρος του προϊόντος, κρεάτων, των διακρίσεων 02.01 Α II α και 02.01 Α II β του κοινού δασμολογίου, που ανταποκρίνονται στον ακόλουθο προσδιορισμό: ... »
Το άρθρο 7 του κανονισμού 3985/86 προβλέπει ότι:
« Η κατάθεση των αιτήσεων πιστοποιητικών και η έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής των κρεάτων που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο δ, λαμβάνουν χώρα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 12 και 15 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2377/80. »
2. Η ρύΟμισ?} σχετικά με τα ττωτοποιητικά ειααγωγής
Η παράδοση των πιστοποιητικών εισαγωγής διέπεται εν προκειμένω από τον κανονισμό 2377/80 της Επιτροπής, της 4ης Σεπτεμβρίου 1980, περί ειδικών λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος των πιστοποιητικών εισαγωγής και εξαγωγής στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/021, σ. 169).
Το άρθρο 12 του κανονισμού 2377/80, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3578/82 ( 1 ) της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1982 ( ΕΕ L 373, σ. 59 ), ορίζει ότι:
« 1.
Για να τύχει του ευεργετήματος του ειδικού καθεστώτος εισαγωγής που αναφέρεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο δ, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2972/79:
α)
η είτε οι αιτήσεις πιστοποιητικών, που έχουν κατατεθεί από τον ίδιο ενδιαφερόμενο, πρέπει να αναφέρονται σε συνολική ποσότητα που αντιστοιχεί κατ' ελάχιστο όριο σε πέντε τόνους κρέατος, κατά βάρος προϊόντος, για το καθεστώς και για τον μήνα κατά τη διάρκεια του οποίου έχουν κατατεθεί η είτε οι αιτήσεις πιστοποιητικών
... »
Το άρθρο 15 του κανονισμού 2377/80 διέπει την αίτηση και την έκδοση των πιστοποιητικών εισαγωγής. Το άρθρο 15, παράγραφος 6, στοιχείο δ, όπως προστέθηκε με τον προαναφερθέντα κανονισμό 3578/82 ( 2 ), έχει ως εξής:
«δ)
Η Επιτροπή αποφασίζει εντός ποίου μέτρου δύναται να δοθεί συνέχεια στις αιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 12. Εάν οι ποσότητες για τις οποίες έχουν ζητηθεί πιστοποιητικά υπερβαίνουν τις διαθέσιμες ποσότητες, η Επιτροπή καθορίζει ένα μοναδικό ποσοστό μειώσεως των αιτουμένων ποσοτήτων. Εάν η συνολική ποσότητα που αποτελεί αντικείμενο των αιτήσεων είναι κατώτερη από τη διαθέσιμη ποσότητα, η Επιτροπή καθορίζει την υπόλοιπη ποσότητα. »
3. Η χρησιμοποίηση της κοινοτικής οασμοΑογικής ποσοστώσεως
α) Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 519/87
Όσον αφορά τους 10000 τόνους βοείου κρέατος υψηλής ποιότητας για το έτος 1987 που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο δ, του κανονισμού 3985/86, οι αιτήσεις πιστοποιητικών εισαγωγής κατατέθηκαν σύμφωνα με τα άρθρα 12 και 15 του κανονισμού 2377/80. Οι κατατεθείσες αιτήσεις αφορούσαν συνολικές ποσότητες που υπερέβαιναν τις διαθέσιμες. Με τον κανονισμό 519/87 της Επιτροπής, της 20ής Φεβρουαρίου 1987, περί παραδόσεως πιστοποιητικών εισαγωγής για τα βόεια κρέατα υψηλής ποιότητας, νωπά, διατηρημένα με απλή ψύξη ή κατεψυγμένα ( ΕΕ L 52, σ. 12 ), η Επιτροπή έκανε χρήση της δυνατότητας που προβλέπεται στο άρθρο 15, παράγραφος 6, στοιχείο δ, του κανονισμού 2377/80, να μειώσει τις ζητηθείσες ποσότητες κατά ορισμένο ποσοστό.
Κατά το άρθρο 1 του κανονισμού 519/87:
«Κάθε αίτηση για πιστοποιητικό εισαγωγής που κατατίθεται για τον μήνα Φεβρουάριο του 1987 για τα βόεια κρέατα υψηλής ποιότητας, νωπά, διατηρημένα με απλή ψύξη ή κατεψυγμένα, τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο δ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3985/86 ικανοποιείται μέχρι 3,343ο/ο της ποσότητας που ζητήθηκε. »
Για εμπορικούς λόγους πολλά από τα ζητηθέντα πιστοποιητικά δεν χρησιμοποιήθηκαν.
β) Ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 2539/87
Νέα διαδικασία ανοίγματος ποσοστώσεως κινήθηκε με τον κανονισμό 2539/87 της Επιτροπής, της 24ης Αυγούστου 1987, που αφορά τις ποσότητες κρεάτων βοοειδών υψηλής ποιότητας που μπορούν να εισαχθούν από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά στα πλαίσια του καθεστώτος που προβλέπεται από τον κανονισμό 3928/86 ( ΕΕ L 241, σ. 6 ).
Το άρθρο 1 του κανονισμού 2539/87 προβλέπει ότι:
«Αιτήσεις πιστοποιητικών είναι δυνατόν να υποβληθούν σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2377/80 κατά τη διάρκεια των δέκα πρώτων ημερών του Σεπτεμβρίου 1987, για συνολική ποσότητα 4617 τόνων βοείου κρέατος προελεύσεως Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και Καναδά. »
γ) Ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 2806/87
Στη συνέχεια, η Επιτροπή θεώρησε ότι ήταν αναγκαίο να μειώσει κατά ορισμένο ποσοστό τις ποσότητες που εζητούντο στο πλαίσιο του κανονισμού 2539/87. Αυτό έγινε με τον κανονισμό 2806/87, της Επιτροπής, της 18ης Σεπτεμβρίου 1987, περί εκδόσεως πιστοποιητικών εισαγωγής για τα βόεια κρέατα εκλεκτής ποιότητας, νωπά, διατηρημένα με απλή ψύξη ή κατεψυγμένα ( ΕΕ L 268, σ. 59 ). Το άρθρο 1, του κανονισμού 2806/87 ορίζει ότι:
« Κάθε αίτηση για πιστοποιητικό εισαγωγής που κατατίθεται για τον μήνα Σεπτέμβριο του 1987 για τα βόεια κρέατα υψηλής ποιότητας, νωπά, διατηρημένα με απλή ψύξη ή κατεψυγμένα, τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 1_, παράγραφος 1, στοιχείο δ, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 3985/86, ικανοποιείται μέχρι 0,2425 ο/ο της ποσότητας που ζητήθηκε.
Στην περίπτωση που η αίτηση ξεπερνά την ποσότητα των 4617 τόνων που είναι διαθέσιμη κατά τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2539/87, λαμβάνεται υπόψη εντός των ορίων αυτής της ποσότητας. »
Π — Πραγματικά περιστατικά
Η εταιρία Weddel & Co. BV ( στο εξής: προσφεύγουσα ) είναι εμπορική εταιρία της οποίας η δραστηριότητα συνίσταται στην εισαγωγή και εξαγωγή κρέατος και άλλων προϊόντων διατροφής. Διαθέτει στις Κάτω Χώρες αριθμό θυγατρικών που παρασκευάζουν και μεταποιούν τα προϊόντα αυτά.
Στις 9 Σεπτεμβρίου 1987 η προσφεύγουσα κατέθεσε αίτηση πιστοποιητικού για 80000 τόνους και στις 10 Σεπτεμβρίου αίτηση για 240000 τόνους. Λόγω της εφαρμογής του κανόνα του ανωτάτου ορίου κατά το άρθρο 1, δεύτερο εδάφιο, του επίδικου κανονισμού 2806/87, η προσφεύγουσα έλαβε πιστοποιητικό μόνο για το 0,2425% των 4617 τόνων, που ήταν η διαθέσιμη ποσότητα της ποσοστώσεως βοείου κρέατος υψηλής ποιότητας, δηλαδή για 11,196 τόνους.
Το ζήτημα αν στο πλαίσιο του κανονισμού 2539/87 ένας επιχειρηματίας μπορεί να ζητήσει πιστοποιητικά για ποσότητα μεγαλύτερη από τη διαθέσιμη (4617 τόνους) τέθηκε για πρώτη φορά από το Ηνωμένο Βασίλειο κατά τη συνεδρίαση της επιτροπής διαχειρίσεως της 11ης Σεπτεμβρίου 1987. Κατά το συνοπτικό πρακτικό αυτής της συνεδριάσεως, « οι υπηρεσίες της Επιτροπής απάντησαν ότι από το γράμμα του άρθρου 12 του κανονισμού 2377/80 δεν προκύπτει ανώτατη ποσότητα. Το ζήτημα είναι ωστόσο αμφισβητούμενο και χρήζει περαιτέρω εξετάσεως ».
Στις 11 Σεπτεμβρίου 1987 η « Produktschap voor Vee en Vlees » ( στο εξής: Produktschap ), εκτελεστικό όργανο των Κάτω Χωρών για την κατάθεση των αιτήσεων πιστοποιητικών και την έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής, ανακοίνωσε στην Επιτροπή με τηλετύπημα το συνολικό ύψος των αιτήσεων που κατατέθηκαν στις Κάτω Χώρες ( 1033970 τόνοι ). Με τηλετύπημα της 15ης Σεπτεμβρίου 1987 η Επιτροπή απάντησε ότι οι αιτήσεις πιστοποιητικών πρέπει να αφορούν συνολική ποσότητα αντίστοιχη κατ' ελάχιστο όριο προς 5 τόνους κρέατος, μη υπερβαίνουσα όμως τη συνολική ποσότητα που είναι διαθέσιμη κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως. Η Επιτροπή προσέθεσε ότι, « μολονότι δεν υφίσταται πλέον ειδικό ανώτατο όριο στο πλαίσιο του συστήματος αυτού από το 1982, από τα προκείμενα πραγματικά περιστατικά, καθώς και από το γράμμα του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2539/87, προκύπτει ότι οι αιτήσεις πιστοποιητικών δεν μπορούν, σε καμιά περίπτωση, να υπερβαίνουν την ποσότητα των 4617 τόνων που είναι διαθέσιμοι κατά την έναρξη του τρέχοντος μηνός ».
Η Produktschap απάντησε αμφισβητώντας την ερμηνεία που έδωσε η Επιτροπή στον κανονισμό 2539/87. Ισχυρίζεται ότι η άποψη της Επιτροπής ήταν αντίθετη προς ορισμένες προγενέστερες αποφάσεις, ιδίως αυτή της επιτροπής διαχειρίσεως της 11ης Σεπτεμβρίου 1987. Η Produktschap δήλωσε ότι ορισμένες επιχειρήσεις, στηριζόμενες στην άποψη αυτή της επιτροπής διαχειρίσεως, κατέθεσαν αιτήσεις πιστοποιητικών στις Κάτω Χώρες. Η τροποποιημένη ερμηνεία που υιοθετήθηκε από την Επιτροπή προξενούσε σοβαρά προβλήματα στις οικείες επιχειρήσεις των Κάτω Χωρών. Μολονότι η Produktschap αμφισβητούσε την ακρίβεια της απόψεως της Επιτροπής, ζητούσε να χορηγηθεί στις ολλανδικές επιχειρήσεις, σύμφωνα με τη χρονικώς κρίσιμη ερμηνεία της Επιτροπής, η δυνατότητα να καταθέσουν αιτήσεις πιστοποιητικών για τις ποσότητες για τις οποίες υποβλήθηκαν αιτήσεις και συστήθηκαν εγγυήσεις μετά τις 10 Σεπτεμβρίου 1987.
