Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Το Raad van Beroep της Ουτρέχτης και το Raad van Beroep του Groningen υπέβαλαν στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα με τα οποία ζητείται να καθοριστεί το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως (στο εξής: οδηγία) (1).
2. Το επίμαχο νομικό καθεστώς είναι το ακόλουθο. Στις Κάτω Χώρες ο γενικός νόμος περί συντάξεων γήρατος (στο εξής: ΑΟW), της 31ης Μαΐου 1956, θέσπισε υπέρ των κατοίκων Ολλανδίας και όσων δεν κατοικούν στην Ολλανδία αλλά υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος λόγω δραστηριότητας που ασκείται στις Κάτω Χώρες, γενικό σύστημα συντάξεων γήρατος, σύμφωνα με το οποίο τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα γεννώνται ανάλογα με τις περιόδους ασφαλίσεως που έχουν συμπληρωθεί. 'Οσοι υπάγονται στο σύστημα αυτό χωρίς διακοπή μεταξύ του δεκάτου πέμπτου και του εξηκοστού πέμπτου έτους της ηλικίας τους λαμβάνουν πλήρη σύνταξη. Η σύνταξη μειώνεται κατά 2 % για κάθε έτος κατά το οποίο ο υπαγόμενος στο σύστημα δεν ήταν ασφαλισμένος. 'Ομως το σύστημα που εφαρμοζόταν μέχρι την 1η Απριλίου 1985 απέκλειε από το ευεργέτημα του ΑΟW τους κατοίκους Ολλανδίας που ασκούσαν επαγγελματική δραστηριότητα στο εξωτερικό και ήταν, για το λόγο αυτό, ασφαλισμένοι εκεί. Εξάλλου, μέχρι την ημερομηνία αυτή η μη μισθωτή έγγαμη γυναίκα δεν ήταν αυτοτελώς ασφαλισμένη αλλά μέσω του συζύγου της, ενώ ο έγγαμος άνδρας, έστω κι αν δεν εργαζόταν, είχε αυτοτελές ασφαλιστικό δικαίωμα. Κατά συνέπεια, οι περίοδοι κατά τις οποίες ο τελευταίος δεν ήταν ασφαλισμένος, ιδίως λόγω διαμονής σε άλλο κράτος για επαγγελματικούς λόγους, δεν λαμβάνονταν υπόψη κατά τον υπολογισμό των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων της συζύγου του. Αντίθετα, η διαμονή της έγγαμης γυναίκας στο εξωτερικό για επαγγελματικούς λόγους δεν είχε συνέπειες για τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα του συζύγου της, εφόσον ο τελευταίος, εργαζόμενος ή κάτοικος των Κάτω Χωρών, ήταν αυτοτελώς ασφαλισμένος κατά τις διατάξεις του ΑΟW. Αυτή όμως η κατάσταση, που δημιουργούσε διάκριση εις βάρος των γυναικών, δεν αντέβαινε τότε τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, δεδομένου ότι η οδηγία έτασσε στα κράτη μέλη προθεσμία έξι ετών από της κοινοποιήσεώς της για την εναρμόνιση της νομοθεσίας τους προς τις διατάξεις της (2). Η προθεσμία αυτή έληξε στις 23 Δεκεμβρίου 1984.
3. Ο ολλανδικός νόμος της 28ης Μαρτίου 1985 τροποποίησε τον ΑΟW, ώστε να καταστεί σύμφωνος προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών. Με βασιλικό διάταγμα της 26ης Απριλίου 1985 καταργήθηκε, από 1ης Απριλίου 1985, η δυνατότητα αποκλεισμού της έγγαμης γυναίκας από το καθεστώς του ΑΟW λόγω της μη ασφαλίσεως του συζύγου της. Εντούτοις, το άρθρο 24, παράγραφος 1, του νόμου της 28ης Μαρτίου 1985 προβλέπει ότι οι νέες διατάξεις δεν εφαρμόζονται ως προς το δικαίωμα επί συντάξεως γήρατος για τις προ της 1ης Απριλίου 1985 περιόδους.
4. Τα δύο παραπέμποντα δικαστήρια υπέβαλαν στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα που ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφορών που αφορούν, κατά πανομοιότυπο τρόπο, τρεις έγγαμες γυναίκες.
