ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JEAN MISCHO
της 23ης Μαΐου 1990 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι οικαοτές,
1.
Με την προσφυγή της Επιτροπής κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας, επί της οποίας αναπτύσσω τις προτάσεις μου, ζητείται να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, παρεμβαίνοντας στην αγορά κτηνοτροφικών δημητριακών και ιδίως κατευθύνοντας την ΚΥΔΕΠ ( Κεντρική Υπηρεσία Διαχείρισης Εθνικών Προϊόντων) κατά την αγορά και πώληση κτηνοτροφικών δημητριακών σε τιμές και υπό συνθήκες που καθορίζονται από την ελληνική κυβέρνηση, καλύπτοντας τη διαφορά που προκύπτει από τις συναλλαγές αυτές με εθνικούς πόρους και διευκολύνοντας την προνομιούχο χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων της ΚΥΔΕΠ στο πλαίσιο της αγοράς κτηνοτροφικών δημητριακών από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2727/75 του Συμβουλίου της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών ( 1 ), και από τους εκτελεστικούς κανονισμούς καθώς και από τα άρθρα 5 και 93 της Συνθήκης.
Ως προς το παραδεκτό
2.
Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη διότι έχει ως κύριο αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι οι ελληνικές αρχές χορηγούν στους έλληνες κτηνοτρόφους κρατική ενίσχυση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά. Κατά την καθής, η Επιτροπή όφειλε, επομένως, να ακολουθήσει ολόκληρη τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, αντί να ασκήσει προσφυγή βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης. Η ελληνική κυβέρνηση επικαλείται ιδίως την απόφαση της 30ης Ιανουαρίου 1985, Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας ( 290/83, Συλλογή 1985, σ. 439 ), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι:
« Η προβλεπόμενη από το άρθρο 93, παράγραφος 2, διαδικασία παρέχει σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη εγγυήσεις που^είναι προσαρμοσμένες με ειδικό τρόπο στα συγκεκριμένα προβλήματα που εμφανίζουν οι κρατικές ενισχύσεις για τον ανταγωνισμό στο πλαίσιο της κοινής αγοράς και βαίνουν πέραν εκείνων που παρέχει η προβλεπόμενη από το άρθρο 169 της Συνθήκης διαδικασία που προηγείται της προσφυγής στην οποία δεν συμμετέχουν παρά μόνο η Επιτροπή και το οικείο κράτος μέλος. »
3.
Η Επιτροπή αντιτείνει ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν προέβαλε την εν λόγω ένσταση απαραδέκτου κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία. Νομίζω ότι η παρατήρηση αυτή είναι μεν ορθή, πλην όμως αλυσιτελής, διότι το ενδεχόμενο απαράδεκτο της προσφυγής εκτιμάται μεγνώμονα την ίδια την προσφυγή. Προσφυγή όμως δεν υπάρχει πριν από την κατάθεση του σχετικού δικογράφου.
4.
Αυτό πάντως δεν σημαίνει ότι σας προτείνω να κρίνετε απαράδεκτη την προσφυγή της Επιτροπής. Αντίθετα προς όσα υποστηρίζει η Ελληνική Δημοκρατία, η προσφυγή έχει πράγματι ως κύριο αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι το κράτος αυτό παρέβη τις διατάξεις του κανονισμού 2727/75 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών διότι πραγματοποίησε, στην αγορά αυτή, μέσω της ΚΥΔΕΠ, παρεμβάσεις που δεν προβλέπει ο εν λόγω κανονισμός. Η παράβαση αυτή, αν υπάρχει, δεν μπορεί να διαπιστωθεί παρά μόνο με τη διαδικασία του άρθρου 169. Η ύπαρξη της παραβάσεως αυτής είναι ανεξάρτητη από το αν το ελληνικό δημόσιο αναλαμβάνει να καλύψει τα ελλείμματα που προκύπτουν ενδεχομένως από τις εν λόγω παρεμβάσεις.
5.
Αντιθέτως, αν ευσταθεί η κύρια αιτίαση, δηλαδή αν οι ελληνικές αρχές παρανόμως διέταξαν την αγορά και την πώληση κτηνοτροφικών δημητριακών από την ΚΥΔΕΠ σε τιμές και υπό συνθήκες που οι ίδιες καθόρισαν, τότε — κατά μείζονα λόγο — δεν είχαν το δικαίωμα να επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό με τα ελλείμματα που προέκυψαν από τις συναλλαγές αυτές. Επομένως, η δεύτερη αιτίαση έχει έναντι της πρώτης παρακολουθη-ματικό χαρακτήρα. Για να διαπιστωθεί το βάσιμο της αιτιάσεως αυτής δεν απαιτείται να εφαρμοστεί η διαδικασία του άρθρου 92.
6.
Σημειωτέον εξάλλου ότι με την προαναφερθείσα απόφαση της 30ης Ιανουαρίου 1985 το Δικαστήριο προσέθεσε τα ακόλουθα:
« Κατά συνέπεια, παρόλον ότι η εν λόγω. ειδική διαδικασία δεν συνιστά εμπόδιο προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 169 διαδικασία, κατά πόσο συμβιβάζεται προς τους κοινοτικούς κανόνες, εκτός εκείνων που περιέχει το άρθρο 92, ένα καθεστώς ενισχύσεων, είναι πάντως απαραίτητο η Επιτροπή να ακολουθήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, εφόσον επιδιώκει να αναγνωριστεί το ασυμβίβαστο του εν λόγω καθεστώτος, ως ενισχύσεως, προς την κοινή αγορά. »
7.
Από το χωρίο αυτό προκύπτει ότι στις περιπτώσεις όπου η Επιτροπή δεν στηρίζει την προσφυγή της στο άρθρο 92, αλλά σε άλλη διάταξη, μπορεί να χρησιμοποιήσει το άρθρο 169. Αλλά αυτό ακριβώς συνέβη εν προκειμένω, δεδομένου ότι, με εξαίρεση τη χωριστή αιτίαση της μη κοινοποιήσεως των οικονομικών μέτρων κατά το άρθρο 93, παράγραφος 3, και της φερομένης παραβάσεως του άρθρου 5 της Συνθήκης, η προσφυγή της Επιτροπής έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί η παράβαση των διατάξεων του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2727/75 του Συμβουλίου. Στο αιτητικό της προσφυγής της Επιτροπής δεν αναφέρεται το άρθρο 92.
8.
Πρόκειται επομένως για υπόθεση παρόμοια με την υπόθεση 72/79, Επιτροπή κατά Ιταλίας, επί της οποίας το Δικαστήριο έκρινε, με απόφαση της 24ης Απριλίου 1980 (Rec. 1980, σ. 1411), ότι:
«Το Συμβούλιο έχει τη δυνατότητα να προβλέπει, με τους κανονισμούς περί κοινής οργάνωσης αγοράς των γεωργικών προϊόντων, κανόνες που απαγορεύουν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει ορισμένα είδη κρατικών ενισχύσεων στην παραγωγή ή στην εμπορία των συγκεκριμένων προϊόντων και ότι η παράβαση της απαγορεύσεως αυτής μπορεί να ελέγχεται στο ιδιαίτερο πλαίσιο της συγκεκριμένης κοινής οργάνωσης αγοράς. Πράγματι, το στοιχείο ότι προβλέπεται η ειδική διαδικασία του άρθρου 93 της Συνθήκης για την εκτίμηση του συμβιβαστού προς την κοινή αγορά των εθνικών συστημάτων ενισχύσεων δεν μεταβάλλει τις υποχρεώσεις που υπέχουν τα κράτη μέλη από τους κανόνες οι οποίοι διέπουν την κοινή οργάνωση αγοράς. »
9.
Βεβαίως το άρθρο 22 του κανονισμού 2727/75 προβλέπει ότι, αν ο κανονισμός δεν ορίζει άλλως, τα άρθρα 92 και 94 της Συνθήκης έχουν εφαρμογή στην παραγωγή και στην εμπορία των προϊόντων που καλύπτει η κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα των δημητριακών, πλην όμως η Επιτροπή δεν στηρίζεται σ' αυτή την παραπομπή. Εξάλλου, η Επιτροπή επικαλείται μεν το άρθρο 93, μόνον όμως καθόσον η παράγραφος 3 του άρθρου αυτού υποχρεώνει τα κράτη μέλη να την ενημερώνουν περί των σχεδίων τους που αποβλέπουν στη θέσπιση ή στην τροποποίηση ενισχύσεων (βλέπε σ. 3 της προσφυγής). Οι εγγυήσεις, όμως, που προβλέπει η ειδική διαδικασία της παραγράφου 2 του άρθρου 93 ισχύουν μόνον αν επίδικη είναι η ίδια η ενίσχυση και όχι η καθαρά διαδικαστική υποχρέωση ενημερώσεως. Πράγματι, κάθε ενδιαφερόμενος πρέπει να είναι σε θέση να διατυπώσει την άποψη του ως προς την ενίσχυση, πλην όμως η υποχρέωση κοινοποιήσεως δεν επηρεάζεται από τις ενδεχόμενες παρατηρήσεις.
10.
Τέλος, δεν νομίζω ότι ευσταθεί το επιχείρημα της καθής ότι το κύριο αντικείμενο της προσφυγής είναι εν πάση περιπτώσει να διαπιστωθεί η παράβαση των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης, διότι δεν έχει αποδειχθεί καμιά από τις παραβάσεις του κανονισμού 2727/75 που επικαλείται η Επιτροπή. Είναι και αυτό επιχείρημα ουσίας που δεν επηρεάζει το παραδεκτό της προσφυγής.
11.
Επομένως, το συμπέρασμα μου είναι ότι η Επιτροπή ορθώς ακολούθησε τη διαδικασία του άρθρου 169 και ότι η προσφυγή της είναι παραδεκτή.
Επί της ουσίας
12.
Θα εξετάσω διαδοχικά τις πέντε αιτιάσεις της Επιτροπής, ότι δηλαδή οι ελληνικές αρχές:
—
παρενέβησαν στην αγορά κτηνοτροφικών δημητριακών, ιδίως με εντολές προς την ΚΥΔΕΠ, για την αγορά και την πώληση κτηνοτροφικών δημητριακών σε τιμές και υπό συνθήκες που καθόρισε η ελληνική κυβέρνηση·
—
κάλυψαν τη διαφορά που προέκυψε από τις συναλλαγές αυτές με κρατικούς πόρους·
—
διευκόλυναν την προνομιούχο χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων της ΚΥΔΕΠ στο πλαίσιο της αγοράς κτηνοτροφικών δημητριακών από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος'
—
δεν συνεργάστηκαν στις έρευνες της Επιτροπής'
—
παρέλειψαν να της ανακοινώσουν τις χρηματοδοτικού χαρακτήρα διευκολύνσεις που παρέχουν στην ΚΥΔΕΠ.
Ι —
13.
Όσον αφορά την πρώτη αιτίαση, θεωρώ σκόπιμο να υπενθυμίσω ότι με την απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 1989, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας (281/87, Συλλογή 1989, σ. 0000), το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να αποφανθεί σχετικά με μια εγκύκλιο που απηύθυνε στις 7 Ιουλίου 1982 ο έλληνας Υπουργός Γεωργίας προς την ΚΥΔΕΠ, με την οποία της ζητούσε να αγοράσει, σε τιμές καθορισμένες από τις εθνικές διοικητικές αρχές, όλες τις ποσότητες υποβαθμισμένου σκληρού σίτου που βρίσκονταν στην κατοχή των καλλιεργητών ή των θεριζοαλωνιστικών επιχειρήσεων.
14.
Στη σκέψη 17 της απόφασης αυτής το Δικαστήριο έκρινε
« ότι η επίδικη εγκύκλιος αντίκειται προς τις διατάξεις της κοινής οργανώσεως αγοράς των σιτηρών υπό την έννοια ότι συνιστά εθνικό μέτρο παρεμβάσεως σε τομέα στον οποίο η κοινοτική ρύθμιση είναι εξαντλητική ».
15.
Σχετικά με την εν προκειμένω επίδικη παρέμβαση των ελληνικών αρχών στην αγορά κτηνοτροφικών δημητριακών, η Επιτροπή προσκόμισε πολλά αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία θα συγκρατήσω τα ισχυρότερα.
16.
Πρώτον, η Επιτροπή προσκόμισε τα πρακτικά συσκέψεως της 7ης Νοεμβρίου 1980, στην οποία παρέστησαν μεταξύ άλλων ο Υπουργός Συντονισμού επί Θεμάτων ΕΟΚ, ο Υπουργός Γεωργίας και ο Υπουργός Εμπορίου. Κατά τη σύσκεψη αυτή αποφασίστηκε να διατηρηθεί η ΚΥΔΕΠ ως φορέας διακινήσεως των ζωοτροφών μετά την 1η Ιανουαρίου 1981, οπότε οριστικοποιήθηκε η προσχώρηση της Ελλάδας. Η λειτουργία αυτή της ΚΥΔΕΠ ασκείται κατά τον ακόλουθο μηχανισμό:
« —
Εξαγορά των πλεονασμάτων των κτηνοτροφικών δημητριακών από την ΚΥΔΕΠ στην καθοριζόμενη τιμή παρεμβάσεως με δάνεια ύστερα από εγγύηση του ελληνικού δημοσίου. Σιωπηρή ενίσχυση της ΚΥΔΕΠ από εθνικούς πόρους για την κάλυψη των εξόδων διακινήσεως.
—
Εισαγωγή συμπληρωματικών ποσοτήτων ζωοτροφών από την ΚΥΔΕΠ και εν συνεχεία διάθεση αυτών στην τιμή παρεμβάσεως. Σιωπηρή κάλυψη της διαφοράς μεταξύ τιμής κόστους και τιμής παρεμβάσεως και των εξόδων διακινήσεως από εθνικούς πόρους. Με τον προτεινόμενο τρόπο διαχειρίσεως των ζωοτροφών εξασφαλίζεται η ενιαία τιμή διαθέσεως των ζωοτροφών και ο ομαλός εφοδιασμός της κτηνοτροφίας ολόκληρης της χώρας... »
17.
Νομίζω ότι οι αγορές για τις οποίες κάνει λόγο το έγγραφο αυτό δεν είναι οι αγορές από οργανισμούς παρεμβάσεως που προβλέπει η κοινοτική ρύθμιση, δεδομένου ότι η Κοινότητα αναλαμβάνει τα έξοδα του συστήματος αυτού και επομένως δεν είναι ανάγκη να χρηματοδοτούνται μέσω δανείων με την εγγύηση του ελληνικού δημοσίου. Εξάλλου, η καθής ομολόγησε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι έκρινε απαραίτητο, μετά την προσχώρηση, να ενισχύσει τον τομέα της κτηνοτροφίας στη χώρα.
18.
Στη συνέχεια βρίσκουμε λεπτομερή στοιχεία σε μια σειρά αποφάσεων διαφόρων ελληνικών κυβερνητικών υπηρεσιών, που προσκόμισε τελικά η καθής κληθείσα προς τούτο από το Δικαστήριο. Από τις αποφάσεις αυτές προκύπτει ότι, στο πλαίσιο της ελληνικής διοίκησης, λειτουργούσε μια οικονομική επιτροπή που καθόριζε τις τιμές στις οποίες μπορούσε να πωλεί η ΚΥΔΕΠ τις ποσότητες κτηνοτροφικών δημητριακών που είχε αγοράσει.
19.
Η επιτροπή αυτή έλαβε την αριθ. 1533 απόφαση της 15ης Απριλίου 1981, κατά την οποία:
« η Οικονομική Επιτροπή ... αποφασίζει ομοφώνως... καθορίζει την τιμή διαθέσεως του αραβοσίτου από 1ης Ιανουαρίου 1981 σε δρχ. 10 ανά χιλιόγραμμο, τιμή στην οποία περιλαμβάνονται και τα δικαιώματα της ΚΥΔΕΠ από δρχ. 1,80 ανά χιλιόγραμμο, εξουσιοδοτεί δε τον κ. Υπουργό Εμπορίου για την εφαρμογή της παρούσης ».
20.
Με την απόφαση αριθ. 1733 « περί καθορισμού τιμής διαθέσεως κτηνοτροφικών δημητριακών ( αραβοσίτου, κριθής, κλπ. ) », η ίδια επιτροπή καθόρισε:
« ενιαία τιμή διαθέσεως των κτηνοτροφικών δημητριακών (αραβοσίτου, κριθής, κλπ.), μέσω της ΚΥΔΕΠ, στους κτηνοπτηνοτρόφους και στις βιομηχανίες ζωοτροφών, τα προϊόντα των οποίων θα διατίθενται αποκλειστικά και μόνο για την κάλυψη των αναγκών της εγχωρίου κτηνοτροφίας στην τιμή των 10 δρχ. ανά χιλ/μον. Η ανωτέρω τιμή αφορά τόσο τα αποθέματα του έτους 1980... όσο και τα αγορασθέντα και αγοραζόμενα κτηνοτροφικά δημητριακά από 1ης Ιανουαρίου 1981 υπό της ΚΥΔΕΠ προελεύσεως εσωτερικού, βάσει των μέτρων στηρίξεως των τιμών σιτηρών εσοδείας 1981, σύμφωνα με την 1573/81 απόφαση της, ή προελεύσεως εξωτερικού ».
21.
Στις 24 Σεπτεμβρίου 1981 η προαναφερθείσα απόφαση 1733 αντικαταστάθηκε από την πανομοιότυπη κατ' ουσίαν απόφαση 1761 της ίδιας επιτροπής.
22.
Πρέπει να σημειωθεί ότι οι δύο αυτές αποφάσεις προβλέπουν ρητά « ότι η καθοριζόμενη τιμή αφορά τόσο τα αποθέματα του 1980... όσο και τα κτηνοτροφικά δημητριακά που αγοράστηκαν ή θα αγοραστούν μετά την 1η Ιανουαρίου 1981 από την ΚΥΔΕΠ... δυνάμει των μέτρων στηρίξεως των τιμών των δημητριακών της εσοδείας 1981». Αυτό αποδεικνύει ότι, αντίθετα προς τα όσα υποστήριξε η ελληνική κυβέρνηση, οι υπηρεσίες της δεν περιορίστηκαν απλώς στο να ρυθμίσουν τη διάθεση των υπολειμμάτων της εσοδείας του 1980, αλλά εξακολούθησαν να παρεμβαίνουν και μετά την ολοκλήρωση αυτού του έργου. Το έγγραφο αυτό στηρίζει επίσης τη σκέψη ότι η ΚΥΔΕΠ δεν ήταν ελεύθερη να καθορίζει κατά την κρίση της τις τιμές αγοράς που εφάρμοζε.
23.
Η καθής προσκόμισε και άλλες αποφάσεις ελληνικών υπηρεσιών με τις οποίες καθορίστηκαν οι τιμές πωλήσεως της ΚΥΔΕΠ. Πρόκειται για τις κοινές αποφάσεις αριθ. 205333 και 205334 των Υπουργών Οικονομικών, Γεωργίας και Εμπορίου και για την απόφαση αριθ. 206586 του Υπουργού Γεωργίας.
24.
Η απόφαση 205333 της 16ης Ιουλίου 1982 ορίζει ότι καθορίζεται:
«ενιαία τιμή διάθεσης κτηνοτροφικών δημητριακών ( αραβοσίτου, κριθής, κλπ. ), μέσω της ΚΥΔΕΠ, στους κτηνοπτηνοτρόφους της χώρας γενικά και στις βιομηχανίες ζωοτροφών, που τα προϊόντα τους θα διατίθενται αποκλειστικά και μόνο για την κάλυψη των αναγκών της εγχωρίου κτηνοτροφίας, στην τιμή των δεκατριών ( 13 ) δραχμών ανά χιλιόγραμμο ».
25.
Η απόφαση αριθ. 205334 της 22ας Ιουλίου 1982 καθορίζει:
«την τιμή διάθεσης κτηνοτροφικών δημητριακών (αραβοσίτου, κριθής, κλπ) στις βιομηχανίες παρασκευής μιγμάτων ζωοτροφών, για τις περιπτώσεις εξαγομένων μιγμάτων, ίση προς την εκάστοτε ισχύουσα τιμή κατωφλίου πλέον τα αναλογούντα έξοδα διαχειρίσεως, διακινήσεως, κλπ., της ΚΥΔΕΠ ».
26.
Τέλος, με την από 30 Σεπτεμβρίου 1982 απόφαση αριθ. 206586 ο Υπουργός Γεωργίας αποφασίζει:
« τη διάθεση μέσω της ΚΥΔΕΠ στους κτηνοπτηνοτρόφους της χώρας ( συνεταιρισμένους και μη ( 2 ) ) μέχρι τριακόσιες χιλιάδες ( 300000 ) τόνους αραβοσίτου εγχώριας εσοδείας 1982, στη μειωμένη τιμή των δώδεκα και τριάντα ( 12,30) δρχ. ανά χιλιόγραμμο ».
27.
Εξάλλου, το από 29 Ιουλίου 1982 έγγραφο του Υπουργού Γεωργίας προς την ΚΥΔΕΠ καθορίζει τις ποσότητες κτηνοτροφικών δημητριακών που πρέπει να πωλούνται καθ' ημέρα και κατά ζώο για τα διάφορα είδη και τις διάφορες κατηγορίες ζώων καθώς και τις αναλογίες που πρέπει να τηρούνται για τους διαφόρους τύπους δημητριακών ( αραβόσιτος, κριθή, σίτος ).
28.
Επομένως, αποδεικνύεται ότι οι ελληνικές αρχές παρενέβησαν το 1981 και το 1982 στην αγορά κτηνοτροφικών δημητριακών μέσω της ΚΥΔΕΠ, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή.
II —
29.
Από τη δικογραφία προκύπτει επίσης ότι το ελληνικό δημόσιο κάλυψε το έλλειμμα που προέκυψε από το γεγονός ότι η ΚΥΔΕΠ πωλούσε τα δημητριακά σε τιμές που δεν της επέτρεπαν πάντα να καλύπτει την τιμή αγοράς και τα έξοδα της.
30.
Συγκεκριμένα, οι προαναφερθείσες αποφάσεις 1733 και 1761 επιτρέπουν, με την ίδια διατύπωση,
« την κάλυψη των διαφορών μεταξύ της τιμής κόστους αγοράς, συντηρήσεως, διακινήσεως υπό της ΚΥΔΕΠ και της τιμής διαθέσεως των δέκα (10) δρχ. κατά κιλό από το δάνειο της Τραπέζης της Ελλάδος προς την Αγροτική Τράπεζα εις βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού του Λογαριασμού Καταναλωτικών Αγαθών έτους 1982 ».
Η προαναφερθείσα απόφαση 205333 εγκρίνει την
« κάλυψη των διαφορών μεταξύ του κόστους τους (που περιλαμβάνει το κόστος αγοράς τους και τα έξοδα διαχείρισης, συντήρησης, διακίνησης τους, κλπ., υπό της ΚΥΔΕΠ) και της τιμής διάθεσης των δεκατριών ( 13 ) δραχμών ανά χιλιόγραμμο σε βάρος του λογαριασμού Καταναλωτικών Αγαθών του Κρατικού Προϋπολογισμού ».
Τέλος, η προμνημονευθείσα απόφαση 206586 ορίζει ότι:
« Η επιβάρυνση που δημιουργείται από τις παραπάνω επιπλέον διαθέσεις θα βαρύνει τον λογαριασμό Καταναλωτικών Αγαθών του Κρατικού Προϋπολογισμού.»
31.
Κατά την ίδια έννοια, η Επιτροπή προσκομίζει, ως παράρτημα 4 του υπομνήματος απαντήσεως, το από 14 Φεβρουαρίου 1984 πρακτικό αριθ. 189 της Επιτροπής που συστάθηκε με την κοινή απόφαση 2028 της 17ης Μαρτίου 1981 των Υπουργών Εμπορίου και Γεωργίας, το οποίο καθορίζει την « τελική επιβάρυνση του Δημοσίου κατά το έτος 1982 από τη διαχείριση των κτηνοτροφικών δημητριακών ( κριθάρι, καλαμπόκι, σιτάρι ) υπό της ΚΥΔΕΠ ως ζωοτροφών ». Βεβαίως η καθής υποστηρίζει ότι η επιτροπή αυτή συστάθηκε απλώς για να προβεί στην εκκαθάριση των αποθεμάτων που υπήρχαν πριν από την προσχώρηση της Ελλάδας στις Κοινότητες, πλην όμως οι ποσότητες και τα ποσά που αναφέρονται στο πρακτικό αυτό αποκλείουν την εκδοχή ότι πρόκειται μόνο για αυτά τα αποθέματα.
32.
Βάσει των στοιχείων αυτών, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η ελληνική κυβέρνηση ανέλαβε να καλύψει τις διαφορές μεταξύ τιμής κόστους και τιμής πωλήσεως των συναλλαγών περί αραβοσίτου και κριθής που πραγματοποίησε η ΚΥΔΕΠ το 1981 και 1982.
III —
33.
Εξάλλου, το βάσιμο της τρίτης αιτιάσεως της Επιτροπής, ότι δηλαδή οι ελληνικές αρχές διευκόλυναν την προνομιούχο χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων της ΚΥΔΕΠ από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, προκύπτει εξίσου σαφώς από τη δικογραφία.
34.
Στο από 2 Απριλίου 1982 έγγραφο της νομισματικής επιτροπής προς την Τράπεζα της Ελλάδος περιέχεται απόσπασμα των πρακτικών της 357ης συσκέψεως, κατά την οποία η επιτροπή αυτή
« εγκρίνει τη χρηματοδότηση της Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος από την Τράπεζα της Ελλάδος μέχρι ποσού δρχ. 10000 εκατ. για την ισόποση δανειοδότηση, στη συνέχεια, της ΚΥΔΕΠ από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος για την προμήθεια ζωοτροφών από το εξωτερικό και τη διάθεση τους στους κτηνο-πτηνοτρόφους και βιομηχανίες ζωοτροφών για την κάλυψη των αναγκών της χώρας κατά το έτος 1982 ».
Η απόφαση αυτή καθορίζει το επιτόκιο του δανείου που θα χορηγήσει η Αγροτική Τράπεζα στην ΚΥΔΕΠ, καθώς και το επιτόκιο του δανείου που θα χορηγήσει η Τράπεζα της Ελλάδος στην Αγροτική Τράπεζα.
35.
Η προαναφερθείσα επιτροπή «διατάσσει^ ( 3 ) την ΚΥΔΕΠ να πωλήσει τις ζωοτροφές, τις οποίες αφορά η προαναφερθείσα χρηματοδότηση, μόνο τοις μετρητοίς » και εκφέρει ευνοϊκή γνώμη προς το Υπουργείο Οικονομικών προκειμένου να εγγυηθεί το ελληνικό δημόσιο στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος για την επιστροφή του κεφαλαίου, των τόκων και των άλλων επιβαρύνσεων του προαναφερθέντος δανείου της ΚΥΔΕΠ για το συνολικό ποσό των 10 δισεκατομμυρίων δραχμών.
36.
Εξάλλου, η προαναφερθείσα απόφαση αριθ. 206586 του Υπουργού Γεωργίας της 30ής Σεπτεμβρίου 1982 προβλέπει, αφενός, ότι η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος θα χορηγήσει ειδικά δάνεια στους αγοραστές κτηνοτροφικών δημητριακών και, αφετέρου, ότι το Δημόσιο θα παράσχει στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος τις αναγκαίες πιστώσεις για τη χορήγηση των δανείων αυτών, με την εγγύηση του Δημοσίου, που θα δώσουν τη δυνατότητα στην ΚΥΔΕΠ να πραγματοποιήσει την εν λόγω πώληση. Αλλά το γεγονός ότι η ΚΥΔΕΠ έλαβε κατ' αυτόν τον τρόπο δάνεια, των οποίων την επιστροφή εγγυήθηκε το Δημόσιο, το δε επιτόκιο καθορίστηκε από υπηρεσία εξαρτώμενη από το τελευταίο, αποδεικνύει αναμφισβήτητα ότι, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή με την προσφυγή της, το ελληνικό δημόσιο διευκόλυνε την προνομιούχο χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων της εν λόγω συνεταιριστικής ενώσεως.
37.
Φρονώ, αντιθέτως, ότι η Επιτροπή δεν κατόρθωσε να αποδείξει λυσιτελώς ότι η ΚΥΔΕΠ δανειοδοτήθηκε με επιτόκιο χαμηλότερο από το ισχύον στην αγορά ούτε ότι απηλλάγη από την επιστροφή μέρους των δανείων.
38.
Μέχρι στιγμής αναφέρθηκα σε έγγραφα της ελληνικής διοικήσεως. Τα έγγραφα αυτά αποδεικνύουν, κατά τη γνώμη μου, το βάσιμο των τριών πρώτων αιτιάσεων για τα έτη 1981 και 1982. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση όμως η Επιτροπή επισήμανε ότι η προσφυγή της αφορά όλη την περίοδο μέχρι την ημερομηνία αποστολής του εγγράφου οχλήσεως. Αλλά υπήρξαν δύο έγγραφα οχλήσεως. Το έγγραφο με το οποίο διευρύνεται η παράβαση, ώστε να καλύψει το σύνολο των κτηνοτροφικών δημητριακών, φέρει ημερομηνία 23 Δεκεμβρίου 1985. Πρέπει επομένως να εξεταστεί αν η Επιτροπή απέδειξε ότι οι παραβάσεις συνεχίστηκαν κατά τα έτη 1983 έως και 1985.
39.
Υπενθυμίζω σχετικώς ότι η Επιτροπή επι-συνήψε στο δικόγραφο της προσφυγής έγγραφα που αναφέρονται στις επίσημες αποφάσεις που προμνημόνευσα και των οποίων το περιεχόμενο επιβεβαιώνεται ήδη με την προσκόμιση των αποφάσεων αυτών. Τα εν λόγω έγγραφα είναι, αφενός, η από 1ης Ιανουαρίου 1985 έκθεση της νομικής υπηρεσίας της ΚΥΔΕΠ και, αφετέρου, ο απολογισμός της γενικής διευθύνσεως του « φορέα » αυτού που παρουσιάστηκε κατά την 36η γενική συνέλευση της 12ης Δεκεμβρίου 1986. Προτιμώ να μη στηριχθώ στην έκθεση της νομικής υπηρεσίας, η αποδεικτική αξία της οποία μπορεί να αμφισβητηθεί, διότι πρόκειται για καθαρά εσωτερικό έγγραφο. Αντιθέτως, νομίζω ότι μπορεί να γίνει επίκληση του απολογισμού της γενικής διευθύνσεως, διότι πρόκειται για έγγραφο το οποίο, ως εκ της φύσεως του, ήταν προορισμένο να κοινολογηθεί τουλάχιστον μεταξύ των πολυαρίθμων συνεταιρισμών που απαρτίζουν την ΚΥΔΕΠ. Εξάλλου, ένας βουλευτής παρέθεσε αποσπάσματα του εγγράφου αυτού κατά τη σύνοδο της ελληνικής βουλής της 6ης Μαρτίου 1987 (βλέπε παράρτημα 2 του υπομνήματος απαντήσεως). Ο απολογισμός αυτός που, επαναλαμβάνω, φέρει ημερομηνία 12 Δεκεμβρίου 1986 περιγράφει, ως τρέχουσα πρακτική, τα ακόλουθα στοιχεία:
«Τα κριθάρια που συγκεντρώνουμε κάθε χρόνο παραδίδονται στη διαχείριση ζωοτροφών η οποία είναι μια ειδική διαχείριση υπό την εποπτεία του Υπουργείου Γεωργίας, το οποίο καλύπτει και τη διαφορά μεταξύ κόστους ΚΥΔΕΠ και τιμής διάθεσης ... » ( σ. 9 του απολογισμού, in fine ).
«... Και το καλαμπόκι όπως και το κριθάρι αποτελούν ειδική διαχείριση δεδομένου ότι και τις τιμές συγκέντρωσης και τις τιμές διάθεσης στους κτηνοτρόφους τις καθορίζει το Υπουργείο ... » (σ. 10 του απολογισμού).
«... Όλοι γνωρίζουν ότι οι ζωοτροφές είναι μια ειδική διαχείριση που εμφανίζεται μεν ως διαχείριση για λογαριασμό των παραγωγών, στην ουσία όμως είναι διαχείριση του δημοσίου » (σ. 13 του απολογισμού, in fine).
40.
Εξάλλου, ο απολογισμός αναφέρει ότι:
« Η κυβέρνηση, στην προσπάθεια της να αναπτύξει την κτηνοτροφία της χώρας, παρεμβαίνει στις τιμές των ζωοτροφών επιδοτώντας ένα μέρος του κόστους αυτών των προϊόντων... Εν συνεχεία, μια επιτροπή, αποτελούμενη από υπαλλήλους των οικονομικών υπηρεσιών του Υπουργείου Γεωργίας και της ΚΥΔΕΠ, καθορίζει το άνοιγμα αυτής της διαχείρισης και το άνοιγμα αυτό το καλύπτει το Υπουργείο Γεωργίας από το σχετικό κονδύλι του προϋπολογισμού του » ( σ. 4, αριθ. 2 ).
41.
Επομένως, μπορώ να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι οι επίδικες πρακτικές συνεχίστηκαν και κατά τα έτη 1983, 1984 και 1985.
42.
Απομένει τώρα να εξεταστεί αν με την πρακτική αυτή η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον κανονισμό 2727/75 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών.
43.
Το άρθρο 3 του κανονισμού αυτού, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 1870/80 του Συμβουλίου της 15ης Ιουλίου 1980 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/029, σ. 165 ), ορίζει ότι καθορίζεται για την Κοινότητα κάθε έτος κοινή ενιαία τιμή παρεμβάσεως για τον μαλακό σίτο, σίκαλη, κριθή και αραβόσιτο και κοινή ενδεικτική τιμή για τη σίκαλη, την κριθή και τον αραβόσιτο. Το άρθρο 5, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1254/78 του Συμβουλίου της 12ης Ιουνίου 1978 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/021, σ. 143), προβλέπει ότι καθορίζεται για την Κοινότητα τιμή κατωφλίου για τον μαλακό σίτο, τον σκληρό σίτο, την κριθή, τον αραβόσιτο και τη σίκαλη.
44.
Κατά το άρθρο 7 ( όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1143/76 του Συμβουλίου της 17ης Μαΐου 1976, ΕΕ ειδ. έκδ. 03/015, σ. 95):
« Οι οργανισμοί παρεμβάσεως, οι οποίοι ορίζονται από τα κράτη μέλη, έχουν την υποχρέωση να αγοράζουν τα σιτηρά που αναφέρονται στο άρθρο 3, που συγκομίζονται στην Κοινότητα, και τα οποία τους προσφέρονται, εφόσον οι προσφορές ανταποκρίνονται ιδίως σε ποιοτικούς και ποσοτικούς όρους, που προσδιορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 5.»
45.
Η παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου καθορίζει τους όρους υπό τους οποίους μπορούν να πωληθούν οι αγοραζόμενες ποσότητες για εξαγωγή προς τρίτες χώρες ή για τον εφοδιασμό της εσωτερικής αγοράς.
46.
Τέλος, το άρθρο 8 (όπως τροποποιήθηκε με τον προαναφερθέντα κανονισμό 1143/76 της 17ης Μαΐου 1976) ορίζει τα ακόλουθα:
« Για να αποφευχθούν σε ορισμένες περιοχές της Κοινότητος σημαντικές αγορές κατ' εφαρ-μογήν του άρθρου 7, παράγραφος 1, είναι δυνατό να αποφασισθεί ότι οι οργανισμοί παρεμβάσεως λαμβάνουν ιδιαίτερα μέτρα για την παρέμβαση.»***
47.
Το συμπέρασμα που συνάγεται απ' όλες αυτές τις διατάξεις, οι οποίες δεν τροποποιήθηκαν κατ' ουσίαν στη διάρκεια της περιόδου την οποία αφορά η προσφυγή, είναι ότι, με εξαίρεση τις αγορές παρεμβάσεως και τις συνακόλουθες πωλήσεις που πραγματοποιούν οι οργανισμοί παρεμβάσεως οι οποίοι ορίζονται επισήμως από τα κράτη μέλη υπό τους όρους που καθορίζει η κοινοτική ρύθμιση, οι συναλλαγές στην αγορά δημητριακών πραγματοποιούνται σύμφωνα με τους κανόνες της προσφοράς και της ζητήσεως. Ακόμη και σε περίπτωση δυσχερειών στο επίπεδο της περιφέρειας, μόνον οι οργανισμοί παρεμβάσεως μπορούν να λάβουν ειδικά μέτρα όταν επιφορτιστούν προς τούτο από την Επιτροπή κατά τη διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως ( άρθρο 8, παράγραφος 4 ).
48.
Οι αρχές ενός κράτους μέλους δεν μπορούν δηλαδή να δώσουν εντολή σε δημόσιο ή ιδιωτικό οργανισμό να αγοράσει ή να πωλήσει δημητριακά στις τιμές που έχουν καθορίσει οι ίδιες ούτε, κατά μείζονα λόγο, να καλύψουν τα ελλείμματα που προκύπτουν ενδεχομένως από τέτοιες συναλλαγές ή να διευκολύνουν με άλλα μέσα τη χρηματοδότηση των συναλλαγών αυτών. 'Αλλες διατάξεις του τίτλου Ι του κανονισμού, « Καθεστώς τιμών », αναφέρουν περιοριστικά τις ενισχύσεις που μπορούν να καταβάλουν τα κράτη μέλη ως « εξισωτική αποζημίωση » ή « επιστροφή στην παραγωγή ». Επομένως, η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον τίτλο Ι του κανονισμού 2727/75.
49.
Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, τα μέτρα του είδους των επιδίκων εν προκειμένω δεν συμβιβάζονται με τις αρχές και τις διατάξεις των κοινών οργανώσεων αγοράς, πρότυπο των οποίων αποτελεί η κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα των δημητριακών.
50.
Αρκεί να υπενθυμίσω τη σκέψη 16 της προαναφερθείσας απόφασης της 29ης Νοεμβρίου 1989, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας στην υπόθεση C-281/87, σχετικά με την αγορά από την ΚΥΔΕΠ υποβαθμισμένου σκληρού σίτου της εσοδείας 1982, στην οποία αναφέρεται ότι
«... από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (βλέπε ιδίως απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 1978 στην υπόθεση 83/78, Pigs Marketing Board κατά Redmond, Rec. 1978, σ. 2347, και απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 1980 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 95/79 και 96/79, Kefer και Delmelle, Rec. 1980, σ. 103 ) προκύπτει ότι οι κοινές οργανώσεις αγορών στηρίζονται στην αρχή της ελεύθερης αγοράς στην οποία έχουν ελεύθερη πρόσβαση όλοι οι παραγωγοί υπό πραγματικές συνθήκες ανταγωνισμού και της οποίας η λειτουργία ρυθμίζεται αποκλειστικά από τους προβλεπόμενους με τις εν λόγω οργανώσεις μηχανισμούς. Ειδικότερα, σε τομείς που καλύπτει η κοινή οργάνωση αγοράς, κατά μείζονα δε λόγο όταν η οργάνωση αυτή στηρίζεται, όπως στην προκειμένη περίπτωση, σε κοινό σύστημα τιμών, τα κράτη μέλη δεν έχουν πλέον τη δυνατότητα παρεμβάσεως, μέσω εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται μονομερώς, στον προβλεπόμενο από την κοινή οργάνωση μηχανισμό διαμορφώσεως των τιμών ».
51.
Η αρχή που περιέχεται στην τελευταία φράση της σκέψης αυτής διατυπώθηκε για πρώτη φορά, αν δεν απατώμαι, με την απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 1975, Galli (31/74, Rec. 1975, σ. 47 ) ( 4 ), όπου το Δικαστήριο διευκρίνισε πάντως
« ότι το καθεστώς τιμών που θέσπισαν οι κανονισμοί 120/67 (περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών) και 136/66 (περί κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών) εφαρμόζεται αποκλειστικά στα στάδια της παραγωγής και του χονδρεμπορίου. Τα κράτη μέλη διατηρούν, επομένως, την ευχέρεια — υπό την επιφύλαξη άλλων διατάξεων της Συνθήκης — να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για τη διαμόρφωση των τιμών στα στάδια του λιανικού εμπορίου και της κατανάλωσης, με την προϋπόθεση ότι δεν θέτουν σε κίνδυνο τους σκοπούς ή τη λειτουργία της οικείας κοινής οργανώσεως αγοράς » ( σκέψη 34 ).
Αλλά, οι τιμές αγοράς προς τους παραγωγούς και πωλήσεως στους κτηνοτρόφους και στους βιομηχάνους ζωοτροφών που επέβαλαν οι ελληνικές αρχές στην ΚΥΔΕΠ αφορούν βεβαίως μόνο το χονδρικό εμπόριο.
52.
Με την απόφαση της 21ης Μαρτίου 1972, Εισαγγελική αρχή της Ιταλικής Δημοκρατίας κατά SAIL (82/71, Rec. 1972, σ. 119), το Δικαστήριο έκρινε ότι:
« Μόλις τεθεί σε ισχύ ( μία κοινή οργάνωση αγοράς)... μόνο η κοινοτική αρχή έχει την εξουσία να αποφασίζει τη διατήρηση... των εθνικών συστημάτων οργανώσεως, παρεμβάσεως ή ελέγχου ... »
53.
Τέλος, με την απόφαση της 27ης Μαρτίου 1984, Επιτροπή κατά Ιταλίας (169/82, Συλλογή 1984, σ. 1603, σ. 1617), το Δικαστήριο έκρινε ότι:
« Από τις διατάξεις του κανονισμού 2727/75, και κυρίως από το άρθρο 2, προκύπτει ότι ο κανονισμός αυτός προβλέπει σύστημα τιμών καθώς και άλλα μέτρα που αποβλέπουν στη δημιουργία συστήματος ενιαίων τιμών για τα σιτηρά σ' ολόκληρη την Κοινότητα. Το άρθρο 10 προβλέπει την, υπό ορισμένους όρους, χορήγηση ενίσχυσης ενιαίου ύψους στην παραγωγή σκληρού σίτου σ' ολόκληρη την Κοινότητα. Από το σύστημα αυτό προκύπτει ότι κάθε μέτρο στήριξης πρέπει να αποφασίζεται επί κοινοτικού επιπέδου ώστε να μην τίθεται σε κίνδυνο η λειτουργία του με χορηγήσεις συμπληρωματικών πιστώσεων» (σκέψη 18).
54.
Επομένως, είναι σαφές ότι οι εντολές που έδωσαν οι ελληνικές αρχές στην ΚΥΔΕΓΊ για την αγορά ή την πώληση κτηνοτροφικών δημητριακών σε τιμές που είχαν καθορίσει οι ίδιες αντιβαίνουν στις διατάξεις της κοινής οργανώσεως αγοράς δημητριακών, καθότι αποτελούν εθνικά μέτρα παρεμβάσεως σε τομέα όπου η κοινοτική ρύθμιση είναι αποκλειστική. Το ίδιο ισχύει κατά μείζονα λόγο και για τα μέτρα που έλαβαν οι αρχές αυτές προκειμένου να καλύψουν τις επιβαρύνσεις που προέκυψαν για την ΚΥΔΕΠ από τις συναλλαγές αυτές.
IV —
55.
Όσον αφορά την αιτίαση περί της παραβάσεως του άρθρου 5 της Συνθήκης, διερωτώμαι αν μπορεί να γίνει δεκτή. Στην αιτιολογημένη γνώμη ( σ. 2, δεύτερο εδάφιο, και σ. 6, στο τέλος) η Επιτροπή επισημαίνει ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη:
« τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του άρθρου 5...
α)
προβαίνοντας σε ενέργειες που θέτουν σε κίνδυνο τη λειτουργία άλλων τομέων των γεωργικών αγορών που εξαρτώνται από την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς δημητριακών όσον αφορά το κόστος παραγωγής και ιδίως των τομέων χοιρείου κρέατος, κρέατος πουλερικών, αυγών, βοείου κρέατος και γαλακτοκομικών προϊόντων και
β)
μη παρέχοντας τις δέουσες εξηγήσεις σχετικά με την ανάμειξη των ελληνικών αρχών στη διαχείριση της αγοράς κτηνοτροφικών σιτηρών ».
56.
Το δικόγραφο της προσφυγής δεν διευκρινίζει αν οι δύο αυτές αιτιάσεις, ή μόνον η μία από αυτές, διατηρήθηκαν και στο πλαίσιο της προσφυγής. Στο αιτητικό της προσφυγής γίνεται λόγος για το άρθρο 5 χωρίς άλλη διευκρίνιση. Η μνεία αυτή είναι δηλαδή διφορούμενη, καθόσον μάλιστα είναι δυνατόν να μην πρόκειται για αυτοτελή αιτίαση, αλλά για δευτερεύουσα σε σχέση με την παράβαση των διατάξεων που διέπουν την κοινή οργάνωση αγοράς. Βεβαίως, στο υπόμνημα απαντήσεως (σ. 7, παράγραφος 4) η Επιτροπή αναφέρει και πάλι τα ακόλουθα:
« Πάντως, ουδέποτε η ελληνική κυβέρνηση θέλησε να παρουσιάσει έστω και μία από τις αποφάσεις αυτές, πράγμα που υπογραμμίζει την εκ μέρους της παραβίαση του καθήκοντος διοικητικής συνεργασίας με τις υπηρεσίες της Επιτροπής, βάσει του άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΟΚ. »
57.
Όπως προκύπτει εξάλλου από τα έγγραφα που προσκόμισε η Επιτροπή, απαντώντας στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου, και ιδίως από το τηλετύπημα που απηύθυνε ο Γενικός Διευθυντής Γεωργίας της Επιτροπής προς τις αρμόδιες ελληνικές αρχές στις 3 Ιουνίου 1987, δηλαδή μετά την αποστολή της αιτιολογημένης γνώμης (5 Φεβρουαρίου 1987), αλλά πριν από την κατάθεση του δικογράφου της προσφυγής (2 Φεβρουαρίου 1988), οι αρχές αυτές ενημερώθηκαν για την έναρξη διεξαγωγής ελέγχου βάσει του άρθρου 9 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 729/70, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93 ), η δε Επιτροπή είχε ζητήσει από τις αρχές αυτές ολόκληρη σειρά στοιχείων σχετικά με τις σχέσεις μεταξύ αυτών και της ΚΥΔΕΠ. Οι πέντε υπομνήσεις που έλαβαν οι αρμόδιες ελληνικές αρχές καθώς και η ΚΥΔΕΠ μεταξύ της 3ης Ιουνίου 1987 και της 23ης Οκτωβρίου 1987 δεν είχαν κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα ( 5 ). Κανένα από τα στοιχεία αυτά όμως δεν περιέχεται στην αιτιολογημένη γνώμη ούτε και στο δικόγραφο της προσφυγής.
58.
Δεδομένου, επομένως, ότι η Επιτροπή δεν διευκρίνισε με την προσφυγή για ποιους λόγους κρίνει ότι η Ελλάδα παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5, προτείνω στο Δικαστήριο να μη δεχθεί ότι έγινε παράβαση του άρθρου αυτού.
59.
Για την περίπτωση, όμως, που το Δικαστήριο κρίνει ότι η αιτίαση αυτή διατυπώνεται κατά τρόπο αρκούντως σαφή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή, θα ήθελα να παρατηρήσω τα ακόλουθα.
60.
Πρώτον, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σε όλη την υπόθεση η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη πράγματι το καθήκον πίστης που της επιβάλλει το άρθρο 5, διότι νομίζω ότι, όταν η Επιτροπή απευθύνει έγγραφο οχλήσεως και βάλλει κατά διατάξεως του εσωτερικού δικαίου ή εθνικής πρακτικής, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να διαβιβάζουν αυτεπαγγέλτως στην Επιτροπή το κείμενο της διατάξεως και κάθε άλλο επίσημο έγγραφο σχετικό με τη συγκεκριμένη αντιδικία.
61.
Ναι μεν είναι φυσιολογικό να εκτιμούν διαφορετικά η Επιτροπή και τα κράτη μέλη το ζήτημα του συμβιβαστού προς το κοινοτικό δίκαιο ορισμένων διατάξεων του εσωτερικού δικαίου ή ορισμένης εθνικής πρακτικής, πλην όμως είναι απαραίτητο να ενημερώνεται η Επιτροπή πλήρως και πιστά σχετικά με την ύπαρξη, τη φύση και την έκταση των σχετικών διατάξεων ή της πρακτικής για να μπορεί η νομική αντιδικία να στηριχτεί σε ακριβή περιστατικά.
62.
Στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των δημητριακών, το καθήκον αυτό της αυτεπάγγελτης κοινοποίησης όλων των χρησίμων στοιχείων διατυπώνεται ρητά στο άρθρο 24 του κανονισμού 2727/75 που προβλέπει ότι:
«Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή ανακοινώνουν αμοιβαίως τα απαραίτητα στοιχεία για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. »
Νομίζω ότι αυτό καλύπτει όχι μόνο τα συνήθη στοιχεία σχετικά με τον όγκο της παραγωγής, τις εισαγωγές, τις εξαγωγές και τις αγορές παρεμβάσεως, αλλά ενδεχομένως και όλα τα άλλα στοιχεία τα σχετικά με τη λειτουργία της αγοράς δημητριακών.
63.
Δεδομένου ότι η Επιτροπή με την προσφυγή αναφέρθηκε γενικώς στην παράβαση των διατάξεων του κανονισμού αυτού, στη συνέχεια δε διευκρίνισε ότι η παράβαση αφορά και το άρθρο 24, νομίζω ότι το Δικαστήριο μπορεί να αναγνωρίσει παράβαση του άρθρου αυτού.
V —
64.
Εξάλλου, η αιτίαση σχετικά με την παράλειψη ανακοινώσεως της ενισχύσεως κατά την έννοια του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης είναι βεβαίως βάσιμη, διότι, χάρη στην κάλυψη των ελλειμμάτων της από τον κρατικό προϋπολογισμό, η ΚΥΔΕΠ έλαβε χρηματική συνδρομή από το Δημόσιο που μπορεί να θεωρηθεί ως ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Δεν αμφισβητείται όμως ότι η οικονομική αυτή συνδρομή ουδέποτε ανακοινώθηκε στην Επιτροπή.
Συμπέρασμα
65.
Για όλους τους προεκτεθέντες λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει την προσφυγή παραδεκτή και να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις του τίτλου Ι, « Καθεστώς τιμών », και από το άρθρο 24 του κανονισμού 2727/75 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών, καθώς και από το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης. Κατά συνέπεια, το καθού κράτος μέλος πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 158. Ο κανονισμός αυτός τροποποιήθηκε κατ' επανάληψη.
( 2 ) Οι υπογραμμίσεις στις παραγράφους 24, 25 και 26 δεν υπάρχουν στο πρωτότυπο.
( 3 ) Υπογραμμισμένο στο πρωτότυπο.
( 4 ) Βλέπε επίσης την απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 1979, TofToH ( 10/79, Rec. 1979, σ. 3301 ).
( 5 ) Βλέπε παράρτημα στην έκθεση σχετικά με τα αποτελέσματα των ελέγχων για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, του οικονομικού έτους 1986, παράρτημα VI των απαντήσεων της Επιτροπής στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου.
Full & Egal Universal Law Academy