Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Η εταιρία Weber, ενάγουσα της κύριας δίκης (εφεξής: Weber), αγόρασε από την εταιρία Milchwerke, εναγομένη της κύριας δίκης (εφεξής: Milchwerke), εμπόρευμα χαρακτηριζόμενο στη σύμβαση πωλήσεως ως "γερμανικό αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη". Το εμπόρευμα εξήχθη αρχικά στις Κάτω Χώρες και κατόπιν, μέσω βρετανού μεσάζοντος, στην Ιαπωνία. Για τις πράξεις αυτές, η εταιρία Weber εισέπραξε εξισωτικά νομισματικά ποσά και επιστροφές λόγω της εξαγωγής συνολικού ποσού 716 476,47 μάρκων Δυτικής Γερμανίας (DΜ).
Ακολούθως, όμως, η τελωνειακή υπηρεσία (το Hauptzollamt του Αμβούργου) ζήτησε, με απόφαση της 15ης Ιουλίου 1982, επιστροφή του ποσού αυτού, θεωρώντας ότι το επίμαχο προϊόν έπρεπε να καταταγεί όχι ως "αποκορυφωμένο γάλα" κατά την έννοια της δασμολογικής διακρίσεως 04.02 Α ΙΙ β) 1 του κοινού δασμολογίου (εφεξής: ΚΔ) αλλά ως "παρασκεύασμα διατροφής" κατά την έννοια της διακρίσεως 21.07 Δ ΙΙ α) 1, και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να τύχει των προαναφερθέντων πλεονεκτημάτων.
Δυνάμει της αποφάσεως αυτής - κατά της οποίας ασκήθηκε χωριστή προσφυγή -, το Hauptzollamt προέβη σε μερικό συμψηφισμό ύψους 613 020,79 DΜ μεταξύ του ποσού που έπρεπε να επιστραφεί και των άλλων απαιτήσεων της Weber, ενώ είναι προφανές ότι εξακολουθούσε να ισχύει η απαίτηση για απόδοση του υπολοίπου.
Για τον λόγο αυτό η Weber ζήτησε από τη Milchwerke να της παραδώσει εμπόρευμα δυνάμενο να τύχει των ΝΕΠ και των επιστροφών λόγω εξαγωγής. Επειδή το αίτημα δεν ικανοποιήθηκε, η Weber άσκησε κατά της Milchwerke αγωγή αποζημιώσεως για ποσό αντιστοιχούν προς τα αποδοθέντα ΝΕΠ και τις επιστροφές λόγω εξαγωγής.
Το εθνικό δικαστήριο, θεωρώντας ότι για να δοθεί λύση στη διαφορά είναι απαραίτητο να αποδειχθεί αν το προϊόν, καθαυτό, πρέπει να καταταγεί ως αποκορυφωμένο γάλα ή ως παρασκεύασμα διατροφής κατά την έννοια των δύο προαναφερθεισών διακρίσεων του ΚΔ, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
"1) Πρέπει η διάκριση 04.02 Α ΙΙ β) 1 του κοινού δασμολογίου, όπως ίσχυε κατά τα έτη 1978, 1979 και 1980, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι συμπεριλαμβάνει ένα προϊόν, το οποίο αποτελείται κατά 23,4 % από αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη και κατά τα λοιπά από ορό γάλακτος σε σκόνη (μερικώς εμπλουτισμένο με πρωτεΐνες), γαλακτοσάκχαρο, τυρινικό ασβέστιο, τυρινικό νάτριο, τυρινικά άλατα (SVΜ), όξινο ανθρακικό κάλιο, χλωριούχο ασβέστιο, ανθρακικό ασβέστιο και καυστικό κάλιο αναμεμειγμένα σε ξηρά κατάσταση;
2) Στην περίπτωση αυτή, έχει σημασία ότι τα τυρινικά άλατα και ο ορός γάλακτος σε σκόνη προέρχονται κατά καιρούς από τη Νέα Ζηλανδία, τον Καναδά και την Αυστραλία και ότι από την ανάλυση του μίγματος προέκυπταν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της εναγομένης, οι ίδιες τιμές όπως και από την ανάλυση του αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη το οποίο παρασκευάζεται από το προϊόν του αρμέγματος της αγελάδας;
3) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο ερώτημα 1:
Συμπεριλαμβάνεται αυτό το προϊόν στη διάκριση 21.07 Δ ΙΙ α) 1 του κοινού δασμολογίου όπως ίσχυε κατά τα έτη 1978, 1979 και 1980;"
Επί του πρώτου και του δευτέρου ερωτήματος
2. Με το πρώτο και το δεύτερο ερώτημα το εθνικό δικαστήριο ζητά από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει τη διάκριση 04.01 Α ΙΙ β) 1 του ΚΔ σχετικά με προϊόν που παρουσιάζει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ως προς τη σύνθεση, τον τρόπο παρασκευής και τη γεωγραφική προέλευση ορισμένων από τα συστατικά του.
'Οσον αφορά τη σύνθεση, το εθνικό δικαστήριο υπογραμμίζει ότι το προϊόν καθαυτό περιέχει 23,4% αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη, 42,3 % ορό γάλακτος σε σκόνη εμπλουτισμένο με πρωτεΐνες, 16,2 % γαλακτοσάκχαρο, 10,6 % τυρινικό νάτριο, 7,1 % τυρινικό ασβέστιο και 0,4 % άλλα στοιχεία.
'Οσον αφορά τον τρόπο παρασκευής, πρόκειται εν προκειμένω για μίγμα που δεν παρασκευάζεται με την παραδοσιακή μέθοδο (δηλαδή με την αφαίρεση υγρού από το υγρό αποκορυφωμένο γάλα), αλλά προέρχεται από ανασυνδυασμό διαφόρων στοιχείων σε ξηρά κατάσταση.
Ο ορός γάλακτος σε σκόνη, τέλος, που απαντάται στο επίμαχο προϊόν αποδείχθηκε ότι έχει εισαχθεί από τρίτες χώρες (Αυστραλία και Καναδά).