5. Η Achterberg, που γεννήθηκε το 1921, εργάστηκε ως μισθωτή από τον Απρίλιο 1936 έως το Δεκέμβριο 1945. Τότε παραιτήθηκε από τη θέση της και δεν άσκησε πλέον επαγγελματική δραστηριότητα. Δεν ενεγράφη στο ολλανδικό περιφερειακό γραφείο εργασίας ως αιτούσα εργασία. Ο σύζυγός της εργάστηκε στο Βέλγιο από 1ης Ιουλίου 1974 έως 1ης Ιουλίου 1980, με διακοπή δέκα μηνών. Κατά συνέπεια, η σύνταξη γήρατος της Achterberg μειώθηκε κατά 12 % λόγω των έξι ετών, κατά τη διάρκεια των οποίων ο σύζυγός της δεν ήταν ασφαλισμένος.
6. Η Bernsen-Gustin, που γεννήθηκε το 1921, δεν άσκησε ποτέ επαγγελματική δραστηριότητα. Ο σύζυγός της εργάστηκε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας για διάστημα λίγο μεγαλύτερο του έτους. Κατά συνέπεια, η σύνταξη γήρατος που χορηγήθηκε στην Bernsen-Gustin μειώθηκε κατά 2 % περίπου.
7. H Egbers-Reuvers, που επίσης γεννήθηκε το 1921, εργάστηκε μέχρι την 1η Απριλίου 1974, οπότε απολύθηκε. Επί έξι μήνες έλαβε επίδομα ανεργίας. Στη συνέχεια δεν αναζήτησε θέση εργασίας. Ο σύζυγός της εργάστηκε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας για είκοσι τέσσερις περίπου μήνες. Η σύνταξη γήρατος που χορηγήθηκε στην Egbers-Reuvers μειώθηκε κατά 4 %.
8. Με τα προδικαστικά ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο ερωτάται στην ουσία, πρώτον, αν οι διατάξεις της οδηγίας εφαρμόζονται επί προσώπων που δεν μετέχουν πλέον στην αγορά εργασίας, δεύτερον, αν ιδιώτης που δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής μπορεί ωστόσο να την επικαλεστεί ενώπιον των δικαστηρίων σε περίπτωση που το κράτος μέλος επέλεξε να ενσωματώσει τις αρχές της οδηγίας αυτής στην εσωτερική του νομοθεσία χωρίς διάκριση μεταξύ των προσώπων τα οποία εμπίπτουν ή μη στο πεδίο εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας και, τέλος, αν η απαγόρευση κάθε διακρίσεως πρέπει να εφαρμόζεται ως προς τη σύσταση συνταξιοδοτικού δικαιώματος που τοποθετείται σε χρόνο προγενέστερο της θέσεως σε ισχύ της οδηγίας. Θα εξετάσω διαδοχικώς τα ερωτήματα αυτά.
9. Το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας οριοθετείται διπλά, εφόσον, αφενός μεν, το άρθρο 2 ορίζει ότι "εφαρμόζεται επί του ενεργού πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων και των ανεξάρτητα εργαζομένων, των εργαζομένων των οποίων η δραστηριότητα έχει διακοπεί λόγω ασθενείας, ατυχήματος ή μη ηθελημένης ανεργίας και επί των προσώπων που αναζητούν εργασία, καθώς και επί των συνταξιούχων και των αναπήρων εργαζομένων", αφετέρου δε, το άρθρο 3 απαριθμεί τους κινδύνους επί των οποίων εφαρμόζεται η οδηγία. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται ο κίνδυνος γήρατος.
10. 'Ετσι, παρόλον ότι οι συντάξεις γήρατος αναφέρονται στο άρθρο 3 της οδηγίας, φαίνεται ότι μονον τα πρόσωπα που εργάζονται ή εκείνα που στερήθηκαν την επαγγελματική δραστηριότητα κατά τρόπο τελείως ακούσιο εμπίπτουν στις διατάξεις της κοινοτικής ρυθμίσεως.
