Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Α - Τα πραγματικά περιστατικά
1. Στη σημερινή διαδικασία παραπομπής, στα πλαίσια της οποίας θα αναπτύξω τις προτάσεις μου, το παραπέμπον δικαστήριο έθεσε ορισμένα ζητήματα κοινοτικού δικαίου, την επίλυση των οποίων θεωρεί αναγκαία για να αποφανθεί επί των σχέσεων εργασίας των λεκτόρων ξένων γλωσσών στα ιταλικά πανεπιστήμια.
2. Κατά το άρθρο 28 του διατάγματος 382/1980 του Προέδρου της Δημοκρατίας, τα ιταλικά Πανεπιστήμια μπορούν να προσλαμβάνουν με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου λέκτορες ξένης μητρικής γλώσσας. Η ισχύς των εν λόγω συμβάσεων δεν μπορεί να υπερβαίνει το ακαδημαϊκό έτος για το οποίο συνήφθησαν, μπορεί όμως να παρατείνεται ετησίως επί πέντε έτη.
3. Με εγκυκλίους του ιταλικού Υπουργείου Παιδείας τα Πανεπιστήμια υποχρεώθηκαν να μη συνάπτουν με τους λέκτορες ξένων γλωσσών συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, αλλά συμβάσεις παροχής πνευματικού έργου, δηλαδή συμβάσεις παροχής υπηρεσιών. Κατά τη ρύθμιση που εφαρμόζεται στις συμβάσεις αυτές, στον παρέχοντα το έργο απόκειται να αφαιρεί από την αμοιβή του τα ποσά που απαιτούνται για τη μεταγενέστερη καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών σε περίπτωση εξαρτημένης σχέσης εργασίας, αντίθετα, μεγάλο τμήμα των εισφορών αυτών βαρύνουν τον εργοδότη.
4. Η διοικητική αυτή πρακτική όμως έχει καταδικαστεί εν τω μεταξύ από την ιταλική νομολογία, η οποία θεώρησε τις εν λόγω συμβάσεις συμβάσεις εργασίας και συνήγαγε τα αντίστοιχα συμπεράσματα από απόψεως ασφαλιστικού δικαίου.
5. Το παραπέμπον δικαστήριο ερωτά συνεπώς στην αίτησή του για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αν η θέση λέκτορα ξένης γλώσσας σε πανεπιστήμιο εμπίπτει στην εξαιρετική ρύθμιση του άρθρου 48, παράγραφος 4, της Συνθήκης ΕΟΚ, και, σε περίπτωση αποφατικής απαντήσεως, αν ο χρονικός περιορισμός της σχέσεως εργασίας, καθώς και η πρόβλεψη της πενταετίας ως μεγίστου χρόνου απασχολήσεως, πρέπει να θεωρηθεί διάκριση απαγορευόμενη από το άρθρο 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, επειδή στους λοιπούς ημεδαπούς εργαζομένους εξασφαλίζεται, γενικά, σταθερή απασχόληση ανακύπτει, επιπλέον, το ερώτημα αν το γεγονός ότι στις συμβάσεις που συνάπτονται με τους λέκτορες ξένων γλωσσών δεν προβλέπεται η ασφαλιστική τους κάλυψη συνιστά επίσης διάκριση απαγορευόμενη από τη Συνθήκη ΕΟΚ.
6. 'Οσον αφορά τη διατύπωση των υποβληθέντων ερωτημάτων και τις παρατηρήσεις των διαδίκων, παραπέμπω στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
Β - Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
Ως προς την ιδιότητα των λεκτόρων ξένων γλωσσών ως εργαζομένων
7. Πριν εξετάσω το πρώτο ερώτημα του παραπέποντος δικαστηρίου, αν δηλαδή η εξαιρετική ρύθμιση που προβλέπει για τη δημόσια διοίκηση το άρθρο 48, παράγραφος 4, αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, πρέπει να εξετάσω αν οι λέκτορες ξένων γλωσσών είναι εργαζόμενοι κατά την έννοια του άρθρου 48 της Συνθήκης ΕΟΚ. Ενόψει της εθνικής πρακτικής που συνίσταται στη σύναψη συμβάσεων "παροχής υπηρεσίων" με την εν λόγω κατηγορία προσώπων, στα οποία εναπόκειται να αναλάβουν πρωτοβουλία για την ασφαλιστική τους κάλυψη, θα μπορούσαν να γεννηθούν αμφιβολίες ως προς την ιδιότητά τους ως εργαζομένων.
8. Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου τονίστηκε ότι οι αρμόδιες εθνικές δικαστικές αρχές καταδίκασαν τη μορφή της συμβάσεως που συνιστούσε το ιταλικό Υπουργείο Παιδείας και επιβεβαίωσαν την ιδιότητα των λεκτόρων ξένων γλωσσών ως εργαζομένων. Και το παραπέμπον δικαστήριο φαίνεται να κλίνει υπέρ του συμπεράσματος αυτού, επειδή θεωρεί ότι το άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΟΚ (ανεξαρτήτως του ερωτήματος που υποβάλλει ως προς την παράγραφο 4 του εν λόγω άρθρου) έχει εφαρμογή στην εν λόγω κατηγορία προσώπων.
9. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να παρατηρηθεί ότι η έννοια του όρου "εργαζόμενος" δεν ορίζεται δια παραπομπής στις νομικές διατάξεις των κρατών μελών πρόκειται για έννοια του κοινοτικού δικαίου (1). Επειδή από τον όρο αυτό εξαρτάται το πεδίο εφαρμογής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, μιας από τις θεμελιώδεις αρχές της Κοινότητας, ο εν λόγω όρος πρέπει, κατά την νομολογία του Δικαστηρίου, να ερμηνεύεται ευρέως και να ορίζεται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων που χαρακτηρίζουν τη σχέση εργασίας από πλευράς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των ενδιαφερομένων προσώπων. Το ουσιώδες χαρακτηριστικό της σχέσεως εργασίας συνίσταται στην έναντι αμοιβής παροχή υπηρεσιών επί ορισμένο χρόνο, για λογαριασμό και υπό τη διεύθυνση άλλου (2).
10. Επειδή διευκρινίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οι λέκτορες ξένων γλωσσών διδάσκουν υπό την εποπτεία και τη διεύθυνση των εκάστοτε καθηγητών των οικείων εδρών, μπορώ να θεωρήσω στα πλαίσια των προτάσεών μου ότι οι λέκτορες ξένων γλωσσών είναι εργαζόμενοι κατά την έννοια της Συνθήκης ΕΟΚ. Το παραπέμπον δικαστήριο είναι, πάντως, αρμόδιο να εξετάσει και να επιλύσει το ζήτημα αυτό, πράγμα που θα πρέπει και να πράξει.
Ως προς την εφαρμογή του άρθρου 48, παράγραφος 4, της Συνθήκης ΕΟΚ
11. Οι διάδικοι που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης, η ιταλική κυβέρνηση και η Επιτροπή υποστηρίζουν ομόφωνα την άποψη ότι η εξαιρετική διάταξη του άρθρου 48, παράγραφος 4, της Συνθήκης ΕΟΚ, η οποία περιορίζει την εφαρμογή του άρθρου 48 στον τομέα της δημοσίας διοίκησης, δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω.
12. Θα συμφωνήσω με αυτή την άποψη. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (3), το άρθρο 48, παράγραφος 4, της Συνθήκης ΕΟΚ εξαιρεί από την εφαρμογή των τριών πρώτων παραγράφων του εν λόγω άρθρου τις θέσεις, η κατοχή των οποίων συνεπάγεται άμεση ή έμμεση συμμετοχή στην άσκηση δημόσιας εξουσίας και καθηκόντων που έχουν ως αντικείμενο την προάσπιση των γενικών συμφερόντων του κράτους ή άλλων δημόσιων οργανισμών. Η απασχόληση στις θέσεις αυτές προϋποθέτει ιδιαίτερο δεσμό του εκάστοτε κατόχου της θέσεως με το κράτος, καθώς και την αμοιβαιότητα των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που συνιστούν τη βάση του δεσμού της ιθαγένειας. Από την εφαρμογή του άρθρου 48, παράγραφοι 1 έως 3, εξαιρούνται επομένως μόνο οι θέσεις, οι οποίες, αν ληφθούν υπόψη τα καθήκοντα και οι ευθύνες που συνεπάγονται, παρουσιάζουν τα χαρακτηριστικά των ειδικών δραστηριοτήτων της διοικήσεως στους προαναφερθέντες τομείς (4).