3. Ας εξετάσουμε καταρχάς το σημείο σχετικά με τη χρησιμοποιούμενη μέθοδο παρασκευής και τη σημασία που αυτή παρουσιάζει για τις ανάγκες της ερμηνείας της δασμολογικής διακρίσεως.
Είναι χρήσιμο να υπομνηστεί σχετικά ότι, κατά πάγια νομολογία, το αποφασιστικό κριτήριο για τη δασμολογική κατάταξη των προϊόντων είναι αυτό που συνίσταται στην εξέταση των αντικειμενικών τους χαρακτηριστικών και ιδιοτήτων κατά τον χρόνο της εισαγωγής. Αυτό γίνεται, όπως είναι γνωστό, με το διπλό σκοπό να διασφαλίζεται η ασφάλεια του δικαίου και η απλούστευση (που σημαίνει εξίσου ταχύτητα και εξοικονόμιση) των τελωνειακών ελέγχων. Αρκεί η παραπομπή σχετικά στις αποφάσεις της 23ης Μαρτίου 1972, Henck, 36/71, Racc. 1972, σ. 187 22ας Νοεμβρίου 1973, Past, 128/73, Racc. 1973, σ. 1277 29ης Μαΐου 1974, Koenig, 185/73, Racc. 1974, σ. 607 10ης Δεκεμβρίου 1975, Vandertaelen, 53/76, Racc. 1975, σ. 1647 18ης Φεβρουαρίου 1976, Carstens, 98 και 99/75, Racc. 1976, σ. 241 16ης Οκτωβρίου 1976, Industriemetall Luma, 38/76, Racc. 1976, σ. 2027 8ης Δεκεμβρίου 1977, Carlsen, 62/77, Racc. 1977, σ. 2343 23ης Σεπτεμβρίου 1982, Almadent, 237/81, Συλλογή 1982, σ. 2981 17ης Μαρτίου 1983, Dinter, 175/82, Συλλογή 1983, σ. 969 26ης Σεπτεμβρίου 1985, Thomasduenger, 166/84, Συλλογή 1985, σ. 3001.
Αντίστροφα, η διαδικασία παρασκευής των εμπορευμάτων δεν επηρεάζει γενικά την κατάταξη ούτε, άλλωστε, και άλλοι παράγοντες, όπως ο προορισμός, η εμφάνιση και η εμπορική αξία.
Η σχετική νομολογία είναι άφθονη και πάγια. Παραπέμπω ιδίως στη δεύτερη σκέψη της αποφάσεως Henck, όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι "η κατάταξη ενός εμπορεύματος ... δεν μπορεί να επηρεαστεί από το γεγονός ότι υπέστη μεταποιητικές διεργασίες αν, μετά τις διεργασίες αυτές, το μεταποιηθέν προϊόν περιέχει ουσιώδη συστατικά του προϊόντος βάσεως σε αναλογίες που δεν απέχουν ουσιαστικά από την περιεκτικότητα στα συστατικά αυτά που το υπό κρίση προϊόν παρουσιάζει στη φυσική του κατάσταση".
Αναφέρω επίσης τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Roemer, κατά τις οποίες "συνήθως για τις ανάγκες της δασμολογικής κατατάξεως των προϊόντων καταφεύγει κανείς κυρίως στα αντικειμενικά χαρακτηριστικά τους. Αυτό εξηγείται ιδίως από λόγους διοικητικής τεχνικής, επειδή συχνά είναι αρκετά δύσκολο να αποδειχθεί ότι ακολουθήθηκε ορισμένη διαδικασία παρασκευής και να ελεγχθεί αν αυτό πράγματι συνέβη. Πρέπει επίσης να γίνει δεκτό ότι δεν μπορεί να ισχύσει κάτι διαφορετικό παρά μόνο αν η διατύπωση μιας δασμολογικής κλάσεως υποδηλώνει ότι το κριτήριο που έχει σημασία για τα προϊόντα τα οποία αφορά είναι η διαδικασία παρασκευής". Το ίδιο πνεύμα εκφράζει η απόφαση Luma, η έβδομη σκέψη της οποίας ορίζει ότι, "ναι μεν είναι αληθές ότι το δασμολόγιο περιέχει σε ορισμένες περιπτώσεις αναφορές σε διαδικασίες παρασκευής ή στον προορισμό των εμπορευμάτων, γενικά όμως και κατά προτίμηση καταφεύγει, χάριν της ασφαλείας του δικαίου και της διευκολύνσεως των ελέγχων, σε κριτήρια κατατάξεως που βασίζονται στα αντικειμενικά τους χαρακτηριστικά και ιδιότητες των προϊόντων δυνάμενα να εξακριβωθούν κατά το χρόνο του εκτελωνισμού", ακολούθως, οι αποφάσεις Biegi, σκέψεις 14 επόμενες, και Wuensche, σκέψεις 7 έως 13.
Από αυτό προκύπτει ότι οι διαδικασίες παρασκευής είναι καθοριστικές μόνον όταν η δασμολογική κλάση το προβλέπει ρητά (όπως, για παράδειγμα, στην περίπτωση της κλάσεως 39.07, όπως έκρινε το Δικαστήριο στην απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 1987, Artimport, υπόθεση 42/86, Συλλογή 1987, σ. 4817).
4. Εν προκειμένω, η δασμολογική κλάση 04.02 Α ΙΙ δεν αναφέρει ως κριτήριο κατατάξεως καμία διαδικασία παρασκευής. Δεν φαίνεται εξάλλου να αμφισβητείται ότι καθαυτή η ειδική μέθοδος παρασκευής του προϊόντος που μας ενδιαφέρει μπορεί να ασκήσει κάποια επίδραση στη σύνθεση του προϊόντος, την οποία και μεταβάλλει. 'Οπως παρατήρησε η Επιτροπή κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, το γεγονός ότι το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη είναι το αποτέλεσμα της αφυδατώσεως του γάλακτος που προέρχεται από άρμεγμα ή, αντίστροφα, το προϊόν ανασυνδυασμού σε ξηρά μορφή διαφόρων στοιχείων δεν παίζει κανένα ρόλο στην περίπτωσή μας.