11. Πρόκειται, εξάλλου, για κλασική διάταξη του κοινοτικού δικαίου, κατά το παρόν στάδιο εξελίξεώς του, όσον αφορά την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών. Το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ και η οδηγία 75/117 του Συμβουλίου, της 10ης Φεβρουαρίου 1975 (3), δεν αναφέρονται παρά μόνο στους "εργαζομένους". Το άρθρο 2 της οδηγίας που ενδιαφέρει την παρούσα υπόθεση δεν αφορά, όπως ανέφερα, τα πρόσωπα που εγκατέλειψαν εκούσια την αγορά εργασίας ή που δεν εργάστηκαν ποτέ. Τέλος οι διατάξεις αυτές επαναλαμβάνονται κατά όμοιο τρόπο στο άρθρο 3 της οδηγίας 86/387 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1986, για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης (4).
12. Βέβαια, το Δικαστήριο ερμήνευσε ήδη διασταλτικώς τις διατάξεις του άρθρου 2 της οδηγίας. Στην απόφαση Drake διευκρίνισε ότι το άρθρο αυτό
"στηρίζεται στην ιδέα ότι ένα πρόσωπο του οποίου η εργασία διακόπηκε από έναν από τους κινδύνους στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 3 ανήκει στον ενεργό πληθυσμό" (5),
συνάγοντας εξ αυτού το συμπέρασμα ότι πρόσωπο που έπρεπε να εργάζεται αποκλειστικά λόγω της αναπηρίας της μητέρας του πρέπει να θεωρηθεί ότι ανήκει στον ενεργό πληθυσμό κατά την έννοια της οδηγίας.
13. Δεν μπορεί, εντούτοις, να θεωρηθεί ότι πρόσωπο που έπαυσε ν' αναζητεί εργασία για ν' ασχοληθεί με τα οικιακά ανήκει ακόμη στον ενεργό πληθυσμό, εφόσον το είδος αυτό απασχολήσεως δεν αναφέρεται στο άρθρο 3 της οδηγίας.
14. Η ολλανδική κυβέρνηση θεωρεί ότι πρόσωπο που δεν ανήκει στον ενεργό πληθυσμό, όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 2 της οδηγίας, υπάγεται πάντως στο πεδίο εφαρμογής της κοινοτικής οδηγίας, εφόσον λαμβάνει μία από τις παροχές που αναφέρονται στο άρθρο 3. Ο συλλογισμός αυτός δεν λαμβάνει υπόψη του το γεγονός ότι το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας οριοθετείται διπλά, αφενός, σε επίπεδο προσώπων και, αφετέρου, από πλευράς ουσίας και ότι πρέπει να πληροί ο ενδιαφερόμενος και τις δύο αυτές προϋποθέσεις προκειμένου να υπαχθεί στις κοινοτικές διατάξεις.
15. Στην πραγματικότητα η δυσκολία οφείλεται στο ότι η ολλανδική νομοθεσία παρέχει σε όποιον κατέβαλε επαρκείς εισφορές σύνταξη γήρατος, ανεξαρτήτως της ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας. Το κοινωνικό σύνολο αναλαμβάνει εξάλλου την καταβολή εισφορών για όσους δεν έχουν επαρκή για το σκοπό αυτό εισοδήματα. Η οδηγία, όμως, υστερεί κατά κάποιον τρόπο έναντι του ολλανδικού νόμου, διότι η εφαρμογή των ευεργετικών της διατάξεων εξακολουθεί να εξαρτάται από την προϋπόθεση παρουσίας στην αγορά εργασίας. Μπορεί να φανεί παράδοξο ότι διάταξη της εθνικής νομοθεσίας που προστατεύει κατά τον πιο αποτελεσματικό τρόπο το σύνολο των κατοίκων ενός κράτους μέλους από τον κίνδυνο του γήρατος δεν έχει αντίστοιχο στην κοινοτική νομοθεσία όσον αφορά την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών. Ωστόσο, πρέπει να περιοριστούμε στη διαπίστωση ότι στο ζήτημα αυτό η ολλανδική νομοθεσία έχει προχωρήσει περισσότερο σε σχέση με το κοινοτικό δίκαιο, κατά το παρόν στάδιο της εξελίξεώς του.