13. 'Ολα τα χαρακτηριστικά αυτά δεν φαίνεται να συντρέχουν εν προκειμένω. Οι παραδόσεις γλωσσικών μαθημάτων ιδίως δεν μπορούν να συμπεριληφθούν στις ειδικές δραστηριότητες της ασκήσεως δημόσιας εξουσίας, οι οποίες θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τον περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας. Η επίδικη ειδική ρύθμιση αφορά, εξάλλου, ακριβώς πρόσωπα που, στην πλειοψηφία τους, δεν έχουν την ιταλική ιθαγένεια (5). Ο προαναφερθείς ιδιαίτερος δεσμός των κατόχων των θέσεων με το κράτος, καθώς και η αμοιβαιότητα των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, επί των οποίων στηρίζεται ο δεσμός της ιθαγένειας, ελλείπουν. Η τελική κρίση επί του θέματος αυτού απόκειται, πάντως, στο παραπέμπον δικαστήριο.
Απομένει, επομένως, να εξετάσω μόνον αν υφίσταται διάκριση λόγω ιθαγένειας.
Ως προς την ύπαρξη διακρίσεως κατά την έννοια του άρθρου 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ
14. Για την εξέταση του ζητήματος αυτού πρέπει πρώτα να γίνει δεκτό ότι η επίδικη εθνική ρύθμιση δεν αναφέρεται ρητά στο κριτήριο της ιθαγένειας. Κρίσιμη είναι αντίθετα η μητρική γλώσσα των λεκτόρων ξένων γλωσσών και επομένως η ρύθμιση μπορεί να εφαρμόζεται και σε ιταλούς υπηκόους.
15. Δεν μπορεί, εντούτοις, να αποκλειστεί καταρχήν η ύπαρξη διακρίσεως, επειδή η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που προβλέπει η Συνθήκη δεν απαγορεύει μόνο τις προφανείς δυσμενείς διακρίσεις λόγω ιθαγένειας, αλλά και όλες τις έμμεσες ή συγκεκαλυμμένες μορφές δυσμενών διακρίσεων, οι οποίες οδηγούν στην πράξη στο ίδιο αποτέλεσμα βάσει άλλων κριτηρίων διακρίσεως (6).
16. Η ιταλική κυβέρνηση ανέφερε κατά την προφορική διαδικασία ότι περίπου το 25 % των λεκτόρων ξένων γλωσσών είναι ιταλοί υπήκοοι, ορισμένοι από τους οποίους απέκτησαν πάντως την ιθαγένεια αυτή μόνον αφού εγκαταστάθηκαν στην Ιταλία, συνήθως κατόπιν γάμου.
17. Επειδή λοιπόν τουλάχιστον το 75 % των λεκτόρων με ξένη μητρική γλώσσα, αν όχι και περισσότεροι, είναι υπήκοοι άλλων κρατών και, επομένως, και υπήκοοι άλλων κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: "κοινοτικοί πολίτες") μπορεί να γίνει δεκτό ότι η επίδικη εθνική ρύθμιση συνεπάγεται άνιση μεταχείριση και των κοινοτικών πολιτών. Η άνιση αυτή μεταχείριση, όπως περιγράφηκε από το παραπέμπον δικαστήριο, έχει τρεις πλευρές: τη σύναψη συμβάσεως εργασίας με μέγιστη διάρκεια ενός ακαδημαϊκού έτους, τον καθορισμό μέγιστης συνολικής διάρκειας της σχέσεως εργασίας, καθώς και τη μη καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών από τον εργοδότη, καθόσον ακολουθείται ακόμη η πρακτική αυτή.
18. Πρέπει, επομένως, να εξεταστεί αν δικαιολογείται η διαφορετική αυτή μεταχείριση στο σημείο αυτό πρέπει να εξεταστούν χωριστά οι δύο ρυθμίσεις σχετικά με το χρονικό περιορισμό αφενός και η μη καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών από τον εργοδότη αφετέρου.