Νομίζω, επομένως, ότι η μέθοδος παρασκευής που χρησιμοποιείται εν προκειμένω μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν έχει καμία επίδραση στην οριοθέτηση του πεδίου εφαρμογής της προαναφερθείσας κλάσης του κοινού δασμολογίου.
5. Σε ανάλογο συμπέρασμα καταλήγει κανείς αν εξετάσει το άλλο σημείο που αναφέρει το εθνικό δικαστήριο και αποτελεί το αντικείμενο του δευτέρου ερωτήματος: αυτό δηλαδή που αφορά τη γεωγραφική καταγωγή ορισμένων συστατικών του επίμαχου προϊόντος.
Είναι σαφές ότι η κατάταξη συγκεκριμένου προϊόντος σε μία δασμολογική κλάση, αντί σε κάποια άλλη, είναι ζήτημα που δεν έχει καμία σχέση με την καταγωγή του ίδιου αυτού προϊόντος και ορισμένου από τα συστατικά του. Η δασμολογική κατάταξη πρέπει πράγματι να προσδιορίζεται από τη διατύπωση των δασμολογικών κλάσεων και των αντιστοίχων σημειώσεων επί των τμημάτων και των κεφαλαίων του κοινού δασμολογίου και - όπως υπογράμμισα προηγουμένως - λαμβανομένων κυρίως υπόψη των αντικειμενικών χαρακτηριστικών του προϊόντος το οποίο πρέπει να καταταγεί. Η καταγωγή του προϊόντος μπορεί αντίθετα να έχει σημασία σε χωριστή και μεταγενέστερη φάση, δηλαδή όταν πρόκειται να καθοριστεί ποιος δασμός πρέπει να επιβληθεί (αναφέρομαι στο προτιμησιακό καθεστώς που αφορά τις εισαγωγές από ορισμένες χώρες) ή ακόμα, όπως ανέφερε η Επιτροπή στις παρατηρήσεις της, στο πλαίσιο της εφαρμογής της γεωργικής κανονιστικής ρυθμίσεως, όταν πρόκειται να προσδιοριστεί αν, και υπό ποιες προϋποθέσεις, το επίμαχο προϊόν μπορεί να τύχει των πλεονεκτημάτων (για παράδειγμα, επιστροφών λόγω εξαγωγής) που προβλέπονται στη ρύθμιση αυτή.
6. Και φθάνω στο τελευταίο σημείο αυτό δηλαδή που αφορά τη σύνθεση του επίμαχου προϊόντος.
Λαμβανομένων υπόψη των αβεβαιοτήτων που υπάρχουν σχετικά, θα ήθελα να τονίσω ορισμένα σημεία που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση.
Καταρχάς, δεν αμφισβητείται ότι το επίδικο προϊόν είναι μίγμα διαφόρων στοιχείων που ανέφερα ανωτέρω. Μεταξύ αυτών, το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη, ο ορός γάλακτος και το γαλακτοσάκχαρο, δηλαδή κάτι περισσότερο του 80 % του συνολικού βάρους, είναι - όπως διαβεβαίωσε κατά την προφορική διαδικασία ο εμπειρογνώμων της Επιτροπής - φυσικά συστατικά, δηλαδή στοιχεία που βρίσκονται συνήθως στο αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη που λαμβάνεται κατά τις παραδοσιακές μεθόδους. Αντίθετα, το τυρινικό νάτριο (εν προκειμένω 10,6 %) και το τυρινικό ασβέστιο (7,1 %) συνιστούν μη φυσικά συστατικά, που προστίθενται από τον παρασκευαστή (1). Οι προσθήκες αυτές ωστόσο δεν μπορούν να διαφοροποιήσουν το προϊόν, όσον αφορά την εμφάνισή του και τις ουσιώδεις ιδιότητές του - συμπεριλαμβανομένης της εμπορικής λειτουργίας του -, από το παραδοσιακό αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη.
7. Αυτό όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά. 'Οσον αφορά το νομικό μέρος, πρέπει ακολούθως να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με το γενικό κανόνα 3 β) για την ερμηνεία της ονοματολογίας του κοινού δασμολογίου, προϊόντα που δεν καλύπτονται από ειδική κλάση
"πρέπει να κατατάσσονται σύμφωνα με την ύλη ή το είδος που δίνει σ' αυτά τον ουσιώδη τους χαρακτήρα, όταν είναι δυνατός αυτός ο καθορισμός".
Οι επεξηγηματικές σημειώσεις του Συμβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας προσδιορίζουν ότι το στοιχείο που καθορίζει τον ουδιώδη χαρακτήρα ποικίλλει ανάλογα με το είδος των εμπορευμάτων. Μπορεί, για παράδειγμα, ο χαρακτήρας αυτός να προκύπτει από τη φύση της συστατικής ύλης ή των στοιχείων που την απαρτίζουν, από τον όγκο τους, την ποσότητά τους, το βάρος ή την αξία τους, τη σημασία μιας από τις συστατικές ύλες ενόψει της χρήσεως των εμπορευμάτων ((βλέπε VΙΙΙ, ερμηνευτική σημείωση του γενικού κανόνα 3 β) )).
Φυσικά, ο προαναφερθείς τρίτος γενικός κανόνας ερμηνείας, στο σύνολό του, εφαρμόζεται μόνο αν δεν αντίκειται στο γράμμα των δασμολογικών κλάσεων και σημειώσεων που προηγούνται των τμημάτων ή των κεφαλαίων ((βλέπε ΙΙ, επεξηγηματική σημείωση του κανόνα 3 β), καθώς και τις αποφάσεις της 2ας Μαΐου 1979, Henningsen, 137/78, Racc. 1979, σ. 1707, ιδίως την όγδοη σκέψη, και της 18ης Ιανουαρίου 1984, Ekro, 327/82, Συλλογή 1984, σ. 107)).