16. Σε κάποιον άλλο τομέα η δυσκολία αυτή μπορεί ίσως να είχε επιλυθεί. Πράγματι, το γεγονός ότι η σύνταξη γήρατος που χορηγείται στη σύζυγο διακινουμένου εργαζομένου μειώνεται ανάλογα με τα έτη κατά τα οποία ο εργαζόμενος αυτός άσκησε επαγγελματική δραστηριότητα σε άλλο κράτος μέλος μπορεί να θεωρηθεί ότι δημιουργεί διάκριση. Το ερώτημα, όμως, που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο δεν αφορά το ενδεχόμενο ασυμβίβαστο της νομοθεσίας αυτής, που εξάλλου βρίσκεται υπό κατάργηση, προς τις διατάξεις του άρθρου 51 της Συνθήκης.
17. 'Οσον αφορά τη δεύτερη ομάδα ερωτημάτων, αρκεί να παρατηρηθεί ότι όποιος δεν εμπίπτει στις ευεργετικές διατάξεις της οδηγίας, δεν μπορεί κατά μείζονα λόγο να τις επικαλεστεί επειδή το οικείο κράτος, κατά την τροποποίηση της νομοθεσίας του προκειμένου να την εναρμονίσει προς την κοινοτική ρύθμιση, δεν προέβη σε διάκριση μεταξύ των προσώπων τα οποία εμπίπτουν στην εν λόγω ρύθμιση και εκείνων που δεν εμπίπτουν.
18. Η λύση που προτείνω στο Δικαστήριο σχετικά με την πρώτη ομάδα ερωτημάτων καθιστά περιττή την απάντηση στο ερώτημα αν η απαγόρευση κάθε διακρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών έχει εφαρμογή ως προς τη σύσταση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που τοποθετείται σε χρόνο προγενέστερο της θέσεως σε ισχύ της οδηγίας. Εντούτοις, είναι, νομίζω, χρήσιμο να εξετάσω συνοπτικά το ερώτημα αυτό, για την περίπτωση που το Δικαστήριο δεν θα υιοθετούσε την εν λόγω πρόταση.
19. Το ερώτημα αυτό είναι, εξάλλου, αρκετά απλό. Στην απόφαση Dik και Menkutos-Demirci, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι:
"η οδηγία 79/7 δεν προβλέπει καμία παρέκκλιση από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, με την οποία να μπορούν να παραταθούν τα αποτελέσματα δυσμενούς διακρίσεως προηγουμένων εθνικών διατάξεων. Επομένως, το κράτος μέλος δεν μπορεί να διατηρήσει μετά τις 23 Δεκεμβρίου 1984 ανισότητες μεταχειρίσεως που οφείλονται στο γεγονός ότι οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη γένεση του δικαιώματος παροχής, υφίστανται πριν από αυτή την ημερομηνία. Το ότι οι ανισότητες αυτές απορρέουν από μεταβατικές διατάξεις δεν αποτελεί γεγονός που να δικαιολογεί διαφορετική εκτίμηση" (6).
Η απόφαση αυτή αποτελεί εξάλλου επιβεβαίωση πάγιας νομολογίας του Δικαστηρίου (7). Αντίθετα απ' ό,τι υποστήριξε η Sociale Verzekeringsbank στις παρατηρήσεις της, δεν πρόκειται για καθιέρωση αναδρομικής εφαρμογής της οδηγίας (8). Πρόκειται μόνο για την εξασφάλιση της άμεσης θέσεως σε ισχύ της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, πράγμα που προϋποθέτει την άμεση κατάργηση των ανισοτήτων που μπορεί να υφίστανται ακόμη. Θα περιοριστεί πολύ η αποτελεσματικότητα της οδηγίας, αν κριθεί ότι εφαρμόζεται πλήρως μόνον επί των προσώπων που συμπλήρωσαν το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας τους πριν από τις 23 Δεκεμβρίου 1984.
20. 'Οπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας Vilaca στις προτάσεις του στην υπόθεση Clarke:
"δεν προβλέπεται καμία παρέκκλιση που να επιτρέπει σε κράτος μέλος να παρατείνει τα αποτελέσματα που δημιουργούν διακρίσεις προγενεστέρων εθνικών διατάξεων, και είναι εξίσου αντίθετο προς την οδηγία να διατηρούνται τέτοια αποτελέσματα, όπως και να διατηρούνται οι επίμαχες εθνικές διατάξεις" (9).
21. Δεν είναι εξάλλου αποτελεσματική η διάκριση μεταξύ των συστημάτων που βασίζονται στην επέλευση του κινδύνου και αυτών που βασίζονται στην καταβολή εισφορών, όπως πρότεινε η Sociale Verzekeringsbank κατά την προφορική διαδικασία. Στην προαναφερθείσα απόφαση Dik και Menkutos-Demirci το Δικαστήριο αναφέρθηκε στις "απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη γένεση του δικαιώματος παροχής", χωρίς να διακρίνει μεταξύ των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως που στηρίζονται στην κατανομή και αυτών που στηρίζονται στην κεφαλαιοποίηση. Εξάλλου, καμία διάκριση τέτοιας φύσεως δεν συναντάται στο κείμενο της οδηγίας.
22. Κατά συνέπεια, τα πρόσωπα που συμπλήρωσαν συντάξιμη ηλικία πριν τις 23 Δεκεμβρίου 1984 δικαιούνται να ζητήσουν νέο υπολογισμό των συνταξιοδοτικών τους δικαιωμάτων προκειμένου να λάβουν, από την ημερομηνία αυτή, κατά την οποία πρέπει τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, σύνταξη, ο υπολογισμός της οποίας δεν θα λαμβάνει πλέον υπόψη τις διατάξεις που γεννούν διακρίσεις. Αντίθετα, δεν μπορούν ν' απαιτήσουν την καταβολή προσαυξήσεων για τις συντάξεις που εισέπραξαν πριν τις 23 Δεκεμβρίου 1984, εφόσον, κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, δεν εφαρμοζόταν ακόμη η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
23. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση:
1) στις υποθέσεις 48/88, Achterberg, 106/88, Bernsen-Gustin, και 107/88, Egbers-Reuvers:
"Το άρθρο 2 της οδηγίας 79/7 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, έχει την έννοια ότι δεν εφαρμόζεται επί προσώπων που δεν αναζητούν πλέον εργασία και των οποίων η εργασία δεν διεκόπη λόγω επελεύσεως ενός από τους κινδύνους που αναφέρονται στο άρθρο 3 της οδηγίας αυτής"
2) στις υποθέσεις 106/88, Bernsen-Gustin, και 107/88, Egbers-Reuvers:
"Η προαναφερθείσα οδηγία έχει την έννοια ότι τα πρόσωπα επί των οποίων δεν εφαρμόζεται το άρθρο 2 δεν μπορούν να επικαλούνται το άρθρο 4"
επικουρικώς,
3) στις υποθέσεις 48/88, Achterberg, 106/88, Bernsen-Gustin, και 107/88, Egbers-Reuvers:
"Η προαναφερθείσα οδηγία έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να διατηρήσουν για οποιαδήποτε περίοδο τις ανισότητες ως προς τις προϋποθέσεις γενέσεως του δικαιώματος επί συντάξεως γήρατος, όταν οι αντίστοιχες εισφορές έχουν καταβληθεί ή θα καταβληθούν από 23ης Δεκεμβρίου 1984."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
(1) ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160.
(2) Βλέπε υπόθεση 275/81, Koks, απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 1982, Συλλογή 1982, , σ. 3013.
(3) Περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 42).
(4) ΕΕ L 225 της 12.8.1986, σ. 40.
(5) Απόφαση της 24ης Ιουνίου 1986 στην υπόθεση 150/85, Συλλογή 1986, σ. 1995, σκέψη 22.
(6) Απόφαση της 8ης Μαρτίου 1988 στην υπόθεση 80/87, Συλλογή 1988, σ. 1601, σκέψη 9.
(7) Υπόθεση 71/85, FΝV, απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1986, Συλλογή 1986, σ. 3855, σκέψεις 21 και 22 υπόθεση 286/85, MacDermott και Cotter, απόφαση της 24ης Μαρτίου 1987, Συλλογή 1987, σ. 1453, σκέψεις 18 και 19 υπόθεση 384/85, Borrie Clarke, απόφαση της 24ης Ιουνίου 1987, Συλλογή 1987, σ. 2865, σκέψη 10.
(8) Σελίδα 14 της γαλλικής μεταφράσεως στην υπόθεση 48/88.
(9) Υπόθεση 384/85, παράγραφος 30.
Full & Egal Universal Law Academy