Η Επιτροπή δεν έδωσε συνέχεια σ' αυτή την πρόταση και, με τον επίδικο κανονισμό 2806/87, θέσπισε ανώτατο όριο για τις αιτήσεις, μειώνοντας έτσι αναλογικά τις ζητούμενες ποσότητες.
III — Διαδικασία
Με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 24 Νοεμβρίου 1987, η προσφεύγουσα άσκησε την παρούσα προσφυγή. Η προσφυγή βάλλει ιδίως κατά του καθορισμού ανώτατης ποσότητας για ης αιτήσεις πιστοποιητικών εισαγωγής, η οποία ασκεί, εξάλλου, επιρροή στο ποσοστό που καθορίστηκε από την Επιτροπή.
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 30 Μαρτίου 1988 η Κυβέρνηση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών ζήτησε να παρέμβει στην παρούσα υπόθεση προς στήριξη των αιτημάτων της προσφεύγουσας.
Με Διάταξη της 27ης Απριλίου 1988 το Δικαστήριο επέτρεψε στην κυβέρνηση αυτή να παρέμβει.
Με απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1989 το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Με απόφαση της ίδιας ημερομηνίας, το Δικαστήριο αποφάσισε επίσης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας, να αναθέσει την υπόθεση στο δεύτερο τμήμα.
IV — Ερωτήβεις κρος τους διαδίκους
Κατά το άρθρο 21, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ, το Δικαστήριο αποφάσισε να θέσει στους διαδίκους τις εξής ερωτήσεις.
Ζήτησε από την Ολλανδική Κυβέρνηση να προσκομίσει ολόκληρο το κείμενο του τηλετυπήματος της 30ής Σεπτεμβρίου 1987 που η κυβέρνηση αυτή είχε απευθύνει στην Επιτροπή.
Με έγγραφο της 12ης Δεκεμβρίου 1989 η Ολλανδική Κυβέρνηση προσκόμισε το κείμενο του τηλετυπήματος της 30ής Σεπτεμβρίου 1987 που ζητήθηκε από το Δικαστήριο. Από το κείμενο αυτό προκύπτει ιδίως ότι η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι η μέθοδος μειώσεως που ακολουθήθηκε εν προκειμένω από την Επιτροπή δεν ήταν σύμφωνη προς την άποψη που είχε υιοθετηθεί προηγουμένως από τις υπηρεσίες της Επιτροπής ως προς τις λεπτομέρειες σχετικά με τις αιτήσεις πιστοποιητικών εισαγωγής για το βόειο κρέας υψηλής ποιότητας, άποψη που επιβεβαιώθηκε από την επιτροπή διαχειρίσεως στις 11 Σεπτεμβρίου 1987.
Το Δικαστήριο ζήτησε από τη Weddel BV και από την Επιτροπή:
« να της γνωστοποιήσουν τα μέτρα και, ενδεχομένως, τις απόψεις ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή τους στον τομέα άλλων οργανώσεων αγοράς, σχετικά με την υπέρβαση των διαθεσίμων ποσοστώσεων κατά την υποβολή αιτήσεως πιστοποιητικού ».
Η απάντηση της Επιτροπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 12 Ιανουαρίου 1990.
Η Επιτροπή εξηγεί ότι, όταν καθορίζεται ποσόστωση για την εισαγωγή προϊόντος και το σύνολο των ζητουμένων ποσοτήτων υπερβαίνει τον όγκο της ποσοστώσεως αυτής, εφαρμόζεται συνήθως η τεχνική του ενιαίου ποσοστού. Το ποσοστό αυτό προκύπτει από τη διαίρεση του συνόλου των ζητουμένων ποσοτήτων με τη διαθέσιμη ποσότητα. Στη συνέχεια εφαρμόζεται στις ατομικές αιτήσεις πιστοποιητικών. Η τεχνική αυτή προβλέπεται στους διαφόρους κανονισμούς ως προς την αίτηση και έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής και εξαγωγής, όπως εφαρμόζονται στο πλαίσιο των κοινών οργανώσεων αγοράς.
Η Επιτροπή προσθέτει ότι, σύμφωνα με όσα μπόρεσε να ελέγξει, ποτέ στο παρελθόν δεν θεσπίστηκε διάταξη όπως το άρθρο 1 του κανονισμού 2806/87, για το οποίο χρειάστηκε να διευκρινιστεί ότι οι ατομικές αιτήσεις δεν πρέπει να υπερβαίνουν τη διαθέσιμη ποσότητα.
Η αρχή αυτή επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η νομοθεσία προβλέπει ρητά τις περιπτώσεις στις οποίες οι ατομικές αιτήσεις περιορίζονται σε ποσότητα κατώτερη της διαθέσιμης. Έτσι, για παράδειγμα, ο κανονισμός 2377/80 προβλέπει, στα άρθρα 10 και 11, ότι οι αιτήσεις δεν πρέπει να αφορούν περισσότερο από 10 ο/ο της διαθέσιμης ποσότητας. Ανάλογες διατάξεις απαντούν σε άλλους τομείς.
Η απάντηση της προσφεύγουσας πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου, στις 15 Ιανουαρίου 1990.
Στην απάντηση της η προοφεΰγουσα εξετάζει ορισμένα παραδείγματα διαφόρων ειδών ποσοστώσεων. Αναφέρει έτσι τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3719/88 της Επιτροπής, της 16ης Νοεμβρίου 1988, για την προσωρινή αναστολή των αυτόνομων δασμών του κοινού δασμολογίου για έναν ορισμένο αριθμό βιομηχανικών προϊόντων ( ΕΕ L 331, σ. 1 ) που δεν περιέχει γενική διάταξη για την υπέρβαση, στις αιτήσεις πιστοποιητικών, της διαθέσιμης ποσοστώσεως, του οποίου όμως το άρθρο 44, παράγραφος 3, προβλέπει ανώτατο όριο για ορισμένα πιστοποιητικά εξαγωγής που περιλαμβάνουν καθορισμό εκ των προτέρων της επιστροφής κατά την εξαγωγή. Κατά τη διάταξη αυτή «η ποσότητα για την οποία ζητούνται το ή τα πιστοποιητικά δεν μπορεί να υπερβαίνει την ποσότητα που αναφέρεται στην προκήρυξη του διαγωνισμού ».
Οι κανονισμοί (ΕΟΚ) 4258/88 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1988 (ΕΕ L 375, σ. 47), και (ΕΟΚ) 3898/89 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1989 (ΕΕ L 383, σ. 90), περί εφαρμογής των γενικών δασμολογικών πρσοστώσεων κατά τα έτη 1989 και 1990, αντίστοιχα, για ορισμένα γεωργικά προϊόντα καταγωγής αναπτυσσομένων χωρών, καθορίζουν τις ποσοστώσεις των διαφόρων γεωργικών προϊόντων καταγωγής αναπτυσσομένων χωρών που μπορούν να εισαχθούν στην ΕΟΚ υπό ευνοϊκό δασμολογικό καθεστώς. Οι κανονισμοί αυτοί δεν περιέχουν διατάξεις για τις αιτήσεις που υπερβαίνουν τη διαθέσιμη ποσόστωση, εκτός από την περίπτωση εξαντλήσεως της ποσοστώσεως. Οι αιτήσεις λαμβάνονται υπόψη κατά σειρά προτεραιότητας βάσει του χρόνου παραλαβής τους. Η χορήγηση μπορεί να γίνεται σύμμετρος για την περίπτωση υποβολής των αιτήσεων κατά την ίδια ημερομηνία και ανεπάρκειας της ποσοστώσεως.
Μια ποσόστωση ΕΟΚ μπορεί να κατανεμηθεί βάσει κλίμακας κατανομής μεταξύ των κρατών μελών που μεριμνούν, στη συνέχεια, για την κατανομή σε εθνικό επίπεδο ( 3 ). Στην περίπτωση αυτή ο κανονισμός δεν προβλέπει διαδικαστικούς κανόνες για την κατανομή σε εθνικό επίπεδο. Ωστόσο, ένας κανονισμός προβλέπει κατευθυντήριες γραμμές με γενικούς όρους προς τα κράτη μέλη, προκειμένου να εξασφαλίσει τη δίκαιη κατανομή της ποσοστώσεως ( 4 ).
Για ορισμένα προϊόντα εφαρμόζεται το σύστημα των πιστοποιητικών του συμπληρωματικού μηχανισμού που εφαρμόζεται στο εμπόριο. Η ρύθμιση της εκδόσεως των πιστοποιητικών αυτών δεν προβλέπει ότι οι ατομικές αιτήσεις για τα πιστοποιητικά αυτά δεν μπορούν να υπερβούν τη διαθέσιμη ποσόστωση και/ή ότι οι διάφορες αιτήσεις που προέρχονται από τον ίδιο ενδιαφερόμενο πρέπει να σωρεύονται.
Το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 551/85 της Επιτροπής, της 1ης Μαρτίου 1985, περί καθορισμού των λεπτομερειών εφαρμογής για τις εισαγωγές όρυζας καταγωγής των κρατών της Αφρικής, Καραϊβικής, και του Ειρηνικού και των υπερπόντιων χωρών και εδαφών ( ΕΕ L 63, σ. 10 ), προβλέπει ότι η Επιτροπή καθορίζει συντελεστή χορηγήσεως από το χρονικό σημείο κατά το οποίο οι ζητούμενες ποσότητες υπερβαίνουν την υπόλοιπη ποσόστωση. Κατά το τηλετύπημα της Επιτροπής, της 18ης Νοεμβρίου 1987, προς τη Μόνιμη Αντιπροσωπεία των Κάτω Χωρών στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, οι αιτήσεις αυτές δεν πρέπει να υπερβαίνουν την ( υπόλοιπη ) ποσόστωση που είναι ακόμη διαθέσιμη πριν εφαρμοστεί σ' αυτές ο συντελεστής χορηγήσεως.
Ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 833/87 της Επιτροπής, της 23ης Μαρτίου 1987, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 3877/86 του Συμβουλίου, για τις εισαγωγές αρωματικής ποικιλίας όρυζας Basraati με μικρούς κόκκους, υπαγόμενη στις διακρίσεις ex 10.06 Β Ι και Β II του κοινού δασμολογίου ( ΕΕ L 80, σ. 20 ), ρυθμίζει την έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού περιορίζει τις ατομικές αιτήσεις σε 1000 τόνους ανά τρίμηνο. Η Επιτροπή καθορίζει τον συντελεστή χορηγήσεως βάσει του συνόλου των ζητουμένων εντός της ΕΟΚ ποσοτήτων.
Ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 665/88 της Επιτροπής, της 11ης Μαρτίου 1988, περί των λεπτομερειών εφαρμογής για την εισαγωγή ελαιολάδου καταγωγής Τυνησίας ( ΕΕ L 69, σ. 17 ), καθορίζει τη διαδικασία χορηγήσεως πιστοποιητικών εισαγωγής. Τα κράτη μέλη μπορούν να εκδίδουν πιστοποιητικά εντός των ορίων της μηνιαίας ποσοστώσεως' σε περίπτωση κινδύνου υπερβάσεως της ποσοστώσεως, η Επιτροπή καθορίζει συντελεστή χορηγήσεως. Ο κανονισμός δεν προβλέπει τον περιορισμό των αιτήσεων στη διαθέσιμη ποσότητα.
Η προσφεύγουσα συγκρίνει επίσης τα προαναφερθέντα συστήματα εισαγωγής και το σύστημα εισαγωγής του επίδικου βοείου κρέατος.
V — Αιτήματα των διαδίκων
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει τον κανονισμό 2806/87 της Επιτροπής, της 18ης Σεπτεμβρίου 1987 ( ΕΕ L 268, σ. 59 ), και
—
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
Η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει τα αιτήματα της προσφεύγουσας ως προς την ακύρωση του κανονισμού 2806/87 της Επιτροπής, της 18ης Σεπτεμβρίου 1987. Η Ολλανδική Κυβέρνηση ζητεί από το Δικαστήριο να καταδικάσει την Επιτροπή στα έξοδα της παρεμβάσεως.
