ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 11ης Ιουλίου 1990 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι οικασνες,
Α — Πραγματικά περιστατικά
1.
Η υπόθεση που μας απασχολεί σήμερα αφορά τη διατυπωθείσα κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας αιτίαση ότι δεν έλαβε τα απαιτούμενα μέτρα, εντός της ταχθείσας προθεσμίας ( δηλαδή μέχρι τις 23 Οκτωβρίου 1983 ), για τη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ (ήδη γνωστής από την υπόθεση 22/87 ( 1 )) του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, «περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη » ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/004, σ. 35 ).
2.
Ως προς τις λεπτομέρειες της υποθέσεως — και ιδίως το περιεχόμενο της εν λόγω οδηγίας και το ιστορικό της διαφοράς — παραπέμπω στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Ας μου επιτραπεί μόνο να τονίσω στο σημείο αυτό τα ακόλουθα.
3.
Η καθής αντέταξε καταρχάς στην αιτίαση της Επιτροπής ότι με την έκδοση του νόμου 1172/81 εξεπλήρωσε τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία. Τον ισχυρισμό αυτόν τον απέρριψε η Επιτροπή — η οποία εξέτασε επισταμένως τον νόμο — τόσο στο έγγραφο της της 28ης Απριλίου 1986 (με το οποίο κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ) όσο και στην αιτιολογημένη γνώμη της της 9ης Ιουνίου 1987 ( με την οποία ζήτησε από την Ελληνική Δημοκρατία να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα εντός προθεσμίας ενός μηνός ).
4.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η καθής — ήδη πριν από την έναρξη της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας — περιορίστηκε να αναφέρει σχετικώς, με έγγραφο της 23ης Ιουλίου 1987, ότι το Υπουργείο Εργασίας έχει καταρτίσει σχέδιο προεδρικού διατάγματος που διασφαλίζει τη μεταφορά των διατάξεων της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη.
5.
Επίσης, στο υπόμνημα με το οποίο η καθής απάντησε στους ισχυρισμούς που διατύπωσε η Επιτροπή στο δικόγραφο της προσφυγής της ( στο οποίο η τελευταία προβαίνει και πάλι σε λεπτομερή εξέταση των διατάξεων του προαναφερθέντος νόμου Ì172/81) γίνεται κυρίως λόγος για το προαναφερθέν σχέδιο προεδρικού διατάγματος, περί του οποίου στο υπόμνημα ανταπαντήσεως ( στο οποίο δεν γίνεται πλέον μνεία του νόμου 1172/81 ) αναφέρεται ότι επίκειται η έκδοση του προεδρικού διατάγματος για τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη.
6.
Από απάντηση σε ερώτημα του Δικαστηρίου έγινε γνωστό ότι τον Νοέμβριο του 1989 το προαναφερθέν σχέδιο προεδρικού διατάγματος εγκατελείφθη διότι δεν υπήρχε η απαιτούμενη νομοθετική εξουσιοδότηση για τη σύσταση του προβλεπομένου από την οδηγία 80/987 οργανισμού προστασίας των εργαζομένων. Παράλληλα τονίστηκε ότι η ελληνική έννομη τάξη εναρμονίστηκε με τις διατάξεις της οδηγίας με τον νόμο 1836/89. Το άρθρο 16 του εν λόγω νόμου προβλέπει νομοθετική εξουσιοδότηση για την έκδοση προεδρικού διατάγματος καθορίζοντας τις λεπτομέρειες λειτουργίας του οργανισμού προστασίας των εργαζομένων. Τέλος, τον Ιανουάριο του 1990 κατατέθηκε στο Δικαστήριο το κείμενο προεδρικού διατάγματος το οποίο καθιστά πλέον αβάσιμες τις προβαλλόμενες αιτιάσεις για παράβαση της Συνθήκης.
Β — Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
7.