Ως προς τον χρονικό περιορισμό της διάρκειας των συμβάσεων και τη μέγιστη διάρκεια της σχέσεως εργασίας
19. Με εξαίρεση τους "συμβασιούχους καθηγητές", οι οποίοι απασχολούνται βάσει ετησίας συμβάσεως παροχής υπηρεσιών που δεν μπορεί να παραταθεί περισσότερο από δύο φορές, το διδακτικό και ερευνητικό προσωπικό (καθηγητές, επίκουροι καθηγητές και πανεπιστημιακοί ερευνητές) κατέχει μόνιμες θέσεις που πληρούνται κατόπιν διαγωνισμών. Επιπλέον, όπως ανέφερε και ο εκπρόσωπος της ιταλικής κυβερνήσεως κατά την προφορική διαδικασία, οι συμβάσεις εργασίας θεωρούνται αορίστου χρόνου κατά τις γενικές διατάξεις της ιταλικής εργατικής νομοθεσίας.
20. Η ιταλική κυβέρνηση δικαιολογεί το διαφορετικό νομικό καθεστώς των λεκτόρων ξένων γλωσσών καταρχάς με την ευχερέστερη πρόσληψη, δεδομένου ότι δεν προηγείται διαγωνισμός. Τα πανεπιστήμια πρέπει, περαιτέρω, να είναι σε θέση να προσαρμόζουν τον αριθμό των λεκτόρων ξένων γλωσσών στις μεταβαλλόμενες ανάγκες των φοιτητών και στις κυμαινόμενες ετησίως πιστώσεις που διαθέτουν. Το ιταλικό κράτος έχει, επιπλέον, συμφέρον να απασχολεί λέκτορες ξένων γλωσσών με γνώση της σύγχρονης μητρικής τους γλώσσας. Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, καταρχήν, στο ιταλικό κράτος το δικαίωμα να καθορίζει το ίδιο τη διάρθρωση των Πανεπιστημίων του.
21. Επειδή οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης δεν ζήτησαν να εξομοιωθούν με κάποια κατηγορία του λοιπού πανεπιστημιακού προσωπικού της Ιταλίας ή να καταστούν δημόσιοι υπάλληλοι, αλλά βάλλουν μόνο κατά του χρονικού περιορισμού της διάρκειας των συμβάσεών τους, δεν θεωρώ αναγκαίο να συγκρίνω το καθεστώς τους με το καθεστώς του λοιπού πανεπιστημιακού προσωπικού ούτε να εξετάσω τα ζητήματα του ιταλικού δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου που τέθηκαν από τον εκπρόσωπο της ιταλικής κυβερνήσεως. Αρκεί να αναφερθώ στις γενικές ρυθμίσεις του ιταλικού εργατικού δικαίου, το οποίο επιτρέπει τη σύναψη συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και χωρίς να προηγηθεί διαδικασία διαγωνισμού.
22. Δεν χρειάζεται, επομένως, να εξεταστούν οι διάφορες προϋποθέσεις προσλήψεως, ιδίως η διαδικασία των διαγωνισμών για το πανεπιστημιακό προσωπικό τίποτε δεν φαίνεται, εξάλλου, να εμποδίζει τη διοργάνωση από τις ιταλικές αρχές διαγωνισμών και για τους λέκτορες ξένων γλωσσών.
23. Η επίκληση των μεταβαλλομένων αναγκών των σχολών σε προσωπικό, καθώς και του συμφέροντός τους να διαθέτουν λέκτορες ξένων γλωσσών με γνώση της σύγχρονης μητρικής τους γλώσσας, πρέπει να θεωρηθεί κατά βάση ότι δικαιολογεί τον περιορισμό της χρονικής ισχύος των συμβάσεων και τον καθορισμό ανώτατης διάρκειας απασχολήσεως. Πρέπει, εντούτοις, να εξεταστεί αν οι εν λόγω σκοποί μπορούσαν να επιτευχθούν και με άλλα μέσα, που θα συνεπάγονταν λιγότερες διακρίσεις σε βάρος των λεκτόρων ξένων γλωσσών.
24. 'Οπως υποστηρίχθηκε κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου (και δεν προβλήθηκε καμία αντίρρηση σχετικά), ο εργοδότης μπορεί, κατά τις γενικές διατάξεις του ιταλικού εργατικού δικαίου, να προσαρμόσει το εργατικό δυναμικό στις ανάγκες του, ακόμη και προκειμένου για συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου θα μπορούσε, επομένως, να απολύσει τους λέκτορες ξένων γλωσσών που προσελήφθησαν για αόριστο χρόνο, εάν δεν υφίσταται πλέον ανάγκη απασχολήσεώς τους. Οι μεταβαλλόμενες ανάγκες σε λέκτορες ξένων γλωσσών δεν είναι επομένως ασυμβίβαστες με τη σύναψη συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου.
25. Το αυτό ισχύει και για το επιχείρημα ότι οι περιορισμένες κατ' έτος εγκρινόμενες πιστώσεις δεν επιτρέπουν τη σύναψη συμβάσεων αορίστου χρόνου. Δεν εξηγήθηκε αν και γιατί η σύναψη συμβάσεων αορίστου μεν χρόνου, αλλά δεκτικών καταγγελίας, συνεπάγεται μεγαλύτερο κόστος από ό,τι η σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου.
26. Και το συμφέρον των ιταλικών σχολών να διαθέτουν λέκτορες ξένων γλωσσών με γνώση της σύγχρονης μητρικής τους γλώσσας πρέπει να θεωρηθεί απόλυτα δικαιολογημένο. Αμφίβολο είναι όμως αν δικαιολογείται προς επίτευξη του σκοπού αυτού ο περιορισμός του συνολικού χρόνου απασχολήσεως των λεκτόρων σε πέντε έτη. Εν όψει των δυνατοτήτων μετακινήσεως και της εξελίξεως της τεχνολογίας των επικοινωνιών, ο λέκτορας ξένης γλώσσας διαθέτει και άλλα μέσα για να εξασφαλίσει, ακόμη και κατόπιν μακράς διαμονής σε ξενόγλωσσο χώρο, τη γνώση της σύγχρονης μητρικής του γλώσσας και, επιπλέον, να παρακολουθήσει την περαιτέρω εξέλιξή της, χωρίς να χρειάζεται αντίστοιχη επιμόρφωση που να βαρύνει οικονομικά τον εργοδότη.
27. Οι ιταλικές σχολές δικαιούνται να ελέγχουν τακτικά τις γλωσσικές γνώσεις των λεκτόρων ξένων γλωσσών. Αν οι γνώσεις αυτές περιοριστούν ή δεν παρακολουθήσουν την εξέλιξη της μητρικής γλώσσας, το γεγονός αυτό μπορεί να θεωρηθεί λόγος καταγγελίας, ακόμη και σε περίπτωση σχέσεως εργασίας αορίστου χρόνου.
28. Από αυτό συνάγεται ότι η γενική απαγόρευση της ανανεώσεως της συμβάσεως μετά πάροδο πενταετίας δεν φαίνεται δικαιολογημένη. Στην Ιταλία ακολουθείται εξάλλου μια διοικητική πρακτική, κατά την οποία ο περιορισμός του χρόνου απασχολήσεως των λεκτόρων ξένων γλωσσών σε πέντε έτη ισχύει μόνο για το ίδιο πανεπιστήμιο. Επιτρέπεται, επομένως, η εκ νέου απασχόληση των εν λόγω προσώπων μετά πάροδο της πενταετίας, έστω και κατόπιν νέου ελέγχου των γνώσεών τους. Επομένως, το συμφέρον των πανεπιστημίων να μην απουσιάζουν οι λέκτορες από την πατρίδα τους περισσότερα από πέντε έτη δεν έχει ακριβώς τη σημασία που θα μπορούσε να του αποδοθεί.
29. Κατόπιν των ανωτέρω, ορισμένοι από τους σκοπούς που επιδιώκει η επίδικη ρύθμιση φαίνονται καταρχήν δικαιολογημένοι, σε αντίθεση προς τα χρησιμοποιούμενα μέσα. Πρέπει, επομένως, να αναγνωριστεί ότι η προεκτεθείσα άνιση μεταχείριση είναι ανεπίτρεπτη και συνεπώς ασυμβίβαστη προς το άρθρο 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ.
30. Με το συμπέρασμα αυτό ουδόλως τίθεται υπό αμφισβήτηση ότι η Ιταλική Δημοκρατία εξακολουθεί να διαθέτει την εξουσία οργανώσεως των Πανεπιστημίων της. Αυτό δεν μεταβάλλει όμως τη νομική πραγματικότητα, ότι δηλαδή τα κράτη μέλη πρέπει, κατά την άσκηση της εξουσίας τους αυτής, να κινούνται εντός των ορίων των διατάξεων της Συνθήκης ΕΟΚ.
Ως προς τη μη καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών από τον εργοδότη
31. Επειδή αναγνωρίστηκε ανωτέρω ότι οι λέκτορες με ξένη μητρική γλώσσα είναι εργαζόμενοι κατά την έννοια του άρθρου 48 της Συνθήκης ΕΟΚ, πρέπει να τυγχάνουν της αυτής μεταχειρίσεως με τους υπηκόους του κράτους, στο έδαφος του οποίου κατοικούν, σύμφωνα με το άρθρο 3, του κανονισμού 1408/71 (7). Μια άνιση μεταχείριση θα ήταν αντίθετη προς την προαναφερθείσα διάταξη.
Γ - Συμπέρασμα
32. Κατά συνέπεια προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα που του υπέβαλε η Pretura unificata της Βενετίας ως εξής:
"1) Η απασχόληση των λεκτόρων ξένων γλωσσών στα Πανεπιστήμια δεν πρέπει να θεωρηθεί απασχόληση στη δημόσια διοίκηση κατά την έννοια του άρθρου 48, παράγραφος 4, της Συνθήκης ΕΟΚ.
2) Το άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΟΚ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι κωλύει την εφαρμογή της εθνικής ρυθμίσεως που περιορίζει την ανώτατη διάρκεια μιας σχέσεως εργασίας σε πέντε έτη, ενώ για τους λοιπούς ημεδαπούς εργαζομένους του οικείου κράτους μέλους εξασφαλίζεται γενικά σταθερή απασχόληση.
3) Το άρθρο 3 του κανονισμού 1408/71 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι κωλύει την εφαρμογή της διοικητικής πρακτικής που αποκλείει την ασφαλιστική κάλυψη στην περίπτωση συνάψεως σχέσεως εργασίας με λέκτορα ξένων γλωσσών."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
(1) Απόφαση της 23ης Μαρτίου 1982 στην υπόθεση 53/81, D. M. Levin κατά Staatssecretaris van Justitie, Συλλογή 1982, σ. 1035, ιδίως σ. 1049.
(2) Βλέπε απόφαση της 3ης Ιουλίου 1986 στην υπόθεση 66/85, Deborah Lawrie-Blum κατά Land Baden-Wuerttemberg, Συλλογή 1986, σ. 2139, ιδίως σ. 2144.
(3) Βλέπε τις αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 1980 και της 26ης Μαΐου 1982 στην υπόθεση 149/79, Επιτροπή κατά Βελγίου, Slg. 1980, σ. 3881, ιδίως σ. 3900, καθώς και Συλλογή 1982, σ. 1845 την απόφαση της 3ης Ιουνίου 1986 στην υπόθεση 66/85, όπ.π. ομοίως, την απόφαση της 16ης Ιουνίου 1987 στην υπόθεση 225/85, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, Συλλογή 1987, σ. 2625.
(4) Απόφαση της 3ης Ιουλίου 1986, όπ.π., σ. 2147.
(5) Βλέπε έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, μέρος ΙΙΙ, σημείο 3.1 τα ίδια ανέφερε και ο εκπρόσωπος της ιταλικής κυβερνήσεως κατά την προφορική διαδικασία της 14ης Δεκεμβρίου 1988.
(6) Βλέπε απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1969 στην υπόθεση 15/69, Wuerttembergische Milchverwertung-Suedmilch-AG κατά Salvatore Ugliola, Slg. 1969, σ. 363, ιδίως σ. 369 απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 1974 στην υπόθεση 172/73, Giovanni Maria Sotgiu κατά Deutsche Bundespost, Slg. 1974, σ. 153, ιδίως σ. 164.
(7) Κανονισμός 1408/71 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και περιέχεται στο παράρτημα Ι του κανονισμού 2001/83, της 2ας Ιουλίου 1983, ΕΕ L 230, σ. 6.
Full & Egal Universal Law Academy