Η καθής ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ακυρώσεως κατά του κανονισμού 2806/87 ως απαράδεκτη ή αβάσιμη·
—
να απορρίψει την παρέμβαση της Ολλανδικής Κυβερνήσεως·
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
VI — Επί του παραδεκτού
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η προσφυγή είναι παραδεκτή δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, σε συνδυασμό προς το άρθρο 81 του κανονισμού διαδικασίας, καθώς και σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Μαΐου 1971, NV International Fruit Company και λοιποί κατά Επιτροπής, σκέψεις 2 έως 29 ( 41/70 έως 44/70, Rec. 1971, σ. 411 ).
Πράγματι, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι υπέστη σημαντική ζημία. Κατέθεσε τις αιτήσεις πιστοποιητικών εμπροθέσμως κατά τον κανονισμό 2539/87 υπό μορφή τραπεζικής εγγυήσεως για το ποσό των 17120000 HFL. Επειδή οι αιτήσεις πιστοποιητικών ικανοποιήθηκαν μόνο κατά ποσοστό 0,2425 ο/ο των 4617 τόνων, η προσφεύγουσα εστερείτο τη δυνατότητα να εισαγάγει από τις Ηνωμένες Πολιτείες και/ή τον Καναδά σημαντικά ανώτερη ποσότητα βοείων κρεάτων και υπέστη, επομένως, ζημία. Έχανε επίσης το δικαίωμα να λάβει άδειες στο πλαίσιο της ΓΣΔΕ.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η προσφυγή πρέπει να θεωρηθεί απαράδεκτη, επειδή ο επίδικος κανονισμός 2806/87 δεν αφορά την προσφεύγουσα άμεσα και ατομικά κατά την έννοια του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ. Ο κανονισμός αυτός έχει γενική ισχύ και δεν μπορεί να θεωρηθεί απόφαση ή σύνολο αποφάσεων, ώστε να ικανοποιούνται οι απαιτήσεις του άρθρου 173.
Από τον σκοπό της επιδίκου πράξεως, το νομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και την ίδια της τη φύση προκύπτει ότι πρόκειται για κανονισμό με γενική ισχύ ( βλ. την απόφαση της 25ης Μαρτίου 1982, Moksel κατά Επιτροπής, 45/81, Συλλογή 1982, σ. 1129).
Στο υπόμνημα απαντήσεως η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι κατόπιν της εμπρόθεσμης υποβολής των αιτήσεων πιστοποιητικών εισαγωγής σχηματίστηκε κύκλος άμεσα ενδιαφερομένων προσώπων που έχουν άμεσο και ατομικό συμφέρον στην απόφαση της Επιτροπής δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 6, στοιχείο δ, του κανονισμού 2377/80. Ο κανονισμός 2806/87 δεν έχει, επομένως, γενική ισχύ, αλλά αφορά άμεσα το μέτρο κατά το οποίο τα κράτη μέλη πρέπει να ικανοποιήσουν τις ατομικές αιτήσεις. Ο κύκλος των αιτούντων περιορίζεται σε όσους υπέβαλαν εμπροθέσμως τις αιτήσεις πιστοποιητικών εισαγωγής.
Η προσφεύγουσα αμφισβητεί τα συμπεράσματα που άντλησε η Επιτροπή από την προαναφερθείσα απόφαση Moksel και διαχωρίζει αυτή την υπόθεση από τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας δίκης.
Στο υπόμνημα ανταπαντήσεως, η Επιτροπή αναφέρει ότι κατά παγία νομολογία η δυνατότητα καθορισμού του αριθμού ή ακόμη και της ταυτότητας των προσώπων στα οποία απευθύνεται ένας κανονισμός δεν συνιστά, από μόνο του, κριτήριο ικανό να καταστήσει τον κανονισμό πράξη δεκτική προσφυγής κατά την έννοια του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ.
VII — Λόγοι ακυρώσεως και επιχειρήματα των διαδίκων
1. Λόγοι ακυρώσεως και επιχειρήματα της προσφεύγουσας
α) Γενικές παρατηρήσεις
Η προσφεύγουσα παρατηρεί ότι η σύσταση εγγυήσεως, από την οποία εξαρτάται η έκδοση πιστοποιητικού εισαγωγής κατά το άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 805/68, εξυπηρετεί την εξασφάλιση της πραγματοποιήσεως των εισαγωγών ή την ενθάρρυνση της, κατά το δυνατό. Η υποβολή αιτήσεων για ποσότητα κατά πολύ ανώτερη της διαθέσιμης ποσοστώσεως και η σύσταση αντίστοιχων εγγυήσεων δεν αποτελεί προνόμιο των σημαντικών εμπόρων ή όσων διαθέτουν σημαντικά χρηματοοικονομικά μέσα: τα έξοδα της εγγυήσεως είναι αμελητέα.
Σε άλλα κράτη μέλη, ιδίως στο Ηνωμένο Βασίλειο, αναρίθμητες αιτήσεις κατατίθενται από έναν και τον αυτό ενδιαφερόμενο στο όνομα τελείως διαφορετικών φυσικών ή νομικών προσώπων.
Οι δυνατότητες εφαρμογής αυτής της μεθόδου — που ονομάζεται « τηλεφωνικός κατάλογος » — είναι περιορισμένες, αλλά δεν αποκλείονται εντελώς από 1ης Ιανουαρίου 1988 με το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο δ, του κανονισμού 2377/80, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 3434/87. Αντίθετα, με τον επίδικο κανονισμό 2806/87, η Επιτροπή δεν περιόρισε τη « μέθοδο του τηλεφωνικού καταλόγου»: έτσι, οι εκατοντάδες αιτήσεις που κατέθεσε επιχείρηση στο Ηνωμένο Βασίλειο υπό διαφορετικά ονόματα για τη διαθέσιμη ποσόστωση ικανοποιήθηκαν μόνο κατά ποσοστό 0,2425 °/ο, ενώ οι αιτήσεις που κατατέθηκαν από την προσφεύγουσα είχαν προστεθεί και περιοριστεί στη διαθέσιμη ποσόστωση, έτσι ώστε να της χορηγηθεί μόνο άπαξ το 0,2425 °/ο των 4617 τόνων.
Λόγω του γεγονότος αυτού προκλήθηκε στην πράξη στρέβλωση της κυκλοφορίας και άνιση κατανομή της ποσοστώσεως μεταξύ των κρατών μελών, ακριβώς επειδή δεν απαγορεύθηκε η μέθοδος του τηλεφωνικού καταλόγου και συνεχίστηκε να επιτρέπεται στον ίδιο αιτούντα να καταθέτει αιτήσεις σε διάφορα κράτη μέλη χωρίς αυτές να προστίθενται ή να περιορίζονται, ενώ οι αιτήσεις που υπερέβαιναν την ποσόστωση «περικόπτονταν ».
β) Παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι ο κανονισμός 2806/87 ούτε δικαιολογεί ούτε αιτιολογεί κατά κανένα τρόπο την ερμηνεία και τη μεταβολή της πολιτικής της Επιτροπής που εξαγγέλλονται στο άρθρο 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού αυτού, και, επομένως, δεν ικανοποιεί την απαίτηση του άρθρου 190 της Συνθήκης και στοιχειοθετεί παράβαση ουσιώδους τύπου.
Η τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2806/87, που επικαλείται η Επιτροπή ως απόδειξη για την τήρηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως δεν περιλαμβάνει καμιά ένδειξη για τον συλλογισμό της Επιτροπής, τη βάση του κανόνα του ανωτάτου ορίου ούτε τον λόγο για τον οποίο δεν έγινε δεκτή η υφιστάμενη πρακτική.
γ) Υπέρβαση εξουσίας και παράβαση οιαόικαστικών κανόνων και/ή ουσιωδών τύπων
Προσθέτοντας το δεύτερο εδάφιο στο άρθρο 1 του κανονισμού 2806/87 και θεσπίζοντας έτσι τον κανόνα του ανωτάτου ορίου, η Επιτροπή υπερέβη τις εξουσίες της. Ο κανονισμός 2806/87 δεν περιορίστηκε έτσι στην απόφαση που προβλέπει το άρθρο 15, παράγραφος 6, στοιχείο δ, του κανονισμού 2377/80, αλλά περιέχει επίσης πρόσθετο κανόνα σχετικά με το άρθρο 12 του κανονισμού 2377/80. Ο κανονισμός 2806/87 δεν περιορίζεται, επομένως, στην απόφαση στην οποία πρέπει να καταλήξει η διαδικασία, όπως προβλέπεται στο άρθρο 2 του κανονισμού 3928/86 και στο άρθρο 27 του κανονισμού 805/68. Δυνάμει της εξουσιοδοτήσεως βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 6, στοιχείο δ, του κανονισμού 2377/80 για την έκδοση του εκτελεστικού κανονισμού που αναφέρεται στο άρθρο αυτό, η Επιτροπή δεν ήταν αρμόδια να καθορίσει άλλη διαδικασία ή άλλες λεπτομέρειες εφαρμογής.
Σε περίπτωση που η Επιτροπή επιθυμούσε να τροποποιήσει ή να συμπληρώσει το περιεχόμενο του κανονισμού 2377/80, έπρεπε να καταστήσει δυνατή στην επιτροπή διαχειρίσεως τη διατύπωση γνώμης κατά τη διαδικασία του άρθρου 27 του κανονισμού 805/68.
Η πλήρωση της προϋποθέσεως αυτής δεν απαιτείται, όταν η Επιτροπή εκδίδει κανονισμούς δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 6, στοιχείο δ, του κανονισμού 2377/80. Θεσπίζοντας τους κανόνες για το παραδεκτό και/ή την εγκυρότητα των αιτήσεων πιστοποιητικών στα οποία εφαρμόζονται τα άρθρα 12 και 15 του κανονισμού 2377/80 με κανονισμό βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 6, στοιχείο δ, και χωρίς διαβουλεύσεις με την επιτροπή διαχειρίσεως, η Επιτροπή δεν τήρησε ορισμένους ουσιώδεις τύπους.
Οι διαβουλεύσεις με την επιτροπή διαχειρίσεως δεν είναι απλώς τύπος, αλλ' έχει σημασία και από πλευράς περιεχομένου. Το γεγονός ότι η Επιτροπή συμβουλεύθηκε την επιτροπή διαχειρίσεως πριν εκδώσει τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 3434/87, που τροποποίησε το άρθρο 12 του κανονισμού 2377/80, δείχνει ότι αυτό έπρεπε να πράξει επίσης στην περίπτωση του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 1 του κανονισμού 2806/87, για το οποίο τυπικώς απαιτείται πρόσθετη βάση.
Στην απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1970, Ein-fuhr-und Vorratsstelle für Getreide und Futtermittel (25/70, Rec. 1970, σ. 1161) το Δικαστήριο υπογράμμισε τη σημασία του ρόλου μιας επιτροπής διαχειρίσεως όπως η προκείμενη. Η μη διατύπωση γνώμης από την επιτροπή διαχειρίσεως — σε περίπτωση που δεν ήταν σε θέση να διατυπώσει γνώμη — δεν οδηγεί στην ακύρωση του οικείου κανονισμού, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η Επιτροπή μπορεί να παραλείπει τελείως τις διαβουλεύσεις με την επιτροπή διαχειρίσεως (βλ. απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 1987, Βασίλειο της Ισπανίας κατά Επιτροπής, 128/86, Συλλογή 1987, σ. 4171 ).
Η Επιτροπή δεν μπορεί να επικαλεστεί εξαιρετικά επείγουσες περιστάσεις, επειδή η κατάσταση που αφορά η μεταβολή της διαδικασίας και της πολιτικής υφίστατο ήδη από πολλού και, κατά τον κανονισμό 3434/87, διατηρήθηκε μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1988, ημερομηνία από της οποίας άρχισε να ισχύει το τροποποιημένο άρθρο 12, παράγραφος 1, σκέψη α, του κανονισμού 2377/80.
δ) Παραβίαση της αρχής νης ίσης μεταχειρίσεως
Η προσφεύγουσα αναφέρει ότι το άρθρο 12 του κανονισμού 2377/80 τροποποιήθηκε ιδίως με τον κανονισμό 3578/82, που κατήργησε τη διάταξη που καθόριζε το ανώτατο όριο βάρους για τις αιτήσεις πιστοποιητικών. Ο ίδιος κανονισμός 3578/82 τροποποίησε το άρθρο 15, παράγραφος 2, στοιχείο β, του κανονισμού 2377/80, υπό την έννοια ότι άλλες αιτήσεις που κατατίθενται από τον ίδιο αιτούντα κατά τη διάρκεια του ίδιου τριμήνου — και αφορούν το ίδιο ειδικό καθεστώς εισαγωγής που προβλέπεται στο άρθρο 12 του κανονισμού 2377/80 — δεν μπορούν να γίνουν δεκτές μετά την 1η Ιανουαρίου 1983. Ήταν έτσι δυνατό και επιτρεπτό να ζητηθεί πιστοποιητικό εισαγωγής σε διαφορετικά κράτη μέλη στο πλαίσιο του ίδιου ειδικού συστήματος εισαγωγής.
Η προσφεύγουσα αναφέρει ότι από τις οικείες διατάξεις προκύπτει ότι οι αιτήσεις που κατατέθηκαν στο ίδιο το κράτος μέλος προστίθενται (άρθρο 15, παράγραφος 3, του κανονισμού 2377/80), ενώ οι αιτήσεις που κατατίθενται σε διαφορετικά κράτη μέλη δεν προστίθενται ( άρθρο 15, παράγραφος 2, στοιχείο β, του κανονισμού 2377/80, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 3578/82 ), τα δε πιστοποιητικά μπορούν να μεταβιβαστούν. Η άνιση αυτή μεταχείριση δεν είχε επακόλουθα, όσο οι προστιθέμενες αιτήσεις δεν υπέκειντο στον κανόνα του ανωτάτου ορίου.
Αν οι αιτήσεις που προέρχονταν από τον ίδιο ενδιαφερόμενο σε ένα κράτος μέλος προσθέτονταν δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 3, του κανονισμού 2377/80 και στη συνέχεια περιορίζονταν στην ανώτατη διαθέσιμη ποσότητα ή αν μια μόνο αίτηση για μια ποσότητα υπερβαίνουσα τη διαθέσιμη ποσόστωση υφίστατο αυτόν τον περιορισμό, το σύστημα αυτό θα συνεπαγόταν έναντι αυτού του αιτούντος διάκριση παράνομη και αδικαιολόγητη σε σχέση με τον αιτούντα που κατέθεσε αιτήσεις σε διαφορετικά κράτη μέλη και στον οποίο το άρθρο 15, παράγραφος 2, στοιχείο β, του κανονισμού 2377/80 δεν έχει ρητή εφαρμογή.
Σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή της επιτροπής διαχειρίσεως, η Produktschap πάντοτε εδήλωνε ρητά στην προσφεύγουσα και στους τρίτους ότι επιτρεπόταν στον ίδιο ενδιαφερόμενο να καταθέτει μια ή περισσότερες αιτήσεις για ποσότητα υπερβαίνουσα τη διαθέσιμη συνολική ποσότητα.
Μέχρι τις 18 Σεπτεμβρίου 1987, ημερομηνία εκδόσεως του κανονισμού 2806/87, η προσφεύγουσα δεν είχε κανένα λόγο να καταθέσει τις αιτήσεις της σε διαφορετικά κράτη μέλη. Το άρθρο 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2806/87 εισήγαγε νέα διάκριση, την οποία η προσφεύγουσα δεν μπόρεσε ούτε να αποφύγει ούτε να προβλέψει κατά την υποβολή των αιτήσεων της στις 9 και 10 Σεπτεμβρίου 1987.
ε) Παραβίαοη της αρχής της ασφάλειας τον οικαίου
Η μεταβολή της πολιτικής της Επιτροπής, που διέφερε από όσα είχε γνωστοποιήσει η επιτροπή διαχειρίσεως, είναι ασυμβίβαστη προς την αρχή της ασφάλειας του δικαίου. Η νέα ερμηνεία της Επιτροπής δεν περιεχόταν σαφώς από πριν στις οικείες διατάξεις και, επομένως, τα κράτη μέλη, τα εκτελεστικά όργανα και οι ενδιαφερόμενοι δεν είχαν ενημερωθεί σχετικά, επιπλέον δε ανακοινώθηκε στην Produktschap μόνο μετά την πάροδο της προθεσμίας υποβολής των αιτήσεων που προβλέπεται στο άρθρο 1 του κανονισμού 2539/87, δηλαδή των δέκα πρώτων ημερών του Σεπτεμβρίου 1987.
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η ασφάλεια του δικαίου θίγεται από δύο απόψεις: 1 ) η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη που πρέπει να έχουν τα κράτη μέλη και οι ενδιαφερόμενοι ως προς τις απόψεις και την πολιτική της Επιτροπής, και 2) η αρχή της μη αναδρομικότητας της νομοθεσίας.
Η προσφεύγουσα εξετάζει συναφώς τα πραγματικά περιστατικά που προηγήθηκαν της εκδόσεως του κανονισμού 2806/87. Η Επιτροπή πληροφόρησε την Produktschap ότι δεν υφίστατο, πράγματι, ανώτατο όριο για την ποσότητα που μπορεί να αφορά κάθε αίτηση πιστοποιητικού. Η Produktschap ενημέρωσε όλους τους επιχειρηματίες στις Κάτω Χώρες ότι οι αιτήσεις μπορούσαν να αφορούν ποσότητα ανώτερη από τη διαθέσιμη ποσόστωση και σχεδόν όλοι οι έμποροι υπέβαλαν αιτήσεις σ' αυτή την κατεύθυνση. Η Produktschap αμφισβήτησε με τη « χρονολογική επισκόπηση των γεγονότων σχετικά με τη διαδικασία υποβολής πιστοποιητικών για το “ Hilton Beef” τον Σεπτέμβριο του 1987» (που επισυνάπτεται στο υπόμνημα απαντήσεως), την ακρίβεια των πρακτικών της επιτροπής διαχειρίσεως της 11ης Σεπτεμβρίου 1987. Ανέφερε ότι κατά τη συνεδρίαση εκείνη «η Επιτροπή απαντά, σύμφωνα με την άποψη που ανακοίνωσε στην Produktschap και χωρίς επιφυλάξεις, ότι ο εξεταζόμενος κανονισμός επιτρέπει την υποβολή αιτήσεων που υπερβαίνουν την ανώτατη διαθέσιμη ποσότητα». Η Επιτροπή αναθεώρησε τις δηλώσεις της για πρώτη φορά στις 15 Σεπτεμβρίου 1987.
Η προσφεύγουσα αναφέρει στη συνέχεια ότι οι ενδιαφερόμενοι και τα εθνικά εκτελεστικά όργανα, στηριζόμενοι στις δηλώσεις της Επιτροπής και στη συνήθη πρακτική, μπορούσαν να εκκινήσουν από την αφετηρία ότι εξακολουθούσε η υφιστάμενη πρακτική, τουλάχιστον ως προς τη διαδικασία εγγραφής κατά τον κανονισμό 2539/87, δυνάμει της οποίας οι αιτήσεις μπορούσαν να κατατεθούν μέχρι και την 10η Σεπτεμβρίου 1987. Αυτό συνάγεται, τουλάχιστον ενόψει της ασάφειας που εξακολουθεί να υφίσταται, από τις απόψεις της Επιτροπής και της επιτροπής διαχειρίσεως, όπως εκτίθενται στα πρακτικά συνεδριάσεως της ανωτέρω επιτροπής της 11ης Σεπτεμβρίου 1987, κατά το μέτρο που τα πρακτικά αυτά είναι ακριβή. Η προσφεύγουσα αναφέρει συναφώς την απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988, Blaizot, σκέψεις 32 και 33 (24/86, Συλλογή 1988, σ. 379 ).
Η προσφεύγουσα αναγνωρίζει ότι, όταν η Επιτροπή διαθέτει διακριτική ευχέρεια, οι συναλλασσόμενοι δεν μπορούν να εκκινούν από την αφετηρία ότι η Επιτροπή δεν θα μεταβάλει τη νομοθεσία της και/ή την πολιτική της (βλ. απόφαση της 7ης Μαΐου 1987, Minebea κατά Συμβουλίου, σκέψη 28, 260/84, Συλλογή 1987, σ. 1975). Εντούτοις, ως προς τη διαδικασία του άρθρου 12 του κανονισμού 2377/80, η Επιτροπή δεν διαθέτει τέτοιο περιθώριο εκτιμήσεως, τουλάχιστον χωρίς διαβουλεύσεις με την επιτροπή διαχειρίσεως.
Ως προς το ζήτημα της μη αναδρομικότητας, είναι αντίθετη προς την αρχή της ασφάλειας του δικαίου η αναδρομική μεταβολή των κανόνων του παιχνιδιού ή έστω η συμπλήρωση τους ή η ερμηνεία τους, έτσι ώστε να απαγορεύονται οι υφιστάμενες πρακτικές με τις οποίες η Επιτροπή και τα κράτη μέλη είχαν εξοικειωθεί από πολλού, εφόσον η μεταβολή επέρχεται κατά τη διάρκεια διαδικασίας αιτήσεως πιστοποιητικών εισαγωγής και μετά πάροδο της προθεσμίας υποβολής των αιτήσεων — της 10ης Σεπτεμβρίου 1987. Η προσφεύγουσα θεωρεί συναφώς ότι το αναδρομικό αυτό αποτέλεσμα δεν συμβιβάζεται προς τη νομολογία του Δικαστηρίου, ιδίως προς την προαναφερθείσα απόφαση Blaizot, και προς τις αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1987, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, σκέψη 19 (237/86, Συλλογή 1987, σ. 5251 ), και της 1ης Οκτωβρίου 1987, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής ( 84/85, Συλλογή 1987, σ. 3765).
Το Δικαστήριο δέχθηκε εξαίρεση από τον κανόνα του μη αναδρομικού αποτελέσματος της νομοθεσίας μόνο κατ' εξαίρεση, όταν προστατεύεται δεόντως η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων και όταν το απαιτεί το κοινοτικό συμφέρον ( βλ. την απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 1979, σκέψη 20, Račke, 98/78, Rec. 1979, σ. 69 ).
Η προσφεύγουσα αναφέρει ότι το πρόβλημα που ανέκυψε με την υποβολή αιτήσεων για ποσότητα ανώτερη από τη διαθέσιμη ποσόστωση ανακόπτει επίσης και με άλλους γεωργικούς κανονισμούς, χωρίς η τακτική αυτή να περιορίστηκε ή να απαγορεύθηκε στο παρελθόν.
στ) Παράβαοη νόμου κατ' ουσίαν
Το άρθρο 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2806/87, κατά το μέτρο που συνιστά μεταβολή πολιτικής και διαδικασίας στηριζόμενης στην ερμηνεία που έδωσε η Επιτροπή στους κανόνες που ίσχυαν τότε, δεν συμβιβάζεται προς τον κανονισμό 3578/82, ο οποίος κατήργησε τόσο την επιβολή ανωτάτου ορίου στις αιτήσεις, όσο και την πρόσθεση των αιτήσεων που κατατίθενται σε διαφορετικά κράτη μέλη, καθώς και προς τον κανονισμό 2539/87, ο οποίος αναφέρει μόνο τη διαθέσιμη ποσότητα και δεν περιέχει πρόσθετα στοιχεία ως προς τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν οι αιτήσεις πιστοποιητικών. Πρέπει προς τούτο να αναφερθεί το άρθρο 12 του κανονισμού 2377/80, από το οποίο δεν προκύπτει καθόλου ο περιορισμός που επικαλείται η Επιτροπή.
2. Ισχυρισμοί και επιχειρήματα της ΟλΑανόικής Κυβερνήσεως
Η Ολλανδική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι, προς επίλυση του επίδικου προβλήματος, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι διατάξεις των άρθρων 12 και 15 του κανονισμού 2377/80. Η Κυβέρνηση αυτή εξετάζει τις διαφορετικές διατυπώσεις του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο α, ως προς τις ποσότητες που πρέπει κατά κατώτατο και ανώτατο όριο να αφορούν οι κατατιθέμενες αιτήσεις πιστοποιητικών. Το αρχικό κείμενο καθόρισε τόσο το κατώτατο ( 5 τόνους ) όσο και το ανώτατο όριο ( 10 °/ο της ποσοστώσεως ) της ποσότητας που μπορούσε να αφορά ένα πιστοποιητικό.
Ο κανονισμός 3578/82, που άρχισε να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 1983, τροποποίησε το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο α, καταργώντας το ανώτατο όριο βάρους. Σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη στην οποία στηρίζεται αυτή η τροποποίηση, αυτί] δικαιολογείται από το γεγονός ότι « φαίνεται επιθυμητό να θεσπιστεί ένας τρόπος διαχειρίσεως πιο ελαστικός και πιο ευέλικτος, κατά τρόπον ώστε να διασφαλίζεται μια καλύτερη χρήση του καθεστώτος αυτού ». Κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση η τροποποίηση αυτή σημαίνει ότι μια αίτηση πιστοποιητικού μπορεί να αφορά απεριόριστο βάρος, ακόμη και αν η αίτηση αυτή υπερβαίνει τη διαθέσιμη ποσόστωση. Η Επιτροπή, προκειμένου να αποφύγει την έκδοση υπερβολικού αριθμού πιστοποιητικών που θα συνεπαγόταν υπέρβαση της διαθέσιμης ποσοστώσεως, μπορεί, εξάλλου, να μειώσει κατά ένα ενιαίο ποσοστό τις ζητηθείσες ποσότητες, κατά το άρθρο 15, παράγραφος 6, του κανονισμού 2377/80.
Ο κανονισμός 3434/87, που άρχισε να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 1988, τροποποίησε το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο α, επιβάλλοντας τον καθορισμό ανωτάτου ορίου κατ' αίτηση, αντίστοιχου « κατ' ανώτατο όριο στη διαθέσιμη ποσότητα για το εν λόγω καθεστώς ». Η προσθήκη αυτή δεν αιτιολογείται καθόλου με τις αιτιολογικές σκέψεις.
Η Ολλανδική Κυβέρνηση θεωρεί ότι, προκειμένου για τις περιόδους που προηγήθηκαν της 1ης Ιανουαρίου 1983 και ακολούθησαν την 1η Ιανουαρίου 1988, το γράμμα του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο α, που ίσχυε κατά τις περιόδους αυτές επέβαλε την τήρηση του ανωτάτου ορίου βάρους ανά αίτηση πιστοποιητικού. Αντίθετα, η Ολλανδική Κυβέρνηση θεωρεί ότι κατά την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 1983 μέχρι Ιης Ιανουαρίου 1988 και, επομένως, κατά την περίοδο που η προσφεύγουσα υπέβαλε την αίτηση της, τον Σεπτέμβριο 1987, κανένα ανώτατο όριο δεν είχε εφαρμογή και οι αιτήσεις μπορούσαν να αφορούν απεριόριστες ποσότητες.
Από αυτό προκύπτει ότι ενόψει του γράμματος του άρθρου 12 του κανονισμού 2377/80, όπως ίσχυε στις 18 Σεπτεμβρίου 1987, η Επιτροπή δεν μπορούσε να αποφασίσει ότι τα αιτηθέντα πιστοποιητικά εισαγωγής δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη, με σκοπό τη χορήγηση των διαθεσίμων ποσοτήτων, παρά μόνο μέχρι το ανώτατο όριο των 4617 τόνων. Αυτό θα σήμαινε ότι η Επιτροπή παρέβη τις εκτελεστικές διατάξεις του κανονισμού 2377/80 και θα συνιστούσε παραβίαση της αρχής της ασφάλειας του δικαίου.
3. Ισχυρισμοί και επιχειρήματα της Επιτροπής
α) Γενικές παρατηρήσεις
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι τόσο από το γράμμα, όσο και από την οικονομία των εφαρμοστέων κανονισμών προκύπτει ότι οι αιτήσεις πιστοποιητικών που αφορούν ποσότητα ανώτερη από τη διαθέσιμη δεν μπορούν να λαμβάνονται υπόψη. Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 1 του κανονισμού 2806/87 πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί ως απλή διευκρίνιση που επηνέχθη στο σύστημα αυτό και όχι ως τροποποίηση των άρθρων 12 ή 15 του κανονισμού 2377/80.
Αν η συνολική ποσότητα για την οποία ζητήθηκαν τα πιστοποιητικά υπερέβαινε τη διαθέσιμη ποσότητα, θα έπρεπε να δοθεί συνέχεια στις αιτήσεις του άρθρου 12 του κανονισμού 2377/80 με την εφαρμογή της μεθόδου του ενιαίου ποσοστού. Επειδή η διαθέσιμη ποσότητα στο πλαίσιο της ποσοστώσεως είναι σταθερή, δεν είναι δυνατό να δοθεί συνέχεια σε αιτήσεις που αφορούν ποσότητα ανώτερη από τη διαθέσιμη. Μια τέτοια αίτηση θα είχε, επομένως, καθαρά θεωρητικό χαρακτήρα. Ζητώντας μια όσο το δυνατό μεγαλύτερη ποσότητα, ο επιχειρηματίας που υποβάλλει τη σχετική αίτηση θα προσπαθούσε να επιτύχει, με την εφαρμογή του ενιαίου ποσοστού, το μεγαλύτερο δυνατό τμήμα της ποσοστώσεως.
Η εξέταση των αιτήσεων αυτών θα κατέληγε σε αποτελέσματα ασυμβίβαστα προς την ορθή λειτουργία της οργανώσεως των αγορών. Πρώτον, θα συνεπαγόταν διακρίσεις σε βάρος των εμπόρων που δεν μπορούν να τις υποβάλουν. Για κάθε αίτηση πιστοποιητικού θα έπρεπε να συσταθεί εγγύηση. Οι μικροί έμποροι δεν μπορούν ή μπορούν μόνο δυσχερώς να συστήσουν μεγάλες εγγυήσεις για αιτήσεις που αφορούν μεγάλες ποσότητες.
Δεύτερον, η πρακτική αυτή θα μπορούσε να προκαλέσει στρεβλώσεις στην κυκλοφορία αν, σε ορισμένα κράτη μέλη, λαμβάνονταν υπόψη οι αιτήσεις που αφορούν ποσότητες ανώτερες από τη διαθέσιμη, ενώ σε άλλα κράτη μέλη λαμβάνονταν υπόψη μόνο οι αιτήσεις που αφορούν ποσότητα εντός του ορίου της διαθέσιμης. Εξάλλου, αυτό θα είχε ως αναπόφευκτη συνέπεια την άδικη κατανομή της ποσοστώσεως μεταξύ των κρατών μελών. 'Οταν η Επιτροπή θα διαπίστωνε την ύπαρξη των πρακτικών αυτών σε ορισμένα κράτη μέλη, δεν θα είχε άλλη επιλογή από το να συναγάγει συγκεκριμένα από τον κανονισμό 2806/87 αυτή τη λογική συνέπεια από την εφαρμογή του άρθρου 15, παράγραφος 6, στοιχείο δ, του κανονισμού 2377/80.
Η Επιτροπή αμφισβητεί τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας ότι κανόνας ανωτάτου ορίου αντίστοιχος προς αυτόν του κανονισμού 2806/87 είχε εφαρμοστεί και στο παρελθόν. Παραπέμποντας στο αρχικό κείμενο του άρθρου 1 του κανονισμού 2377/80, καθώς και στην τροποποίηση που επέφερε στο άρθρο αυτό το άρθρο 2 του κανονισμού 3578/82, η Επιτροπή αναφέρει ότι το άρθρο 12 προέβλεπε, κατά την αρχική του διατύπωση, για τις αιτήσεις πιστοποιητικών ανώτατη ποσότητα στο πλαίσιο της διαθέσιμης (ανά τρίμηνο) (εν προκειμένω 10% ) και όχι ανώτατο όριο του ύψους της διαθέσιμης ποσότητας. Κανένα επιχείρημα δεν μπορεί, επομένως, να αντληθεί από την εγκατάλειψη αυτού του είδους κανόνα χάριν της απόψεως ότι, μετά την τροποποίηση αυτή, ο κανονισμός 2377/80 επιτρέπει αιτήσεις πιστοποιητικών που αφορούν ποσότητα ανώτερη της διαθέσιμης.
Η Επιτροπή αναφέρει ότι η προσφεύγουσα στήριζε την προσδοκία της στις δηλώσεις της Produktschap κατά την περίοδο από 1ης μέχρι 10ης Σεπτεμβρίου 1987. Η προσφεύγουσα ενήργησε, επομένως, σε συνάρτηση προς τη συμπεριφορά της Produktschap και όχι προς αυτή της Επιτροπής. Δεν έχει άλλωστε ιδιαίτερη σημασία συναφώς ότι η Επιτροπή δήλωσε στην Produktschap ή της δημιούργησε την εντύπωση ότι ήταν δυνατή η υποβολή πιστοποιητικών για ποσότητες ανώτερες από τη διαθέσιμη — πράγμα που αρνείται, άλλωστε, η Επιτροπή. Αν η προσφεύγουσα θεωρεί ότι ζημιώθηκε από τις δηλώσεις της Produktschap, πρέπει να ζητήσει ευθύνες από την Produktschap ή το Ολλανδικό Δημόσιο και όχι από την Επιτροπή. Η εφαρμογή του συστήματος των πιστοποιητικών υπάγεται στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και όχι η Επιτροπή είναι υπεύθυνο για τα σφάλματα που διαπράττονται κατά την εφαρμογή του. Σε περίπτωση που η Produktschap ή το Ολλανδικό Δημόσιο θεωρούσε ότι διέπραξε σφάλμα συνεπεία των δηλώσεων της Επιτροπής, θα είχε τη δυνατότητα να ασκήσει τις προσφυγές που προβλέπονται στη Συνθήκη. Η προσφεύγουσα δεν μπορεί όμως να επικαλεστεί την ακυρότητα του κανονισμού 2806/87, στηριζόμενη σε ενδεχόμενες δηλώσεις της Επιτροπής προς την Produktschap, όποιο κι αν ήταν το περιεχόμενο τους.
Η Επιτροπή προσθέτει ότι οι ανακρίβειες των πρακτικών της συνεδριάσεως της επιτροπής διαχειρίσεως της 11ης Σεπτεμβρίου 1987 δεν αμφισβητήθηκαν ποτέ από τον εκπρόσωπο των Κάτω Χωρών στην επιτροπή αυτή.
β) Παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι αιτιολόγησε με την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2806/87 την προσθήκη του εδαφίου που ορίζει ανώτατο όριο για τις αιτήσεις του άρθρου 1.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι κατά παγία νομολογία δεν είναι υποχρεωτική η αιτιολόγηση κάθε στοιχείου του μηχανισμού μιας οργανώσεως αγοράς διεπόμενης από κανονισμό. Αρκεί τα στοιχεία αυτά να εντάσσονται στο συστηματικό πλαίσιο του συνόλου του οποίου αποτελούν μέρος ( βλ. τις αποφάσεις της 28ης Οκτωβρίου 1982, Lion et Loiret & Haentjens, 292/81 και 293/81, Συλλογή 1982, σ. 3887, και της 22ας Ιανουαρίου 1986, Eridania, 250/84, Συλλογή 1986, σ. 117 ).
γ) Υπέρβααη εξουσίας και παράβαση ουσιώδους τύπου
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι το άρθρο 12 του κανονισμού 2377/80 αφορά μόνο τον καθορισμό σε 5 τόνους της ελάχιστης ποσότητας ανά αιτούντα. Η προϋπόθεση αυτή δεν έχει καμιά σχέση με το γεγονός ότι δεν λαμβάνονται υπόψη αιτήσεις που, εξ ορισμού, δεν μπορούν να ικανοποιηθούν.
Ο κανόνας του ανωτάτου ορίου αποτελεί λογική συνέπεια της εφαρμογής της τεχνικής του ενιαίου ποσοστού που προβλέπεται στο άρθρο 15, παράγραφος 6, στοιχείο δ, του κανονισμού 2377/80. Για τη θέσπιση των μέτρων της Επιτροπής που προβλέπονται στον κανονισμό αυτό δεν εφαρμόζεται η διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως.
δ) Παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι αναγνωρίζει ότι, από την έναρξη της ισχύος του κανονισμού 3578/82, η διάταξη του άρθρου 15, παράγραφος 2, στοιχείο β, του κανονισμού 2377/80 δεν εφαρμόζεται πλέον στους αιτούντες που κατέθεσαν συγχρόνως αιτήσεις σε πολλά κράτη μέλη. Η εφαρμογή του κανόνα του ανωτάτου ορίου που προβλέπεται στον κανονισμό 2806/87 μπορεί, επομένως, να συνεπάγεται πράγματι διαφορετική μεταχείριση.
Πρώτον, πρέπει να σημειωθεί ότι στην πράξη δεν έχει προς το παρόν ανακόψει αυτό το ενδεχόμενο. Αν αυτό είχε συμβεί, η στρέβλωση αυτή της κυκλοφορίας θα είχε αμέσως γνωστοποιηθεί στην Επιτροπή από τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη μέσω της επιτροπής διαχειρίσεως, που θα λάμβανε τα αναγκαία μέτρα. Η Επιτροπή δεν υποχρεούται να νομοθετεί αμέσως κάθε φορά που ανακύπτει ενδεχόμενο δυσλειτουργίας στην οργάνωση των αγορών.
Δεύτερον, η προσφεύγουσα δεν υπέστη καμιά συνέπεια από την ενδεχομένως διαφορετική μεταχείριση, αφού δεν κατέθεσε αίτηση σε άλλα κράτη μέλη. Η προσφεύγουσα δεν μπορεί, επομένως, να ισχυριστεί ότι αποτέλεσε το αντικείμενο διακρίσεως, λόγω εφαρμογής του κανόνα του ανωτάτου ορίου, επειδή ήταν ελεύθερη να καταθέσει αιτήσεις σε άλλα κράτη μέλη. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου οι επιχειρηματίες δεν μπορούν να επικαλούνται διακρίσεις, αν μπορούσαν να τις αποφύγουν, κάνοντας χρήση των νομίμων δυνατοτήτων που τους προσφέρονταν (βλ. τις αποφάσεις της 29ης Σεπτεμβρίου 1977, Cargill, σκέψη 19, 27/77, Rec. 1977, σ. 1535, και της 30ής Νοεμβρίου 1978, Welding, σκέψη 8, 87/78, Rec. 1978, σ. 2457 ).
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο κανονισμός 2806/87 δεν έχει αναδρομικό αποτέλεσμα: θεσπίστηκε στις 18 Σεπτεμβρίου 1987 και άρχισε να ισχύει στις 21 Σεπτεμβρίου 1987.
ε) Παραβίαση της αρχής της ασφάΑειας τον οικαίον
Η Επιτροπή αμφισβητεί την ύπαρξη παραβιάσεως της αρχής της ασφάλειας του δικαίου. Από τίποτε δεν προκύπτει ότι η επιτροπή διαχειρίσεως ή η Επιτροπή ενέκρινε ή έλαβε γνώση της πρακτικής κατά την οποία ο έμπορος καταθέτει αιτήσεις πιστοποιητικών για ποσότητα μεγαλύτερη από την ανώτατη διαθέσιμη ποσότητα.
Ως προς τις δηλώσεις στο πλαίσιο της επιτροπής διαχειρίσεως, ανεξαρτήτως του περιεχομένου και της ερμηνείας της δηλώσεως της Επιτροπής στην επιτροπή αυτή στις 11 Σεπτεμβρίου 1987, όταν έγινε για πρώτη φορά μνεία του προβλήματος, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να την επικαλεστεί σε καμιά περίπτωση, επειδή κατέθεσε τις αιτήσεις της στις 9 και 10 Σεπτεμβρίου 1987.
Ως προς το περιεχόμενο της δηλώσεως, η Επιτροπή ουδέποτε δήλωσε ότι μπορούσαν να γίνουν δεκτές αιτήσεις για ποσότητα ανώτερη από τη διαθέσιμη. Δεν υφίσταται γνώμη της επιτροπής διαχειρίσεως ως προς το επιτρεπτό ή μη αυτής της πρακτικής. Η επιτροπή διαχειρίσεως έλαβε απλώς γνώση της επιφυλάξεως της Επιτροπής, χωρίς να αντλήσει κανένα συμπέρασμα συναφώς.
Αν η Produktschap είχε δώσει στην προσφεύγουσα την εντύπωση ότι ήταν δυνατή η κατάθεση αιτήσεων για ποσότητες μεγαλύτερες από τις διαθέσιμες, θα επρόκειτο για δική της ερμηνεία, που δεν βρίσκει έρεισμα σε καμιά δήλωση της Επιτροπής ή της επιτροπής διαχειρίσεως και που δεν μπορεί, εξάλλου, να συναχθεί από το γράμμα και την οικονομία του εφαρμοστέου κανονισμού.
Τ. F. O'Higgins
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
( 1 ) Μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1988. Το κείμενο αυτό τροποποιήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1988 με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3434/87 της Επιτροπής, της 17ης Νοεμβρίου 1987, που τροποποίησε τους κανονισμούς ( ΕΟΚ ) 2973/79 και ( ΕΟΚ ) 2377/80, όσον άφορα ορισμένα καθεστώτα εισαγωγής και εξαγωγής βοείου κρέατος ( ΕΕ L 327, σ. 7 ).
( 2 ) Η διάταξη αυτή τροποποιήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1988 με τον προαναφερθέντα κανονισμό 3434/87.
( 3 ) Βλ., για παράδειγμα, τον κανονισμό (ΕΟΚ) 4112/86 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1986, περί ανοίγματος κατανομής και τρόπου διαχειρίσεως κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως ορισμένων οίνων ονομασίας προελεύσεως της διακρίσεως ex 22.05 C του κοινού δασμολογίου, καταγωγής Γιουγκοσλαβίας ( 1987 ) ( ΕΕ L 380, σ. 7).
( 4 ) Βλ, για παράδειγμα, τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 638/86 της Επιτροπής, της 28ης Φεβρουαρίου 1986, που καθορίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής όσον αφορά τη διαχείριση των ποσοστώσεων εισαγωγής στην Ισπανία και την Πορτογαλία ορισμένων οπωροκηπευτικών με προέλευση την Κοινότητα στη σύνθεση της στις 31 Δεκεμβρίου 1985 ( ΕΕ L 60, σ. 29 ).
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( δεύτερο τμήμα )
της 6ης Νοεμβρίου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-354/87,
Weddel & Co. BV, εταιρία ολλανδικού δικαίου, εδρεύουσα στο Ρόττερνταμ ( Κάτω Χώρες ), εκπροσωπούμενη από τον G. van der Wal, δικηγόρο Χάγης, και τον G. F. van der Hardt Aberson, δικηγόρο Ρόττερνταμ, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Aloyse May, 31, Grande-rue,
προσφεύγουσα,
υποστηριζόμενη από
το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενο αρχικά από τους G. Μ. Borchardt και Μ. Α. Fierstra, κατόπιν δε από τους J. W. de Zwaan και T. Heukels, του Υπουργείου Εξωτερικών,
παρεμβαίνον,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον René Barents, μέλος της νομικής υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Guido Berardis, μέλος της νομικής υπηρεσίας, Centre Wagner,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2806/87 της Επιτροπής, της 18ης Σεπτεμβρίου 1987, περί εκδόσεως πιστοποιητικών εισαγωγής για τα βόεια κρέατα εκλεκτής ποιότητας, νωπά, διατηρημένα με απλή ψύξη ή κατεψυγμένα ( ΕΕ L 268, σ. 59 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους Τ. F. O'Higgins, πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini και F. Α. Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: W. van Gerven
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση -mc 7ης Μαρτίου 1990,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 2ας Μαΐου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 24 Νοεμβρίου 1987, η εταιρία Weddel & Co. BV ζητεί, δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, την ακύρωση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2806/87 της Επιτροπής, της 18ης Σεπτεμβρίου 1987, περί εκδόσεως πιστοποιητικών εισαγωγής για τα βόεια κρέατα εκλεκτής ποιότητας, νωπά, διατηρημένα με απλή ψύξη ή κατεψυγμένα ( ΕΕ L 268, σ. 59).
2
Πριν εξεταστεί το βάσιμο της προσφυγής, πρέπει να υπομνηστεί το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται ο προσβαλλόμενος κανονισμός, δηλαδή οι κοινοτικές διατάξεις σχετικά με την κοινοτική δασμολογική ποσόστωση των ανωτέρω προϊόντων, για την έκδοση των πιστοποιητικών εισαγωγής και τη χρησιμοποίηση της ανωτέρω ποσοστώσεως.
Η κοινοτική δασμολογική ποσόστωση
3
Η Κοινότητα, στο πλαίσιο των υποχρεώσεων που υπέχει από τη Γενική Συμφωνία περί Δασμών και Εμπορίου ( στο εξής ΓΣΔΕ ), ανοίγει κάθε χρόνο κοινοτική δασμολογική ποσόστωση για τα βόεια κρέατα εκλεκτής ποιότητας, νωπά, διατηρημένα με απλή ψύξη ή κατεψυγμένα. Για το 1987 αυτό έγινε ως προς τα βόεια αυτά κρέατα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3928/86 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1986 (EE L 365, σ. 2 ). Κατά το άρθρο 1 του κανονισμού αυτού ο συνολικός όγκος αυτής της ποσοστώσεως ανερχόταν σε 29800 τόνους. Το άρθρο 2 όριζε ότι οι λεπτομέρειες εφαρμογής καθορίζονται σύμφωνα με τη λεγόμενη διαδικασία « της επιτροπής διαχειρίσεως » που προβλέπεται στο άρθρο 27 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 72 ).
4
Ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 3985/86 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1986 ( EE L 370, σ. 37 ), καθόρισε τις λεπτομέρειες εφαρμογής των συστημάτων εισαγωγής. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο δ, του κανονισμού αυτού ορίζει ότι:
« 1.
Η δασμολογική ποσόστωση των βοείων κρεάτων, νωπών, διατηρημένων δι' απλής ψύξεως ή κατεψυγμένων, που προβλέπεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 3928/86 κατανέμεται ως ακολούθως:
α)
...