Έχοντας υπόψη αυτή τη νομοθετική δραστηριότητα της καθής μπορεί, καταρχάς, να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η καθής, ήδη από το στάδιο της έγγραφης διαδικασίας, δεν υποστηρίζει ότι έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά της εν λόγω οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη πριν από την πάροδο της προθεσμίας που τάσσει η οδηγία, ή η αιτιολογημένη γνώμη, πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να θεωρηθεί ως ουσιαστικώς βάσιμο το αίτημα που διατύπωσε η Επιτροπή στο δικόγραφο της προσφυγής της. Πράγματι, η Επιτροπή είχε ήδη με πειστικότητα αποδείξει τόσο στην αιτιολογημένη γνώμη της όσο και στο δικόγραφο της προσφυγής της ότι ο νόμος 1172/81 δεν διασφαλίζει πλήρη μεταφορά της οδηγίας. Νομίζω ότι δεν χρειάζεται να επαναλάβω λεπτομερώς τα σχετικά επιχειρήματα και ότι αρκεί σχετικώς να παραπέμψω στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση όπου αναπτύσσονται τα επιχειρήματα της Επιτροπής.
8.
Συνεπώς, η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει, κατά το μέτρο αυτό, να γίνει δεκτή.
9.
Παρέλκει η περαιτέρω εξέταση του ζητήματος αν ο νόμος 1836/89 και το βάσει αυτού εκδοθέν προεδρικό διάταγμα διασφαλίζουν την πλήρη μεταφορά της οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη. Το ζήτημα αυτό — κατά τη σχετική νομολογία, σύμφωνα με την οποία εκείνο που λαμβάνεται υπόψη είναι το δικόγραφο με το οποίο η Επιτροπή κίνησε την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, καθώς και η αιτιολογημένη γνώμη της — δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης, η οποία πράγματι αφορά μόνο την υφιστάμενη κατά τον χρόνο εκπνοής της προθεσμίας που έτασσε η αιτιολογημένη γνώμη νομική κατάσταση. Αν η Επιτροπή κρίνει ότι ούτε ο νόμος 1836/89 και το βάσει αυτού εκδοθέν προεδρικό διάταγμα διασφαλίζουν την πλήρη μεταφορά της οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη, οφείλει να κινήσει νέα διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας η καθής πρέπει να έχει την ευκαιρία να διατυπώσει την άποψη της επί του ζητήματος αυτού πριν από την προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου.
10.
Κατά το δικόγραφο της προσφυγής, το μόνο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας είναι αν η ελληνική έννομη τάξη είναι εναρμονισμένη, όσον αφορά ορισμένες κατηγορίες μισθωτών, προς το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας, το οποίο προβλέπει σχετικώς ότι:
« Τα κράτη μέλη δύνανται, κατ' εξαίρεση, να αποκλείσουν από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας τις απαιτήσεις ορισμένων κατηγοριών μισθωτών λόγω της ιδιαίτερης φύσεως της συμβάσεως εργασίας ή της σχέσεως εργασίας των μισθωτών, ή λόγω του ότι υπάρχουν άλλες μορφές εγγυήσεως που εξασφαλίζουν στους μισθωτούς ισοδύναμη προστασία με εκείνη που προκύπτει από την παρούσα οδηγία. »
11.
Πρέπει σχετικώς να τονιστεί ότι στο παράρτημα της οδηγίας, υπό τον τίτλο « Μισθωτοί με σύμβαση εργασίας ή σχέση εργασίας ιδιαίτερης φύσεως» αναφέρονται, όσον αφορά την Ελλάδα, υπό στοιχείο Α, « ο πλοίαρχος και τα μέλη του πληρώματος αλιευτικού, αν και στον βαθμό που αμείβονται υπό μορφή συμμετοχής τους στα κέρδη ή στα ακαθάριστα έσοδα του πλοίου », υπό δε τον τίτλο « Μισθωτοί καλυπτόμενοι από άλλες μορφές εγγυήσεως », υπό στοιχείο Α, αναφέρονται, όσον αφορά την Ελλάδα, « τα πληρώματα ποντοπόρων πλοίων. »
12.
