Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Kύριοι δικαστές,
1. 'Οπως γνωρίζομε, κανείς δεν μπορεί να είναι δικαστής και διάδικος στην ίδια υπόθεση. Το αξίωμα αυτό φαίνεται ότι αποτελεί την ουσία των ερωτημάτων που υπέβαλε ο πρόεδρος του tribunal de commerce de Bruxelles. Τα ερωτήματα αυτά αποσκοπούν, πράγματι, στο να καθοριστεί αν το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει στα κράτη μέλη να μεταβιβάζουν την εξουσία διεξαγωγής του τεχνικού ελέγχου που αποτελεί προϋπόθεση, στην πράξη, της διαθέσεως στο εμπόριο εντός του εδάφους τους ορισμένων προϊόντων σε μια από τις ανταγωνίστριες εταιρίες στην αγορά αυτών των προϊόντων. Με άλλους λόγους, μπορεί το Δημόσιο να αναθέσει σε έμπορο τη φροντίδα να αποφασίζει, μέσω τεχνικής εγκρίσεως, αν τα προϊόντα που προτείνουν άλλοι έμποροι θα μπορούν να ανταγωνίζονται τα δικά του;
2. Ακριβέστερα, εκείνο που αμφισβητείται είναι η εξουσία που έχει χορηγηθεί στη βελγική Regie des telegraphes et des telephones (στο εξής: RTT) να εξαρτά από την έγκρισή της την άδεια συνδέσεως στο δίκτυο των τηλεπικοινωνιών, του οποίου έχει την εκμετάλλευση, κάθε συσκευής που προμηθεύει η ίδια. Η RΤΤ είναι, κατά τον νόμο της 19ης Ιουλίου 1930 (1), με τον οποίο ιδρύθηκε, "νομικό πρόσωπο" που εκμεταλλεύεται "προς το γενικό συμφέρον (...) την τηλεγραφία και την ενσύρματη και ασύρματη τηλεφωνία" (2). Τη διαχείρισή της έχει ο υπουργός "στις αρμοδιότητες του οποίου ανήκουν οι τηλέγραφοι και τα τηλέφωνα" (3). Ο νόμος της 19ης Οκτωβρίου 1930 (4) παραχώρησε στην RTT το μονοπώλιο της εκμεταλλεύσεως του δικτύου των τηλεπικοινωνιών, προβλέποντας ότι είχε "το αποκλειστικό δικαίωμα εγκαταστάσεως και εκμεταλλεύσεως των τηλεγραφικών και τηλεφωνικών γραμμών και καταστημάτων για την επικοινωνία του κοινού" (5). Το άρθρο 13 της υπουργικής αποφάσεως της 20ής Σεπτεμβρίου 1978 (6) ορίζει ότι "χωρίς γραπτή άδεια της Regie, ο συνδρομητής δεν μπορεί να συνδέσει καμιά συσκευή (...) στην εγκατάσταση της οποίας του έχει παραχωρηθεί η χρήση", το δε άρθρο 91 του ιδίου κειμένου διευκρινίζει ότι η RΤΤ "καθορίζει τον τρόπο συστάσεως των κυκλωμάτων που τίθενται στη διάθεση των συνδρομητών και τα τεχνικά χαρακτηριστικά τους" και ότι οι συσκευές που συνδέονται με αυτά τα κυκλώματα "πρέπει να προέρχονται ή να έχουν εγκριθεί" από την ίδια. Στην πράξη, η Regie χορηγεί άδεια συνδέσεως συσκευής την οποία δεν έχει προμηθεύσει μόνον αν ο τύπος της οικείας συσκευής έχει εγκριθεί από την ίδια.
3. Η διαφορά της κύριας δίκης ανέκυψε επ' ευκαιρία της πωλήσεως, στα καταστήματα της εταιρίας GB-Inno-BM (στο εξής: Inno), μη εγκεκριμένων τηλεφωνικών συσκευών, εξωκοινοτικής προελεύσεως, σε πολύ ανταγωνιστική τιμή. Η RΤΤ δεν βάλλει καταρχήν κατά της πωλήσεως των συσκευών αυτών, αλλά κατά του γεγονότος ότι οι πελάτες των καταστημάτων δεν ενημερώνονταν από τον πωλητή για την έλλειψη εγκρίσεως και τη συνεπακόλουθη απαγόρευση συνδέσεως με το δίκτυο, για τον λόγο δε αυτό άσκησε αγωγή στο tribunal de commerce de Bruxelles, από το οποίο ζήτησε να διατάξει την παύση της εν λόγω εμπορικής πρακτικής, η οποία βλάπτει τα "επαγγελματικά της συμφέροντα", κατ' εφαρμογή του νόμου της 14ης Ιουλίου 1971 περί των εμπορικών πρακτικών. Από την επιχειρηματολογία που αντέταξε η Inno κατά την εν λόγω διαδικασία ανέκυψε το πρόβλημα του αν η θέση που κατέχει η RTT συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο. Η Inno δηλαδή ισχυρίστηκε ότι δεν μπορεί να της προσάπτεται ότι πωλεί συσκευές χωρίς να πληροφορεί τους ενδεχόμενους αγοραστές ότι δεν είναι εγκεκριμένου τύπου, εφόσον οι όροι χορηγήσεως της εγκρίσεως είναι αντικειμενικώς αντίθετοι προς τη Συνθήκη της Ρώμης και κυρίως προς το άρθρο 86, λόγω του ότι η RΤΤ έχει την εξουσία εγκρίσεως και ταυτοχρόνως είναι ανταγωνίστρια ως προς τις πωλήσεις των συσκευών τις οποίες εγκρίνει. Το εθνικό δικαστήριο σας υπέβαλε, με Διάταξη, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 30 και του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ.
4. Η παραπομπή αυτή γίνεται σε εποχή όπου η ανάγκη αναπτύξεως της κοινής αγοράς των τηλεπικοινωνιών εντός της Κοινότητας εμφανίζεται εντονότερη, όπως μαρτυρούν ορισμένες πράξεις του Συμβουλίου και της Επιτροπής. Μεταξύ αυτών πρέπει να επισημανθεί ιδιαιτέρως, κατά την τελευταία περίοδο, ότι σε ψήφισμα της 30ής Ιουνίου 1988 (7) το Συμβούλιο περιέλαβε, μεταξύ των "κυρίων στόχων μιας πολιτικής τηλεπικοινωνιών", τη δημιουργία κοινής αγοράς στο πλαίσιο της οποίας "θα εξασφαλίζεται ο επί ίσοις όροις ανταγωνισμός" μεταξύ των οργανισμών τηλεπικοινωνιών και των διαφόρων άλλων φορέων παροχής υπηρεσιών, διευκρινίζοντας ότι για τον σκοπό αυτό θα πρέπει ιδίως:
"- να γίνει σαφής διαχωρισμός των δραστηριοτήτων ως προς τις ρυθμίσεις και την εκμετάλλευση, λαμβανομένης υπόψη της κατάστασης που επικρατεί σε κάθε κράτος μέλος,
- να εφαρμόζονται οι σχετικοί κανόνες της Συνθήκης, και ιδίως οι κανόνες ανταγωνισμού, στους οργανισμούς τηλεπικοινωνιών και τους ιδιωτικούς φορείς παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών" (8).
Του εν λόγω ψηφίσματος του Συμβουλίου είχε προηγηθεί οδηγία της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1988, σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές τηλεπικοινωνιακών τερματικών (9). Με την οδηγία αυτή επισημαίνεται ότι από την 1η Ιουλίου 1989 η συστηματοποίηση των "προδιαγραφών και των διαδικασιών εγκρίσεων που ισχύουν για τις τερματικές συσκευές" και ο έλεγχος της εφαρμογής τους καθώς και η έγκριση "πραγματοποιούνται από φορέα ανεξάρτητο από τις δημόσιες ή ιδιωτικές επιχειρήσεις οι οποίες προσφέρουν αγαθά και/ή υπηρεσίες στον τομέα των τηλεπικοινωνιών" (10).
5. Επομένως, μπορεί να σημειωθεί ότι το ζήτημα αν ο φορέας που διαχειρίζεται το εθνικό δίκτυο τηλεπικοινωνιών επιτρέπεται να έχει ταυτόχρονα την ιδιότητα της εγκρίνουσας τις τερματικές συσκευές αρχής και την ιδιότητα του πωλητή τέτοιων συσκευών αποτελεί αντικείμενο εξετάσεως εκ μέρους των κοινοτικών οργάνων. 'Ομως η απάντηση την οποία δίδει συναφώς η προπαρατεθείσα οδηγία της 16ης Μαΐου 1988 δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Πράγματι, το κείμενο αυτό, το οποίο συνιστά άλλωστε αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως εκκρεμούσας ενώπιον του Δικαστηρίου σας (11), δεν ισχύει, εν πάση περιπτώσει, παρά από την 1η Ιουλίου 1989 για το θέμα που μας ενδιαφέρει. Επομένως, ακόμη και αν το Βέλγιο, ακολουθώντας το παράδειγμα του Ολλανδού νομοθέτη (12), ετοιμάζει τώρα νομοσχέδιο που έχει ως αντικείμενο τη σύσταση ανεξάρτητης αρχής εγκρίσεως, πρέπει να εξετάσετε την παρούσα υπόθεση αποκλειστικά βάσει του ισχύοντος καθεστώτος της RTT και λαμβάνοντας υπόψη το παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου.
6. Πριν εισέλθω στην καθαυτό νομική εξέταση του ζητήματος, πρέπει να κάνω μια διευκρίνιση. Οι τηλεφωνικές συσκευές που είναι επίδικες στη διαφορά της κυρίας δίκης είναι απλά τερματικά, σύνθετοι δέκτες και πομποί, όπως αυτοί που διαθέτει κατά κανόνα κάθε συνδρομητής τηλεφώνου. Διατίθενται στο εμπόριο εντός του Βελγίου στην αγορά που αρμόζει να ονομάζεται η αγορά της "δεύτερης συσκευής". 'Οταν παραχωρεί τη χρήση γραμμής σε συνδρομητή, η RΤΤ του προμηθεύει μια "πρώτη συσκευή". Οι "πρώτες συσκευές" κατασκευάζονται από επιχειρήσεις, σε εκτέλεση συμβάσεων που έχει συνάψει η RΤΤ και σύμφωνα με τις συγγραφές υποχρεώσεων που περιέχουν τις τεχνικές προδιαγραφές της. Οι συσκευές αυτές, οι οποίες παραδίδονται στην RΤΤ, διανέμονται αποκλειστικά απ' αυτήν στους συνδρομητές. Για την πρώτη συσκευή επομένως δεν υπάρχει ανταγωνισμός, αλλά μονοπώλιο της RΤΤ. Αντιθέτως, για τις άλλες συσκευές η αγορά είναι καταρχήν ελεύθερη δεν υπάρχει εμπορικό μονοπώλιο. Παράλληλα με την RΤΤ, επομένως, κάθε εταιρία μπορεί να διαθέτει συσκευές προς πώληση εντός της αγοράς αυτής. 'Ετσι, το ζήτημα της υποχρεωτικής εγκρίσεως στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης τίθεται εν όψει των δεύτερων συσκευών.
7. Το Δικαστήριό σας καλείται καταρχάς, από τη Διάταξη περί παραπομπής, να εξετάσει αν μια περίπτωση όπως αυτή που αποτελεί το αντικείμενο αυτής της διαφοράς συμβιβάζεται με το άρθρο 30 της Συνθήκης.
8. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η ανάλυση εξουσιών όπως αυτές που κατέχει η RΤΤ θα έπρεπε, υπό το πρίσμα της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, να γίνεται κυρίως βάσει των διατάξεων του άρθρου 37 της Συνθήκης. Οι διατάξεις αυτές, σχετικές με τα εθνικά μονοπώλια εμπορικού χαρακτήρα, αφορούν ειδικότερα τις παρεμφερείς προς την περίπτωση της RΤΤ περιπτώσεις απ' ό,τι οι γενικές διατάξεις του άρθρου 30.
9. Πρέπει, καταρχάς, να διευκρινιστεί κατά ποιο τρόπο ένα μονοπώλιο όπως αυτό που κατέχει η RΤΤ, ήτοι το αποκλειστικό δικαίωμα "εγκαταστάσεως και εκμεταλλεύσεως των τηλεγραφικών και τηλεφωνικών γραμμών και καταστημάτων" (13), μπορεί να διέπεται από το άρθρο 37. Η απόφασή σας της 20ής Μαρτίου 1985, Ιταλία κατά Επιτροπής (14), χαρακτήρισε ρητώς ως παροχή υπηρεσιών τη δραστηριότητα που συνίσταται στη διαχείριση των δημοσίων εγκαταστάσεων τηλεπικοινωνιών και στη θέση τους, μέσω καταβολής τελών, στη διάθεση των χρηστών. Είναι ωστόσο γνωστό ότι, σύμφωνα με τις αποφάσεις σας της 30ής Απριλίου 1974, Sacchi (15), και της 28ης Ιουνίου 1983, Amelioration de l' elevage (16), το άρθρο 37 αφορά τις εμπορικές συναλλαγές και όχι τα μονοπώλια παροχής υπηρεσιών. Από τις ίδιες όμως αυτές αποφάσεις προκύπτει επίσης ότι η επιχείρηση που μονοπωλεί την παροχή ορισμένων υπηρεσιών είναι δυνατόν να δρα κατά της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, κατά το μέτρο που το μονοπώλιό της καταλήγει σε διακρίσεις προς όφελος των εγχωρίων προϊόντων. Η επιχείρηση αυτή εμπίπτει επομένως στο άρθρο 37.
10. Περιλαμβάνει ένα μονοπώλιο παροχής υπηρεσιών όπως αυτό της RΤΤ λεπτομέρειες οργανώσεως που καταλήγουν σε δυσμενή διάκριση εις βάρος των εισαγομένων τηλεφωνικών συσκευών; Ακριβέστερα, καταλήγει ένας τρόπος οργανώσεως όπως η αποκλειστική εξουσία επαληθεύσεως της καταλληλότητας των τηλεφωνικών συσκευών να συνδεθούν με το δίκτυο, η εκμετάλλευση του οποίου αποτελεί ευθέως το αντικείμενο του μονοπωλίου, σε παρόμοια διάκριση; Δεν νομίζω. Η υποχρέωση υποβολής των συσκευών σε έγκριση, η οποία αποτελεί άμεση προϋπόθεση της πραγματικής δυνατότητας διαθέσεως στο εμπόριο, δεν προσιδιάζει στα εισαγόμενα προϊόντα. Ισχύει επίσης για τα εγχώρια. Πρέπει να προστεθεί ότι ισχύει κατά τον ίδιο τρόπο για τα εγχώρια προϊόντα και για τα εισαγόμενα προϊόντα άλλου κράτους μέλους. Πράγματι, οι τεχνικές προδιαγραφές βάσει των οποίων θα δοθεί ή όχι η έγκριση είναι οι ίδιες, ανεξαρτήτως της προελεύσεως των συσκευών, η διαδικασία εγκρίσεως είναι η ίδια και το καταβλητέο τέλος για να υποβληθεί η συσκευή σ' αυτή τη διαδικασία δεν μεταβάλλεται ανάλογα με το αν είναι κατασκευασμένη στο Βέλγιο ή όχι. Φρονώ επίσης ότι το νομικό καθεστώς της εγκρίσεως δεν εισάγει, a priori, δυσμενείς διακρίσεις. Δεν υπάρχει κανένα νομικό κώλυμα να λαμβάνουν οι εισαγόμενες συσκευές την έγκριση που απαιτείται για κάθε συσκευή που πρόκειται να συνδεθεί στο δίκτυο ανεξαρτήτως προελεύσεως.
11. Για να αναλυθεί από πλευράς άρθρου 37 η κατάσταση του κατόχου μονοπωλίου τηλεπικοινωνιών και αποκλειστικής εξουσίας εγκρίσεως όπως στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή πρότεινε να γίνει διάκριση μεταξύ τριών αποκλειστικών δικαιωμάτων του μονοπωλίου αυτού. Στο αποκλειστικό δικαίωμα της κατά κυριολεξία εγκρίσεως, προστίθεται αυτό της αδείας συνδέσεως και η εξουσία ελέγχου της τηρήσεως των σχετικών με την άδεια και την έγκριση διατάξεων. Ακόμη όμως και μετά την ανάλυση της εξουσίας εγκρίσεως αυτής στα συστατικά στοιχεία της, δεν μπορώ να διαγνώσω, από νομικής απόψεως, στοιχεία εισάγοντα δυσμενή διάκριση.
12. Αν γίνει αναφορά στη μέθοδο που ακολούθησε το Δικαστήριό σας στην απόφαση Amelioration de l' elevage (17), νομίζω ότι πρέπει να θεωρηθεί ότι, ελλείψει κανόνων οργανώσεως που εισάγουν αντικειμενικώς δυσμενείς διακρίσεις, δεν μπορεί να διαπιστωθεί ότι το εθνικό μονοπώλιο αντιβαίνει στις διατάξεις του άρθρου 37. Ωστόσο, νομίζω επίσης ότι η απάντηση στο ερώτημα αν αυτή καθαυτή μια διαδικασία τεχνικής εγκρίσεως τηλεφωνικών συσκευών προσβάλλει την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων προϋποθέτει εξέταση από πλευράς του άρθρου 30 για να επαληθευθεί αν έχει ισοδύναμο αποτέλεσμα με ποσοτικούς περιορισμούς στην εισαγωγή. Μετά την παρένθεση που αφορούσε το άρθρο 37, επανέρχομαι επομένως, αν αυτό μπορεί να λεχθεί, στο βασικό άρθρο.
13. 'Οπως διαπιστώσατε, οι απόψεις της RΤΤ και της Επιτροπής συνέκλιναν σε δύο ουσιώδη σημεία, τα οποία δεν ήταν στην πραγματικότητα σοβαρώς αμφισβητήσιμα. Είναι σαφές, καταρχάς, ότι η διαδικασία εγκρίσεως των τηλεφωνικών συσκευών, που εφαρμόζεται αδιακρίτως στις εγχώριες και στις εισαγόμενες συσκευές, έχει, από το γεγονός και μόνον ότι υφίσταται, περιοριστικό αποτέλεσμα στις εισαγωγές, εφόσον οι συσκευές που έχουν διατεθεί στο εμπόριο ενός κράτους μέλους δεν θα μπορέσουν, στην πράξη, να πωληθούν στο έδαφος του κράτους όπου απαιτείται η έγκριση χωρίς να την έχουν λάβει. Στη συνέχεια, είναι προφανές ότι κατά την παρούσα κατάσταση τεχνικής διαφοροποιήσεως των εσωτερικών δικτύων τηλεπικοινωνιών των κρατών μελών που αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση του κοινού, η ανάγκη διατηρήσεως της εύρυθμης λειτουργίας του εθνικού δικτύου μπορεί να δικαιολογεί σ' αυτά τα κράτη τον έλεγχο του αν οι τηλεφωνικές συσκευές που διανέμονται στο κοινό είναι κατάλληλες να συνδεθούν με το εν λόγω δίκτυο χωρίς πρόβλημα για το τελευταίο, για τους χρήστες του και για τους επιφορτισμένους με τη συντήρησή του υπαλλήλους. Πρόκειται βεβαίως εδώ για επιτακτική προϋπόθεση γενικού συμφέροντος, η οποία μπορεί να συνδεθεί ιδίως με την προστασία των χρηστών ως καταναλωτών υπηρεσιών, την οποία όμως θεωρώ επίσης, και προπαντός, ως έκφραση μέριμνας για την προστασία του ιδίου του δικτύου τηλεπικοινωνιών, λόγω της πολλαπλότητας των στρατηγικών συμφερόντων, συμφερόντων δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας και υγείας, τα οποία προϋποθέτουν την εύρυθμη λειτουργία του.
14. Η Επιτροπή επικαλέστηκε επί του θέματος ακριβώς τις "θεμελιώδεις απαιτήσεις" που προβλέπει η οδηγία 86/361/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1986, για το πρώτο στάδιο της αμοιβαίας αναγνώρισης των εγκρίσεων τύπου του τηλεπικοινωνιακού τερματικού εξοπλισμού (18). Η εν λόγω οδηγία έχει ως αντικείμενο, κατά το άρθρο 1, την υλοποίηση από τα κράτη μέλη "της αμοιβαίας αναγνώρισης των αποτελεσμάτων των δοκιμών πιστότητας των τηλεπικοινωνιακών τερματικών εξοπλισμών μαζικής παραγωγής προς κοινές προδιαγραφές πιστότητας". Οι διατάξεις της δεν εφαρμόζονται ακόμη στην υπό κρίση περίπτωση, εφόσον δεν έχουν τεθεί ακόμη σε ισχύ κοινές προδιαγραφές εντός της Κοινότητας για τα επίμαχα στην προκειμένη περίπτωση τηλεπικοινωνιακά δίκτυα. Μπορεί ωστόσο να σημειωθεί ότι οι εν λόγω προδιαγραφές θα πρέπει να ικανοποιούν ορισμένες "θεμελιώδεις απαιτήσεις", οι οποίες, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 17, του κειμένου, είναι "επί του παρόντος":
- η ασφάλεια του χρήστη,
- η ασφάλεια του προσωπικού των οργανισμών που εκμεταλλεύονται το δίκτυο,
- η προστασία των δημόσιων τηλεπικοινωνιακών δικτύων από ζημίες,
- "σε αιτιολογημένες περιπτώσεις", η δυνατότητα διασυνδέσεως των τερματικών.
Υπάρχει επομένως μια νομοθετική "ηχώ" στην ανάλυση που αξιοποιεί ορισμένες επιτακτικές προϋποθέσεις που καθιστούν αναγκαίο τον έλεγχο του συμβατού με το δίκτυο των συσκευών που πρόκειται να συνδεθούν με αυτό.
15. Ενόψει των προϋποθέσεων αυτών, τα εμπόδια στην εισαγωγή που μπορεί να προκύψουν από τη θέση τους σε εφαρμογή πρέπει, κατά πάγια ήδη νομολογία σας, να γίνουν δεκτά κατά το μέτρο που είναι αναγκαία. 'Ομως, ενόψει ακριβώς της εκτιμήσεως της αναγκαιότητας των εμποδίων που προκύπτουν συγκεκριμένα από διαδικασίες εγκρίσεως όπως η προβλεπομένη στην περίπτωση της RΤΤ, εμφανίστηκαν αποκλίσεις μεταξύ της αναλύσεως που ανέπτυξε η RΤΤ και της απόψεως της Επιτροπής. Κατά την πρώτη, η διαδικασία αυτή έχει διαμορφωθεί κατά τρόπο ώστε να είναι αυστηρώς προσαρμοσμένη προς τη διαφύλαξη των συγκεκριμένων συμφερόντων. Κατά τη δεύτερη, ορισμένα στοιχεία της διαδικασίας είναι υπερβολικά δυσανάλογα με ό,τι θα ήταν αναγκαίο για την αποτελεσματική προστασία αυτών των συμφερόντων.
16. Για να θεμελιώσει την άποψή της, η Επιτροπή προέβη σε πραγματικά εκπληκτική εξέταση των λεπτομερειών των τεχνικών προδιαγραφών, από την τήρηση των οποίων η RΤΤ εξαρτά τη χορήγηση της εγκρίσεως, για να δείξει ότι ορισμένες απ' αυτές ήταν πιο περιοριστικές απ' ό,τι ήταν αναγκαίο για την προστασία των συμφερόντων που έχουν αναγνωριστεί ως νόμιμα. 'Ομως, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο, στην παρούσα διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως να προβεί σε εκτίμηση του βασίμου των υπό κρίση τεχνικών προδιαγραφών. Το εθνικό δικαστήριο δεν σας ζητεί να προβείτε σε τέτοια εξέταση. Σας υπέβαλε ερώτημα, νομίζω, όχι ως προς το περιεχόμενο των τεχνικών προδιαγραφών που χρησιμοποιεί η RΤΤ, αλλά ως προς τη νομική κατάσταση που απορρέει από το γεγονός ότι η βελγική νομοθεσία αφήνει στη διάκριση του οργανισμού αυτού τόσο τον προσδιορισμό αυτών των προδιαγραφών όσο και τον έλεγχο της τηρήσεώς τους. Εντούτοις, το γεγονός ότι δεν πρέπει να ασχοληθείτε με τον έλεγχο της καταλληλότητας των τεχνικών προδιαγραφών δεν σημαίνει ότι αυτές δεν πρέπει να υποβληθούν σε κανένα έλεγχο. Νομίζω όμως ότι ο έλεγχος αυτός πρέπει να ανάγεται σε έλεγχο εθνικού χαρακτήρα, το πλαίσιο του οποίου θα προσπαθήσω να διευκρινίσω στη συνέχεια.
17. Εκ προοιμίου, οι νομικές πλευρές της διαδικασίας εγκρίσεως που εφαρμόζει η RΤΤ δεν φαίνονται να εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 30. Από τη στιγμή που η διατήρηση της εύρυθμης λειτουργίας του δικτύου γίνεται δεκτή ως επιτακτική προϋπόθεση, δεν φαίνεται υπερβολική η ανάθεση στον επιφορτισμένο με την εκμετάλλευση του δικτύου αυτού οργανισμό και υπεύθυνο, εκ του λόγου τούτου, για την εύρυθμη λειτουργία του, της μέριμνας να καθορίζει τις τεχνικές προδιαγραφές, η τήρηση των οποίων αποτελεί προϋπόθεση της συμβατού των τηλεφωνικών συσκευών, και να προβαίνει στην εφαρμογή τους μέσω της διαδικασίας εγκρίσεως. Ούτε φαίνεται δυσανάλογη η πρόβλεψη ότι τα έξοδα από τις ζημίες που προκαλεί στο δίκτυο η σύνδεση μη εγκεκριμένης συσκευής θα επιβαρύνουν τον συνδρομητή που πραγματοποίησε αυτή τη σύνδεση. Υπό τις συνθήκες αυτές, αν εκτιμηθεί, όπως πιστεύω, ότι τα στοιχεία αυτά δεν εμποδίζουν υπερμέτρως τις εισαγωγές, διότι εξυπηρετούν την προστασία των επίμαχων εν προκειμένω γενικών συμφερόντων, φαίνεται δύσκολο να θεωρηθεί ότι το γεγονός ότι ο κάτοχος της εξουσίας εγκρίσεως είναι ταυτοχρόνως πωλητής συσκευών αναλόγων προς αυτές που πρέπει να του υποβληθούν προς έγκριση συνεπάγεται αφεαυτού, άμεσα, αύξηση των εμποδίων. Αν η αρμοδιότητα εγκρίσεως η οποία χαρακτηρίζεται από ορισμένα ακριβή διαδικαστικά στοιχεία θεωρείται ότι εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 30, δύσκολα μπορώ να αντιληφθώ πώς θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι η ανάθεση αυτής της αρμοδιότητας στο τάδε όργανο και όχι στο δείνα, χωρίς καμιά αλλαγή των εν λόγω διαδικαστικών στοιχείων, συνεπάγεται αφεαυτής τη μετάβαση σε κατάσταση απαγορεύσεως από πλευράς του άρθρου αυτού. Δύσκολα μπορώ να το αντιληφθώ, διότι δεν βλέπω ποια πραγματική και αισθητή επιδείνωση των εμποδίων στην εισαγωγή θα προέκυπτε από μόνο τον καθορισμό του κατόχου της επίμαχης αρμοδιότητας.
18. Αυτό που θέλω να πω κατ' ουσίαν είναι ότι, όταν έχει γίνει δεκτό από πλευράς άρθρου 30 ότι ορισμένα συμφέροντα είναι άξια προστασίας και ότι ορισμένες συγκεκριμένες νομικές μέθοδοι εξυπηρετούν αυτή την προστασία, μόνη η εξέταση της ιδιότητας, από νομική ή οικονομική άποψη, του υπευθύνου της εφαρμογής αυτών των νομικών μεθόδων δεν μπορεί, καταρχήν, να οδηγήσει στον χαρακτηρισμό ως μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος. Δεν είναι δυνατόν, χωρίς τη χρησιμοποίηση τεκμηρίων, να θεωρηθεί ότι απλώς και μόνον η ιδιότητα του έχοντος νομική αρμοδιότητα συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος, ασχέτως των προϋποθέσεων ασκήσεως της αρμοδιότητας αυτής. 'Ομως, η σχετική με τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος νομολογία σας δεν δέχεται την ύπαρξη εμποδίων στις εισαγωγές βάσει τεκμηρίων, αλλά βάσει μέτρων, πράξεων, συμπεριφορών.
19. Θεωρώ ενδιαφέρον να υπενθυμίσω ότι με την απόφασή σας της 9ης Μαΐου 1985, Επιτροπή κατά Γαλλίας (19), περί της εγκρίσεως μηχανών γραμματοσημάνσεως, κρίνατε ότι η πρακτική συστηματικής αρνήσεως της εγκρίσεως μηχανών γραμματοσημάνσεως προερχομένων από το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν αντίθετη προς το άρθρο 30, κάτοχος δε της εξουσίας εγκρίσεως ήταν η γαλλική διοίκηση ταχυδρομείων. Δεν είναι επομένως το τεκμήριο ότι η διοίκηση αυτή θα επιδίωκε εκ των προτέρων την προστασία της εγχώριας παραγωγής κατά την άσκηση της εξουσίας εγκρίσεως το οποίο δικαιολόγησε, κατά την κρίση σας, τη διαπίστωση παραβάσεως των υποχρεώσεων που πηγάζουν από το άρθρο 30, αλλά οι πράξεις οι οποίες πράγματι αντανακλούσαν την επιδίωξη παρακωλύσεως των εισαγωγών, και συγκεκριμένα οι επανειλημμένες και αδικαιολόγητες αρνήσεις χορηγήσεως της εγκρίσεως.
20. Επομένως, δεν είναι η ανάθεση της εξουσίας εγκρίσεως στην RΤΤ η οποία μπορεί, κατά την άποψή μου, να εμπίπτει στο άρθρο 30, αλλά ενδεχομένως η άσκηση αυτής της εξουσίας. Πράγματι, καίτοι το γεγονός ότι η RΤΤ θεσπίζει η ίδια τις τεχνικές προδιαγραφές από την τήρηση των οποίων εξαρτάται η έγκριση δεν είναι αφεαυτού επίψογο ενόψει του άρθρου 30, το γεγονός ότι το περιεχόμενο των προδιαγραφών που πράγματι θεσπίστηκαν δεν είχε αυστηρώς ως αντικείμενο την εξασφάλιση του συμβατού με το δίκτυο δεν επιτρέπει πλέον την επίκληση επιτακτικής απαιτήσεως. Το ίδιο θα ίσχυε στην περίπτωση που θα αποδεικνυόταν ότι οι αρνήσεις εγκρίσεως στηρίζονται σε άλλους λόγους και όχι στη μη τήρηση των κατάλληλων τεχνικών προδιαγραφών.
21. Προκειμένου, εδώ, περί περιορισμών θεμελιώδους αρχής της Συνθήκης, ήτοι της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, φρονώ ότι πρέπει να διευκρινιστούν ορισμένες απαραίτητες προϋποθέσεις ελέγχου της αναγκαιότητάς τους από το εθνικό δικαστήριο. Νομίζω ότι αυτό είναι σύμφωνο με τις σκέψεις που διατυπώσατε στην απόφαση της 12ης Μαρτίου 1987, Επιτροπή κατά Γερμανίας (20), σχετικά με την απαγόρευση διαθέσεως στο εμπόριο ζύθου που περιέχει πρόσθετες ουσίες. Συγκεκριμένα, είπατε ότι την αδικαιολόγητη άρνηση χορηγήσεως αδείας χρησιμοποιήσεως συγκεκριμένων πρόσθετων ουσιών έπρεπε
"να μπορούν να προσβάλλουν οι επιχειρηματίες στο πλαίσιο ένδικης προσφυγής" (21).
Η άποψη αυτή, που υιοθετήθηκε για την εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, πρέπει να συνδυαστεί με την απόφασή σας της 15ης Οκτωβρίου 1987, Heylens, με την οποία κρίνατε:
"'Οταν σ' ένα κράτος μέλος η άσκηση έμμισθης επαγγελματικής δραστηριότητας εξαρτάται από την κατοχή εθνικού ή αναγνωρισμένου ως ισότιμου αλλοδαπού διπλώματος, η αρχή του άρθρου 48 της Συνθήκης περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων επιβάλλει η απόφαση με την οποία δεν αναγνωρίζεται η ισοτιμία διπλώματος χορηγηθέντος από άλλο κράτος μέλος σε εργαζόμενο ο οποίος έχει την ιθαγένεια του εν λόγω κράτους μέλους να υπόκειται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου ώστε να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της νομιμότητάς της από πλευράς κοινοτικού δικαίου, ο δε ενδιαφερόμενος να μπορεί να λαμβάνει γνώση των λόγων στους οποίους στηρίζεται η απόφαση" (22).
Νομίζω ότι, ενόψει των αποφάσεων αρνήσεως εγκρίσεως που εμποδίζουν, στην πράξη, την εντός της εθνικής αγοράς διάθεση τηλεφωνικών συσκευών που εισάγονται από άλλο κράτος μέλος, το άρθρο 30 θέτει προϋποθέσεις ανάλογες προς αυτές που περιέχονται στην εν λόγω απόφαση.
22. Κατά συνέπεια, νομίζω ότι η απάντησή σας θα μπορούσε να είναι ότι η νομοθεσία κράτους μέλους, η οποία αναθέτει σε δημόσια επιχείρηση, που εκμεταλλεύεται το δίκτυο των τηλεπικοινωνιών και πωλεί συσκευές, την εξουσία να χορηγεί στις τηλεφωνικές συσκευές που δεν προμηθεύει η ίδια την έγκριση που θα επιτρέψει τη σύνδεσή τους με το δίκτυο και η οποία προβλέπει ότι τα έξοδα που προκαλεί η σύνδεση μη εγκεκριμένης συσκευής επιβαρύνουν αυτόν που έκανε τη σύνδεση, δεν αντιβαίνει προς τις διατάξεις της Συνθήκης που κατοχυρώνουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, εφόσον η εν λόγω νομοθεσία επιτρέπει την άσκηση ένδικης προσφυγής κατά της αποφάσεως που αρνείται την έγκριση συσκευής εισαχθείσας από άλλο κράτος μέλος, με την προσφυγή δε αυτή καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της νομιμότητας, από πλευράς κοινοτικού δικαίου, των λόγων αρνήσεως που γνωστοποιήθηκαν στον ενδιαφερόμενο επιχειρηματία.
23. Νομίζω ότι μια τέτοια απάντηση δεν μπορεί να διαταράξει τα νομικά συστήματα των κρατών μελών. Πράγματι, μολονότι στα περισσότερα απ' αυτά επικρατεί, όσον αφορά την έγκριση των τηλεφωνικών συσκευών, κατάσταση παραπλήσια εκείνης του Βελγίου, κατά το μέτρο που ο έχων την εξουσία εγκρίσεως δεν διαφέρει στην ουσία από τον οργανισμό που κατέχει το μονοπώλιο της εκμεταλλεύσεως των τηλεπικοινωνιών, τα περισσότερα απ' αυτά δέχονται επίσης τον έλεγχο της νομιμότητας της αρνήσεως εγκρίσεως, ο οποίος περιλαμβάνει τον έλεγχο των λόγων που αφορούν τη μη πιστότητα προς τις τεχνικές προδιαγραφές, με τη βοήθεια, ενδεχομένως, πραγματογνωμοσύνης. Θα έπρεπε επομένως να εισαχθούν καινοτομίες μόνο στα κράτη μέλη όπου ο έλεγχος της νομιμότητας δεν εκτείνεται στο βάσιμο των αιτιολογιών που στηρίζονται σε τεχνικές εκτιμήσεις, δηλαδή, ως φαίνεται, στην Ιταλία, στην Ιρλανδία και στο Λουξεμβούργο. Πιθανότατα δε η προσφυγή σε πραγματογνώμονες θα επέτρεπε στα ενδιαφερόμενα εθνικά δικαστήρια να επεκτείνουν τον έλεγχό τους στις τεχνικές αιτιολογίες των αρνήσεων εγκρίσεως, πράγμα που δεν φαίνεται εκ των προτέρων να παρουσιάζει σημαντικές δυσκολίες.
24. Η Επιτροπή σας πρότεινε, με τις γραπτές παρατηρήσεις της, να περιλάβετε, στα μέσα αναλύσεως του κοινοτικού δικαίου που είναι χρήσιμα για να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου, ορισμένες διατάξεις της οδηγίας 83/189/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, η οποία προβλέπει διαδικασία πληροφορήσεως στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών (23). Παρατήρησε ότι οι τεχνικές προδιαγραφές που εφαρμόζει τώρα η RΤΤ για την έγκριση των τηλεφωνικών συσκευών, οι οποίες θεσπίστηκαν στις 21 Απριλίου 1987, δεν είχαν ανακοινωθεί προηγουμένως στην Επιτροπή, όπως προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, τα κράτη ανακοινώνουν στην Επιτροπή "κάθε σχέδιο τεχνικού κανόνα, εκτός αν πρόκειται απλώς για πιστή εισαγωγή διεθνούς ή ευρωπαϊκού προτύπου", εξηγώντας εν συντομία "τους λόγους που καθιστούν αναγκαία την κατάρτιση ενός τέτοιου τεχνικού κανόνα". Η Επιτροπή γνωστοποιεί αμέσως το σχέδιο στα λοιπά κράτη μέλη. Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, το κράτος μέλος που κατάρτισε το σχέδιο "θα λάβει υπόψη στο μέτρο του δυνατού" ενδεχόμενες παρατηρήσεις της Επιτροπής και των άλλων κρατών μελών. Επιπλέον, το οικείο κράτος μέλος πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, να αναβάλει κατά έξι μήνες την έγκριση ενός σχεδίου τεχνικού κανόνα, εφόσον η Επιτροπή ή άλλο κράτος μέλος εκφέρουν "λεπτομερώς αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία κρίνεται αναγκαία η τροποποίηση του σχεδιαζομένου μέτρου, ώστε να εξαλειφθούν ή να περιορισθούν τα εμπόδια που το μέτρο αυτό θα μπορούσε ενδεχομένως να δημιουργήσει στην ελεύθερη διακίνηση των αγαθών". Η διάρκεια της αναβολής της εγκρίσεως καθίσταται, δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 2, δωδεκάμηνη, αν η Επιτροπή "γνωστοποιήσει την πρόθεσή της να προτείνει ή να εκδώσει οδηγία για το θέμα αυτό".
25. Αναφερόμενη στη σχετική με το άμεσο αποτέλεσμα των οδηγιών νομολογία σας καθώς και στην αφορώσα την κοινοποίηση των σχεδίων κρατικών ενισχύσεων, η Επιτροπή φρονεί ότι τεχνικοί κανόνες που θεσπίστηκαν σε κράτος μέλος μετά την εκπνοή της προθεσμίας που ορίζει το άρθρο 12 της οδηγίας, χωρίς να έχει τηρηθεί η διαδικασία προηγουμένης ενημερώσεως την οποία προβλέπει η οδηγία, δεν εφαρμόζονται στις διαφορές μεταξύ του εν λόγω κράτους και των ιδιωτών.
26. Η RΤΤ δεν αμφισβήτησε ότι παρέλειψε να ανακοινώσει προηγουμένως στην Επιτροπή το σχέδιό της για τις τεχνικές προδιαγραφές. Επισήμανε όμως, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, ότι η παράλειψη ανακοινώσεως του σχεδίου δεν θα έπρεπε να επιφέρει τη μη εφαρμογή αυτών των προδιαγραφών, αφού η οδηγία δεν περιλαμβάνει κανέναν ουσιαστικό κανόνα, αλλά μόνο διαδικαστικούς κανόνες, και η μη τήρηση αυτών των κανόνων δεν σημαίνει ότι έχει γίνει παράβαση ουσιώδους κανόνα του κοινοτικού δικαίου. Μια τέτοια παράβαση θα μπορούσε ενδεχομένως να απορρέει μόνο από αυτό τούτο το περιεχόμενο των προδιαγραφών.
27. Θα ήθελα να παρατηρήσω συναφώς ότι δεν έγινε καμιά απολύτως επίκληση αυτής της οδηγίας ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου και ότι τα ερωτήματά του δεν τη μνημονεύουν καθόλου, δεδομένου ότι αναφέρονται μόνο στα άρθρα 30 και 86 της Συνθήκης. 'Εχω, ως εκ τούτου, ορισμένους δισταγμούς, όσον αφορά την ανάγκη να λάβει το Δικαστήριο θέση, επ' ευκαιρία της παρούσας υποθέσεως, ως προς τη μη εφαρμογή των τεχνικών κανόνων που δεν έχουν ανακοινωθεί σύμφωνα με τους τύπους που προβλέπει η οδηγία. Εξάλλου, η επιχειρηματολογία της Επιτροπής που καταλήγει στη μη εφαρμογή των τεχνικών κανόνων που δεν έχουν ανακοινωθεί προηγουμένως μου φαίνεται συζητήσιμη. Αυτή η μη δυνατότητα εφαρμογής δεν προβλέπεται ρητώς στην οδηγία, η οποία επιβάλλει απλώς να μη τίθενται σε ισχύ οι σχεδιαζόμενοι κανόνες πριν από την εκπνοή ορισμένων προθεσμιών. Πρέπει να σημειωθεί ότι τούτο έρχεται σε αντίθεση ιδίως με το σύστημα κοινοποιήσεως των σχεδίων ενισχύσεων που προβλέπει το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης, αφού η διάταξη αυτή προβλέπει ρητώς την αδυναμία εφαρμογής σχεδίου ενισχύσεως πριν η Επιτροπή ή, αναλόγως της περιπτώσεως, το Συμβούλιο καταλήξει σε απόφαση κατά το άρθρο 93, παράγραφος 2. 'Αλλωστε, μπορεί να παρατηρηθεί επίσης ότι οι κρατικές ενισχύσεις είναι, κατά το άρθρο 92 της Συνθήκης, καταρχήν ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπει η ίδια η Συνθήκη. 'Ομως, στον τομέα των τεχνικών κανόνων που αφορά η οδηγία, δεν υπάρχει καταρχήν ασυμβίβαστο των τεχνικών αυτών κανόνων με το κοινοτικό δίκαιο. Το ασυμβίβαστο εξαρτάται από την ουσία των κανόνων αυτών.
28. Μπορεί επομένως να υπάρξει διχογνωμία όσον αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 83/189. Το σχετικό όμως ζήτημα εθίγη μόνο παρεμπιπτόντως και κατά τρόπο κάθε άλλο παρά εξαντλητικό στην παρούσα υπόθεση, ενώ, όπως επισήμανα, το αιτούν δικαστήριο δεν σας ρώτησε σχετικώς. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν θεωρώ ούτε αναγκαίο ούτε καν σκόπιμο να ληφθεί εν προκειμένω υπόψη αυτή η οδηγία.
29. Φθάνω έτσι στο ζήτημα αν η θέση της RΤΤ, η οποία έχει την εξουσία εγκρίσεως, συμβιβάζεται με τις διατάξεις του άρθρου 86 της Συνθήκης. Το ερώτημα που σας υποβλήθηκε στο σημείο αυτό συνίσταται κατ' ουσίαν στο αν η χορήγηση από κράτος μέλος στον κάτοχο του μονοπωλίου εκμεταλλεύσεως του δικτύου των τηλεπικοινωνιών του αποκλειστικού δικαιώματος να χορηγεί στις τηλεφωνικές συσκευές που δεν προμηθεύει ο ίδιος την έγκριση που είναι αναγκαία για να επιτραπεί η σύνδεσή τους με το δίκτυο και να θεσπίζει τις τεχνικές προδιαγραφές στην τήρηση των οποίων υπόκειται η έγκριση είναι αντίθετη προς το άρθρο 86, στο μέτρο που ο κάτοχος του μονοπωλίου πραγματοποιεί, επιπλέον, πωλήσεις εντός της αγοράς των συσκευών που υποβάλλονται στην έγκρισή του.
30. 'Οπως πολύ ορθώς παρατήρησε η Επιτροπή, η εκτίμηση περί του αν ορισμένα κρατικά μέτρα συμβιβάζονται με τις διατάξεις του άρθρου 86 συνεπάγεται τη διεύρυνση του νομικού πλαισίου της αναλύσεως. Πράγματι, δεδομένου ότι οι υπό κρίση διατάξεις απευθύνονται στις επιχειρήσεις και όχι στα κράτη, δεν μπορούν να εφαρμοστούν ευθέως σ' αυτά τα μέτρα. Προσήκει επομένως να αναζητηθούν τα στοιχεία της απαντήσεως βάσει της νομολογίας σας της σχετικής με την ερμηνεία του άρθρου 90 της Συνθήκης σε συνδυασμό με το άρθρο 86. Υπενθυμίζω συναφώς ότι με την απόφασή σας της 16ης Νοεμβρίου 1977, Innο κατά ATAB, διευκρινίσατε ότι,
"ναι μεν το άρθρο 86 απευθύνεται στις επιχειρήσεις, η Συνθήκη όμως επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να μη λαμβάνουν ή να μη διατηρούν σε ισχύ μέτρα που θα μπορούσαν να εξαλείψουν την πρακτική αποτελεσματικότητα της διάταξης αυτής" (24),
και ότι στη συνέχεια παρατηρήσατε ότι το άρθρο 90 προβλέπει ότι
"τα κράτη μέλη δεν θεσπίζουν ούτε διατηρούν μέτρα αντίθετα προς τους κανόνες της Συνθήκης, ιδίως προς τους κανόνες των άρθρων 85 μέχρι και 94, ως προς τις δημόσιες επιχειρήσεις και τις επιχειρήσεις στις οποίες χορηγούν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα" (25).
31. Αυτά συνιστούν λυσιτελείς παραπομπές για την παρούσα υπόθεση, στο μέτρο που η RΤΤ είναι αδιαμφισβήτητα δημόσια επιχείρηση η οποία κατέχει, χάρη στην κρατική βούληση, ορισμένα αποκλειστικά δικαιώματα. Τα δικαιώματα αυτά είναι κυρίως εκείνα που χαρακτηρίζουν την κατάστασή της ως μονοπωλίου εκμεταλλεύσεως του δικτύου των τηλεπικοινωνιών. Μεταξύ των αποκλειστικών δικαιωμάτων που έχουν χορηγηθεί στην RΤΤ, βρίσκεται ακριβώς η εξουσία εγκρίσεως των τηλεφωνικών συσκευών που δεν προμηθεύει η ίδια.
32. Κατά την εξέταση των στοιχείων της απαντήσεως στο ερώτημα αν η χορήγηση σε δημόσια επιχείρηση, που εκμεταλλεύεται το δίκτυο των τηλεπικοινωνιών και διαθέτει στο εμπόριο τηλεφωνικές συσκευές, αποκλειστικού δικαιώματος όπως η εξουσία εγκρίσεως των τηλεφωνικών συσκευών που διαθέτουν στο εμπόριο οι ανταγωνιστές της είναι αντίθετη προς τις υποχρεώσεις που πηγάζουν, για τα κράτη μέλη, από το άρθρο 90, παράγραφος 1, της Συνθήκης, πρέπει να ληφθεί υπόψη μια διευκρίνιση που έχετε κάνει με τη νομολογία σας. Συγκεκριμένα, στην απόφαση Sacchi είπατε ότι
"η ύπαρξη μονοπωλίου επιχειρήσεως στην οποία κράτος μέλος χορηγεί αποκλειστικά δικαιώματα δεν είναι αφεαυτής ασυμβίβαστη με το άρθρο 86" (26).
Τούτο σημαίνει ότι η χορήγηση αποκλειστικού δικαιώματος σε δημόσια επιχείρηση δεν είναι, καταρχήν, "μέτρο αντίθετο προς το άρθρο 86" σύμφωνα με το πνεύμα της αποφάσεώς σας Inno. Η χορήγηση αυτή μπορεί να αναλυθεί ως μέτρο αντίθετο προς το άρθρο 86, μόνο εφόσον συνδέεται ευθέως και πραγματικώς με κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης. Κατά την απόφασή σας της 30ής Απριλίου 1986, Nouvelles frontieres (27), ένα κράτος μέλος δεν τηρεί την υποχρέωσή του να μη θεσπίζει ούτε να διατηρεί σε ισχύ μέτρα που θα μπορούσαν να εξαλείψουν την πρακτική αποτελεσματικότητα των διατάξεων του άρθρου 85 της Συνθήκης, όταν επιβάλλει ή ευνοεί τη δημιουργία συμπράξεων οι οποίες αντιβαίνουν στο άρθρο αυτό ή ενισχύει τα αποτελέσματά τους. Νομίζω ότι αυτά μπορούν να μεταφερθούν στο πεδίο του άρθρου 86, με την έννοια ότι τα κράτη δεν μπορούν, με τη χορήγηση αποκλειστικού δικαιώματος, να επιβάλλουν ή να ευνοούν κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης ή να ενισχύουν τα αποτελέσματά της.
33. Στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δεν υποχρεούσθε να αναζητήσετε αν η επίδικη κατάσταση πρέπει ή όχι να χαρακτηριστεί ως κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης. Πρέπει να ερμηνεύσετε τις κρίσιμες διατάξεις της Συνθήκης ενόψει ορισμένων νομικών χαρακτηριστικών που επισήμανε το εθνικό δικαστήριο με τα ερωτήματά του. Η εφαρμογή των ερμηνευθεισών διατάξεων στη συγκεκριμένη περίπτωση της RΤΤ εναπόκειται στο εν λόγω δικαστήριο.
34. Επομένως, πρέπει τώρα να προσδιοριστεί αν η χορήγηση αποκλειστικού δικαιώματος, όπως το επίμαχο, είναι ικανή να επιβάλει ή να ευνοήσει κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης ή να ενισχύσει τα αποτελέσματά της. Η Επιτροπή και η εταιρία Ιnnο φρονούν ότι η απάντηση στο σημείο αυτό είναι καταφατική. Δεν συμμερίζομαι την άποψη αυτή.
35. Η άποψη που υποστηρίζει η Επιτροπή επιβάλλει μια πρώτη παρατήρηση, η οποία μπορεί να φαίνεται ότι υπαγορεύεται από μια κάπως τυπολατρική νομική λογική, αλλά η οποία αποσκοπεί στην πραγματικότητα να διαλύσει κάποια σύγχυση στη χρήση της έννοιας της καταχρήσεως δεσπόζουσας θέσεως. Μπορεί πράγματι να διερωτηθεί κανείς αν η Επιτροπή υποστηρίζει την άποψη ότι η χορήγηση αποκλειστικού δικαιώματος όπως αυτού στην υπό κρίση περίπτωση αποτελεί ταυτόχρονα συστατικό στοιχείο δεσπόζουσας θέσης και κατάχρηση αυτής της θέσης. Βεβαίως, η Επιτροπή δεν χαρακτηρίζει ρητώς ως δεσπόζουσα τη θέση επιχειρήσεως όπως η RΤΤ βασιζόμενη στη χορήγηση της εξουσίας εγκρίσεως. Επικαλείται άλλα στοιχεία, ήτοι την κατοχή μονοπωλίου για την εκμετάλλευση του εθνικού δημοσίου τηλεφωνικού δικτύου και, στη συνέχεια, την προνομιακή πρόσβαση σε όλους τους χρήστες του δημοσίου δικτύου. Κατά τον τρόπο αυτό αποφεύγει να στηρίξει δύο επιχειρήματα συγχρόνως στην εξουσία εγκρίσεως. Εκτιμώ ωστόσο, βάσει της νομολογίας σας, ότι η εξουσία αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως συστατικό στοιχείο δεσπόζουσας θέσης. Στην απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1975, General Motors (28), τονίσατε ότι η ανάθεση από ένα κράτος μέλος, υπό τη μορφή νόμιμης αποκλειστικότητας, της δημοσίου δικαίου λειτουργίας που αποτελεί ο τεχνικός έλεγχος των οχημάτων, πριν τεθούν σε κυκλοφορία, στον κατασκευαστή ή στον εντολοδόχο του, σε συνδυασμό με την ελευθερία του τελευταίου να καθορίζει ελεύθερα την τιμή της παροχής των υπηρεσιών του, συνεπάγεται τη δημιουργία δεσπόζουσας θέσης. Κατά ανάλογο τρόπο κρίνατε με την απόφασή σας της 11ης Νοεμβρίου 1986, British Leyland (29), ότι ο κατασκευαστής στον οποίο έχει ανατεθεί, δυνάμει της ισχύουσας ρυθμίσεως, το μονοπώλιο της χορηγήσεως των πιστοποιητικών καταλληλότητας που είναι αναγκαία για τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας στα οχήματα του τύπου του πρέπει, λαμβανομένης υπόψη της καταστάσεως οικονομικής εξαρτήσεως που δημιουργείται για τους επαγγελματίες μεταπωλητές, να θεωρηθεί ότι κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά των απαραιτήτων για τους μεταπωλητές αυτούς υπηρεσιών.
36. Αν θεωρηθεί ότι η προϋπόθεση εγκρίσεως των τηλεφωνικών συσκευών συνεπάγεται την ύπαρξη αγοράς των αναγκαίων πράγματι υπηρεσιών για τους ενδιαφερομένους επιχειρηματίες, ώστε να εξασφαλίσουν τη διάθεση στο εμπόριο των τηλεφωνικών συσκευών, μου φαίνεται αρκετά σαφές ότι η ανάθεση στη δημόσια επιχείρηση, που κατέχει το μονοπώλιο της εκμεταλλεύσεως του δικτύου των τηλεπικοινωνιών, της κατά νόμο αποκλειστικότητας να χορηγεί την έγκριση μπορεί να της παράσχει δεσπόζουσα θέση σ' αυτή την αγορά. Νομίζω όμως επιπλέον ότι, λόγω της ιδιότητας του πωλητή τηλεφωνικών συσκευών της εν λόγω δημοσίας επιχειρήσως, το αποκλειστικό της δικαίωμα να χορηγεί την έγκριση μπορεί να συμβάλει στο να τεθεί σε δεσπόζουσα θέση σε μια άλλη αγορά, την οποία αφορά άμεσα η παρούσα υπόθεση, την αγορά πωλήσεως τηλεφωνικών συσκευών.
37. Με αφετηρία τη διαπίστωση αυτή, γίνεται αντιληπτό ότι η αποδοχή της απόψεως της Επιτροπής, η οποία θεωρεί ότι η ανάθεση της εξουσίας εγκρίσεως, υπό συνθήκες όπως αυτές που επικρατούν σχετικά με την RΤΤ, επιβάλλει ή ευνοεί την καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης, προϋποθέτει ότι η εν λόγω ανάθεση θεωρείται κατά κάποιο τρόπο ότι συνιστά ταυτοχρόνως δεσπόζουσα θέση και καταχρηστική εκμετάλλευση μιας τέτοιας θέσεως. Θίγω εδώ την αδυναμία της συλλογιστικής της Επιτροπής, που τείνει στη συγχώνευση δύο εννοιών οι οποίες, κατά τη νομολογία σας, διακρίνονται ωστόσο μεταξύ τους.
38. Σύμφωνα με την απόφασή σας της 13ης Φεβρουαρίου 1979, Hoffmann-La Roche, δεσπόζουσα θέση υπάρχει όταν επιχείρηση βρίσκεται σε κατάσταση οικονομικής ισχύος που
"της δίνει την εξουσία να εμποδίζει τη διατήρηση αποτελεσματικού ανταγωνισμού στη σχετική αγορά, παρέχοντάς της τη δυνατότητα να συμπεριφέρεται σε σημαντική έκταση ανεξάρτητα έναντι των ανταγωνιστών, των πελατών της και τελικά των καταναλωτών" (30).
Στην ίδια απόφαση ορίσατε την καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης ως αντικειμενική έννοια, η οποία αφορά
"τη συμπεριφορά επιχειρήσεως που κατέχει δεσπόζουσα θέση, η οποία είναι ικανή να επηρεάσει τη δομή μιας αγοράς όπου, λόγω ακριβώς της υπάρξεως της εν λόγω επιχειρήσεως, ο ανταγωνισμός είναι ήδη εξασθενημένος και η οποία εμποδίζει τη διατήρηση του ανταγωνισμού που υπάρχει ακόμη στην αγορά ή την ανάπτυξη του ανταγωνισμού αυτού, με τη βοήθεια μέσων που είναι διαφορετικά από αυτά που διέπουν ένα φυσιολογικό ανταγωνισμό των προϊόντων ή υπηρεσιών βάσει των παροχών των επιχειρηματιών" (31).
Νομίζω ότι, από τους ορισμούς αυτούς, προκύπτει διάκριση μεταξύ της δεσπόζουσας θέσης, η οποία νοείται ως κατάσταση παρέχουσα τη δυνατότητα παρακωλύσεως της διατηρήσεως του ανταγωνισμού, και της καταχρήσεως αυτής της θέσεως, η οποία πρέπει να συνίσταται σε συμπεριφορά εμποδίζουσα πράγματι αυτή τη διατήρηση.
39. Στη θεωρία επίσης, όταν αναλύεται το νομικό καθεστώς της καταχρήσεως, λαμβάνεται μέριμνα να διευκρινίζεται ότι, σύμφωνα με το καθεστώς αυτό, δεν απαγορεύεται η δεσπόζουσα θέση καθεαυτή, αλλά η κατάχρησή της. 'Οπως επισημαίνουν οι Stoufflet και Chaput, "το γεγονός ότι μια επιχείρηση κατέχει δεσπόζουσα θέση δεν είναι (...) παράνομο αφεαυτού. Το άρθρο 86 απαγορεύει μόνο την καταχρηστική εκμετάλλευση μιας τέτοιας θέσεως" (32). Η διάκριση αυτή μεταξύ της δεσπόζουσας θέσης και της καταχρηστικής της εκμεταλλεύσεως διευκρινίζεται από τη νομολογία σας, κατά την οποία απαιτείται, για τη διαπίστωση της υπάρξεως καταχρήσεως, συμπεριφορά της εν λόγω επιχειρήσεως που χαρακτηρίζεται από ενέργειες, υλικές ή νομικές πράξεις. Αντιθέτως, η δυνατότητα επιδείξεως συμπεριφοράς ή τελέσεως πράξεων συστατικών της καταχρήσεως δεν συνιστά από μόνη της κατάχρηση.
40. Στις προπαρατεθείσες υποθέσεις General Motors και British Leyland, το Δικαστήριό σας δεν θεώρησε ως κατάχρηση το γεγονός ότι το κράτος είχε δώσει αποκλειστικώς στους κατασκευαστές εξουσιοδότηση να ελέγχουν την πιστότητα των οχημάτων του τύπου τους, αλλά θεώρησε ότι η χρήση αυτής της εξουσίας, λόγω ιδίως της αξιώσεως καταβολής τελών δυσανάλογων προς την οικονομική αξία της παρεχομένης υπηρεσίας, μπορούσε να αποτελέσει κατάχρηση (33). Είπε επίσης σαφώς ότι η κατοχή κατ' αποκλειστικότητα εξουσίας ελέγχου διοικητικής φύσεως δεν συνιστούσε, στις υπό κρίση περιπτώσεις, κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, αλλά ότι ο τρόπος με τον οποίο ασκούνταν η εν λόγω εξουσία θα μπορούσε ενδεχομένως να θεωρηθεί κατάχρηση.
41. Νομίζω ότι η απόφασή σας Nouvelles frontieres περιέχει επίσης χρήσιμες ενδείξεις, παρόλο που αφορούσε το συμβατό προβλεπομένης από εθνική νομοθεσία διαδικασίας με το άρθρο 85 και όχι με το άρθρο 86. Πράγματι, θεωρήσατε ότι η απόφαση εγκρίσεως εκ μέρους του κράτους των τιμών των αεροπορικών εισιτηρίων μπορεί να είναι αντίθετη προς τη Συνθήκη, στο μέτρο που οι τιμές που εγκρίθηκαν κατά τον τρόπο αυτό είναι
"αποτέλεσμα συμφωνίας, αποφάσεως ενώσεως επιχειρήσεων ή εναρμονισμένης πρακτικής αντίθετης προς το άρθρο 85" (34),
πράγμα που σημαίνει, και εδώ, ότι πρόβλημα συμβατού με τη Συνθήκη δεν έθετε η ίδια η διαδικασία εγκρίσεως, αλλά οι συγκεκριμένες συνθήκες ασκήσεως της εξουσίας εγκρίσεως σε δεδομένη περίπτωση.
42. Νομίζω συνεπώς ότι, λαμβανομένων υπόψη αυτών των παρατηρήσεων που μπορούν να συναχθούν από τη νομολογία σας, το γεγονός της αναθέσεως σε δημόσια επιχείρηση, όπως η RΤΤ, της αποκλειστικής εξουσίας εγκρίσεως των τηλεφωνικών συσκευών σε σχέση με το συμβατό τους προς το δίκτυο δεν είναι αντίθετο προς τα άρθρα 90 και 86 της Συνθήκης, ακόμη και αν δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι η άσκηση αυτής της εξουσίας μπορεί να οδηγήσει σε καταχρήσεις δεσπόζουσας θέσης. Δεν θεωρώ ότι η μεταβίβαση από το κράτος της εξουσίας εγκρίσεως, της οποίας μόνο η κακή χρήση θα μπορούσε να καταλήξει σε κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, συνιστά αφεαυτής τέτοια κατάχρηση.
43. Πρέπει βεβαίως να αναγνωριστεί ότι, στην περίπτωση που η επίμαχη εξουσία εγκρίσεως χορηγείται σε δημόσια επιχείρηση που είναι η ίδια ανταγωνίστρια στην αγορά τηλεφωνικών συσκευών, οι πιθανότητες κακής χρήσεως της εξουσίας εγκρίσεως φαίνονται αυξημένες. Πρέπει ωστόσο να θεωρηθεί ότι, λόγω της αυξήσεως αυτής, η ίδια η χορήγηση αυτής της εξουσίας καθίσταται κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης; Δεν το νομίζω, διότι θεωρώ σημαντικό να διατηρηθεί η διάκριση μεταξύ της δεσπόζουσας θέσεως και της καταχρηστικής της εκμεταλλεύσεως και, ως εκ τούτου, ο χαρακτηρισμός "κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως" να καλύπτει μόνο συμπεριφορές και θετικές πράξεις, χωρίς να φτάνει μέχρι του σημείου να αφορά την απλή δυνατότητα επιδείξεως τέτοιων συμπεριφορών ή τελέσεως τέτοιων πράξεων.
44. Πρέπει εξάλλου να ληφθεί υπόψη ότι, από πλευράς φιλελεύθερης θεωρήσεως του δικαίου, η εξομοίωση προς απαγορευόμενη συμπεριφορά της απλής δυνατότητας επιδείξεως τέτοιας συμπεριφοράς δημιουργεί πρόβλημα. Πράγματι, με τέτοια εξομοίωση περνάμε από ένα κατασταλτικό σύστημα, όπου πρέπει να αποδεικνύεται η απαγορευομένη συμπεριφορά, σε ένα προληπτικό σύστημα, όπου αρκεί το τεκμήριο ότι θα υπάρξει τέτοια συμπεριφορά. Νομίζω ότι αυτό είναι ανεπίτρεπτο. Γι' αυτό, θεωρώ ότι πρέπει να δοθεί απάντηση με την έννοια ότι η ανάθεση σε επιχείρηση, όπως η RΤΤ, της εξουσίας εγκρίσεως των συσκευών που δεν προμηθεύει ούτε πωλεί η ίδια δεν είναι αφεαυτής αντίθετη προς τα άρθρα 90 και 86 της Συνθήκης, αλλά ότι η άσκηση της εξουσίας εγκρίσεως από την εν λόγω επιχείρηση, με σκοπό διαφορετικό από εκείνον του ελέγχου του συμβατού με το δίκτυο, θα μπορούσε να καταλήξει σε κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως που απαγορεύεται από το άρθρο 86 της Συνθήκης, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει αυτό το κείμενο, κυρίως όσον αφορά αφενός την ίδια την ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης σε δεδομένη αγορά και αφετέρου το αποτέλεσμα στο μεταξύ κρατών μελών εμπόριο.
45. Δεν νομίζω ότι είναι αναγκαίο να συνοδεύσω την απάντηση που πρέπει να δοθεί ως προς τα άρθρα 86 και 90 της Συνθήκης με ρητές επιφυλάξεις αναγόμενες στην ύπαρξη ένδικης προσφυγής επί αρνήσεων εγκρίσεως. Πράγματι, αν δεχθείτε τις προτάσεις μου σχετικά με την απάντηση στο πεδίο της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, οι επίμαχες επιφυλάξεις θα αποτελούσαν, σε αρκετά μεγάλο βαθμό, περιττή επανάληψη. Αν δεν τις δεχθείτε, είναι ελάχιστα πιθανό να σας φανούν αναγκαίες οι επιφυλάξεις στο πεδίο των άρθρων 86 και 90. Επιπλέον, νομίζω ότι ο έλεγχος της ασκήσεως της εξουσίας εγκρίσεως θα έπρεπε να ενταχθεί στην κρίση την οποία θα πρέπει να σχηματίσει βάσει του συνόλου των πραγματικών δεδομένων το εθνικό δικαστήριο, ενώπιον του οποίου γίνεται επίκληση δεσπόζουσας θέσεως, ως προς την ύπαρξη τέτοιας καταχρήσεως. Θα ήταν ίσως χρήσιμο να διευκρινιστεί ότι, μεταξύ αυτών των πραγματικών δεδομένων, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η τεχνικής φύσεως ανεπάρκεια των κριτηρίων εγκρίσεως καθώς και ο αδικαιολόγητος χαρακτήρας αποφάσεων που αρνούνται την έγκριση. Στην πράξη και ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες των εθνικών συστημάτων, θα πρέπει το εθνικό δικαστήριο να διατάσσει πραγματογνωμοσύνη και ενδεχομένως να υποβάλλει προδικαστικά ερωτήματα στα διοικητικά δικαστήρια, οσάκις αυτά είναι αποκλειστικώς αρμόδια να εκτιμούν τη νομιμότητα των διοικητικών αποφάσεων και οσάκις ακριβώς η έγκριση και οι τεχνικές προδιαγραφές λαμβάνουν τη μορφή τέτοιων αποφάσεων.
46. Κατά συνέπεια, προτείνω να αποφανθείτε ως εξής:
"1) Η νομοθεσία κράτους μέλους η οποία χορηγεί σε δημόσια επιχείρηση, που εκμεταλλεύεται το εθνικό δίκτυο των τηλεπικοινωνιών και πωλεί συσκευές, αποκλειστικό δικαίωμα αναλυόμενο σε εξουσία εγκρίσεως των συσκευών που δεν προμηθεύει ή δεν πωλεί η ίδια, προκειμένου να ελέγχει, βάσει των τεχνικών προδιαγραφών που έχει θεσπίσει, αν οι συσκευές αυτές μπορούν να συνδεθούν με το δίκτυο, και η οποία προβλέπει ότι τα έξοδα που προκαλεί η σύνδεση μη εγκριθείσας συσκευής επιβαρύνουν εκείνον που την έχει πραγματοποιήσει, δεν είναι αντίθετη προς τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ που κατοχυρώνουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, εφόσον προβλέπει τη δυνατότητα ένδικης προσφυγής κατά της αποφάσεως που αρνείται την έγκριση συσκευής προερχομένης από άλλο κράτος μέλος, με την οποία προσφυγή καθίσταται δυνατός ο έλεγχος, από πλευράς κοινοτικού δικαίου, των λόγων αρνήσεως που γνωστοποιούνται στον οικείο επιχειρηματία.
2) Η νομοθεσία αυτή δεν είναι αντίθετη ούτε προς τα άρθρα 90 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ, με τη διευκρίνιση ωστόσο ότι η άσκηση από τη δημόσια επιχείρηση της εξουσίας εγκρίσεως με σκοπό διαφορετικό απ' αυτόν του ελέγχου αν οι συσκευές συμβιβάζονται από τεχνικής απόψεως με το δίκτυο μπορεί να καταλήξει σε κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης που απαγορεύεται από το άρθρο 86, εφόσον συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις που προβλέπει αυτό το άρθρο εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο, ενώπιον του οποίου προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι συντρέχει τέτοια κατάχρηση, να εκτιμά βάσει του συνόλου των
πραγματικών δεδομένων, μεταξύ των οποίων η ενδεχομένη ανεπάρκεια των τεχνικών προδιαγραφών και ο ενδεχομένως αδικαιολόγητος χαρακτήρας των αποφάσεων που αρνούνται την έγκριση, αν στοιχειοθετείται η κατάχρηση."
Ρ/k/V
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
(1) Moniteur belge της 2ας Αυγούστου 1930.
(2) 'Αρθρο 1.
(3) 'Αρθρο 3.
(4) Moniteur belge της 20ής και 21ης Οκτωβρίου 1930.
(5) 'Αρθρο 1.
(6) Moniteur belge της 29ης Σεπτεμβρίου 1978.
(7) Ψήφισμα σχετικά με την ανάπτυξη της κοινής αγοράς των υπηρεσιών και του εξοπλισμού στον τομέα των τηλεπικοινωνιών έως το 1992 (ΕΕ C 257, σ. 1).
(8) 'Οπ.π., σ. 2, στόχος 5.
(9) Οδηγία 88/301/ΕΟΚ (ΕΕ L 131, σ. 73).
(10) 'Οπ.π., άρθρα 5 και 6.
(11) 202/88, Γαλλία κατά Επιτροπής.
(12) Le Monde της 3ης Ιανουαρίου 1989.
(13) Προπαρατεθείς νόμος της 13ης Οκτωβρίου 1930, άρθρο 1.
(14) 41/83, Συλλογή 1985, σ. 873.
(15) 155/73, Rec. 1974, σ. 409.
(16) 271/81, Συλλογή 1983, σ. 2057.
(17) 'Οπ.π.
(18) ΕΕ L 217, σ. 21.
(19) 21/84, Συλλογή 1985, σ. 1355.
(20) 178/84, Συλλογή 1987, σ. 1227.
(21) Ibidem, σκέψη 46.
(22) 222/86, Συλλογή 1987, σ. 4097, σκέψη 17.
(23) ΕΕ L 109, σ. 8.
(24) 13/77, Rec. 1977, σ. 2115, σκέψη 31.
(25) 'Οπ. π., σκέψη 32.
(26) 155/73, προαναφερθείσα, σκέψη 14.
(27) 209/84 έως 213/84, Εισαγγελική αρχή κατά Asjes κ.λπ. (Συλλογή 1986, σ. 1425).
(28) 26/75, Rec. 1975, σ. 1367.
(29) 226/84, Συλλογή 1986, σ. 3263.
(30) 85/76, Rec. 1979, σ. 461, σκέψη 38.
(31) 'Οπ.π., σκέψη 91.
(32) "Jurisclasseur de droit international public", Communaute economique europeenne, fascicule 164 G, n o 198.
(33) Προπαρατεθείσες αποφάσεις 26/75 και 226/84.
(34) Προπαρατεθείσες υποθέσεις 209 έως 213/84, σκέψη 77.
Full & Egal Universal Law Academy