δ)
10000 τόνοι, σε βάρος του προϊόντος, κρεάτων, των διακρίσεων 02.01 Α II α και 02.01 Α II β του κοινού δασμολογίου, που ανταποκρίνονται στον ακόλουθο προσδιορισμό: ... »
Κατά το άρθρο 7:
« Η κατάθεση των αιτήσεων πιστοποιητικών και η έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής των κρεάτων που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο δ, λαμβάνουν χώρα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 12 και 15 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2377/80. »
Η νομοθεσία σχετικά με τα πιστοποιητικά εισαγωγής
5
Κατά την περίοδο που ενδιαφέρει την παρούσα δίκη, η έκδοση των πιστοποιητικών εισαγωγής διεπόταν από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2377/80 της Επιτροπής, της 4ης Σεπτεμβρίου 1980 (ΕΕ ειδ. έκδ. 21/011, σ. 169). Το άρθρο 12 του κανονισμού αυτού, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3578/82 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1982 (ΕΕ L 373, σ. 59), που ίσχυε μέχρι 1ης Ιανουαρίου 1988, όριζε τα εξής:
« 1.
Για να τύχει του ευεργετήματος του ειδικού καθεστώτος εισαγωγής που αναφέρεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο δ, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2972/79:
α)
η είτε οι αιτήσεις πιστοποιητικών, που έχουν κατατεθεί από τον ίδιο ενδιαφερόμενο, πρέπει να αναφέρονται σε συνολική ποσότητα που αντιστοιχεί κατ' ελάχιστο όριο σε πέντε τόνους κρέατος, κατά βάρος προϊόντος, για το καθεστώς και για τον μήνα κατά τη διάρκεια του οποίου έχουν κατατεθεί η είτε οι αιτήσεις πιστοποιητικών
... »
6
Το άρθρο 15 του κανονισμού 2377/80 διέπει την αίτηση και την έκδοση των πιστοποιητικών εισαγωγής. Το άρθρο 15, παράγραφος 6, στοιχείο δ, όπως προστέθηκε στον κανονισμό αυτό με τον κανονισμό 3578/82, έχει ως εξής:
« δ)
Η Επιτροπή αποφασίζει εντός ποίου μέτρου δύναται να δοθεί συνέχεια στις αιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 12. Εάν οι ποσότητες για τις οποίες έχουν ζητηθεί πιστοποιητικά υπερβαίνουν τις διαθέσιμες ποσότητες, η Επιτροπή καθορίζει ένα μοναδικό ποσοστό μειώσεως των αιτουμένων ποσοτήτων. Εάν η συνολική ποσότητα που αποτελεί αντικείμενο των αιτήσεων είναι κατώτερη από τη διαθέσιμη ποσότητα, η Επιτροπή καθορίζει την υπόλοιπη ποσότητα. »
Η χρησιμοποίηση της κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως
7
Όσον αφορά την ποσόστωση των 10000 τόνων βοείου κρέατος εκλεκτής ποιότητας που καθορίστηκε για το έτος 1987, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο δ, του κανονισμού 3985/86, οι αιτήσεις πιστοποιητικών εισαγωγής αφορούσαν ποσότητες που υπερέβαιναν συνολικώς τις διαθέσιμες. Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 519/87 της Επιτροπής, της 20ής Φεβρουαρίου 1987 ( ΕΕ L 52, σ. 12), η Επιτροπή έκανε τότε χρήση της ευχέρειας που προβλέπεται στο άρθρο 15, παράγραφος 6, στοιχείο δ, του κανονισμού 2377/80, να μειώσει τις ζητηθείσες ποσότητες κατά ορισμένο ποσοστό. Κατά το άρθρο 1 :
«Κάθε αίτηση για πιστοποιητικό εισαγωγής που κατατίθεται για τον μήνα Φεβρουάριο του 1987 για τα βόεια κρέατα υψηλής ποιότητας, νωπά, διατηρημένα με απλή ψύξη ή κατεψυγμένα, τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο δ, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 3985/86 ικανοποιείται μέχρι 3,343 ο/ο της ποσότητας που ζητήθηκε. »
8
Επειδή μεγάλος αριθμός εκδοθέντων πιστοποιητικών δεν χρησιμοποιήθηκε για εμπορικούς λόγους, κινήθηκε νέα διαδικασία κατακυρώσεως με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2539/87 της Επιτροπής, της 24ης Αυγούστου 1987 ( ΕΕ L 241, σ. 6 ). Κατά το άρθρο 1 του κανονισμού αυτού:
« Αιτήσεις πιστοποιητικών είναι δυνατόν να υποβληθούν σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2377/80 κατά τη διάρκεια των δέκα πρώτων ημερών του Σεπτεμβρίου 1987, για συνολική ποσότητα 4617 τόνων βοείου κρέατος προελεύσεως Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και Καναδά. »
9
Στη συνέχεια, θεωρήθηκε αναγκαία η μείωση κατά ορισμένο ποσοστό των ποσοτήτων που ζητήθηκαν βάσει του κανονισμού 2539/87. Προς τούτο, ο επίδικος κανονισμός 2806/87 όρισε στο άρθρο 1 ότι:
«Κάθε αίτηση για πιστοποιητικό εισαγωγής που κατατίθεται για τον μήνα Σεπτέμβριο του 1987 για τα βόεια κρέατα υψηλής ποιότητας, νωπά, διατηρημένα με απλή ψύξη ή κατεψυγμένα, τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο δ, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 3985/86, ικανοποιείται μέχρι 0,2425 ο/ο της ποσότητας που ζητήθηκε.
Στην περίπτωση που η αίτηση ξεπερνά την ποσότητα των 4617 τόνων που είναι διαθέσιμη κατά τον κανονισμό ( ΕΟΚ) 2539/87, λαμβάνεται υπόψη εντός των ορίων αυτής της ποσότητας. »
10
Στις 9 Σεπτεμβρίου 1987 η προσφεύγουσα κατέθεσε στις αρμόδιες αρχές των Κάτω Χωρών αίτηση εκδόσεως πιστοποιητικών για την εισαγωγή 80000 τόνων βοείου κρέατος. Στη συνέχεια, στις 10 Σεπτεμβρίου κατέθεσε νέα αίτηση που αφορούσε 240000 τόνους. Λόγω της εφαρμογής του κανόνα του ανωτάτου ορίου κατά το άρθρο 1, δεύτερο εδάφιο, του επιδίκου κανονισμού 2806/87, η προσφεύγουσα έλαβε πιστοποιητικό που αντιστοιχούσε στο 0,2425 ο/ο ποσότητας 4617 τόνων, και της επετράπη έτσι να εισαγάγει μόνο 11,19 τόνους βοείου κρέατος.
11
Το ζήτημα αν, στο πλαίσιο του κανονισμού 2539/87, ένας εισαγωγέας μπορεί να ζητήσει πιστοποιητικά για ποσότητα μεγαλύτερη από τη διαθέσιμη ανέκυψε για πρώτη φορά κατά τη συνεδρίαση της επιτροπής διαχειρίσεως της 11ης Σεπτεμβρίου 1987. Κατά τα συνοπτικά πρακτικά της συνεδριάσεως αυτής, « οι υπηρεσίες της Επιτροπής απάντησαν ότι το γράμμα του άρθρου 12 του κανονισμού 2377/80 δεν κάνει μνεία για ανωτάτη ποσότητα. Το ζήτημα είναι, επομένως, αμφισβητούμενο και χρήζει περαιτέρω εξετάσεως ».
12
Στις 11 Σεπτεμβρίου 1987, η «Produktschap voor Vee en Vlees» (στο εξής: η Produktschap ), η αρμόδια ολλανδική αρχή για την κατάθεση των αιτήσεων πιστοποιητικών και την έκδοση των πιστοποιητικών εισαγωγής, γνωστοποίησε στην Επιτροπή το συνολικό ποσό που αντιστοιχούσε στις αιτήσεις που είχαν κατατεθεί στις Κάτω Χώρες. Στις 15 Σεπτεμβρίου 1987 η Επιτροπή απάντησε ότι μια αίτηση πιστοποιητικού έπρεπε να αφορά ποσότητα τουλάχιστον αντίστοιχη προς 5 τόνους κρέατος, αλλά να μην υπερβαίνει τη συνολική ποσότητα που είναι διαθέσιμη κατά την υποβολή της αιτήσεως, μολονότι δεν υπήρχε ιδιαίτερο ανώτατο όριο στο πλαίσιο του καθεστώτος αυτού μετά το 1982.
13
Η Produktschap απάντησε ότι η ερμηνεία αυτή του κανονισμού 2539/87 ήταν αντίθετη προς ορισμένες αποφάσεις που είχαν ληφθεί προγενέστερα, ιδίως κατά τη συνεδρίαση της επιτροπής διαχειρίσεως της 11ης Σεπτεμβρίου 1987, και ότι θα προξενούσε σοβαρά προβλήματα στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις των Κάτω Χωρών. Ωστόσο, με τον επίδικο κανονισμό 2806/87, της 18ης Σεπτεμβρίου 1987, η Επιτροπή θέσπισε ανώτατο όριο για τις αιτήσεις, μειώνοντας έτσι αναλογικά τις ζητηθείσες ποσότητες.
14
Με Διάταξη της 27ης Απριλίου 1988 το Δικαστήριο επέτρεψε στην Ολλανδική Κυβέρνηση να παρέμβη προς στήριξη των αιτημάτων της προσφεύγουσας.
15
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικά το νομικό πλαίσιο και τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, η διαδικασία, οι λόγοι ακυρώσεως και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω, παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του παραδεκτού
16
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, κατά την απόφαση της 13ης Μαΐου 1971, NV International Fruit Company και λοιποί κατά Επιτροπής (41/70 έως 47/70, Rec. 1971, σ. 411 ), η προσφυγή είναι παραδεκτή για τον λόγο ότι ο επίδικος κανονισμός δεν έχει γενική ισχύ και οι διατάξεις του την αφορούν άμεσα και ατομικά. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι υπέστη σημαντική ζημία από τη θέσπιση του κανονισμού αυτού, κατά το μέτρο που οι αιτήσεις πιστοποιητικών ικανοποιήθηκαν μόνο μέχρι το ανώτατο όριο βάρους και απώλεσε έτσι τη δυνατότητα εισαγωγής σημαντικά μεγαλύτερης ποσότητας βοείου κρέατος από τις ΗΠΑ και/ή τον Καναδά, καθώς και λήψεως αδειών στο πλαίσιο της ΓΣΔΕ.
17
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη, επειδή ο κανονισμός 2806/87 δεν αφορά την προσφεύγουσα άμεσα και ατομικά κατά την έννοια του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ. Ο κανονισμός αυτός έχει γενική ισχύ και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απόφαση ή σύνολο αποφάσεων που ικανοποιεί τις απαιτήσεις του άρθρου 173. Το γεγονός και μόνον ότι μπορεί να προσδιοριστεί ο αριθμός ή η ταυτότητα των προσώπων στα οποία απευθύνεται ο κανονισμός δεν συνιστά κριτήριο ικανό για να χαρακτηριστεί ο κανονισμός αυτός ως πράξη δεκτική προσφυγής κατά την έννοια του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο.
18
Πρέπει να εξεταστεί αν οι διατάξεις του κανονισμού 2806/87 αφορούν την προσφεύγουσα άμεσα και ατομικά, κατά την έννοια του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ.
19
Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, πρέπει να παρατηρηθεί ότι ο κανονισμός 2806/87 καθορίζει κατά λεπτομερέστατο τρόπο τα κριτήρια βάσει των οποίων χορηγούνται τα πιστοποιητικά εισαγωγής, χωρίς να αφήνει περιθώριο εκτιμήσεως στους οργανισμούς των κρατών μελών που είναι αρμόδιοι για την έκδοση των εγγράφων αυτών. Από αυτό προκύπτει ότι ο κανονισμός αφορά άμεσα την προσφεύγουσα.