8. Υπό το φως αυτών των δεδομένων, τα ερωτήματα που πρέπει να επιλυθούν είναι δύο. Μπορεί το επίμαχο προϊόν, που είναι μίγμα, να καταταγεί στη διάκριση 04.02 βάσει του στοιχείου που του προσδίδει τον ουσιώδη χαρακτήρα του και επομένως δυνάμει του γενικού κανόνα 3 β); Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αντιτίθεται σε μια τέτοια κατάταξη η διατύπωση της διακρίσεως αυτής ή των σημειώσεων επί των τμημάτων ή των κεφαλαίων;
Στο πρώτο ερώτημα προσήκει καταφατική απάντηση. Περισσότερο από 80 % του μίγματος που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας αποτελείται, όπως είδαμε, από στοιχεία που κανονικά βρίσκονται στο αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη και εμπίπτουν στην κλάση 04.02. Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί το γεγονός ότι ακριβώς η σκόνη αποκορυφωμένου γάλακτος είναι αυτό που προσδίδει στο προϊόν μας τον ουσιώδη χαρακτήρα του. Αν, κατά συνέπεια, οι τελωνειακές αρχές έπρεπε να στηριχθούν για την κατάταξη μόνο στον κανόνα 3 β), θα το κατέτασσαν χωρίς καμία αμφιβολία στη διάκριση 04.02 παρά την προσθήκη τυρινικού καλίου και νατρίου.
'Οπως όμως τονίστηκε ήδη, ο κανόνας αυτός εφαρμόζεται με την προϋπόθεση ότι η διατύπωση της δασμολογικής κλάσεως που λαμβάνεται υπόψη δεν αντιτίθεται στην εφαρμογή αυτή για κάποιο ιδιαίτερο λόγο. 'Ετσι, για παράδειγμα, στην προαναφερθείσα απόφαση Henningsen, το Δικαστήριο έκρινε ότι ένα προϊόν που περιέχει 52 % σκόνη πλήρους αυγού, 25 % σογιαλεύρου, 22 % μελάσσας από γλυκόζη και 1 % αλάτι και λεκιθίνη δεν υπάγεται στη δασμολογική κλάση 04.05 Β Ι ("αυγά χωρίς το τσόφλι τους και κρόκοι αυγών ... κατάλληλα για τη διατροφή των ανθρώπων"), αλλά στη διάκριση 21.07 Ζ Ι α) 1 ως "παρασκεύασμα διατροφής". Πράγματι, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι η διατύπωση της κλάσεως 04.05 και οι επεξηγηματικές σημειώσεις του κοινού δασμολογίου επιτρέπουν να θεωρείται ότι υπάγονται στην ίδια αυτή κλάση μόνο τα αυγά χωρίς τσόφλι και οι κρόκοι αυγών ως έχουν, στα οποία δεν έχουν ενδεχομένως προστεθεί χημικά συστατικά παρά σε μικρές μόνον ποσότητες που εξασφαλίζουν τη συντήρηση. 'Ετσι, παρά το ότι δεν υπήρξε αμφιβολία ως προς το γεγονός ότι η εφαρμογή του κανόνα 3 β) θα επέτρεπε, λόγω της αυξημένης περιεκτικότητας σε σκόνη πλήρους αυγού - ποσοστό, εν πάση περιπτώσει, κάτω του ποσοστού για το οποίο πρόκειται στην παρούσα υπόθεση -, την κατάταξη του εμπορεύματος στην κλάση 04.05, η κατάταξη αυτή ωστόσο αποκλείστηκε ενόψει του γεγονότος ότι το προϊόν περιείχε "αξιόλογες ποσότητες άλλων συστατικών, ιδίως σογιαλεύρου και μελάσσας γλυκόζης, που δεν έχουν τον χαρακτήρα χημικών προσθηκών που χρησιμεύουν αποκλειστικά για τη συντήρηση του προϊόντος", πράγμα που αντέβαινε σαφώς στη διατύπωση της προαναφερθείσας δασμολογικής κλάσεως.
9. Κατά την Επιτροπή, η κλάση 04.02 δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να καλύψει στην παρούσα υπόθεση τα προϊόντα ή τα μίγματα που περιέχουν τυρινικό νάτριο σε αναλογία άνω του 3 % του συνολικού βάρους (2). Και αυτό, ακόμη και αν το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη εξακολουθεί να προσδίδει στο μίγμα αυτό τον ουσιώδη χαρακτήρα του.
Αυτό, με άλλα λόγια, σημαίνει ότι, σε περίπτωση όπως η παρούσα, δεν μπορεί να εφαρμοστεί ο κανόνας 3 β) διότι η κλάση 04.02 αποκλείει ρητά το να μπορούν να περιληφθούν σκόνες αποκορυφωμένου γάλακτος που περιέχουν προσθήκη τυρινικού νατρίου άνω του 3%.
Η Επιτροπή, για να στηρίξει την άποψη αυτή, προβάλλει τα ακόλουθα επιχειρήματα.
Το τυρινικό νάτριο μπορεί να επιτραπεί σε περιορισμένα ποσοστά, μέχρι περίπου 1 %, ως γαλακτωματοποιητής, για να προσδίδει δηλαδή στο γάλα σε σκόνη διαλυτικότητα σε ένα υγρό (για παράδειγμα, στον καφέ) ομοιάζουσα κατά το δυνατό με τη διαλυτικότητα που χαρακτηρίζει το υγρό γάλα. Ελαφρώς υψηλότερα ποσοστά, μέχρι 3 %, είναι επίσης ανεκτά στο μέτρο που επιτρέπουν τη βελτίωση της γευστικότητας του παρασκευάσματος, καθιστώντας την και πάλι παρεμφερή με τη γευστικότητα του υγρού γάλακτος. Αντίθετα, πάντοτε κατά την άποψη της Επιτροπής, περιεκτικότητα σε τυρινικό νάτριο άνω του 3 % σημαίνει προϊόν τελείως τεχνητό, υποκατάστατο του γάλακτος το οποίο, επιπλέον, αν χαρακτηριστεί όπως και το σύνηθες αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη, υπάρχει κίνδυνος να οδηγήσει σε καταχρήσεις τυγχάνοντας αθεμίτως επιστροφών λόγω εξαγωγής.
Στο όριο του 3 % συμφώνησαν τα μέλη της ειδικής ομάδας "χημεία" της Επιτροπής Ονοματολογίας, η γνώμη των οποίων ζητήθηκε το 1982 στο πλαίσιο μιας έρευνας που διενεργήθηκε κατόπιν πρωτοβουλίας της γερμανικής αντιπροσωπείας, η οποία είχε διατυπώσει αμφιβολίες ως προς τη δυνατότητα κατατάξεως στην κλάση 04.02 ενός τύπου αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη που περιείχε περισσότερο από 19 % τυρινικό νάτριο. Σύμφωνα με τα όσα εξέθεσε η Επιτροπή κατά την προφορική διαδικασία, η Επιτροπή Ονοματολογίας έλαβε ακολούθως υπόψη αυτή την εκτίμηση των εμπειρογνωμόνων. Δεν προσκομίστηκε όμως κανένα έγγραφο ως προς το συγκεκριμένο αυτό σημείο και είναι αναμφισβήτητο ότι η άποψη των εμπειρογνωμόνων δεν αποτέλεσε αντικείμενο επίσημης πράξης της Επιτροπής Ονοματολογίας.
Τέλος, μία καρτέλα κατατάξεως του 1971, που περιλαμβάνει στην κλάση 04.02 προϊόν λαμβανόμενο από μίγμα βουτύρου και αποκορυφωμένου γάλακτος, κατόπιν προσθήκης μικρής ποσότητας τυρινικού νατρίου, είναι σύμφωνη με την άποψη αυτή.
10. Αρκούν οι παρατηρήσεις αυτές για να αποκλείσουν από την κλάση 04.02 κάθε μίγμα αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη που περιέχει άνω του 3 % τυρινικού νατρίου;
Ας υπενθυμίσω καταρχάς, όπως η ίδια η Επιτροπή τόνισε στις γραπτές της παρατηρήσεις (σημείο Β, ΙΙ, 3), ότι η διατύπωση της διακρίσεως 04.02 Α ΙΙ β) 1 δεν αποκλείει από την κλάση αυτή ένα προϊόν με τη σύνθεση αυτού για το οποίο πρόκειται στην παρούσα υπόθεση.
Οι επεξηγηματικές σημειώσεις του κοινού δασμολογίου σχετικά με την κλάση 04.02 προβλέπουν εξάλλου ότι:
"Η παρούσα κλάση καλύπτει όλα τα προϊόντα (γάλα, κρέμα γάλακτος και παράγωγα ...), που αναφέρονται στον αριθμό 04.01 που υπέστησαν διαδικασία συμπυκνώσεως ή/και συντηρήσεως κατά την έννοια του σημείου 2 του παρόντος κεφαλαίου ή στα οποία προστέθηκε ζάχαρη.
Στα προϊόντα αυτού του είδους μπορούν να προστεθούν και ορισμένες άλλες ουσίες και ιδίως άμυλο σε αναλογία που δεν υπερβαίνει το 10 % του βάρους, αντιοξειδωτικά, γαλακτωματοποιητικά, βιταμίνες ή μικρές ποσότητες οξέων (συμπεριλαμβανομένου του χυμού λεμονιού)."
Νομίζω επομένως ότι, αφενός, η προσθήκη στο γάλα ορισμένων ουσιών, μεταξύ των οποίων οι γαλακτωματοποιητές, είναι επιτρεπτή και ότι, αφετέρου, δεν προβλέπονται για τις ουσίες αυτές ποσοτικοί περιορισμοί πλην του αμύλου (που δεν πρέπει να υπερβαίνει το 10 %) και των οξέων (που μπορούν να υπάρχουν σε "μικρές ποσότητες").
Δεν νομίζω να προκύπτουν διαφορετικές ενδείξεις από τις επεξηγηματικές σημειώσεις της Επιτροπής Ονοματολογίας. Αυτά είναι τα δεδομένα από άποψη διατυπώσεως των κειμένων τα οποία, ας το υπενθυμίσω, έχουν αποφασιστική αξία.
Πρέπει εξάλλου να υπογραμμίσω ότι στο σύστημα του κοινού δασμολογίου, όταν υπάρχει πρόθεση, τυπικά, να εξαρτηθεί η κατάταξη ενός εμπορεύματος από την ποσοστιαία περιεκτικότητα ορισμένων στοιχείων, αυτό αναφέρεται ρητά. Αυτό συμβαίνει, για παράδειγμα, για την κατάταξη στις διάφορες διακρίσεις της κλάσεως 04.02 βάσει της περιεκτικότητας σε λιπαρές ουσίες ή ακόμη, όπως ήδη τόνισα, όσον αφορά την ύπαρξη αμύλου στο γάλα, που δεν πρέπει να υπερβαίνει το όριο του 10 %. Εύκολα θα μπορούσαν να πολλαπλασιαστούν τα παραδείγματα αν ξεφυλλίσει κανείς απλώς τις επεξηγηματικές σημειώσεις του ΚΔ που συχνά περιέχουν συγκεκριμένες αναφορές στην περιεκτικότητα ιδίως σε ζάχαρη, πρωτεΐνες, λιπαρές ουσίες κ.λπ.
Νομίζω λοιπόν ότι, στην παρούσα υπόθεση, η εφαρμογή του γενικού κανόνα 3 β) δεν κωλύεται από τη γραμματική διατύπωση της σχετικής δασμολογικής κλάσεως ή των επεξηγηματικών σημειώσεων του ΚΔ.
11. 'Οσον αφορά την προαναφερθείσα εξέταση που πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια της Επιτροπής Ονοματολογίας του ΚΔ κατόπιν πρωτοβουλίας της γερμανικής αντιπροσωπείας, οφείλω να προβώ στις ακόλουθες παρατηρήσεις.
Πρώτον, η εξέταση αυτή αφορούσε προϊόν με περιεκτικότητα σε τυρινικό νάτριο υψηλότερη (19,11 %) εκείνης του επίμαχου προϊόντος. Δεύτερον, στο πλαίσιο της συζητήσεως αυτής, η Επιτροπή διατύπωσε, τουλάχιστον σε πρώτη φάση (πρακτικά της συνεδριάσεως της 13ης Οκτωβρίου 1981), ευνοϊκή γνώμη υπέρ της κατατάξεως του εμπορεύματος στο κεφάλαιο 4 του κοινού δασμολογίου, καθόσον θεώρησε τότε το τυρινικό νάτριο - παρά το ότι υπήρχε σε αναλογία 19,11 % - ως στοιχείο του γάλακτος. Τρίτον, όπως ήδη ανέφερα,
η εξέταση αυτή δεν κατέληξε στην έκδοση τυπικής πράξης, της οποίας να μπόρεσαν να λάβουν γνώση οι επιχειρηματίες, εφόσον δεν αποφασίστηκε ούτε να καταρτιστεί καρτέλα κατατάξεως, ούτε να τροποποιηθούν οι επεξηγηματικές σημειώσεις του ΚΔ και, ακόμη λιγότερο, να εκδοθεί κανονισμός. Επομένως, δεν αποτέλεσε τίποτα παραπάνω από μια συζήτηση καθαρά εσωτερικού και άτυπου χαρακτήρα, που δεν νομίζω ότι μπορεί να δεσμεύσει την ερμηνεία της κλάσεως του ΚΔ την οποία καλείται να δώσει σήμερα το Δικαστήριο και η οποία πρέπει κυρίως να καθοριστεί υπό το φως της διατυπώσεως της υπό κρίση κλάσεως και των αντίστοιχων σημειώσεων επί των τμημάτων και κεφαλαίων του ΚΔ. Διατύπωση η οποία, αν αναγνωστεί με βάση τις επεξηγηματικές σημειώσεις του ΚΔ, δεν αποκλείει ένα προϊόν που αποτελεί προϊόν αναμίξεως στοιχείων, όπως το επίμαχο στην παρούσα υπόθεση, να υπαχθεί στην κλάση 04.02 Α ΙΙ β) 1, εφόσον, παρά την ύπαρξη τυρινικού νατρίου σε ποσοστό 10,7 %, εκείνο που εξακολουθεί να προσδίδει στο προϊόν αυτό τον ουσιώδη χαρακτήρα του είναι τα συστατικά που χαρακτηρίζουν το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη (δηλαδή πλέον του 80 % του συνόλου).
12. Υπάρχει όμως και μία άλλη εκδοχή. Η Επιτροπή επιβεβαίωσε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι μέχρι τώρα "δεν υπάρχουν αναλυτικές μέθοδοι για τον άμεσο προσδιορισμό της προσθήκης τυρινικού νατρίου" στο γάλα σε σκόνη όπως το επίμαχο προϊόν στην παρούσα υπόθεση, πράγμα, εξάλλου, που υπογραμμίστηκε από την ειδική ομάδα "χημεία" της Επιτροπής Ονοματολογίας του κοινού δασμολογίου (πρακτικά της συνεδριάσεως της 1ης Απριλίου 1982) στο πλαίσιο της προαναφερθείσας εξέτασης που πραγματοποιήθηκε κατόπιν πρωτοβουλίας της γερμανικής αντιπροσωπείας.
Επομένως, είναι αδύνατος ο άμεσος και αρκετά απλός τελωνειακός έλεγχος, περί της τηρήσεως του ορίου του 3 % σε τυρινικό νάτριο.
Ο μόνος εφικτός έλεγχος είναι ο διοικητικός, δηλαδή κατά την παραγωγή. Είναι, πάντως, αυτονόητο ότι τέτοια διαδικασία μπορεί να προβλεφθεί μάλλον - έστω και με δυσκολίες - για τα εμπορεύματα που παράγονται εντός της Κοινότητας και προορίζονται για εξαγωγή, όχι όμως όταν το πρόβλημα συνίσταται, αντίστροφα, στον ταχύτερο δυνατό εκτελωνισμό εμπορευμάτων που προέρχονται από τρίτες χώρες.
Νομίζω λοιπόν ότι η Επιτροπή προτείνει κριτήριο κατατάξεως (αυτό που βασίζεται στην τήρηση του ορίου ανοχής του 3 %) το οποίο, εκτός του ότι δεν ενισχύεται από τη διατύπωση του ΚΔ, βρίσκεται σαφώς σε αντίθεση και με τη θεμελιώδη απαίτηση για διασφάλιση ασφαλών και απλών τελωνειακών ελέγχων. Το κριτήριο αυτό οδηγεί πράγματι σε ερμηνεία της κλάσεως 04.02 προκαλούσα πολύπλοκη εφαρμογή και εν πάση περιπτώσει οδηγούσα σε συμπεράσματα το λιγότερο αβέβαια, καθόσον βασίζεται σε στοιχεία τα οποία είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να ελεγχθούν κατά τρόπο αντικειμενικό.
Είναι χρήσιμο να υπομνηστεί, όσον αφορά το αν ευσταθεί αυτή η άποψη, ότι το Δικαστήριο αναγνώρισε ήδη ότι, ναι μεν οι δυσκολίες που δημιουργούνται από την εφαρμογή μιας τελωνειακής διατάξεως - στην περίπτωσή μας όμως πρόκειται στην πραγματικότητα για αδυναμία - δεν μπορούν να διακυβεύσουν το κύρος της, μπορούν όμως να επηρεάσουν την ερμηνεία της (απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1982, Howe, 317/81, Συλλογή 1982, σ. 3257).
13. Απομένει, τέλος, να εξεταστεί μια τελευταία εκδοχή.
Το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο ερωτήματα που συνδέονται αποκλειστικά με την τελωνεικαή κατάταξη του επίμαχου προϊόντος. 'Ενα άλλο πρόβλημα είναι το αν η κατάταξη επηρεάζει την εφαρμογή της κοινής γεωργικής κανονιστικής ρυθμίσεως και ιδίως των διατάξεων που αφορούν τις επιστροφές λόγω εξαγωγής.
Είναι, πράγματι, γνωστό ότι στο πλαίσιο της νομοθεσίας που διέπει την κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών, ο προσδιορισμός των προϊόντων που αποτελούν αντικείμενό της και που μπορούν, ενδεχομένως, να τύχουν ορισμένων πλεονεκτημάτων, καθορίζεται γενικά δια παραπομπής στις σχετικές κλάσεις του ΚΔ. Αυτό συμβαίνει, για παράδειγμα, στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων.
Ο λόγος για τον οποίο το πρόβλημα τίθεται συγκεκριμένα είναι σαφής. 'Ενας παραγωγός διαθέτει, πράγματι, πάρα πολλές δυνατότητες όσον αφορά την παρασκευή μιγμάτων τα οποία, αν και περιέχουν τα αντίστοιχα στοιχεία σε διαφορετικές αναλογίες, είναι, ωστόσο, όμοια κατ' ουσίαν από άποψη εμφανίσεως, φύσεως, αποτελεσμάτων και προορισμού.
Παρά το ότι το δασμολογικό σύστημα είναι πολύ λεπτομερειακά διαρθρωμένο, η ποικιλία αυτή είναι φυσικό ότι μπορεί να συνεπάγεται δυσκολίες ως προς την κατάταξη. Ακριβώς σ' αυτές τις περιπτώσεις παρεμβαίνει - μέσα στα όρια που προαναφέρθηκαν - ο κανόνας του "ουσιώδους χαρακτηριστικού", που επιτρέπει να υπαχθούν στην ίδια κλάση προϊόντα αντικειμενικά όμοια και, εξ αυτού του λόγου, ανταγωνιστικά σε εμπορικό επίπεδο.
Στις περιπτώσεις, όμως, που η κατάταξη πραγματοποιείται όχι για λόγους καθαρά τελωνειακούς αλλά για να καθοριστεί, για παράδειγμα, το ύψος της εισφοράς ή της επιστροφής που πρέπει να εφαρμοστεί, προφανείς λόγοι συμφέροντος μπορούν να ωθήσουν τους επιχειρηματίες να αλλοιώσουν τη σύνθεση του μίγματος. 'Ετσι, όσον αφορά τις εισαγωγές, υπάρχει τάση "υποτιμήσεως" του προϊόντος (αυξάνοντας, για παράδειγμα, την περιεκτικότητα σε συστατικά που θα μπορούσαν να προσδώσουν το χαρακτηρισμό "λοιπά") ώστε να αποφεύγεται ή, εν πάση περιπτώσει, να μειώνεται, η καταβολή εισφοράς. Αντίθετα, στην περίπτωση των εξαγωγών γίνεται προσπάθεια, με την αντίστροφη μέθοδο, "υπερτιμήσεως" του εμπορεύματος για να εισπράττεται η υψηλότερη δυνατή επιστροφή, ακόμη κι αν τα προϊόντα αυτά παραμένουν χαμηλής ποιότητος που αρκεί όμως για να θεμελιωθεί δικαίωμα καταβολής επιστροφής.
Η στάθμιση των εκδοχών αυτών κατά την εφαρμογή των γεωργικών διατάξεων βαρύνει, φυσικά, τις εθνικές αρχές. Θα υπενθυμίσω, εξάλλου, ότι το εθνικό δικαστήριο δεν υπέβαλε κανένα ερώτημα ερμηνείας σχετικά με τις διατάξεις αυτές. Πρόκειται επομένως για εκδοχή που ανέκυψε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.
Για να διευκρινιστεί, όμως, και το γεγονός ότι σκέψεις συναφείς με τη λειτουργία της οργανώσεως των κοινών αγορών δεν πρέπει να επηρεάζουν την ερμηνεία της δασμολογικής κλάσεως, νομίζω πως ενδείκνυται να υπογραμμιστεί ότι η κατάταξη για τελωνειακούς σκοπούς του επίμαχου προϊόντος στην κλάση 04.02 δεν προδικάζει την εφαρμογή του κανόνα κατατάξεως τον οποίο οι εθνικές αρχές θέσπισαν για άλλους σκοπούς και σε άλλες κανονιστικές αλληλουχίες.
Είναι αλήθεια ότι, καταρχήν, οι κανόνες αυτοί πρέπει να ερμηνεύονται ομοιόμορφα, ανεξάρτητα από το κανονιστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο λαμβάνονται υπόψη. Η αρχή αυτή επικυρώθηκε με την απόφαση Milchfutter (4 Ιουλίου 1978, 5/78, Racc. 1978, σ. 1597), όπου το Δικαστήριο παρατηρεί ότι, "εκτός ρητής διατάξεως, είναι ανάρμοστο οι κλάσεις του κοινού δασμολογίου να εφαρμόζονται κατά τρόπο διαφορετικό ανάλογα με το αν συσχετίζονται με την κατάταξη του ίδιου προϊόντος ενόψει εισπράξεως δασμών, εφαρμογής του καθεστώτος κοινής οργανώσεως της αγοράς ή του καθεστώτος των νομισματικών εξισωτικών ποσών" (δωδέκατη σκέψη) η διατύπωση αυτή επαναλαμβάνεται στην απόφαση Biegi (28 Μαρτίου 1979, υπόθεση 158/78, Racc. 1979, σ. 1103), σκέψη 18.
Είναι επίσης αληθές ότι, εκτός από την επιφύλαξη "πλην ρητής διατάξεως", στην πρακτική η αρχή αυτή έχει υποστεί σοβαρές διακυμάνσεις.
'Ηδη με την προαναφερθείσα απόφαση Henck, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να κρίνει ότι "η αναφορά που γίνεται από τον κανονισμό 19/62 (σχετικά με τις εισφορές για ορισμένα εμπορεύματα) στη δασμολογική κλάση 23.07 δεν επεκτείνεται στα παρασκευάσματα ζωοτροφών, τα οποία, αν και εμπίπτουν στην κλάση αυτή, δεν περιέχουν προϊόντα που αναφέρονται στις διατάξεις περί κοινής οργανώσεως των αγορών την οποία προβλέπει ο εν λόγω κανονισμός". Το Δικαστήριο ακολούθησε στο σημείο αυτό το γενικό εισαγγελέα Roemer κατά τον οποίο: "όταν ... για την ορθή κατάταξη των εμπορευμάτων απαιτείται να ληφθεί υπόψη η νομική αλληλουχία στην οποία τοποθετείται η δασμολογική κλάση και η οποία ασφαλώς περιλαμβάνει και τα συμφέροντα της οργανώσεως της αγοράς, αυτό καταλήγει τελικά στο να συνιστάται η εφαρμογή μιας πολύ συνηθισμένης ερμηνευτικής μεθόδου", η οποία, πάντως, δεν αγνοεί τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων που γνωρίζουν σε ποια αλληλουχία εντάσσονται οι δασμολογικές κλάσεις και ποιοι είναι, σε τελική ανάλυση, οι διακυβευόμενοι πολιτικοί στόχοι.
'Ισως αυτό να επιβεβαιώνεται σαφέστερα με την απόφαση Interfood της 26ης Απριλίου 1972 (92/71, Racc. 1972, σ. 231), όπου το Δικαστήριο, αποφαινόμενο επί της επιχειρηματολογίας της προσφεύγουσας της κύριας δίκης που υποστήριξε ότι ήταν "ανεπίτρεπτο ένας κανόνας κατατάξεως να μπορεί, μέσα στο ίδιο το δασμολόγιο και το ίδιο το κεφάλαιο, να ερμηνεύεται κατά διαφορετικό τρόπο ανάλογα με το αν η κατάταξη του προϊόντος γίνεται για την είσπραξη εισφοράς ή δασμών", έκρινε "ότι η επιχειρηματολογία αυτή αγνοεί την αυτοτέλεια των κανόνων της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών ότι αν, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 865/68 ..., οι κανόνες εφαρμογής του κοινού δασμολογίου ισχύουν για την κατάταξη των προϊόντων που εμπίπτουν στην κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών που θεσπίζεται με τον κανονισμό αυτό, η κατάταξη αυτή υπαγορεύει την εφαρμογή των δασμών, πλην όμως μπορεί να έχει ενδεικτικό μόνο χαρακτήρα όσον αφορά την ενδεχόμενη εισφορά".
Η απόφαση Ekro της 18ης Ιανουαρίου 1984 (327/82, Συλλογή 1984, σ. 107) θεωρεί τα πράγματα υπό το ίδιο πρίσμα και εμφανίζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον λόγω του παραμφερούς της με την παρούσα υπόθεση. Στην απόφαση αυτή, το Δικαστήριο τόνισε ότι ο γενικός κανόνας
ερμηνείας 3 β) (που προβλέπει το κριτήριο του "ουσιώδους χαρακτηριστικού" εφαρμόζεται στην κατάταξη που πραγματοποιείται στο πλαίσιο του κανονισμού ο οποίος καθόριζε τις επιστροφές στον τομέα του βοείου κρέατος, με την προϋπόθεση ωστόσο ότι ούτε το γράμμα του κανονισμού ούτε ο σκοπός του συστήματος των επιστροφών επιβάλλουν άλλη λύση.
Η αρχή της ομοιόμορφης ερμηνείας των δασμολογικών κλάσεων ανεξάρτητα από τον τομέα στον πρέπει να ληφθούν υπόψη - η οποία ικανοποιεί προφανείς απαιτήσεις της ασφαλείας του δικαίου - νομίζω ότι πρέπει να ατονεί ειδικά από τις απαιτήσεις που χαρακτηρίζουν τις ειδικές ρυθμίσεις οι οποίες αφορούν τις κλάσεις αυτές. Στις εθνικές αρχές εξάλλου εναπόκειται να λαμβάνουν υπόψη τις απαιτήσεις αυτές κατά την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων που αρμόζουν σε κάθε περίπτωση.
Ας υπογραμμίσω ωστόσο ότι ναι μεν η έκταση ισχύος μιας τελωνειακής διατάξεως, όταν εφαρμόζεται σε συνδυασμό με ένα γεωργικό κανόνα, μπορεί να μη συμπίπτει τελείως με την έκταση ισχύος που της αναγνωρίζεται μέσα στην τελωνειακή αλληλουχία, το αντίθετο όμως δεν ευσταθεί, υπό την έννοια ότι θεωρήσεις συνδεόμενες με το καθεστώς οργανώσεως των αγορών δεν πρέπει αλλ' ούτε και μπορούν να εξαρτούν από προϋποθέσεις - ακόμα και για λόγους ασφαλείας του δικαίου - την ερμηνεία της ίδιας αυτής διατάξεως που γίνεται αποκλειστικά για τελωνειακούς σκοπούς.
Νομίζω επομένως ότι στην παρούσα υπόθεση, όπου χρειάζεται να ερμηνευθεί μόνο η τελωνειακή διάταξη - όπως άλλωστε ορθώς υπογράμμισε η Επιτροπή - η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο εθνικό δικαστήριο πρέπει να θεμελιωθεί αποκλειστικά στη διατύπωση των κλάσεων του κοινού δασμολογίου και των επεξηγηματικών σημειώσεών του καθώς και στην αρχή του ουσιώδους χαρακτηριστικού. Τα στοιχεία αυτά του κειμένου, που είναι γνωστά στους επιχειρηματίες, επιβάλλουν να υπαχθεί το επίμαχο μίγμα στην κλάση 04.02, τουλάχιστον μέχρις ότου τα αρμόδια προς τούτο όργανα προβούν σε συγκεκριμένη και σαφή τροποποίησή τους.
14. Για τους λόγους που εξέθεσα, καταλήγω προτείνοντας στο Δικαστήριο να δώσει στο εθνικό δικαστήριο την ακόλουθη απάντηση:
"Μίγμα με τη σύνθεση του επίμαχου στην παρούσα υπόθεση μίγματος υπάγεται στη διάκριση 04.02 Α ΙΙ β) 1 του ΚΔ, ανεξαρτήτως της μεθόδου παρασκευής από την οποία προήλθε και της καταγωγής ορισμένων από τα συστατικά του."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
(1) Στην πραγματικότητα, ο εκπρόσωπος της Επιτροπής ισχυρίστηκε τόσο στο γραπτό υπόμνημα όσο και κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι η ξηρά ύλη του γάλακτος περιέχει εκ φύσεως τυρινικό νάτριο σε ποσοστά χαμηλότερα του 3 %. Τον ισχυρισμό αυτό διόρθωσε ακολούθως, βάσει των διευκρινίσεων που παρέσχε ο εμπειρογνώμων.
(2) Πρέπει να σημειωθεί ότι η Επιτροπή δεν διαπίστωσε καμία δυσκολία όσον αφορά την ύπαρξη 7,1 % τυρινικού ασβεστίου.
Full & Egal Universal Law Academy