Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Υπάλληλοι - Προσφυγή - Βλαπτική πράξη - Προπαρασκευαστική πράξη - Παραπομπή υπαλλήλου ενώπιον της επιτροπής αναπηρίας - Απαράδεκτο
(Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 59, παράγραφος 1, άρθρο 90, παράγραφος 2, και άρθρο 91)
Περίληψη
Οι προπαρασκευαστικές πράξεις, όπως η απόφαση που λαμβάνεται κατ' εφαρμογή του άρθρου 59, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, με την οποία υποβάλλεται η περίπτωση ενός υπαλλήλου στην έρευνα της επιτροπής αναπηρίας, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής, και μόνον με την προσφυγή που στρέφεται κατά της αποφάσεως που εκδίδεται στο τέλος αυτής της διαδικασίας μπορεί να προβάλει ο προσφεύγων παρανομία των προηγουμένων πράξεων που συνάπτονται στενά με την απόφαση αυτή.
Διάδικοι
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 78 και 220/87,
Giovanni Santarelli, πρώην υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος, 31, rue des Menapiens, 1040 Βρυξέλλες, εκπροσωπούμενος από τον Pierre-Paul van Gehuchten, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Loesch, 2, rue Goethe,
προσφεύγων,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους νομικούς συμβούλους της, Peter Kalbe και Joseph Griesmar, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση των αποφάσεων της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής της 27ης Οκτωβρίου 1986, περί παραπομπής της περιπτώσεως του προσφεύγοντος στην επιτροπή αναπηρίας, και της 24ης Φεβρουαρίου 1987, περί συνταξιοδοτήσεως του προσφεύγοντος λόγω αναπηρίας,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
συγκείμενο από τους J. C. Moitinho de Almeida, πρόεδρο τμήματος, U. Everling και Y. Galmot, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: J.-G. Giraud
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 13 Μαρτίου 1987 στη γραμματεία του Δικαστηρίου ο Giovanni Santarelli, υπάλληλος βαθμού Β 2 της Επιτροπής, άσκησε δύο προσφυγές δυνάμει του άρθρου 91, παράγραφος 4, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων (στο εξής: κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως) περί ακυρώσεως της αποφάσεως της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής (στο εξής: ΑΔΑ) της 27ης Οκτωβρίου 1986 περί παραπομπής της περιπτώσεώς του στην επιτροπή αναπηρίας, καθώς και περί ακυρώσεως των συνεπειών αυτής της αποφάσεως, μεταξύ των οποίων, ειδικότερα, της αποφάσεως της 24ης Φεβρουαρίου 1987 περί συνταξιοδοτήσεως του προσφεύγοντος λόγω αναπηρίας.
2 Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 16 Ιουλίου 1987 ο Santarelli άσκησε δυνάμει του άρθρου 91, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως προσφυγή με την οποία ζητεί επίσης την ακύρωση της αποφάσεως της 27ης Οκτωβρίου 1986 και των πράξεων που επακολούθησαν και οι οποίες απορρέουν απ' αυτήν την απόφαση.
3 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η ΑΔΑ, όταν διαπίστωσε ότι ο προσφεύγων είχε συγκεντρώσει μεταξύ 1ης Ιουνίου 1981 και 31ης Μαΐου 1984, 390 ημέρες απουσίας από την υπηρεσία εν συνόλω για λόγους υγείας, αποφάσισε, σύμφωνα με το άρθρο 59, παράγραφος 1, εδάφιο 4, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, να υποβάλει την περίπτωσή του στην επιτροπή αναπηρίας. Η επιτροπή αυτή έκρινε τον προσφεύγοντα ικανό να ασκεί τα καθήκοντά του, επεφυλάχθηκε δε να επανεξετάσει τον προσφεύγοντα κατά τα τέλη 1985 "στην περίπτωση που η κατάσταση της υγείας του δεν θα είχε σταθεροποιηθεί οριστικά" . Η γνωμάτευση αυτή κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα με σημείωμα της 16ης Οκτωβρίου 1984.
4 Στις 27 Οκτωβρίου 1986, η ΑΔΑ, αφού διαπίστωσε ότι ο προσφεύγων είχε συγκεντρώσει και πάλι 211 ημέρες απουσίας για λόγους υγείας στην περίοδο μεταξύ 28ης Σεπτεμβρίου 1984 και 27ης Οκτωβρίου 1986, αποφάσισε να υποβάλει την περίπτωση εκ νέου στην επιτροπή αναπηρίας, για να κρίνει οριστικά την ικανότητα του προσφεύγοντος να ασκήσει κανονικά τα καθήκοντά του.
5 Με έγγραφο της 16ης Ιανουαρίου 1987 άσκησε ο Santarelli διοικητική ένσταση κατά το άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως κατά της αποφάσεως της 27ης Οκτωβρίου 1986 με την οποία προέβαλλε ότι η ΑΔΑ είχε υπολογίσει εσφαλμένα τη διάρκεια απουσίας των 12 μηνών που προβλέπεται από το άρθρο 59, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως για να προσφύγει στην επιτροπή αναπηρίας.
6 Με απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 1987, η ΑΔΑ, αναφερόμενη στη γνωμάτευση της επιτροπής αναπηρίας που συγκλήθηκε στις 6 Ιανουαρίου 1987, σύμφωνα με την οποία ο προσφεύγων είχε μόνιμη αναπηρία που θεωρήθηκε πλήρης και η οποία καθιστούσε αδύνατη την άσκηση των καθηκόντων του που αντιστοιχούν σε θέση της σταδιοδρομίας του, συνταξιοδότησε τον προσφεύγοντα, σύμφωνα με το άρθρο 53 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
7 Με δικόγραφα που κατατέθηκαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 8 Μαΐου 1987 και στις 2 Οκτωβρίου 1987, η Επιτροπή προέβαλε δύο ενστάσεις απαραδέκτου βάσει του άρθρου 91, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας.
8 Με Διάταξη της 4ης Μαΐου 1988 διέταξε το τρίτο τμήμα του Δικαστηρίου την ένωση των δύο υποθέσεων για να συνεκδικαστούν. Δεδομένου ότι οι γραπτές παρατηρήσεις περιλαμβάνουν όλα τα στοιχεία που επιτρέπουν στο Δικαστήριο να κρίνει επί του παραδεκτού των δύο προσφυγών, δεν είναι αναγκαίο να ακούσει το Δικαστήριο τις προφορικές εξηγήσεις των διαδίκων.
9 Η Επιτροπή προβάλλει το απαράδεκτο των δύο προσφυγών ισχυριζόμενη ότι συνέτρεχαν στην προκειμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις προσφυγής ενώπιον της επιτροπής αναπηρίας, που θέτει το άρθρο 59, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, και ότι εν πάση περιπτώσει το μέτρο αυτό δεν είναι παρά προπαρασκευαστική πράξη της αποφάσεως συνταξιοδοτήσεως και συνεπώς δεν μπορεί να αποτελέσει πράξη βλαπτική για τον προσφεύγοντα, ώστε να αποτελέσει αντικείμενο διοικητικής ενστάσεως και προσφυγής ανεξαρτήτων από εκείνες που θα μπορούσαν να στραφούν κατά της κύριας απόφασης περί συνταξιοδοτήσεως.
10 'Οσον αφορά το αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως συνταξιοδοτήσεως, η Επιτροπή θεωρεί ότι είναι επίσης απαράδεκτη λόγω του ότι ο προσφεύγων δεν άσκησε προηγουμένως ενώπιον της ΑΔΑ διοικητική ένσταση, όπως απαιτεί το άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Η επιτροπή προσθέτει επιπλέον ότι οι προσφυγές δεν περιλαμβάνουν κανένα ουσιαστικό ή τυπικό λόγο ακυρώσεως που να αφορούν αυτή την απόφαση.
11 Στην πρώτη υπόθεση (78/87) η Επιτροπή ισχυρίζεται, εξάλλου, ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη διότι, ενόψει των προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 91, παράγραφος 4, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, δεν προστέθηκε σ' αυτή την προσφυγή αίτηση αναστολής εκτελέσεως της προσβαλλόμενης πράξης ή αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων.
12 Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η απόφαση της ΑΔΑ της 27ης Οκτωβρίου 1986 να υποβάλει ενώπιον της επιτροπής αναπηρίας την περίπτωσή του ελήφθη κατά παράβαση του άρθρου 59, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, λόγω του ότι η ΑΔΑ είχε υπολογίσει εσφαλμένα τη διάρκεια των 12 μηνών συνολικής αναρρωτικής αδείας του προσφεύγοντος σε περίοδο τριών μηνών που προηγείτο της προσφυγής ενώπιον της πιο πάνω επιτροπής. Ισχυρίζεται ότι έχει συμφέρον να προσφύγει κατά της προαναφερθείσης αποφάσεως, υποστηρίζοντας ότι η πράξη αυτή όχι μόνο δεν είναι καθαρώς προπαρασκευαστική, αλλά αποτελεί την έναρξη της διαδικασίας, η οποία κατέληξε στη συνταξιοδότησή του, και ότι η παρανομία αυτής της αποφάσεως συνεπιφέρει αναγκαστικά την παρανομία όλων των πράξεων που ελήφθησαν κατ' εφαρμογή της. Εξάλλου, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι μια προπαρασκευαστική πράξη διαφεύγει τον έλεγχο νομιμότητας μόνο καθόσον αφήνει ελεύθερη την εξουσία λήψεως αποφάσεως για τη συνέχεια που θα της δοθεί. 'Ετσι, στην προκειμένη περίπτωση, η ΑΔΑ δεν μπορούσε παρά να λάβει απόφαση σύμφωνα με τη γνωμάτευση της επιτροπής αναπηρίας.
13 Πρέπει να τονιστεί ότι η απόφαση υποβολής του προσφεύγοντος στην επιτροπή αναπηρίας αποτελεί πράξη προπαρασκευαστική, η οποία ενσωματώνεται στη διαδικασία συνταξιοδοτήσεώς του. Οι προπαρασκευαστικές όμως πράξεις δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής (βλέπε, μεταξύ άλλων, τη Διάταξη του Δικαστηρίου της 18ης Νοεμβρίου 1980, Macevicius κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, 141/80, Rec. σ. 3509) και μόνον με την προσφυγή που στρέφεται κατά της αποφάσεως που εκδίδεται στο τέλος αυτής της διαδικασίας μπορεί να προβάλλει ο προσφεύγων παρανομία των προηγουμένων πράξεων που συνάπτονται στενά με την απόφαση αυτή (βλέπε απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1966, Cesare Alfieri κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, 3/66, Rec. σ. 633).
14 Τέλος, διαπιστώνεται ότι ο προσφεύγων δεν άσκησε διοικητική ένσταση σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως κατά της αποφάσεως με την οποία συνταξιοδοτήθηκε.
15 Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι οι προσφυγές πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
16 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων των Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα
διατάσσει:
1) Απορρίπτει τις προσφυγές ως απαράδεκτες.
2) Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Λουξεμβούργο, 24 Μαΐου 1988.
Full & Egal Universal Law Academy