Ως γνωστόν, η Επιτροπή — τουλάχιστον κατά την προφορική διαδικασία — εξέφρασε την άποψη ότι και στο ζήτημα αυτό η απάντηση πρέπει να είναι αρνητική, καθόσον πράγματι δεν υφίσταται για τις δύο αυτές κατηγορίες εργαζομένων (για την πρώτη κατηγορία μετέβαλε προφανώς γνώμη κατά την προφορική διαδικασία) ισοδύναμη προστασία των συμφερόντων τους. Την άποψη αυτή απέκρουσε η καθής, ήδη με την από 23ης Ιουλίου 1987 απάντηση της στην αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής, της 5ης και 9ης Ιουνίου 1987, επικαλούμενη τον νόμο 1711/87 ο οποίος τροποποίησε τις διατάξεις του κώδικα ιδιωτικού ναυτικού δικαίου. Με τον νόμο αυτό οι διατάξεις του άρθρου 207 του κώδικα ιδιωτικού ναυτικού δικαίου τροποποιήθηκαν κατά τρόπο που επιλύει όλα τα συναρτώμενα με το παράρτημα της οδηγίας προβλήματα.
13.
Ως προς το πρόβλημα που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, έχω τη γνώμη — μετά τη δήλωση του εκπροσώπου της Επιτροπής κατά την προφορική διαδικασία ότι η Ελλάδα απέκλεισε τις προαναφερθείσες κατηγορίες μισθωτών από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας ( ως γνωστόν κατά τη γραπτή διαδικασία είχαν διατυπωθεί επικρίσεις κατά της ελλείψεως ρητών διατάξεων περί αποκλεισμού αυτής της κατηγορίας μισθωτών) — ότι η άποψη που διατύπωσε αρχικώς η Επιτροπή ως προς την πρώτη από τις εν λόγω κατηγορίες μισθωτών δεν μπορεί να γίνει δεκτή και ότι κανονικώς αιτιάσεις μπορούν να προβληθούν μόνο σε σχέση με τη δεύτερη κατηγορία μισθωτών.
14.
Προφανώς, το προαναφερθέν άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας, το οποίο προβλέπει τη δυνατότητα αποκλεισμού ορισμένων κατηγοριών, διακρίνει σαφώς μεταξύ δύο κατηγοριών εργαζομένων: η πρώτη χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη συμβάσεως εργασίας ή σχέσεως εργασίας ιδιαιτέρας φύσεως και μόνον ως προς τη δεύτερη κατηγορία γίνεται λόγος για την ύπαρξη άλλων μορφών εγγυήσεως που διασφαλίζουν ισοδύναμη προστασία. Αντιστοίχως, στον πίνακα του παραρτήματος της οδηγίας γίνεται σαφής διάκριση των εργαζομένων κατά τις προαναφερθείσες κατηγορίες, διάκριση που δεν θα είχε νόημα αν η βούληση των συντακτών της οδηγίας ήταν να αντιμετωπίσουν και τις δύο κατηγορίες με τον ίδιο τρόπο. Εξάλλου, κατά της απόψεως της Επιτροπής ( επίσης σε ό,τι αφορά την άποψη της ως προς την απαίτηση ισοδύναμης προστασίας και της πρώτης κατηγορίας ) μπορούν να προβληθούν ορισμένα παραδείγματα από το μέρος Ι του παραρτήματος της οδηγίας ( « Μισθωτοί με σύμβαση εργασίας ή σχέση εργασίας ιδιαίτερης φύσεως » ) — στενοί συγγενείς του εργοδότη· πρόσωπα που κατά κανόνα απασχολούνται λιγότερο από δεκαοκτώ ώρες την εβδομάδα· σύζυγος του εργοδότη οικιακοί βοηθοί που εργάζονται λιγότερο από τρεις ημέρες την εβδομάδα — από τα οποία προκύπτει σαφώς ότι, λόγω της φύσεως της σχέσεως εργασίας, δεν θα ήταν σκόπιμη η δημιουργία οργανισμών προστασίας προς διασφάλιση της καταβολής των αμοιβών τους.
15.
Συνεπώς, το γεγονός ότι στην ελληνική έννομη τάξη δεν προβλέπεται προστασία των αναφερομένων στο σημείο Ι Α του παραρτήματος πλοιάρχων και μελών του πληρώματος αλιευτικού πλοίου, ισοδύναμη προς την προστασία που προβλέπει η οδηγία, δεν συνιστά — υπό την επιφύλαξη ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι ορθός (πράγμα που δεν χρειάζεται επί του παρόντος να εξεταστεί περαιτέρω ) — μη ορθή μεταφορά της οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη.
16.
Ως προς το θέμα αυτό δεν απαιτείται, συνεπώς, μεταφορά της οδηγίας ούτε υπάρχει δυνατότητα γνωστοποιήσεως στην Επιτροπή του κειμένου των διατάξεων που διασφαλίζουν μεταφορά της οδηγίας ( άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας ). Δεν έχει, επίσης, σημασία ότι η καθής Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι έχει ήδη μεταφέρει την οδηγία στην εσωτερική νομοθεσία με το άρθρο 207, γεγονός που θέτει το ζήτημα αν η μεταφορά και η γνωστοποίηση πραγματοποιήθηκαν εμπροθέσμως.
17.
Επιβάλλεται, συνεπώς, να διαπιστωθεί ότι η αιτίαση κατά την οποία η καθής παρέλειψε να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για τη μεταφορά της διατάξεως του άρθρου 1, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το παράρτημα, σημείο Ι Α, της οδηγίας, εντός των ταχθεισών προθεσμιών, δεν ευσταθεί.
18.
Αν, εξάλλου, εξεταστεί το ζήτημα υπάρξεως μιας τέτοιας ισοδύναμης προστασίας των πληρωμάτων ποντοπόρων πλοίων, πρέπει κατά τη γνώμη μου να τονιστεί, καταρχάς, ότι στη διατυπούμενη στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας επιφύλαξη, λόγω ακριβώς της διατυπώσεως που επελέγη, πρέπει να αποδοθεί ιδιαίτερη σημασία. Πρέπει λοιπόν — και στο σημείο αυτό συμφωνώ με την Επιτροπή —
—
σε ό,τι αφορά την πληρωμή αμοιβών για ελάχιστο χρονικό διάστημα τριών μηνών από της επελεύσεως της αφερεγγυότητας του εργοδότη ( άρθρο 4 ),
—
σε ό,τι αφορά τη λήψη μέτρων που να διασφαλίζουν ότι η μη καταβολή υποχρεωτικών εισφορών οφειλόμενων από τον εργοδότη στο πλαίσιο των συστημάτων υποχρεωτικής κοινωνικής ασφαλίσεως δεν θα θίξει το δικαίωμα του μισθωτού για παροχές ( άρθρο 7 ), και
—
σε ό,τι αφορά τον ρυθμιζόμενο με το άρθρο 8 της οδηγίας τομέα ( παροχές στο πλαίσιο συστημάτων επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής επικουρικής προνοίας ),
να ληφθεί μέριμνα ώστε με μέσα διαφορετικά από εκείνα που ρητώς προβλέπει η οδηγία να διασφαλιστεί προστασία, το επίπεδο και η ισχύς της οποίας να είναι ισοδύναμα με τα προβλεπόμενα από την οδηγία.
19.
Από μια γρήγορη, όμως, εξέταση συνάγεται σαφώς ότι, σε ό,τι αφορά τα μέλη του πληρώματος ποντοπόρων πλοίων, οι διατάξεις που θέσπισε η καθής δεν είναι επαρκείς.
20.
Η διαπίστωση αυτή ισχύει για το άρθρο 205 του κώδικα ιδιωτικού ναυτικού δικαίου (κατά το οποίο οι απαιτήσεις των ναυτικών σε περίπτωση αναγκαστικής εκποιήσεως του πλοίου κατατάσσονται στη δεύτερη τάξη ναυτικών προνομίων — σε σχέση με τα δικαστικά έξοδα, φόρους και λοιπά), καθώς και για το άρθρο 207 του ανωτέρω κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 1711/87, το οποίο προβλέπει, σε περίπτωση συμβατικής εκποιήσεως του πλοίου, ότι οι ναυτικοί μπορούν να προβάλλουν τις προνομιακές απαιτήσεις τους εντός προθεσμίας ενός έτους.
21.
Ως προς το ζήτημα αυτό ορθώς παρατηρήθηκε ότι η κατάταξη των ναυτικών προνομίων στη δεύτερη τάξη ευθύς μετά τα δικαστικά έξοδα και τις φορολογικές απαιτήσεις ουδόλως επαρκεί διότι ακόμα και σε περίπτωση πλειστηριασμού ακριβών πλοίων δεν απομένει πάντοτε ποσό αρκετό για την ικανοποίηση απαιτήσεων αυτής της τάξεως.
22.
Η καθής αντέταξε το επιχείρημα ότι κατά τις αρχές που διέπουν την εθνική νομοθεσία δεν είναι δυνατή η κατάταξη στην πρώτη τάξη των απαιτήσεων των ναυτικών. Το επιχείρημα αυτό είναι το ίδιο ατελέσφορο με το επιχείρημα ότι η Σύμβαση των Βρυξελλών, του 1926, περί ενοποιήσεως κανόνων εν σχέσει προς τα ναυτικά προνόμια και τις ναυτικές υποθήκες, στην οποία έχει προσχωρήσει και η Ελλάδα, προβλέπει — όπως επίσης και μία υπό διαπραγμάτευση ευρισκόμενη νέα σύμβαση — την κατάταξη των προνομιακών απαιτήσεων των ναυτικών στη δεύτερη τάξη.
23.
Ως προς το ζήτημα αυτό αρκεί να αναφερθεί η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ( η οποία αποκλείει τη δικαιολόγηση παραβάσεων της Συνθήκης με επίκληση διατάξεων, πρακτικών ή καταστάσεων που ανάγονται στην εσωτερική έννομη τάξη). Μπορεί επίσης να παρατηρηθεί σχετικώς — αν βεβαίως κριθεί ότι η Σύμβαση των Βρυξελλών είναι, υπ' αυτή την έννοια, δεσμευτική — ότι η καθής έχει την ευχέρεια να θεσπίσει διατάξεις που να προβλέπουν για τους ναυτικούς διαφορετική προστασία σύμφωνη όμως προς τις απαιτήσεις της οδηγίας.
24.
Εξάλλου, ως προς το θέμα αυτό ορθώς υπογράμμισε η Επιτροπή το μη ικανοποιητικό γεγονός ότι η παρεχόμενη κατά το προαναφερθέν άρθρο του ιδιωτικού ναυτικού κώδικα προστασία προβλέπεται μόνο για την περίπτωση πλειστηριασμού και όχι — όπως απαιτεί η οδηγία — και για την περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, η οποία συνήθως εκδηλώνεται πολύ πιο πριν.
25.
Το ίδιο ισχύει και για τις τέσσερις υπόλοιπες ομάδες διατάξεων που προέβαλε σχετικώς η καθής κατά την έγγραφη διαδικασία, δηλαδή:
—
τον νόμο 690 του Δεκεμβρίου 1945 (που προβλέπει ποινή φυλακίσεως για τους εργοδότες που δεν καταβάλλουν τις αποδοχές στους εργαζομένους που απασχολούν) · επ' αυτού, ορθώς παρατηρεί η Επιτροπή ότι η διάταξη αυτή δεν λειτουργεί αποτρεπτικώς διότι η προβλεπόμενη ποινή φυλακίσεως μετατρέπεται συχνά σε χρηματική ποινή. Εξάλλου, μπορεί ευλόγως να επικριθεί το γεγονός ότι η διάταξη αυτή δεν συνδυάζεται με σύστημα διασφαλίσεως της πληρωμής, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι σ' αυτές ακριβώς τις περιπτώσεις πρόκειται για αφερέγγυους οφειλέτες·
—
τον νόμο 762 του Μαρτίου 1978 (περί αστικής ευθύνης του ως αντιπροσώπου του εργοδότου συνάπτοντος σύμβαση εργασίας μετά ναυτικού)· καθόσον δεν συνεπάγεται προφανώς επαρκή διασφάλιση σε περίπτωση αφερεγγυότητας του αντιπροσώπου·
—
τον νόμο 373/1968 (που προβλέπει απαγόρευση χορήγησης αδειών προς ναυτολόγηση Ελλήνων ναυτικών σε πλοιοκτήτες που δεν έχουν εξοφλήσει απαιτήσεις μέλους του πληρώματος), διότι η απαγόρευση αυτή δεν διασφαλίζει προφανώς τις υφιστάμενες απαιτήσεις καθόσον μπορεί να παρακαμφθεί διά της ναυτολογήσεως αλλοδαπών ναυτικών·
—
το άρθρο 81 του κώδικα ιδιωτικού ναυτικού δικαίου (που προβλέπει ότι ο ναυτικός δικαιούται να παραμείνει και να διατρέφεται στο πλοίο μέχρις ότου εξοφληθεί ), διότι ούτε με τη διάταξη αυτή διασφαλίζεται προφανώς η καταβολή της αμοιβής.
26.
Η καθής επικαλέστηκε κατά την προφορική διαδικασία (για πρώτη φορά αν δεν κάνω λάθος) τον νόμο 1220/81 περί Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς ( ο οποίος προβλέπει ότι σε περίπτωση εγκαταλείψεως ναυτικού στο εξωτερικό ή μη καταβολής της αμοιβής, το Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο καταβάλλει μέρος του μισθού).
27.
Πρέπει σχετικώς να παρατηρηθεί ότι ο ισχυρισμός αυτός ως όψιμος ( επί του οποίου συνεπώς η Επιτροπή δεν μπορεί να λάβει θέση) δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, κατά το άρθρο 42, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας.
28.
Οι όψιμες σχετικές διευκρινίσεις δεν επιτρέπουν επίσης το συμπέρασμα ότι διασφαλίζεται ισοδύναμη προστασία κατά την έννοια του άρθρου 1 της οδηγίας 80/987, καθόσον στον προαναφερθέντα νόμο — αν δεχθούμε ότι προβλέπει πράγματι υποχρέωση καταβολής μισθού για τρεις μήνες — δεν ορίζεται τίποτα σχετικά με τους λοιπούς τομείς της οδηγίας ( που ρυθμίζονται με τα άρθρα 7 και 8 ).
29.
Έχω τη γνώμη ότι η καθής αβασίμως επικαλείται κατά της αξιολογήσεως αυτής των διατάξεων που η ίδια επικαλέστηκε, τις διαπραγματεύσεις που προηγήθηκαν της εκδόσεως της οδηγίας, υποβάλλοντας, συνημμένο στο υπόμνημα απαντήσεως της, έγγραφο εργασίας νου Συμβουλίου.
30.
Βεβαίως, από το έγγραφο αυτό προκύπτει ότι η προσωρινή επιτροπή ΕΟΚΕλλάδας εξέτασε το αίτημα της ελληνικής αντιπροσωπείας να προβλεφθούν στο παράρτημα της οδηγίας ορισμένες εξαιρέσεις καθώς και ότι η εν λόγω επιτροπή αποφάσισε να διαμορφώσει το παράρτημα κατά τον τρόπο που τελικώς διατυπώθηκε.
31.
Εξάλλου, στο έγγραφο αυτό αναφέρεται ότι η Ελληνική Κυβέρνηση δεσμεύεται να θεσπίσει διάταξη που να παρέχει στους ναυτικούς το δικαίωμα να προβάλλουν τις έναντι του πλοιοκτήτου προνομιακές απαιτήσεις τους εντός προθεσμίας έτους ( υποχρέωση που συνεπάγεται αντίστοιχη τροποποίηση του προαναφερθέντος άρθρου 207 του ελληνικού κώδικα ιδιωτικού ναυτικού δικαίου κατά τη Σύμβαση των Βρυξελλών ).
32.
Είναι, ωστόσο, σαφές ότι από κανένα στοιχείο του εν λόγω εγγράφου δεν προκύπτει ότι η εκπλήρωση της υποχρεώσεως αυτής αποτελεί τη μόνη προϋπόθεση για τη διασφάλιση ισοδύναμης προστασίας κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας.
33.
Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι ο εκπρόσωπος της Επιτροπής δήλωσε ρητώς κατά την προφορική διαδικασία ότι πριν από την προσθήκη του παραρτήματος στην οδηγία δεν εξετάστηκε, σε σχέση με την ελληνική νομοθεσία, αν υφίσταται για τα πληρώματα των ποντοπόρων πλοίων ισοδύναμη προστασία.
34.
Την έλλειψη αυτή εξηγεί η δυσκολία μιας τέτοιας εξετάσεως, ενόψει των πολλαπλών διατάξεων που ρυθμίζουν το θέμα αυτό στα διάφορα κράτη μέλη. Εξάλλου, δεν υπάρχει λόγος εξετάσεως, καθόσον το άρθρο 1 της οδηγίας ομιλεί απλώς για ουνανόνηνα αποκλεισμού ορισμένων κατηγοριών εργαζομένων, συνεπώς ο αποκλεισμός αυτός δεν γίνεται απευθείας διά της οδηγίας.
35.
Η ορθότητα της αναλύσεως αυτής επιβεβαιώνεται, εξάλλου, από την απόφαση επί της υποθέσεως 22/87, που αναφέρθηκε στην αρχή των προτάσεων μου, στην οποία επίσης ελήφθη υπόψη — τότε σε σχέση με την Ιταλία — το παράρτημα της οδηγίας. Κατά το Δικαστήριο, δεν αρκεί το γεγονός ότι στο παράρτημα της οδηγίας, στο σημείο II Γ γίνεται λόγος, σε ό,τι αφορά την Ιταλία, για « μισθωτούς που καλύπτονται από παροχές προβλεπόμενες από την κειμένη νομοθεσία, που τους εξασφαλίζουν τη συνέχιση της πληρωμής τους, σε περίπτωση οικονομικής κρίσεως της επιχειρήσεως ». Περισσότερη σημασία αποδίδεται — και ως προς αυτό κρίνεται απαραίτητη μια ειδική εξέταση — στο αν πρόκειται για μισθωτούς οι οποίοι εμπίπτουν πράγμανι στις διατάξεις της κειμένης νομοθεσίας ( πράγμα που δεν ισχύει για όλους τους μισθωτούς στους οποίους αναφέρεται ο νόμος ).
Γ — Πρόταση
36.
Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να αναγνωρίσει, όπως ζητεί η Επιτροπή, ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ διότι δεν έλαβε, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, ούτε κοινοποίησε στην Επιτροπή, όλα τα απαιτούμενα μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς όλες τις διατάξεις της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980.
37.
Επειδή δεν μπορεί να γίνει δεκτό ένα από τα επιχειρήματα που διατύπωσε η Επιτροπή κατά την έγγραφη διαδικασία ( και το οποίο δεν επανέλαβε κατά την προφορική διαδικασία ) ( ως προς την αναγκαιότητα ισοδύναμης προστασίας των αναφερομένων στο σημείο Ι Α του παραρτήματος προσώπων ), στην απόφαση περί δικαστικών εξόδων πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός αυτό υπό την έννοια ότι η καθής, η οποία πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, πρέπει να επιβαρυνθεί μόνο με τα τρία τέταρτα των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 1 ) Απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1989, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας ( 22/87, Συλλογή 1989, σ. 143 ).
Full & Egal Universal Law Academy