20
Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, δεν αμφισβητείται ότι ο κανονισμός 2806/87 εκδόθηκε ενόψει ποσοτήτων βοείου κρέατος για τις οποίες είχαν κατατεθεί ατομικές αιτήσεις πιστοποιητικών εισαγωγής τις δέκα πρώτες ημέρες του Σεπτεμβρίου 1987.
21
Κατά την έκδοση του κανονισμού αυτού ήταν, επομένως, καθορισμένος ο αριθμός των αιτήσεων που θα μπορούσε να επηρεάσει. Καμιά νέα αίτηση δεν μπορούσε να προστεθεί. Η συνολική ποσότητα για την οποία είχαν υποβληθεί αιτήσεις προσδιόρισε το ποσοστό στα όρια του οποίου αυτές μπορούσαν να ικανοποιηθούν.
22
Επομένως, εκδίδοντας τον κανονισμό 2806/87, η Επιτροπή, ακόμη και αν είχε λάβει γνώση μόνο των ποσοτήτων που είχαν ζητηθεί, αποφάσισε για τη συνέχεια που έπρεπε να δοθεί σε κάθε κατατεθείσα αίτηση.
23
Από αυτό προκύπτει ότι το άρθρο 1 του κανονισμού 2806/87 δεν συνιστά διάταξη γενικής ισχύος κατά την έννοια του άρθρου 189, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, αλλά πρέπει να αναλυθεί ως δέσμη ατομικών αποφάσεων που εξέδωσε η Επιτροπή, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο δ, του κανονισμού 3985/86, υπό μορφή κανονισμού, καθεμιά από τις οποίες επηρεάζει την έννομη κατάσταση ενός εκάστου των αιτούντων. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτό ότι ο κανονισμός αφορά άμεσα και ατομικά την προσφεύγουσα και ότι, επομένως, η προσφυγή είναι παραδεκτή.
Επί της ουσίας
24
Η προσφεύγουσα προβάλλει διαφόρους λόγους ακυρώσεως που στηρίζονται ιδίως στην ανεπαρκή αιτιολογία του επιδίκου κανονισμού, στην υπέρβαση εξουσίας και την παράβαση ουσιώδους τύπου.
25
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται έτσι, πρώτον, ότι το άρθρο 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2806/87, που συνιστά τροποποίηση της πολιτικής που ακολουθούσε μέχρι τότε η Επιτροπή, δεν αιτιολογείται στο προοίμιο του κανονισμού. Επομένως, ο κανονισμός αυτός εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΟΚ.
26
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, δεύτερον, ότι ο κανονισμός 2806/87 δεν περιορίζεται να ρυθμίσει τη διαδικασία καταθέσεως των αιτήσεων πιστοποιητικών, σύμφωνα με το άρθρο 15, παράγραφος 6, στοιχείο δ, του κανονισμού 2377/80, του Συμβουλίου, αλλ' εξαρτά την έκδοση των πιστοποιητικών από προϋποθέσεις μη προβλεπόμενες στο άρθρο 12 του κανονισμού αυτού. Θεσπίζοντας έτσι νέους κανόνες στο πλαίσιο κανονισμού που εκδόθηκε προς εκτέλεση κανονισμού του Συμβουλίου, η Επιτροπή υπερέβη τις εξουσίες της.
27
Τρίτον, η προσφεύγουσα επικαλείται παράβαση διαδικαστικού κανόνα και/ή ουσιώδους τύπου, λόγω του ότι η Επιτροπή δεν ζήτησε τη γνώμη της επιτροπής διαχειρίσεως, σύμφωνα προς το προαναφερθέν άρθρο 27 του κανονισμού 805/68 του Συμβουλίου.
28
Η Επιτροπή επικαλείται το ιστορικό της θεσπίσεως του κανόνα του ανωτάτου ορίου και ισχυρίζεται ότι το άρθρο 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2806/87 αποτελεί απλή διευκρίνιση και όχι τροποποίηση του καθεστώτος των άρθρων 12 και 15 του κανονισμού 2377/80 του Συμβουλίου. Ο κανόνας του ανωτάτου ορίου αποτελεί απλώς τη λογική συνέπεια της εφαρμογής της τεχνικής του ενιαίου ποσοστού που προβλέπεται στο άρθρο 15, παράγραφος 6, στοιχείο δ, του κανονισμού 2377/80.
29
Πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι τρεις λόγοι ακυρώσεως που προβάλλει η προσφεύγουσα θέτουν το ζήτημα αν η Επιτροπή μπορούσε, σε χρονικό σημείο κατά το οποίο δεν είχαν ακόμη κατατεθεί όλες οι αιτήσεις πιστοποιητικών εισαγωγής, να θεσπίσει, με τον επίδικο κανονισμό, τον κανόνα του ανωτάτου ορίου, διευκρινίζοντας ότι καθεμιά από τις αιτήσεις θα ελαμβάνετο υπόψη μόνο εντός του ορίου της συνολικής διαθέσιμης ποσότητας των 4617 τόνων.
30
Διαπιστώνεται ότι, όπως αναφέρει σαφώς η δεύτερη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου του κανονισμού (ΕΟΚ) 2957/79 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1979 (JO L 336, σ. 5 ), που άνοιξε για πρώτη φορά κοινοτική δασμολογική ποσόστωση για τα εν λόγω κρέατα, ο σκοπός του καθεστώτος των αιτήσεων πιστοποιητικών εισαγωγής και της μειώσεως του αριθμού των αιτουμένων ποσοτήτων σε περίπτωση υπερβάσεως της ποσοστώσεως είναι « να εξασφαλιστεί, ιδίως, η ίση και συνεχής πρόσβαση όλων των ενδιαφερομένων εισαγωγέων της Κοινότητας στην ποσόστωση αυτή ».
31
Πρέπει να αναγνωριστεί ότι ο κανόνας του άρθρου 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2806/87 αποτελεί κανόνα καλής διαχειρίσεως κατά το ότι διευκρινίζει προϋφισταμένη κοινοτική ρύθμιση της οποίας αποτελεί, άλλωστε, αναγκαία συνέπεια, δεδομένου ότι ελλείψει ενός τέτοιου κανόνα δεν θα ήταν δυνατή η εύρυθμη λειτουργία του καθεστώτος των πιστοποιητικών εισαγωγής. Πρέπει να υπογραμμιστεί συναφώς ότι αίτηση υπερβαίνουσα τη διαθέσιμη ποσότητα δεν μπορεί παρά να υποβλήθηκε με μόνο σκοπό τη νόθευση, προς όφελος του ιδίου του αιτούντος, της αναλογικής μειώσεως του αριθμού των διαφόρων αιτουμένων ποσοτήτων που πραγματοποιείται μεταγενέστερα από την Επιτροπή. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτό ότι οι διατάξεις που θεσπίζει η Επιτροπή για να αποτρέψει την καταστρατήγηση των σκοπών του υπό κρίση καθεστώτος εμπίπτουν στη σφαίρα των αρμοδιοτήτων της και ότι οι διαβουλεύσεις με την επιτροπή διαχειρίσεως δεν ήσαν αναγκαίες.
32
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται εξάλλου ότι, σε άλλους κανονισμούς και καθεστώτα εμπίπτοντα στην κοινή γεωργική πολιτική, η κατάθεση αιτήσεων που υπερβαίνουν τη διαθέσιμη ποσότητα είναι συνήθης και επιτρέπεται. Δεν μπόρεσε, ωστόσο, να δώσει κανένα παράδειγμα τέτοιας πρακτικής, απαντώντας σε γραπτή ερώτηση του Δικαστηρίου. Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσφεύγουσα δεν μπορούσε εύλογα να αναμένει διαφορετική ενέργεια της Επιτροπής και το προβληθέν επιχείρημα πρέπει να απορριφθεί.
33
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται επίσης ότι το άρθρο 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2806/87 παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, επειδή διακρίνει αδικαιολόγητα μεταξύ, αφενός, όσων κατέθεσαν σε ένα μόνο κράτος μέλος μια μόνο αίτηση υπερβαίνουσα τη διαθέσιμη ποσότητα και, αφετέρου, όσων κατέθεσαν αίτηση που αφορούσε εκάστοτε ολόκληρη τη διαθέσιμη ποσότητα σε διάφορα κράτη μέλη. Κατά την προσφεύγουσα, οι αιτήσεις αυτές δεν σωρεύονται κατά το άρθρο 15, παράγραφος 2, στοιχείο β, του κανονισμού 2377/80, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 3578/82, και καθιστούν έτσι δυνατό να ζητηθεί πιστοποιητικό εισαγωγής σε διαφορετικά κράτη μέλη βάσει του ίδιου ειδικού καθεστώτος εισαγωγής.
34
Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι, μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού 3578/82, η εφαρμογή του κανόνα του ανωτάτου ορίου που προβλέπεται στον κανονισμό 2806/87 θα μπορούσε, πράγματι, να συνεπάγεται διαφορετική μεταχείριση στην περίπτωση αιτούντων που καταθέτουν συγχρόνως αιτήσεις σε διάφορα κράτη μέλη. Ωστόσο, το ενδεχόμενο αυτό δεν παρουσιάστηκε μέχρι σήμερα. Εν πάση περιπτώσει, η προσφεύγουσα δεν υπέστη καμιά συνέπεια από τη δυνητική αυτή διαφορετική μεταχείριση, αφού δεν κατέθεσε αιτήσεις σε άλλα κράτη μέλη.
35
Καταρχάς, πρέπει να υπομνηστεί συναφώς ότι ο σκοπός του επιδίκου καθεστώτος εισαγωγής είναι να εξασφαλίζεται η ίση πρόσβαση όλων των ενδιαφερομένων εισαγωγέων της Κοινότητας στη διαθέσιμη ποσότητα. Πρέπει να διαπιστωθεί στη συνέχεια ότι τόσο η κατάθεση σε ένα μόνο κράτος μέλος αιτήσεως υπερβαίνουσας τη διαθέσιμη ποσότητα, όσο και η κατάθεση σε διάφορα κράτη μέλη αιτήσεων που αφορούν εκάστοτε ολόκληρη τη διαθέσιμη ποσότητα κατατείνουν στην καταστρατήγηση των σκοπών του καθεστώτος. Υπό τις συνθήκες αυτές, το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν πάταξε ταχέως τη δεύτερη μορφή καταστρατηγήσεως δεν μπορεί να θεμελιώσει αξίωση της προσφεύγουσας να εγκριθεί ή να δικαιολογηθεί η μέθοδος της. Από αυτό προκύπτει ότι η προσφεύγουσα δεν μπορεί να επικαλεστεί βάσιμα παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.
36
Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα της προσφεύγουσας και της Ολλανδικής Κυβερνήσεως ότι η ερμηνεία της Επιτροπής δεν προέκυπτε σαφώς από την προϋφιστάμενη κοινοτική νομοθεσία και συνεπαγόταν παραβίαση της αρχής της ασφαλείας του δικαίου, πρέπει να υπογραμμιστεί εκ νέου ότι η ερμηνεία αυτή συνιστούσε απλή διευκρίνιση της προϋφισταμένης κοινοτικής νομοθεσίας της οποίας αποτελούσε την αναγκαία συνέπεια. Οι ισχυρισμοί σχετικά με την παραβίαση της αρχής της ασφαλείας του δικαίου πρέπει, επομένως, να απορριφθούν.
37
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι οι προβληθέντες λόγοι ακυρώσεως είναι αβάσιμοι και, επομένως, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
38
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
O'Higgins
Mancini
Schockweiler
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 6 Νοεμβρίου 1990.
Ο γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο πρόεδρος του δεοτέροο τμήματος
Τ. F. O'Higgins
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy