ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΈΔΡΟΥ
ΤΟΥ ΤΕΤΆΡΤΟΥ ΤΜΉΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 13ης Απριλίου 1987 ( *1 )
Στην υπόθεση 90/87 R,
C. W., υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κάτοικος Bridei, επικουρούμενος και εκπροσωπούμενος από τους δικηγόρους Λουξεμβούργου V. Biel και Α. May, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον πρώτο, 18 A, rue des Glacis, L-1628,
προσφεύγων,
κατά
Ελεγκτικού Συνεδρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενου από τους Μ. Becker και Μ. Ekelmans, με τόπο επιδόσεων το Ελεγκτικό Συνέδριο, 29, rue Aldringen, Λουξεμβούργο,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναστολής εκτελέσεως, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, της αποφάσεως του προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 16ης Φεβρουαρίου 1987 περί θέσεως σε αργία του C. W. από της 17ης Φεβρουαρίου 1987 και περικοπής κατά 50 ο/ο του βασικού μισθού του κατά τη διάρκεια της εν λόγω αργίας,
επειδή εκωλύετο ο πρόεδρος του Δικαστηρίου, ανέθεσε την εκδίκαση της παρούσας αίτησης αναστολής στον πρόεδρο του τέταρτου τμήματος.
ΔΙΑΤΑΞΗ
Περιστατικά
1.
Στις 16 Φεβρουαρίου 1987 ο πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου εξέδωσε απόφαση περί θέσεως σε αργία του C. W., υπαλλήλου του Ελεγκτικού Συνεδρίου και περικοπής κατά 50% του βασικού μισθού του' η απόφαση άρχισε να ισχύει από 17 Φεβρουαρίου 1987.
2.
Κατά την αιτιολογία της απόφασης αυτής, ο C. W. συνέταξε και διένειμε ή έδωσε προς διανομή, στις 3 και 12 Φεβρουαρίου 1984, δύο κείμενα που περιείχαν κατηγορίες κατά ορισμένων μελών του Ελεγκτικού Συνεδρίου και κρίσεις του συντάκτου των κειμένων αυτών επί σειράς όλης διοικητικών αποφάσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, επιπλέον δε απηύθυνε αντίγραφο του πρώτου κειμένου στον πρωθυπουργό ενός κράτους μέλους και ενήργησε ώστε να περιέλθει αντίγραφο του ίδιου κειμένου σε μια ημερήσια εφημερίδα του Λουξεμβούργου. Κατά τη διάρκεια της ακροάσεως του από την ΑΔΑ ( αρμόδια για τους διορισμούς αρχή) κατόπιν της διανομής του πρώτου κειμένου, ο W. ενέμεινε στους ισχυρισμούς που περιείχε, προχώρησε δε στη συνέχεια στη σύνταξη και διανομή του δεύτερου κειμένου.
3.
Κατά την απόφαση του προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η συμπεριφορά του W. προερχόταν από την πρόδηλη πρόθεση να επιφέρει βλάβη σοβαρή και ανεπανόρθωτη στην εντιμότητα πολλών μελών του Ελεγκτικού Συνεδρίου και από την εσκεμμένη βούληση να αμαυρώσει την υπόληψη και την αξιοπιστία του οργάνου. Ενεργώντας με τον τρόπο αυτό, ο W. παρέβη βαρέως τα καθήκοντα που περιγράφονται στο άρθρο 11 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το οποίο προβλέπει ότι ο υπάλληλος οφείλει να ασκεί τα καθήκοντα του και να ρυθμίζει τη συμπεριφορά του λαμβάνοντας αποκλειστικά υπόψη του τα συμφέροντα των Κοινοτήτων, δεν τήρησε δε προφανώς το άρθρο 12 του ίδιου κανονισμού που ορίζει ότι ο υπάλληλος πρέπει να αποφεύγει κάθε πράξη και ειδικότερα κάθε δημόσια έκφραση γνώμης που μπορεί να θίξει την αξιοπρέπεια του λειτουργήματος του. Τέλος, οι ενέργειες του W. διατάραξαν βαρέως και ανεπανορθώτως τις σχέσεις εμπιστοσύνης και αμοιβαίου σεβασμού που αποτελούν την απαραίτητη βάση κάθε συνεργασίας μεταξύ υπαλλήλων και μελών του ίδιου οργάνου.
4.
Με τις σκέψεις αυτές και ενόψει της βαρύτητας των πταισμάτων που αποδίδονται στον W. ο πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου τον έθεσε αμέσως σε αργία για το συμφέρον της υπηρεσίας και κρίνοντας ότι τα πταίσματα που του αποδίδονται μπορούν να επισύρουν μία από τις πειθαρχικές ποινές των περιπτώσεων ε ), στ ) και η ) της παραγράφου 2 του άρθρου 86 του κανονισμού, αποφάσισε την περικοπή του ανώτατου προβλεπόμενου ποσοστού του βασικού μισθού του W., ήτοι του 50 % αυτού.
5.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε ο VV. στις 28 Φεβρουαρίου 1987 ένσταση, κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού, και στις 24 Μαρτίου 1987 προσφυγή ακυρώσεως, συνοδευόμενες από αίτηση κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ζητώντας την αναστολή της εκτελέσεως της.
6.
Κατ' εφαρμογή του άρθρου 91, παράγραφος 4, δεύτερη περίπτωση, του πιο πάνω κανονισμού, η κύρια δίκη έχει ανασταλεί μέχρις ότου απορριφθεί ρητώς ή σιωπηρώς η ένσταση του προσφεύγοντος. Αλλά την 1η Απριλίου 1987 γνωστοποιήθηκε στο Δικαστήριο απόφαση της Ι8ης Μαρτίου 1987 με την οποία είχε ήδη απορριφθεί η ένσταση του προσφεύγοντος πριν από την άσκηση της προσφυγής. Κατόπιν αυτού επαναλήφθηκε η κύρια δίκη με απόφαση της 1ης Απριλίου 1987.
7.
Με απόφαση του προέδρου του τέταρτου τμήματος κλήθηκε το Ελεγκτικό Συνέδριο να υποβάλει τις παρατηρήσεις του επί της αιτήσεως αναστολής πριν από το μεσημέρι της 6ης Απριλίου 1987. Οι παρατηρήσεις του κατατέθηκαν την 1η Απριλίου 1987.
Σκεπτικό
1
Σύμφωνα με το άρθρο 185 της Συνθήκης ΕΟΚ, οι προσφυγές ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα. Το Δικαστήριο όμως μπορεί, αν κρίνει ότι επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης. Μπορεί επίσης να διατάξει οποιοδήποτε άλλο αναγκαίο προσωρινό μέτρο.
2
Κατά το άρθρο 83, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, η αναστολή της εκτέλεσης και η απόφαση που διατάσσει τη λήψη προσωρινών μέτρων προϋποθέτουν την ύπαρξη περιστατικών που θεμελιώνουν το επείγον και λόγων που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη τέτοιου μέτρου.
3
Τα μέτρα αυτά είναι προσωρινά, δηλαδή δεν προδικάζουν την απόφαση επί της ουσίας ούτε κρίνουν ήδη τα επίδικα νομικά ή πραγματικά ζητήματα ούτε εξουδετερώνουν εκ των προτέρων τις συνέπειες της απόφασης που θα εκδοθεί μεταγενέστερα επί της ουσίας.
4
Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, τέτοια μέτρα μπορούν να ληφθούν από το Δικαστήριο κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων αν εκ πρώτης όψεως αποδεικνύεται ότι δικαιολογείται η λήψη τους νομικώς και πραγμα-τικώς ( fumus boni juris ) και αν επείγουν, υπό την έννοια ότι, προς αποφυγή σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης, είναι αναγκαίο να διαταχθούν και να αναπτύξουν τα αποτελέσματά τους πριν από την απόφαση επί της προσφυγής ακυρώσεως.
5
Πρέπει να εξακριβωθεί αν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση οι δύο πιο πάνω εκτεθείσες προϋποθέσεις.
6
Η απόφαση της οποίας ζητείται η αναστολή εκτελέσεως περιλαμβάνει κυρίως το μέτρο της θέσεως σε αργία του προσφεύγοντος και παρεπομένως το μέτρο της περικοπής κατά 50 % του βασικού του μισθού.
7
Η αίτηση αναστολής επιδιώκουσα να επιτύχει την αναστολή εκτελέσεως κατευθύνεται συγχρόνως και κατά των δύο προαναφερθέντων κεφαλαίων της προσβαλλόμενης απόφασης.
8
Καθόσον όμως αφορά το κύριο κεφάλαιο, δηλαδή το μέτρο περί θέσεως του προσφεύγοντος σε αργία, διαπιστώνεται ότι δεν προβάλλεται από τον προσφεύγοντα κανένας λόγος που να αποδεικνύει το επείγον. Κατά συνέπεια, η αιτουμένη αναστολή εκτελέσεως πρέπει να απορριφθεί όσον αφορά το μέτρο αυτό.
9
Καθόσον αφορά το διαδοχικό μέτρο της περικοπής κατά 50 ο/ο του βασικού μισθού του προσφεύγοντος πρέπει να εξακριβωθεί αν πληρούνται οι προϋποθέσεις χορηγήσεως της αιτουμένης αναστολής.
10
Όσον αφορά την προϋπόθεση του fumus boni juris, ο προσφεύγων προβάλλει, μεταξύ άλλων λόγων, ότι η περικοπή κατά 50 ο/ο του βασικού του μισθού, δηλαδή κατά το ανώτατο ποσοστό περικοπής που επιτρέπει το άρθρο 88 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας αν ληφθούν υπόψη, αφενός, τα πταίσματα που του προσάπτονται και, αφετέρου, ο αντίκτυπος που μπορεί να έχει αυτή η περικοπή επί της οικογενειακής του καταστάσεως. Σχετικώς, ο προσφεύγων υπογραμμίζει: α ) ότι ο γιος του σπουδάζει στις Ηνωμένες Πολιτείες και η χρηματοδότηση του θα κινδύνευε να διακοπεί λόγω της απώλειας του μισού βασικού μισθού του, β ) ότι η κατάσταση της υγείας της συζύγου του απαιτεί δαπανηρή ιατρική περίθαλψη για την οποία σχεδιάζει να ταξιδέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες και θα διακινδύνευε η πραγματοποίηση του ταξιδιού αυτού επίσης λόγω της κατά 50 % περικοπής του βασικού του μισθού, και γ ) την επισφαλή κατάσταση της υγείας του, ένεκα της οποίας όταν συνέτασσε και διένεμε τα δύο κείμενα να είναι η ευθύνη του πολύ μειωμένη, αν μη ανύπαρκτη. Σχετικώς ζητεί να διαταχθεί ιατρική πραγματογνωμοσύνη.
11
Ενόψει των ισχυρισμών αυτών και της αιτήσεως διενεργείας ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του προσφεύγοντος, πρέπει να τονιστεί, χωρίς να προδικαστεί η λύση της διαφοράς στην κύρια δίκη και χωρίς να ερευνηθεί η διαφορά αυτή κατ' ουσίαν, ότι δεν μπορεί να προβλεφθεί με βεβαιότητα η τύχη αυτού του λόγου ακυρώσεως και επομένως να αποκρουστεί η πιθανότητα να γίνει δεκτός αυτός ο λόγος κατά την εκδίκαση της προσφυγής ακυρώσεως. Συνεπώς, η προϋπόθεση της συνδρομής του fumus boni juris πρέπει να λογισθεί ως πληρωθείσα.
12
Ως προς την προϋπόθεση του επείγοντος, σχετικά με τη σοβαρότητα και το ανεπανόρθωτο της βλάβης, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η στέρηση του 50 ο/ο του βασικού μισθού του θα διακύβευε την οικονομική ισορροπία της οικογενειακής του καταστάσεως, ενόψει των μνημονευθέντων περιστατικών περί της ανάγκης ιατρικής περιθάλψεως αυτού και της συζύγου του και των εξόδων που απαιτούνται για τη συνέχιση των σπουδών του γιου του.
13
Το Ελεγκτικό Συνέδριο υποστηρίζει ότι ο προσφεύγων δεν προσκομίζει καμία απόδειξη της ανεπανόρθωτης βλάβης που θα μπορούσε να υποστεί εξαιτίας της περικοπής του μισού βασικού του μισθού. Προβάλλει ότι θα συνεχίσει να εισπράττει το άλλο μισό του μισθού του, επιπλέον τα οικογενειακά επιδόματα, το επίδομα αποδημίας και να έχει δικαίωμα αποδόσεως των ιατρικών δαπανών. Εξάλλου, το Ελεγκτικό Συνέδριο υπογραμμίζει τον προσωρινό χαρακτήρα της περικοπής του μισθού, λόγω του ότι στον υπάλληλο στον οποίο επιβάλλεται αυτό το μέτρο θα αποδοθεί το σύνολο των περικοπών και θα αρχίσει να εισπράττει εκ νέου ολόκληρο το μισθό του αν μετά παρέλευση τεσσάρων μηνών, σύμφωνα με το άρθρο 88 του κανονισμού, δεν του έχει επιβληθεί καμιά βαριά πειθαρχική ποινή.
14
Πρέπει να τονιστεί ότι ο μισθός των υπαλλήλων αποσκοπεί να τους διασφαλιστεί ικανοποιητικό βιοτικό επίπεδο σε συνδυασμό με την εκπλήρωση των καθηκόντων τους και ότι συνεπώς η περικοπή σημαντικού ποσοστού του μισθού τους μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες γι' αυτούς. Στην κρινομένη περίπτωση, οι συνέπειες μπορούν να έχουν πράγματι σοβαρό χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι, επειδή δεν περιορίζονται σε καθαρά οικονομικό επίπεδο, θα μπορούσαν να έχουν αντίκτυπο στην κατάσταση της υγείας του προσφεύγοντος, την οποία αυτός ο ίδιος χαρακτηρίζει ως « νευροψυχια-τρική », καθώς και στην κατάσταση της υγείας της συζύγου του και στην κανονική συνέχιση των σπουδών του γιου του. Τέτοιας φύσεως συνέπειες μπορεί ενδεχομένως να μην είναι επανορθώσιμες σε περίπτωση μεταγενέστερης ακυρώσεως της προσβαλλόμενης πράξης.
15
Υπό το φως των στοιχείων αυτών πρέπει να χορηγηθεί μερικώς η αναστολή εκτελέσεως του διατακτικού της προσβαλλόμενης πράξης που επιβάλλει την κατά 50 ο/ο περικοπή του βασικού μισθού του προσφεύγοντος. Η μερική αυτή αναστολή του δευτερεύοντος μέτρου που επιβάλλει η προσβαλλομένη πράξη δεν μπορεί να επιφέρει προσκόμματα στη λειτουργία της υπηρεσίας όπου ασκεί τα καθήκοντα του ο προσφεύγων, δεδομένου ότι η απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 1987 του προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου παραμένει εφαρμοστέα κατά τα λοιπά και προπαντός κατά το κύριο μέτρο της θέσεως του προσφεύγοντος σε αργία.
Επί των δικαστικών εξόδων
16
Επί του παρόντος ενδείκνυται να γίνει επιφύλαξη για τα έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
λαμβάνοντας υπόψη τον κανονισμό διαδικασίας του Δικαστηρίου, και κυρίως το άρθρο 83,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΤΕΤΑΡΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ, ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΜΕΝΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΕΔΡΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ,
κρίνοντας επί προσωρινών μέτρων,
διατάσσει:
1)
Εν αναμονή εκδόσεως της αποφάσεως επί της κύριας προσφυγής, αναστέλλει εν μέρει την εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως του προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου της 16ης Φεβρουαρίου 1987 όσον αφορά το μέτρο περί περικοπής κατά 50 °/ο του βασικού μισθού του προσφεύγοντος, η οποία περιορίζεται μόνο στο 25 °/ο του βασικού του μισθού.
2)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 13 Απριλίου 1987.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του τέταρτου τμήματος
Κ. Κακούρης
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy