Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Μεταφορές - Θαλάσσιες μεταφορές - Προσχώρηση των κρατών μελών στον κώδικα συμπεριφοράς των ναυτιλιακών διασκέψεων - 'Ελλειψη υποχρεώσεως
(Κανονισμός του Συμβουλίου 954/79)
2. Μεταφορές - Θαλάσσιες μεταφορές - Συμφωνία για καταμερισμό των φορτίων μεταξύ κράτους μέλους και τρίτης χώρας - Τήρηση του κοινοτικού δικαίου - 'Ιση πρόσβαση όλων των κοινοτικών ναυτιλιακών εταιριών στις μεταφορές - Ανάθεση της εφαρμογής της συμφωνίας στις ναυτιλιακές εταιρίες - Επιτρεπτό
((Κανονισμός του Συμβουλίου 4055/86, άρθρο 1 και 4056/86, άρθρο 7, παράγραφος 2, στοιχείο β), i) ))
Περίληψη
1. Ο κανονισμός 954/79 περί επικυρώσεως της συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών περί του κώδικος συμπεριφοράς των Conferences (ναυτιλιακών διασκέψεων) τακτικών γραμμών ή της προσχωρήσεως των κρατών μελών στη σύμβαση, που περιορίζεται στον καθορισμό ορισμένων υποχρεώσεων που πρέπει να τηρούνται από τα κράτη μέλη που προσχωρούν στον κώδικα για να εξασφαλιστεί η σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο εφαρμογή του κώδικα αυτού, χωρίς εξάλλου να προβλέπει προθεσμία, εντός της οποίας πρέπει να πραγματοποιηθεί η επικύρωση ή η προσχώρηση στον κώδικα, δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προσχωρήσουν στη σύμβαση.
2. 'Ενα κράτος μέλος που συμμετέχει σε διακανονισμό για καταμερισμό των φορτίων που συνήφθη με τρίτη χώρα υποχρεούται να εξασφαλίζει πρόσβαση στο μερίδιο μεταφορών που παραχωρείται από τη σχετική συμφωνία στους εφοπλιστές του τόσο σε όλες τις κοινοτικές εταιρίες μέλη της διασκέψεως κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 του κανονισμού 4055/86 που καθιερώνει την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στις θαλάσσιες μεταφορές, όσο και στις κοινοτικές εταιρίες μη μέλη της διασκέψεως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 2, στοιχείο β), πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 4056/86 για τον καθορισμό του τρόπου εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης στις θαλάσσιες μεταφορές.
Το γεγονός ότι η εφαρμογή της συμφωνίας αυτής έχει ανατεθεί σε ιδιώτες δεν μπορεί να διακυβεύσει την τήρηση του κοινοτικού δικαίου, δεδομένου ότι στο συμβαλλόμενο κράτος μέλος απόκειται να θεσπίσει τα απαιτούμενα εσωτερικά μέτρα, ώστε οι εφοπλιστές του να παράσχουν στις λοιπές κοινοτικές εταιρίες δικαίωμα προσβάσεως σύμφωνα με τις κοινοτικές υποχρεώσεις του κράτους αυτού.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 355/87,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τη νομικό της σύμβουλο D. Sorasio και τον I. Pernice, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, Centre Wagner,
προσφεύγουσα,
κατά
Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενου από τον R. Fornasier, γενικό διευθυντή της νομικής του υπηρεσίας, και την J. Aussant, μέλος της υπηρεσίας αυτής, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον J. Kaeser, διευθυντή της Διευθύνσεως Νομικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, boulevard Konrad-Adenauer,
καθού,
υποστηριζόμενου από την
Ιταλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον καθηγητή L. Ferrari Bravo, προϊστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενου από τον I. Braguglia, νομικό σύμβουλο του κράτους, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ιταλίας, 5, rue Marie-Adelaide,
παρεμβαίνουσα,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως του Συμβουλίου της 17ης Σεπτεμβρίου 1987 για τις θαλάσσιες μεταφορές μεταξύ Ιταλίας και Αλγερίας (ΕΕ L 272, σ. 37),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους O. Due, πρόεδρο, T. Koopmans, R. Joliet, T. F. O' Higgins και F. Grevisse, προέδρους τμήματος, Sir Gordon Slynn, G. F. Mancini, Κ. Ν. Κακούρη, F. A. Schockweiler, J. C. Moitinho de Almeida, G. C. Rodriquez Iglesias, Diez de Velasco και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: D. Louterman, κύρια υπάλληλος διοικήσεως
αφού έλαβε υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 31ης Ιανουαρίου 1989,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 15ης Μαρτίου 1989,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25 Νοεμβρίου 1987, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 173, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως 87/475/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Σεπτεμβρίου 1987 για τις θαλάσσιες μεταφορές μεταξύ Ιταλίας και Αλγερίας (ΕΕ L 272, σ. 37).
2 Τον Ιούλιο 1985 η Ιταλία γνωστοποίησε στα λοιπά κράτη μέλη και την Επιτροπή ότι αντιμετώπιζε δυσχέρειες στις εμπορικές της σχέσεις με την Αλγερία. Το τελευταίο αυτό κράτος ανέθετε κατ' αποκλειστικότητα στην εθνική ναυτιλιακή του εταιρία το 80 % περίπου των μεταφορών εμπορευμάτων με πλοία των τακτικών γραμμών μεταξύ των εν λόγω δύο κρατών.
3 Η Κοινότητα και τα κράτη μέλη προέβησαν σε σχετικό διπλωματικό διάβημα προς την Αλγερία. Η συμμετοχή τής Ιταλίας στις μεταφορές προς και από το κράτος αυτό συνέχισε, όμως, να μειώνεται και υποχώρησε στο 10 % περίπου των μεταφορών αυτών.
4 Η Ιταλία διαπραγματεύθηκε τότε μόνη της με την Αλγερία μια "συμφωνία για τις θαλάσσιες μεταφορές και ναυσιπλοΐα μεταξύ της Ιταλικής Δημοκρατίας και της Λαϊκής Δημοκρατίας της Αλγερίας" (στο εξής: "σχέδιο συμφωνίας"). Στις 17 Μαρτίου 1987 η Ιταλία κοινοποίησε στην Επιτροπή αυτό το σχέδιο συμφωνίας που είχε μονογραφηθεί και υπογραφεί, όχι όμως επικυρωθεί. Η Ιταλία προέβη στην κοινοποίηση αυτή κατά το άρθρο 6, παράγραφος 5, του κανονισμού 4055/86 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1986, για την εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών μεταξύ κρατών μελών και μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών (στο εξής: κανονισμός για την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών) (ΕΕ L 378, σ. 1). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τα κράτη μέλη που θεσπίζουν μέτρα διατηρήσεως της συμμετοχής τους στις μεταφορές προς και από τρίτες χώρες πρέπει να τα κοινοποιούν αμέσως στην Επιτροπή.
5 Το άρθρο 4 του σχεδίου της ιταλοαλγερινής συμφωνίας έχει ως εξής:
"Οι εφοπλιστές θα πρέπει να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για την οργάνωση των μεταφορών και την κατανομή τους στο πλαίσιο διασκέψεως ή άλλης οργανώσεως εφοπλιστών για την καλύτερη εκμετάλλευση των γραμμών, σύμφωνα με την αρχή της κατανομής που προβλέπεται στον κώδικα συμπεριφοράς των ναυτιλιακών διασκέψεων, εξασφαλιζομένης της αμοιβαίας τηρήσεως των διεθνών δεσμεύσεων εκάστου μέρους."
6 Η Επιτροπή θεώρησε ότι η διάταξη αυτή συνιστούσε διακανονισμό για καταμερισμό φορτίων υπό την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού για την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Η διάταξη αυτή ορίζει τα εξής:
"Οι διακανονισμοί για καταμερισμό φορτίων σε οποιαδήποτε μελλοντική συμφωνία με τρίτες χώρες απαγορεύονται, εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων, όπου οι κοινοτικές ναυτιλιακές εταιρίες τακτικών γραμμών δεν θα είχαν, σε αντίθετη περίπτωση, πραγματική δυνατότητα συμμετοχής στις μεταφορές προς και από τη συγκεκριμένη τρίτη χώρα. Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι δυνατό να επιτραπεί η σύναψη τέτοιου διακανονισμού σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6."
7 Το άρθρο 6 του ίδιου κανονισμού ορίζει στην παράγραφο 2 τα εξής:
"Το Συμβούλιο, προτάσει της Επιτροπής, αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία τα αναγκαία μέτρα, περιλαμβανομένης, στην περίπτωση του άρθρου 5, παράγραφος 1, και της διαπραγμάτευσης και σύναψης διακανονισμών για καταμερισμό φορτίων."
8 Η Επιτροπή θεώρησε ότι δεν πληρούται εν προκειμένω η περιοριστική προϋπόθεση, από την οποία το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού για την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών εξαρτά τη δυνατότητα να επιτραπεί διακανονισμός για καταμερισμό φορτίων. Η Ιταλία θα μπορούσε να έχει πραγματική δυνατότητα συμμετοχής στις μεταφορές προς και από την Αλγερία, αν είχε προσχωρήσει στη σύμβαση για τον κώδικα συμπεριφοράς των ναυτιλιακών διασκέψεων, που συνήφθη στη Γενεύη στις 6 Απριλίου 1974 υπό την αιγίδα της διασκέψεως των Ηνωμένων Εθνών για το εμπόριο και την ανάπτυξη (έγγρ. NU TD/code/11/rev. 1 και corr. 1, που δημοσιεύτηκε επίσης στο Bundesgesetzblatt, 1983, δεύτερο μέρος, σ. 64) (στο εξής: κώδικας συμπεριφοράς), πράγμα που θα είχε εξασφαλίσει στους εφοπλιστές της, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 4, του κώδικα αυτού, τη δυνατότητα συμμετοχής στις εν λόγω μεταφορές.
9 Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 4, του κώδικα συμπεριφοράς
"Για τον καταμερισμό των μεταφορών σε κοινοπραξία εταιριών μελών και/ή ομίλων εθνικών ναυτιλιακών εταιριών σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 2 εφαρμόζονται οι κατωτέρω αρχές περί του προστατευόμενου από τη διάσκεψη δικαιώματος συμμετοχής τους στις μεταφορές, με την επιφύλαξη αντίθετης συμφωνίας:
α) κάθε όμιλος εθνικών ναυτιλιακών εταιριών των δύο χωρών, μεταξύ των οποίων η διάσκεψη εξασφαλίζει τις μεταφορές στον τομέα του εξωτερικού εμπορίου, έχει δικαίωμα να συμμετέχει εξίσου στη μεταφορά των φορτίων που συνιστούν το εξωτερικό εμπόριο μεταξύ των χωρών αυτών και μεταφέρονται από τη διάσκεψη
β) οι ναυτιλιακές εταιρίες τρίτης χώρας, εφόσον υφίστανται, έχουν το δικαίωμα να συμμετέχουν σε σημαντικό ποσοστό, 20 % για παράδειγμα, στις μεταφορές που συνιστούν το εμπόριο αυτό."
10 Η Επιτροπή αναγνώρισε πάντως ότι η ιταλοαλγερινή συμφωνία μπορούσε να εφαρμοστεί κατά το χρόνο που θα απαιτούνταν για την προσχώρηση της Ιταλίας στον κώδικα συμπεριφοράς. Κατόπιν αυτού υπέβαλε στο Συμβούλιο πρόταση αποφάσεως βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού για την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Η προτεινόμενη χορήγηση άδειας τελούσε υπό την προϋπόθεση της προσχωρήσεως της Ιταλίας στον κώδικα συμπεριφοράς το συντομότερο δυνατό. Η συμφωνία θα έπαυε να παράγει αποτελέσματα, μόλις θα άρχιζε η εφαρμογή του κώδικα συμπεριφοράς στις μεταφορές μεταξύ Ιταλίας και Αλγερίας, το αργότερο δε μετά την πάροδο τριετίας από την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως του Συμβουλίου. Κατά την πρόταση, το σχέδιο συμφωνίας έπρεπε να υποστεί προηγουμένως ορισμένες τροποποιήσεις για να εξασφαλιστεί η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και η διατήρηση αποτελεσματικού ανταγωνισμού.
11 Στις 17 Σεπτεμβρίου 1987 το Συμβούλιο έλαβε ομόφωνα την προσβαλλόμενη απόφαση, αποδέκτης της οποίας είναι η Ιταλική Δημοκρατία. Η απόφαση αυτή αναφέρει στις αιτιολογικές της σκέψεις:
"ότι οι διατάξεις της ανωτέρω συμφωνίας πρέπει να εφαρμόζονται κατά τρόπο ώστε να αποφευχθεί σύγκρουση των διατάξεων αυτών με τις υποχρεώσεις των κρατών μελών που απορρέουν από την κοινοτική νομοθεσία, ιδίως όσον αφορά τη δίκαιη, ελεύθερη και χωρίς διακρίσεις πρόσβαση των υπηκόων των χωρών της Κοινότητας ή των ναυτιλιακών εταιριών, συμπεριλαμβανομένων των ανεξάρτητων ναυτιλιακών εταιριών τακτικών γραμμών, στις μεταφορές φορτίων".
12 Η προσβαλλόμενη απόφαση χορηγεί στο άρθρο 1 άδεια επικυρώσεως της συμφωνίας χωρίς όρους, εκτός από τον όρο της προσχωρήσεως της Ιταλίας το συντομότερο δυνατό, στον κώδικα συμπεριφοράς. Επιτρέπει την εφαρμογή της συμφωνίας χωρίς χρονικό περιορισμό. Δεν επιβάλλει, τέλος, καμιά τροποποίηση των διατάξεων του σχεδίου, αλλά περιορίζεται να διευκρινίσει ότι η Ιταλία "θα υπενθυμίσει στην Αλγερία ότι οι διατάξεις της συμφωνίας θα εφαρμοστούν σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία".
13 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσσονται διεξοδικώς η εφαρμοστέα ρύθμιση, καθώς και οι λόγοι ακυρώσεως και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Ως προς το λόγο ακυρώσεως που αφορά την παράβαση των άρθρων 5 και 6 του κανονισμού 4055/86 του Συμβουλίου για την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών
14 Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η απόφαση του Συμβουλίου συνιστά παράβαση των άρθρων 5 και 6 του κανονισμού για την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, πρώτον επειδή επέτρεψε τη σύναψη διακανονισμού για τον καταμερισμό των φορτίων, μολονότι δεν συνέτρεχαν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις, και, δεύτερον, επειδή πολλά σημεία της εν λόγω συμφωνίας είναι αντίθετα προς το κοινοτικό δίκαιο.
15 Καταρχάς πρέπει να εξεταστεί αν το άρθρο 4 του σχεδίου της ιταλοαλγερινής συμφωνίας περιέχει, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, διακανονισμό για τον καταμερισμό των φορτίων ή αν απλώς προβλέπει, όπως ισχυρίζεται το Συμβούλιο, τη σύσταση ναυτιλιακής διασκέψεως, δηλαδή ομίλου μεταφορέων που εκμεταλλεύονται πλοία που πραγματοποιούν διεθνείς μεταφορές εμπορευμάτων σε τακτικές γραμμές και συνάπτουν διακανονισμούς για τα ναύλα και τους λοιπούς όρους μεταφοράς.
16 Στο σημείο αυτό επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το άρθρο 4 του σχεδίου συμφωνίας ορίζει τα κριτήρια κατανομής που θα πρέπει να τηρούν οι εφοπλιστές, τους οποίους το εν λόγω άρθρο υποχρεώνει να εφαρμόζουν την αρχή της κατανομής που προβλέπεται στον κώδικα συμπεριφοράς. Η διάταξη αυτή μπορεί να οδηγήσει στο ίδιο αποτέλεσμα που θα είχε η κατανομή των εν λόγω μεταφορών από την ίδια την Ιταλία και την Αλγερία. Συνιστά, επομένως, διακανονισμό για καταμερισμό φορτίων.
17 'Οσον αφορά την παράβαση του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού για την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, που αποτελεί το πρώτο σκέλος του λόγου ακυρώσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν συνέτρεχαν "εξαιρετικές περιπτώσεις", υπό την έννοια της διατάξεως αυτής, στις οποίες δικαιολογείται η σύναψη διακανονισμού για καταμερισμό φορτίων απεριόριστης διάρκειας. Τέτοιες περιπτώσεις υφίστανται μόνο όταν κανένα άλλο μέσο λιγότερο περιοριστικό της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών δεν παρέχει στο οικείο κράτος μέλος τη δυνατότητα συμμετοχής στις οικείες μεταφορές. Εν προκειμένω, η προσχώρηση της Ιταλίας στον κώδικα συμπεριφοράς θα συνιστούσε τέτοιο μέσο.
18 'Οπως εξηγεί η Επιτροπή, η προσχώρηση αυτή θα συνεπαγόταν αυτομάτως την εφαρμογή στην Ιταλία του κανονισμού 954/79 του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 1979, περί επικυρώσεως από τα κράτη μέλη της συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών περί του κώδικα συμπεριφοράς των conferences ((ναυτιλιακών διασκέψεων)) τακτικών γραμμών ή της προσχωρήσεως των κρατών μελών στη σύμβαση (στο εξής: κανονισμός περί επικυρώσεως του κώδικα συμπεριφοράς) (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/011, σ. 228). Δυνάμει του άρθρου 3 του κανονισμού αυτού, τα φορτία που παραχωρούνται στις ιταλικές εταιρίες μέλη της διασκέψεως θα έπρεπε να ανακατανεμηθούν δίκαια μεταξύ όλων των κοινοτικών εταιριών μελών της διασκέψεως αυτής. Αντίθετα, η απλή αναφορά του άρθρου 4 του σχεδίου της ιταλοαλγερινής συμφωνίας στην αρχή της κατανομής του κώδικα συμπεριφοράς δεν καθιστούσε δυνατή την εφαρμογή του κανόνα της ανακατανομής που περιέχεται στο άρθρο 3 του προαναφερθέντος κανονισμού. Το σχέδιο συμφωνίας δεν εξασφαλίζει, επομένως, την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στον ίδιο βαθμό που θα την εξασφάλιζε η προσχώρηση της Ιταλίας στον κώδικα συμπεριφοράς.
19 Πρέπει να παρατηρηθεί σχετικά ότι ο κανονισμός περί επικυρώσεως του κώδικα συμπεριφοράς περιορίζεται στον καθορισμό ορισμένων υποχρεώσεων που πρέπει να τηρούνται από τα κράτη μέλη που προσχωρούν στον κώδικα για να εξασφαλιστεί η σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο εφαρμογή του κώδικα αυτού. Αντίθετα από την πρόταση της Επιτροπής, ο προαναφερθείς κανονισμός δεν προβλέπει προθεσμία, εντός της οποίας πρέπει να πραγματοποιηθεί η προσχώρηση στον κώδικα. Ο κανονισμός αυτός δεν υποχρεώνει, επομένως, τα κράτη μέλη να προσχωρήσουν στον κώδικα συμπεριφοράς.
20 Η προσχώρηση της Ιταλίας στον κώδικα συμπεριφοράς δεν μπορεί να απαιτηθεί ούτε και για το λόγο ότι θα εξασφάλιζε καλύτερα την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών από ό,τι η εφαρμογή της ιταλοαλγερινής συμφωνίας. Η συμφωνία αυτή μπορεί, πράγματι, να παρέχει από την άποψη αυτή τις ίδιες εγγυήσεις όπως και η προσχώρηση στον κώδικα, εφόσον περιέχει ρήτρες κατάλληλες να εξασφαλίζουν την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Το ζήτημα αν αυτό πράγματι συμβαίνει εμπίπτει στην εξέταση του δεύτερου σκέλους του λόγου ακυρώσεως.
21 Υπό τις συνθήκες αυτές ορθώς το Συμβούλιο δεν εξήρτησε τη χορήγηση άδειας για την επικύρωση του σχεδίου της ιταλοαλγερινής συμφωνίας από την προϋπόθεση προσχωρήσεως της Ιταλίας στον κώδικα συμπεριφοράς.
22 Το πρώτο σκέλος του λόγου ακυρώσεως πρέπει, επομένως, να απορριφθεί.
23 Με το δεύτερο σκέλος του λόγου ακυρώσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αντίθετη προς το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού για την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, επειδή το Συμβούλιο δεν μπορεί να επιτρέπει, βάσει της διατάξεως αυτής, παρά μόνο μέτρα σύμφωνα προς το κοινοτικό δίκαιο, και ότι δύο συγκεκριμένα σημεία της προσβαλλόμενης απόφασης αντίκεινται στο δίκαιο αυτό.
24 Η Επιτροπή ισχυρίζεται καταρχάς ότι το Συμβούλιο μπορούσε να επιτρέψει την επικύρωση της συμφωνίας, μόνο αν η συμφωνία αυτή εξασφάλιζε δίκαιη, ελεύθερη και χωρίς διακρίσεις πρόσβαση των εταιριών των λοιπών κρατών μελών στην κατανομή των ιταλοαλγερινών μεταφορών. Η Επιτροπή στηρίζεται σχετικά στο άρθρο 6, παράγραφος 4, του κανονισμού για την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, από το οποίο προκύπτει ότι τα κράτη μέλη, τα οποία, σε περίπτωση παρατεταμένης αδράνειας του Συμβουλίου, διαπραγματεύονται τα ίδια διακανονισμό για καταμερισμό των φορτίων, πρέπει να εξασφαλίζουν την ελεύθερη αυτή πρόσβαση. Το ίδιο απαιτείται, κατ' ανάγκη, για τις αποφάσεις του Συμβουλίου που επιτρέπουν το διακανονισμό για τον καταμερισμό των φορτίων.
25 Στη συνέχεια, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο μπορεί να επιτρέψει διακανονισμό για καταμερισμό φορτίων, μόνο αν ο διακανονισμός αυτός εξασφαλίζει στις κοινοτικές εταιρίες που δεν είναι μέλη της διασκέψεως πραγματική δυνατότητα προσβάσεως στις μεταφορές φορτίων που πραγματοποιούνται από τη διάσκεψη αυτή. Η εν λόγω υποχρέωση προκύπτει από το άρθρο 7, παράγραφος 2, στοιχείο β), πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 4056/86 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1986, για τον καθορισμό του τρόπου εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης στις θαλάσσιες μεταφορές (ΕΕ L 378, σ. 4), που απαιτεί τη διατήρηση αποτελεσματικού ανταγωνισμού.
26 Σημειωτέον ότι η σύγκριση των δύο προαναφερθέντων ισχυρισμών οδηγεί στην ερμηνεία ότι ο πρώτος αφορά την ανακατανομή του ιταλικού μεριδίου στις εν λόγω μεταφορές μεταξύ των κοινοτικών εταιριών, εκτός των ιταλικών, που συμμετέχουν στη διάσκεψη, ενώ ο δεύτερος αφορά την πρόσβαση στο μερίδιο αυτό των μεταφορών των κοινοτικών, ανεξαρτήτως κράτους μέλους, εταιριών που δεν συμμετέχουν στη διάσκεψη.
27 'Οσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Ιταλία υποχρεούται, πράγματι, να εξασφαλίσει σε όλες τις κοινοτικές εταιρίες μέλη της διασκέψεως πρόσβαση στο μερίδιο μεταφορών που παραχωρείται από τη συμφωνία στους ιταλούς εφοπλιστές. Η υποχρέωση αυτή απορρέει από το πρώτο άρθρο του κανονισμού για την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, που καθιερώνει την ελευθερία παροχής υπηρεσιών στις θαλάσσιες μεταφορές, και επιβεβαιώνεται από το άρθρο 6, παράγραφος 4, του κανονισμού αυτού, το οποίο επικαλείται η Επιτροπή. 'Οσον αφορά το δεύτερο ισχυρισμό, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 7, παράγραφος 2, στοιχείο β), πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 4056/86 του Συμβουλίου απαιτεί πράγματι από τη συμφωνία να εξασφαλίζει τη δυνατότητα προσβάσεως των κοινοτικών εταιριών μη μελών της διασκέψεως στο μερίδιο των μεταφορών που παραχωρείται από τη συμφωνία αυτή στους ιταλούς εφοπλιστές.
28 Κατά την Επιτροπή, το σχέδιο ιταλοαλγερινής συμφωνίας δεν πληροί τις δύο ανωτέρω προϋποθέσεις, επειδή δεν περιέχει ειδικές διατάξεις σχετικά.
29 Η Επιτροπή αναφέρει στο σημείο αυτό καταρχάς ότι η αναφορά του άρθρου 4 του σχεδίου συμφωνίας στις διεθνείς δεσμεύσεις της Ιταλίας είναι υπερβολικά αόριστη για να εξασφαλίσει την τήρηση της αρχής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και της ελευθερίας του ανταγωνισμού.
30 Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το άρθρο 4 του σχεδίου συμφωνίας διασαφηνίζεται από το άρθρο 1, στοιχείο β), της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το οποίο η Ιταλία "θα υπενθυμίσει στην Αλγερία ότι οι διατάξεις της συμφωνίας θα εφαρμοστούν σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία". Η προσβαλλόμενη απόφαση διευκρινίζει, εξάλλου, στην προτελευταία αιτιολογική σκέψη ότι μεταξύ των κοινοτικών υποχρεώσεων περιλαμβάνεται και η εξασφάλιση "δίκαιης, ελεύθερης και χωρίς διακρίσεις πρόσβασης των υπηκόων των χωρών της Κοινότητας ή των ναυτιλιακών εταιριών, συμπεριλαμβανομένων των ανεξάρτητων ναυτιλιακών εταιριών τακτικών γραμμών, στις μεταφορές φορτίων". Η υποχρέωση της Ιταλίας να εξασφαλίζει την τήρηση της αρχής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και της ελευθερίας του ανταγωνισμού διατυπώνεται έτσι με επαρκή σαφήνεια.
31 Η Επιτροπή προβάλλει, επίσης, την αντίρρηση ότι οι διεθνείς δεσμεύσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4 του σχεδίου συμφωνίας δεν μπορούν να αντιταχθούν σε ιδιώτες, δηλαδή τους εφοπλιστές τους επιφορτισμένους με την εφαρμογή της συμφωνίας.
32 Πρέπει να γίνει δεκτό ότι το γεγονός ότι η εφαρμογή της συμφωνίας έχει ανατεθεί σε ιδιώτες δεν μπορεί να διακυβεύσει την τήρηση του κοινοτικού δικαίου. Στην Ιταλία απόκειται να θεσπίσει τα απαιτούμενα εσωτερικά μέτρα, ώστε οι εφοπλιστές της να παράσχουν στις λοιπές κοινοτικές εταιρίες δικαίωμα προσβάσεως σύμφωνα με τις κοινοτικές υποχρεώσεις του κράτους αυτού.
33 Επειδή η Επιτροπή δεν κατέδειξε ότι η συμφωνία, σε συνδυασμό με τους όρους που επιβλήθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση, αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο, το δεύτερο σκέλος του λόγου ακυρώσεως πρέπει επίσης να απορριφθεί.
34 Υπό τις συνθήκες αυτές ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Ως προς το λόγο ακυρώσεως που αφορά την παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων
35 Ο λόγος αυτός προβάλλεται επικουρικά σε σχέση προς τον πρώτο, για την περίπτωση που το άρθρο 5, παράγραφος 1, και το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού για την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών δεν απαγόρευαν αφεαυτών στο Συμβούλιο να επιτρέψει την επίδικη συμφωνία. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι στην περίπτωση αυτή οι εν λόγω διατάξεις πρέπει να εφαρμοστούν κατά τρόπο σύμφωνο προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων που προβλέπεται στο άρθρο 7 της Συνθήκης. Κατά την Επιτροπή αυτό δεν συνέβη εν προκειμένω. Η Επιτροπή δεν προβάλλει, εντούτοις, επιχειρήματα διαφορετικά από εκείνα που διατύπωσε για να υποστηρίξει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση συνιστά παράβαση του κανονισμού για την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.
36 Από την εξέταση του πρώτου λόγου ακυρώσεως κατέστη σαφές ότι η ιταλοαλγερινή συμφωνία, σε συνδυασμό με τους όρους που επιβλήθηκαν από την προσβαλλόμενη απόφαση, εξασφαλίζει τη χωρίς διακρίσεις πρόσβαση των ναυτιλιακών εταιριών των άλλων κρατών μελών στα φορτία που παραχωρούνται από τη συμφωνία στην Ιταλία.
37 Κατά συνέπεια, ο παρών λόγος ακυρώσεως πρέπει επίσης να απορριφθεί.
Ως προς το λόγο ακυρώσεως που αφορά την παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως
38 Η Επιτροπή αναφέρει επίσης ότι το Συμβούλιο παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 190 της Συνθήκης, επειδή δεν διαπίστωσε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το άρθρο 4 του σχεδίου συμφωνίας περιείχε διακανονισμό για καταμερισμό των φορτίων και δεν διευκρίνισε σε τι συνίσταντο οι "εξαιρετικές περιπτώσεις" κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού για την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών για να είναι δικαιολογημένη η σύναψη του διακανονισμού αυτού.
39 Από την πρώτη αιτιολογική σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το πρόβλημα δημιουργήθηκε λόγω της πρακτικής της κατ' αποκλειστικότητα αναθέσεως της μεταφοράς φορτίων που ακολουθούσε η Αλγερία. Από τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη προκύπτει ότι το σχέδιο της ιταλοαλγερινής συμφωνίας είχε ως αντικείμενο την αντιμετώπιση των αποτελεσμάτων αυτής της πρακτικής. Στην προσβαλλόμενη απόφαση περιγράφεται έτσι επαρκώς το είδος του προβλήματος που πρόκειται να αντιμετωπιστεί με τη συμφωνία, της οποίας επιτρέπεται η επικύρωση. Παρείλκε επομένως η επιπλέον ρητή διαπίστωση της υπάρξεως διακανονισμού για καταμερισμό των φορτίων.
40 'Οσον αφορά την ύπαρξη "εξαιρετικών περιπτώσεων" στις οποίες δικαιολογείται η χορήγηση άδειας επικυρώσεως της συμφωνίας, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η τέταρτη αιτιολογική σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρει ως νομική βάση της αποφάσεως το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού για την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και υπενθυμίζει ότι η διάταξη αυτή επιτρέπει τη θέσπιση μέτρων, όταν οι υπήκοοι ή οι ναυτιλιακές εταιρίες κράτους μέλους "δεν έχουν πραγματική δυνατότητα συμμετοχής στις μεταφορές προς και από συγκεκριμένη τρίτη χώρα". Από την αιτιολογική αυτή σκέψη προκύπτει ότι το Συμβούλιο θεώρησε ότι η αλγερινή πρακτική παρακρατήσεως των φορτίων είχε δημιουργήσει κατάσταση που στερούσε την Ιταλία από την πραγματική δυνατότητα προσβάσεως στις μεταφορές προς και από το τρίτο αυτό κράτος. Η προσβαλλόμενη απόφαση εξηγεί έτσι επαρκώς σε τι συνίσταντο οι εξαιρετικές περιστάσεις που δικαιολογούσαν την έκδοσή της.
41 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ο λόγος ακυρώσεως που αφορά την παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως πρέπει επίσης να απορριφθεί.
Ως προς το λόγο ακυρώσεως που αφορά την παράβαση του άρθρου 149 της Συνθήκης
42 Η Επιτροπή υποστηρίζει με τον τελευταίο αυτό λόγο ακυρώσεως ότι το Συμβούλιο, εκδίδοντας την προσβαλλόμενη απόφαση, υπερέβη τα όρια του δικαιώματος τροποποιήσεως που του παρέχει το άρθρο 149, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Η διάταξη αυτή δεν επιτρέπει στο Συμβούλιο την έκδοση πράξεως, παρά μόνο αν η πράξη αυτή έχει το ίδιο αντικείμενο και σκοπό με την πρόταση της Επιτροπής. Στην αντίθετη περίπτωση, η πράξη του Συμβουλίου πρέπει να θεωρείται ότι εκδόθηκε άνευ προτάσεως. Η Επιτροπή πρότεινε εν προκειμένω στο Συμβούλιο να αρνηθεί να επιτρέψει την επικύρωση της συμφωνίας, αν η συμφωνία αυτή δεν υποστεί συγκεκριμένες τροποποιήσεις. Το Συμβούλιο, αντίθετα, επέτρεψε άνευ όρων την επικύρωση της συμφωνίας. Επομένως, μετέβαλε ουσιωδώς τους σκοπούς της προτάσεως της Επιτροπής και υπερέβη τα όρια του δικαιώματος τροποποιήσεως το οποίο διαθέτει.
43 Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η πρόταση που είχε υποβάλει η Επιτροπή στο Συμβούλιο για την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης όριζε στο πρώτο άρθρο τα εξής: "Επιτρέπεται στην Ιταλία να επικυρώσει τη συμφωνία για τις θαλάσσιες μεταφορές και τη ναυσιπλοΐα, την οποία υπέγραψε με την Αλγερία στις 28 Φεβρουαρίου 1987, υπό τον όρο ...". Οι όροι που προβλέπονταν στην πρόταση είχαν ως σκοπό να καταστήσουν τη συμφωνία σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο. Η προσβαλλόμενη απόφαση επίσης επιτρέπει στην Ιταλία την επικύρωση της συμφωνίας, επιβάλλοντάς της πάντως ορισμένες υποχρεώσεις, οι οποίες, όπως αποδείχθηκε ανωτέρω, εξασφαλίζουν την τήρηση του κοινοτικού δικαίου.
44 Χωρίς να απαιτείται, επομένως, να αποφανθεί γενικά το Δικαστήριο επί των ορίων του δικαιώματος τροποποιήσεως κατά το άρθρο 149, παράγραφος 1, της Συνθήκης, αρκεί να γίνει δεκτό ότι εν προκειμένω, αντίθετα από ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, το Συμβούλιο οπωσδήποτε δεν υπερέβη τα όρια του αντικειμένου της προτάσεως της Επιτροπής, της οποίας δεν τροποποίησε εξάλλου τους σκοπούς, που συνίσταντο στην εξασφάλιση της εφαρμογής της συμφωνίας σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο.
45 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο λόγος ακυρώσεως που αφορά την παράβαση του άρθρου 149 της Συνθήκης δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
46 Από όλα τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η προσφυγή είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
47 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα. Επειδή η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων και των εξόδων της παρεμβαίνουσας.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων και των εξόδων της παρεμβαίνουσας.
Full & Egal Universal Law Academy