ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 27ης Φεβρουαρίου 1991 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α — Τα περιστατικά
1.
Η παρούσα διαδικασία αναγνωρίσεως παραβάσεως κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας αφορά διατάξεις σχετικά με τον τομέα της κοινής αλιευτικής πολιτικής.
2.
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 171/83, περί ορισμένων προσωρινών τεχνικών μέτρων διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων ( 1 ), καθώς — αντ' αυτού με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 1987 — ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3094/86 ( 2 ) προβλέπουν διάφορους κανόνες για την επίτευξη του σκοπού που αναφέρεται στον τίτλο τους. Από τους κανόνες αυτούς ενδιαφέρουν εν προκειμένω μόνον αυτοί που αναφέρονται στο ( ελάχιστο) μέγεθος των ματιών ( 3 ), τον εξοπλισμό των διχτύων ( τρόπος διατάξεως ) ( 4 ), την παρεμπίπτουσα αλιεία ( 5 ) και το ελάχιστο μέγεθος ιχθύων ( 6 ).
3.
Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, των κανονισμών (ΕΟΚ) 2057/82 ( 7 ) και (από την 1η Αυγούστου 1987) 2241/87 ( 8 ), κάθε κράτος μέλος επιθεωρεί, στο έδαφός του και στα θαλάσσια ύδατα που υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία του, τα αλιευτικά σκάφη που φέρουν σημαία κράτους μέλους ή που είναι νηολογημένα σε κράτος μέλος, για να διασφαλίσει την τήρηση κάθε ισχύουσας ρυθμίσεως που έχει σχέση με τα μέτρα διατηρήσεως και ελέγχου ( 9 ).
4.
Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, των κανονισμών 2057/82 και 2241/87, τα κράτη μέλη ασκούν ποινική ή διοικητική δίωξη κατά του πλοιάρχου του συγκεκριμένου πλοίου ( ή κάθε άλλου υπευθύνου), αν διαπιστώσουν παράβαση των προαναφερθεισών διατάξεων.
5.
Η Επιτροπή προσάπτει στο καθού κράτος μέλος ότι δεν τήρησε τις υποχρεώσεις του ελέγχου και πατάξεως των παραβάσεων, όσον αφορά τα εν λόγω μέτρα διατηρήσεως.
6.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει κατά το άρθρο 169, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ ότι η Γαλλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 1 των κανονισμών του Συμβουλίου 2057/82 και 2241/87, επειδή δεν διενήργησε κανέναν από τους ελέγχους που διασφαλίζουν την τήρηση των τεχνικών μέτρων διατηρήσεως που προβλέπονται στους κανονισμούς 171/83 και 3094/86 του Συμβουλίου
—
να καταδικάσει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
7.
Η Γαλλική Κυβέρνηση ζητεί να απορριφθεί η προσφυγή και να καταδικαστεί η αντίδικος στα δικαστικά έξοδα, ισχυρίζεται δε ότι τήρησε τις εν λόγω υποχρεώσεις.
8.
Δεν χρειάζεται εδώ να εξετάσω λεπτομερέστερα τον ισχυρισμό αυτό καθώς και άλλες λεπτομέρειες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά. Θα επανέλθω σ' αυτά τα ζητήματα στο πλαίσιο της διατυπώσεως της γνώμης μου και παραπέμπω κατά τα λοιπά στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
Β — Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
Ι — Αντικείμενο και παραδεκτό της προσφυγής
9.
1. Οι διάδικοι της παρούσας διαδικασίας που στηρίζεται στο άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν ερίζουν ως προς την ερμηνεία των διατάξεων, στις οποίες ανάγεται η αιτίαση περί παραβάσεως, αλλά για το αν η αιτίαση αυτή έχει αποδειχθεί.
10.
Αν και το ζήτημα αυτό ανέκυψε ήδη με την έναρξη της διαδικασίας επί της διαφοράς, δεδομένου ότι η Γαλλία αμφισβητεί με το δικόγραφο αντικρούσεως την παράβαση που της προσάπτεται, η συζήτηση επικεντρώθηκε στη συνέχεια σε ένα συγκεκριμένο ουσιαστικό ζήτημα. Πράγματι, η Επιτροπή αναφέρθηκε κατά την πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία καθώς και με τα δικόγραφά της σε ορισμένες εκθέσεις σχετικά με υπηρεσιακά ταξίδια υπαλλήλων της κατά τα οποία οι υπάλληλοι αυτοί παραβρέθηκαν στη διενέργεια ελέγχων από γαλλικές υπηρεσίες σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφοι 3 και 4, των κανονισμών 2057/82 και 2241/87. Οι εκθέσεις αυτές μαρτυρούν για σημαντικές ελλείψεις στον έλεγχο και την πάταξη παραβάσεων. Το Δικαστήριο ζήτησε από την Επιτροπή, δεδομένου ότι αυτή είχε χαρακτηρίσει τις εκθέσεις ως εμπιστευτικής φύσεως ( 10 ), να προσκομίσει έγγραφα μη εμπιστευτικού περιεχομένου, η οποία και κατέθεσε περιλήψεις των προαναφερθεισών εκθέσεων, όπου είχε απαλειφθεί ορισμένος αριθμός στοιχείων. Πρόκειται για στοιχεία που αναφέρονται στα ονόματα των συγκεκριμένων αλιέων, των αρχών και του επιφορτισμένου με τους ελέγχους προσωπικού. Δεδομένου ότι η Επιτροπή έχει τη γνώμη ότι πρέπει εν προκειμένω να μην αποκαλυφθεί η ταυτότητα των εν λόγω προσώπων και αρχών, πράγμα που θα μπορούσε να συμβεί με τη συναγωγή συμπερασμάτων εξ αντιδιαστολής και με συγκρίσεις, εξαλείφθησαν με τον ίδιο τρόπο οι ακριβείς ημερομηνίες και τόποι των επιθεωρήσεων. Εξακολουθούν να εμφαίνονται τα έτη και η χρονολογική σειρά των επιθεωρήσεων. Το καθού κράτος μέλος φρονεί ότι τα προσκομισθέντα έγγραφα δεν μπορούν να χρησιμεύσουν ως απόδειξη των αιτιάσεων που αποτελούν το αντικείμενο της διαδικασίας. Δεν είναι σε θέση να αμυνθεί κατά των αιτιάσεων που θεμελιώνονται με αυτόν τον τρόπο, επειδή η έλλειψη στοιχείων ως προς τον τόπο, τον χρόνο, τις εμπλεκόμενες αρχές και πρόσωπα δεν του παρέχει τη δυνατότητα να εξακριβώσει τα γεγονότα που αναφέρονται στα έγγραφα της Επιτροπής. Η Επιτροπή φρονεί, αντιθέτως, ότι η Γαλλία είναι κάλλιστα σε θέση να κάνει κάτι τέτοιο μέσω συγκρίσεως των αντιστοίχων εκθέσεων εθνικών υπαλλήλων.
11.
Κατά τη συζήτηση αυτή το ζήτημα μετατοπίστηκε κάπως από το πρόβλημα του τι είναι πράγματι αντικείμενο της αιτιάσεως περί παραβάσεως της Συνθήκης. Μόνον όταν αυτό θα διευκρινιστεί, θα μπορέσουμε να κρίνουμε κατά πόσον η προσφυγή είναι παραδεκτή και — υπό το φως των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν — αν είναι βάσιμη.
12.2.
Η αιτίαση της Επιτροπής φαίνεται εκ πρώτης όψεως ως μία μονολιθική ενότητα, αλλά στην πραγματικότητα περιέχει τρία διαφορετικά ζητήματα που αποτελούν μία λογική αλυσίδα.
13.
α)
Προκειμένου να διασφαλιστεί ο κανονικός έλεγχος μεταξύ των παραβάσεων κατά την εν προκειμένω έννοια πρέπει το οικείο κράτος μέλος να οργανώσει με ορισμένο τρόπο τις δραστηριότητες αυτές. Αυτή η πτυχή της υποχρεώσεως που επιβάλλεται στα κράτη μέλη τονίζεται και πάλι στο άρθρο 2, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, των κανονισμών 2057/82 και 2241/87. Κατά τη διάταξη αυτή, «τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν » την τήρηση των διατάξεων και των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 1 του εκάστοτε εφαρμοστέου κανονισμού. Αυτά τα οργανωτικά μέτρα είναι απαραίτητα για πολλούς λόγους. Όσον αφορά την πάταξη των παραβάσεων που διαπράττουν οι αλιείς, είναι αναγκαία — όπως και στην περίπτωση της μεταφοράς οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο — η ύπαρξη νομικών ερεισμάτων που ρυθμίζουν τις λεπτομέρειες εφαρμογής των κυρώσεων καθώς και τη διαδικασία. Για να διασφαλιστεί ο κατά κανονικό τρόπο έλεγχος δεν χρειάζονται οργανωτικά μέτρα νομοθετικής αλλά οπωσδήποτε διοικητικής φύσεως. Πρέπει, μεταξύ άλλων, να καθοριστεί το ακριβές αντικείμενο των μέτρων ελέγχου (με αναφορά στις εφαρμοστέες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου ), οι αρμοδιότητες, αναλόγως δε των περιστάσεων και ο τόπος και ο χρόνος, και η έκταση του ελέγχου. Χωρίς ένα τέτοιο οργανωτικό πλαίσιο δεν μπορεί να υλοποιηθεί επιτόπου η εκτέλεση των μέτρων που οφείλουν να λάβουν τα κράτη μέλη.
14.
Όσον αφορά την προσφυγή της Επιτροπής, η αιτίαση που προβάλλεται με αυτήν καλύπτει αυτήν την οργανωτική πτυχή. Η Επιτροπή επαναλαμβάνει στο αίτημα της προσφυγής της την αναφερθείσα αμέσως προηγουμένως διατύπωση των κανονισμών 2057/82 και 2241/87 και ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Γαλλία παρέβη τους κανονισμούς αυτούς, « en n' assurant pas un contrôle garantissant le respect des mesures techniques de conservation prévues par les règlements nos 171/83 et 3094/86 du Conseil (... ) » [ επειδή δεν προέβλεψε έλεγχο που να εξασφαλίζει την τήρηση των τεχνικών μέτρων διατηρήσεως που προβλέπονται από τους κανονισμούς του Συμβουλίου 171/83 και 3094/86 (...)] ( 11 ). Με το ίδιο πνεύμα είναι διατυπωμένο και το υπόλοιπο περιεχόμενο της προσφυγής. 'Ετσι, αναφέρεται στο σημείο 1.3 ότι η Γαλλία παρέβη τις εν λόγω διατάξεις, « en ne faisant pas pleinement respecter les mesures techniques (... ) » ( επειδή δεν επέβαλε την πλήρη τήρηση των τεχνικών μέτρων (... ) ), ενώ στο σημείο 2.1 αναφέρεται το έγγραφο οχλήσεως το οποίο αφορά το καθήκον της Γαλλίας να εξασφαλίσει ( « garantir » ) ( 12 ) την εφαρμογή ορισμένων τεχνικών μέτρων.
15.
Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται επίσης και η αιτίαση ότι η Γαλλία εφήρμοσε σε σχέση με το μέγεθος των ματιών και με το ελάχιστο μέγεθος των ιχθύων εθνικούς κανόνες αντί των κοινοτικών διατάξεων ( 13 ) η αιτίαση αυτή ήδη κατά το περιεχόμενο της αναφέρεται στον τρόπο οργανώσεως των μέτρων που πρέπει να λάβουν τα κράτη μέλη, καθόσον θεωρεί ότι υφίσταται νομοθετική ή διοικητική ρύθμιση που αποτελεί το αντικείμενο του ελέγχου η οποία βρίσκεται σε αντίθεση από απόψεως περιεχομένου με τις διατάξεις της Κοινότητας για τα τεχνικά μέτρα διατηρήσεως.
16.
β)
Ως λογική συνέπεια ( 14 ) του μέχρι τώρα εκτεθέντος πρώτου μέρους της αιτιάσεως προσάπτει — δεύτερον — η Επιτροπή στην Γαλλία ελλείψεις ως προς την ουσιαστική εφαρμογή του ελέγχου. Προς συμπλήρωση του αιτήματος της προσφυγής, το οποίο — όπως καταφαίνεται από το προηγουμένως αναφερθέν χωρίο — περιλαμβάνει και αυτή επίσης την πτυχή, αναφέρεται σχετικώς στη σελίδα 8 του δικογράφου της προσφυγής: « l'Etat membre qui n'assume pas en fait ses obligations de contrôle porte atteinte à la solidarité entre Etats membres et à l'égalité de traitement des pêcheurs qui sont à la base même de contraintes imposées par la politique commune de conservation des ressources halieutiques » ( το κράτος μέλος που δεν ανταποκρίνεται πράγματι στις υποχρεώσεις του ελέγχου θίγει την αλληλεγγύη μεταξύ κρατών μελών και την ισότητα μεταχειρίσεως των αλιέων που αποτελούν τη βάση ακριβώς των δεσμεύσεων που επιβάλλονται με την κοινή πολιτική διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων ) ( 15 ).
17.
γ)
Ο τρίτος κρίκος της λογικής αλυσίδας, η οποία αποτελεί την αιτίαση της Επιτροπής στο σύνολο της, είναι το ζήτημα της ανεπαρκούς πατάξεως των διαπραττόμενων από τους αλιείς παραβάσεων των διατάξεων περί τεχνικών μέτρων διατηρήσεως. Μόνο η επιβολή κυρώσεων με τα — τόσο ατομικώς όσο και γενικώς — αποτρεπτικά τους αποτελέσματα διασφαλίζει σύμφωνα με την αντίληψη στην οποία στηρίζονται οι κανονισμοί 2057/87 και 2241/87 την τήρηση αυτών των διατάξεων. Η Επιτροπή βάλλει επομένως όχι μόνο κατά του ότι υφίσταται χάσμα μεταξύ των γεγονότων που διαπίστωσαν οι γαλλικές αρχές και αυτών που πράγματι θα μπορούσαν να διαπιστωθούν, αλλά επίσης και κατά της « l'absence corrélative de poursuites administratives ou pénales » ( συνακόλουθης ελλείψεως διοικητικών ή ποινικών διώξεων) ( 16 ).
18.3
Πρέπει τώρα να εξεταστεί αν και κατά πόσον η προσφυγή με το κατ' αυτόν τον τρόπο προσδιορισθέν αντικείμενο είναι παραδεκτή. Η εξέταση αυτή επιβάλλεται πάντοτε στο πλαίσιο της διαδικασίας κατά το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ υπό το πρίσμα της αντιστοιχίας μεταξύ της πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασίας και της ένδικης διαδικασίας, όταν προσάπτεται στο κράτος μέλος μία συμπεριφορά η οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί σαφώς ως πράξη ή παράλειψη διαρκούς χαρακτήρα. Στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι δυνατή εν πάση περιπτώσει μία τέτοια σαφής διαβάθμιση λόγω του δεύτερου και του τρίτου μέρους του αντικειμένου της προσφυγής, δεδομένου ότι στα σημεία αυτά πρόκειται για μεμονωμένες πράξεις. Εδώ πρόκειται για μεμονωμένες περιπτώσεις κατά τις οποίες η Γαλλία, σύμφωνα με την Επιτροπή, παρέλειψε να εκπληρώσει το καθήκον της ελέγχου ( καθώς συνακόλουθα και την πάταξη των παραβάσεων που διέπραξαν οι αλιείς ).
19.
Κατά πάγια νομολογία, το αντικείμενο προσφυγής ασκούμενης κατά το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ προσδιορίζεται με την πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία που αναφέρεται σ' αυτή τη διάταξη ( 17 ). Ήδη με το έγγραφο οχλήσεως, το οποίο δίνει την ευκαιρία στο κράτος μέλος να διατυπώσει τις απόψεις του, ευκαιρία η οποία έχει τον χαρακτήρα ουσιαστικής εγγυήσεως και από την οποία, επομένως, εξαρτάται το νομότυπο της διαδικασίας ( 18 ), επιδιώκεται η οριοθέτηση του αντικειμένου της διαφοράς ( 19 ). Επιπλέον, πρέπει η αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής και η προσφυγή να στηρίζονται στους ίδιους λόγους και τους ίδιους ισχυρισμούς ( 20 ).
20.
α)
Όσον αφορά από οργανωτική άποψη τις υποχρεώσεις, την παράβαση των οποίων προσάπτει η Επιτροπή στη Γαλλία κατά την ένδικη φάση της διαδικασίας, η αιτίαση αυτή πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να εξεταστεί με βάση το έγγραφο οχλήσεως, καθώς επίσης και την αιτιολογημένη γνώμη. Ως προς το έγγραφο οχλήσεως της 21ης Δεκεμβρίου 1984 πρέπει να τονιστεί ότι αναφέρεται πρωτίστως στις διαπιστώσεις στις οποίες προέβησαν επιτόπου οι επιφορτισμένοι με τον έλεγχο υπάλληλοι της Επιτροπής η Επιτροπή εκθέτει ότι σε σχέση με τα τέσσερα επίμαχα μέτρα διατηρήσεως διενεργήθηκαν ( σε σχέση με τα προβλήματα του μεγέθους των ματιών και τον τρόπο διατάξεως του εξοπλισμού των διχτύων) εξαιρετικά περιορισμένοι, ή και καθόλου, έλεγχοι, δηλαδή δεν εφαρμόστηκαν οι κοινοτικές διατάξεις (περί του ελαχίστου μεγέθους των ιχθύων). Εντούτοις, την Επιτροπή δεν την ενδιαφέρουν μεμονωμένες ελλείψεις κατά τον έλεγχο και την πάταξη των παραβάσεων, αλλά ο σνστηματικός χαρακτήρας των ανεπαρκειών που διαπιστώθηκαν. Έτσι, στην ανάπτυξη της αιτιάσεως ότι υφίσταται σε πολύ μικρή έκταση έλεγχος στα χωρικά ύδατα ως προς το μέγεθος των ματιών και τον τρόπο διατάξεως του εξοπλισμού των διχτύων αναφέρεται:
«A chaque occasion où des navires ont fait l'objet d'un contrôle en mer en présence d'inspecteurs de la Commission, il a été observé que le maillage des filets ou leurs dispositifs contrevenaient au règlement (CEE) no 171/83 du Conseil, titre I; cependant la service d'inpection de votre gouvernement n'a pris aucune mesure immédiate à cet égard et, en général, aucune mesure pénale ou administrative ultérieure n'a été prise. » ( 21 ) ( Κάθε φορά που διενεργήθηκε επιθεώρηση πλοίων στη θάλασσα παρουσία επιθεωρητών της Επιτροπής διαπιστώθηκε ότι το μέγεθος των ματιών ή ο τρόπος διατάξεως του εξοπλισμού των διχτύων δεν συμφωνούσαν προς τις διατάξεις του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 171/83 του Συμβουλίου, τίτλος Γ εντούτοις, η υπηρεσία επιθεωρήσεως της Κυβερνήσεως σας δεν έλαβε κανένα άμεσο μέτρο εν προκειμένω και γενικώς δεν ελήφθη μεταγενεστέρως κανένα ποινικό ή διοικητικό μέτρο. )
21.
Το ίδιο ισχύει ως προς τα προβλήματα σε σχέση με την παρεμπίπτουσα αλιεία και τα ελάχιστα μεγέθη των ιχθύων. Και εδώ την Επιτροπή την ενδιαφέρει προφανώς ο συστηματικός χαρακτήρας της μη εφαρμογής των μηχανισμών που ορίζει το κοινοτικό δίκαιο:
« Les missions des inspecteurs de la Commission dans les ports ont montré qu'il n'y a aucun contrôle des prises accessoires et que, en particulier dans les ports du golfe de Gascogne, il n'y a aucune application des dispositions communautaires relatives aux tailles minimales des poissons prévues dans le règlement (CEE) no 171/83 du Conseil, titre III; lorsqu'une réglementation est appliquée, il s'agit des mesures nationales relatives aux tailles des poissons, qui sont moins strictes que la réglementation communautaire, se qui n'est pas conforme à l'article 1 du règlement ( CEE ) no 2057/82. » ( 21 ) [ Από τις αποστολές των επιθεωρητών της Επιτροπής στα λιμάνια καταδείχθηκε ότι δεν υφίσταται κανένας έλεγχος της παρεμπίπτουσας αλιείας και ότι, ειδικότερα στα λιμάνια του Βισκαϊκού κόλπου, δεν υπάρχει κανενός είόονς εφαρμογή των κοινοτικών διατάξεων σχετικά με τα ελάχιστα μεγέθη των ιχθύων, όπως προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 171/83 του Συμβουλίου, τίτλος III οοάκις εφαρμόζεται μία κανονιστική ρύθμιση, πρόκειται για εθνικά μέτρα σχετικά με τα μεγέθη των ιχθύων τα οποία είναι λιγότερο αυστηρά από ό,τι η κοινοτική ρύθμιση, πράγμα που δεν συνάδει προς το άρθρο 1 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2057/82. ]
Το χωρίο αυτό αφορά επίσης την ήδη προαναφερθείσα άποψη ότι ασφαλώς δεν διασφαλίζεται η νομότυπη οργάνωση της επιτηρήσεως, όταν το οικείο κράτος μέλος θεσπίζει μέσω νομοθετικών ή διοικητικών μέτρων διατάξεις τεχνικού χαρακτήρα που αποτελούν το αντικείμενο ελέγχων οι οποίες έχουν διαφορετικό περιεχόμενο από ό,τι οι κοινοτικές διατάξεις.
22.
Είπα ήδη ότι η Επιτροπή, καθόσον βάλλει ακριβώς κατά του συστηματικού χαρακτήρα των ελλείψεων ως προς την επιτήρηση που διαπιστώθηκαν, βάλλει συγχρόνως, εν πάση περιπτώσεις εμμέσως, και κατά της ανεπαρκούς οργανώσεως της επιτηρήσεως. Δεν νομίζω ότι ένα τέτοιο συμπέρασμα θα είναι υπερβολικά τολμηρό ή ακόμη και ανεπίτρεπτο. Η Επιτροπή ζήτησε με το έγγραφο οχλήσεως μία απάντηση από τη Γαλλική Κυβέρνηση και όχι μία απάντηση από μεμονωμένους υπαλλήλους που ενεργούν κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου. Η κυβέρνηση πολύ δύσκολα θα μπορούσε να εκφέρει άποψη ως προς τη συμπεριφορά αυτών των μεμονωμένων υπαλλήλων, εφόσον οι διαπιστωθείσες ελλείψεις μπορούν να αποδοθούν σε μία τέτοια ατομική συμπεριφορά, ή ίσως και καθόλου. Εξάλλου, ένας τέτοιος τρόπος ενεργείας εκ μέρους της Επιτροπής θα είχε περιορισμένη αξία ως μέτρο για τη διασφάλιση του κοινοτικού δικαίου. Πράγματι, όταν οι ελλείψεις ως προς την επιτήρηση παρουσιάζονται σε μία τόσο μεγάλη έκταση, όπως προσάπτει η Επιτροπή στη Γαλλία, τότε ατομικά μέτρα — τα οποία θα μπορούσε να κατονομάσει η Γαλλία στην απάντηση της — αποτελούν ατελή μόνο θεραπεία.
23.
Δυνατό και λογικό θα ήταν αντιθέτως να αναμένεται από τη Γαλλία μία αντίδραση επί οργανωτικού επιπέδου: δυνατό, επειδή η κυβέρνηση θα μπορούσε να ανακοινώσει στην Επιτροπή τα υφιστάμενα και ενδεχομένως νέα θεσπισθέντα νομοθετικά και διοικητικά μέτρα, τα οποία, κατά τη γνώμη της, αποτελούσαν τη βάση για μία (μελλοντική) νομότυπη επιτήρηση λογικό, επειδή τέτοια μέτρα γενικής εφαρμογής είναι τα καταλληλότερα για τη βελτίωση της συνολικής εικόνας της επιτηρήσεως κατά της οποίας βάλλει η Επιτροπή και, επομένως, για τη μείωση επίσης του αριθμού των ελλείψεων ως προς την επιτήρηση επί ατομικού επιπέδου.
24.
Από αυτό το πνεύμα διέπεται επίσης η απάντηση της Γαλλικής Κυβερνήσεως. Στο έγγραφο της της 22ας Ιανουαρίου 1985 αναφέρεται καταρχάς σε ορισμένες προσπάθειες καλύτερης ενημερώσεως των αλιέων σχετικά με τις ισχύουσες ρυθμίσεις και συνεχίζει:
« D'autre part, les services chargés du contrôle font eux aussi l'objet d'une mise à jour des connaissances et d'instructions extrêmement précises dans la conduite à tenir. La publicité qui doit être donnée à cette opération devrait permettre une meilleure application des règlements communautaires et faire apparaître progressivement une amélioration au niveau des contrôles. Par ailleurs, la présentation prochaine au Parlement d' un projet de loi précisant les sanctions applicables en cas de violation de la réglementation CEE et augmentant de façon importante les peines encourues par les pêcheurs en infractions devrait favoriser l'action de ses [ lire “ ces ” ] services. » ( Εξάλλου, οι επιφορτισμένες με τον έλεγχο υπηρεσίες ενημερώνονται οι ίδιες επακριβώς σχετικά με τα στοιχεία και τις οδηγίες που πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους στο πλαίσιο των επιβαλλομένων ενεργειών τους. Η δημοσιότητα που πρέπει να δίνεται σ' αυτές τις ενέργειες θα πρέπει να καταστήσει δυνατή μία καλύτερη εφαρμογή των κοινοτικών κανονισμών και μία προοδευτική βελτίωση του επιπέδου των ελέγχων. Εξάλλου, η προσεχής κατάθεση στο Κοινοβούλιο ενός σχεδίου νόμου περί διευκρινίσεως των κυρώσεων που εφαρμόζονται σε περίπτωση παραβάσεως της κανονιστικής ρυθμίσεως της ΕΟΚ και αυξήσεως σε σημαντικό βαθμό των ποινών που επιβάλλονται στους αλιείς που διαπράττουν παραβάσεις θα πρέπει να αποβεί ευνοϊκή για τη δράση των υπηρεσιών αυτών. »)
25.
Συνολικώς πρέπει να θεωρηθεί ότι η περιεχόμενη στο δικόγραφο της προσφυγής αιτίαση σε σχέση με οργανωτικές ελλείψεις ως προς την επιτήρηση περιέχεται ήδη στο έγγραφο οχλήσεως ( και έγινε επίσης ορθώς αντιληπτή ).
26.
Η αιτιολογημένη γνώμη της 18ης Νοεμβρίου 1986 παρέχει την ίδια εικόνα. Πράγματι, επαναλαμβάνει κατ' ουσία επί λέξει τις αιτιάσεις που διατυπώνονται στο έγγραφο οχλήσεως τις οποίες και αναλύει στη συνέχεια. Στη σελίδα 3 αυτής της γνώμης αναφέρεται ότι οι διαπιστώσεις της Επιτροπής από τους επιτόπιους ελέγχους της είναι « εξαιρετικά αντιπροσωπευτικές ». Επιβεβαιώθηκαν πλήρως με τους ελέγχους που διενεργήθηκαν το έτος 1985. Στο σημείο 2.5 της γνώμης προβάλλεται και πάλι η μομφή ότι σε σχέση με τα ελάχιστα μεγέθη ορισμένων ιχθύων αντί των κοινοτικών κανόνων εφαρμόζονται εσωτερικοί κανόνες. Η αιτίαση αυτή καλύπτει το έτος 1985, καθώς και — με αναφορά σε ένα έγγραφο των γαλλικών αρχών της 28ης Μαΐου 1985 — την εφαρμογή των κανόνων σχετικά με το μέγεθος των ματιών. Η Γαλλική Κυβέρνηση απάντησε εξάλλου στη γνώμη αυτή με πνεύμα απόλυτης κατανοήσεως ως προς τις αιτιάσεις, διευκρινίζοντας κατ' ουσία τη στάση της ως προς την εφαρμογή των προαναφερθέντων τεχνικών μέτρων διατηρήσεως και υπογραμμίζοντας τους ελέγχους που διενεργήθηκαν το έτος 1986, καθώς και ορισμένες οδηγίες προς τους επιφορτισμένους με τον έλεγχο υπαλλήλους οι οποίες δόθηκαν ή είναι υπό επεξεργασία.
27.
Επομένως, μπορεί να γίνει δεκτό ότι σε σχέση με το, όπως ορίστηκε προηγουμένως, « οργανωτικό μέρος » της αιτιάσεως υφίσταται αντιστοιχία μεταξύ εγγράφου οχλήσεως, αιτιολογημένης γνώμης και δικογράφου προσφυγής.
28.
Χάριν πληρότητας ας επιτραπεί ακόμα μία λέξη ως προς το πρόβλημα ορισμένων τροποποιήσεων του περιεχομένου των κοινοτικών διατάξεων. Οι γαλλικές αρχές τόνισαν στην απάντηση τους, της 21ης Ιανουαρίου 1987, επί της αιτιολογημένης γνώμης ότι' ο κανονισμός 3094/86 κατέστησε, από ορισμένες απόψεις, λιγότερο αυστηρές τις προϋποθέσεις που όριζε ο προηγούμενος του κανονισμός 171/83η μνεία αυτή αναφέρεται στα ελάχιστα μεγέθη των ιχθύων ( 22 ) και τα προβλεπόμενα ελάχιστα μεγέθη ματιών ( 23 ). Κατά την άποψη των γαλλικών αρχών, με τις τροποποιήσεις αυτές επήλθε αντιστοιχία μεταξύ των προϋποθέσεων που θέτει το κοινοτικό δίκαιο και της πρακτικής της Γαλλίας ως προς τα σημεία αυτά. Δεν είναι πάντως σαφές σε ποια έκταση πρέπει αυτό να έγινε. 'Ετσι δεν μπορεί να ληφθεί ως δεδομένο ότι η επίμαχη παράβαση είχε πλήρως εξαλειφθεί όταν έληξε η προθεσμία που είχε ταχθεί με την αιτιολογημένη γνώμη. Όμως, κατά πάγια νομολογία, σημασία για το παραδεκτό προσφυγής αναγνωρίσεως παραβάσεως έχει μόνο το αν το κράτος μέλος δεν τήρησε την προθεσμία αυτή ( 24 ).
29.
β)
Όσον αφορά την ουσιαστική και συγκεκριμένη διενέργεια της επιτηρήσεως, ανακύπτει κάπως διαφορετικά το πρόβλημα της συμφωνίας μεταξύ του αντικειμένου της πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασίας και του αντικειμένου που προσδιορίζεται στο δικόγραφο της προσφυγής. Χωρίς αμφιβολία η Επιτροπή αναφέρθηκε εν προκειμένω καθ' όλη τη διάρκεια της πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασίας σε υποτιθέμενες ελλείψεις, οι οποίες υποστηρίζει ότι διαπιστώθηκαν κατά τις προαναφερθείσες επιθεωρήσεις των υπαλλήλων της Επιτροπής. Εν προκειμένω μπορεί να θεωρηθεί ότι οι ελλείψεις, κατά των οποίων βάλλει η προσφυγή, καθόσον αφορούν το χρονικό διάστημα μετά τη διατύπωση της αιτιολογημένης γνώμης ( μέχρι και το 1987 ), δεν είναι οι ίδιες με αυτές που αποτέλεσαν το αντικείμενο της πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασίας. Εντούτοις, θεωρώ ότι μπορούμε εδώ να στηριχθούμε στη νομολογία του Δικαστηρίου η οποία σε τέτοιες περιπτώσεις δέχεται ότι υπάρχει ταύτιση του αντικειμένου της πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασίας και του αντικειμένου της προσφυγής, όταν οι περιστάσεις τις οποίες αφορούν οι προβαλλόμενες αιτιάσεις, εφόσον εμφανίστηκαν μετά την περάτωση της πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασίας, είναι « της ίδιας φύσεως » όπως αυτές στις οποίες στηρίχθηκε η πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία ( 25 ). Δεδομένου ότι η αιτίαση της Επιτροπής — ότι δηλαδή οι παραβάσεις των αλιέων ελέγχονταν ελλιπώς ή ότι η επιτήρηση στηρίχθηκε σε διαφορετικούς κανόνες από τους κοινοτικούς με τις αντίστοιχες συνέπειες ως προς την πάταξη — παρέμεινε αμετάβλητη, οι διαπιστωθείσες ελλείψεις είναι, ανεξάρτητα από το χρονικό τους σημείο, « της ίδιας φύσεως ». Επιπροσθέτως, το εξεταζόμενο εδώ δεύτερο μέρος του αντικειμένου της προσφυγής, το οποίο αναφέρεται σε μεμονωμένες περιπτώσεις ελλιπούς επιτηρήσεως, συνδέεται αναπόσπαστα με το πρώτο μέρος. Όπως συνάγεται από όσα εξέθεσα ως προς το πρώτο αυτό μέρος, η Επιτροπή θεωρεί τις μεμονωμένες ελλείψεις κατά την επιτήρηση όχι ως αποτέλεσμα ατομικής ανυπακοής των εκάστοτε υπαλλήλων, αλλά ως αποτέλεσμα ανεπαρκούς οργανώσεως εκ μέρους της επιφορτισμένης με την επιτήρηση αρχής. Δημιουργείται έτσι μία σύνδεση μεταξύ των μεμονωμένων περιπτώσεων ελλιπούς επιτηρήσεως, καθόσον οι περιπτώσεις αυτές ανάγονται σε μία γενική αιτία. Η Γαλλία περιόρισε κατά συνέπεια την άμυνα της στο πρώτο μέρος της αιτιάσεως, επειδή έτσι καλυπτόταν αυτόματα και το δεύτερο μέρος. Ακριβώς με αυτό το πνεύμα αντέδρασε το καθού κράτος μέλος όχι μόνο με τις απαντήσεις του στο έγγραφο οχλήσεως ( 26 ) και την αιτιολογημένη γνώμη ( 27 ), αλλά και στην αντίκρουση της προσφυγής ( 28 ).
30.
γ)
Όσον αφορά τα κενά που υπάρχουν στην πάταξη των παραβάσεων των αλιέων, που οφείλονται στην ανεπαρκή επιτήρηση, ισχύουν αντιστοίχως οι σκέψεις που διατυπώθηκαν στο προηγούμενο σημείο. Επιπροσθέτως, αρκεί η διαπίστωση ότι η Επιτροπή διατύπωσε την άποψη στο έγγραφο οχλήσεως ( 29 ) και στην αιτιολογημένη γνώμη ( 30 ) ότι η επιτήρηση είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της τηρήσεως των μέτρων διατηρήσεως ( πράγμα που περιλαμβάνει επιβολή κυρώσεων για τις παραβάσεις, όπως ήδη εξέθεσα ). Το ότι σε περίπτωση ελλιπούς επιτηρήσεως δεν διασφαλίζεται και η πάταξη των παραβάσεων σε επαρκή έκταση είναι εξάλλου αυτονόητο και δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρινίσεις.
31.4.
Βάσει όλων αυτών των σκέψεων πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προσφυγή με το κατά τα ανωτέρω προσδιορισθέν αντικείμενο της είναι πλήρως παραδεκτή.
II — Βάσιμο της προσφυγής
32.
Ως προς το βάσιμο της προσφυγής πρέπει να εξεταστεί ακόμη αν η Επιτροπή, η οποία φέρει εν προκειμένω το βάρος της αποδείξεως ( 31 ), κατώρθωσε να αποδείξει την ύπαρξη παραβάσεως της Συνθήκης.
33.
Λ Συνεχίζοντας τις σκέψεις που ανέπτυξα ως προς το αντικείμενο και το παραδεκτό της προσφυγής, θα ήθελα να κάνω μία γενική παρατήρηση ως προς το ζήτημα της αποδείξεως σε σχέση με τα τρία μέρη που αποτελούν το αντικείμενο της προσφυγής. Εξέθεσα ήδη ότι η Επιτροπή προσάπτει στη Γαλλία μεμονωμένες ελλείψεις ως προς την επιτήρηση και πάταξη παραβάσεων στο μέτρο ακριβώς που αποτελούν συνέπεια της ανεπαρκούς οργανώσεως. Κατά τη γνώμη μου, θα πρέπει να γίνει δεκτή η προσφυγή της Επιτροπής, αν αποδειχθούν οι προβαλλόμενες οργανωτικές ελλείψεις, χωρίς να χρειάζεται να αποδειχθούν ειδικά οι μεμονωμένες περιπτώσεις που οφείλονται σ' αυτή την έλλειψη. Οι περιπτώσεις αυτές αποτελούν την αναγκαία συνέπεια της οργανωτικής ελλείψεως, ακριβώς όπως, για παράδειγμα, οι παραβάσεις διατάξεων οδηγιών εκ μέρους εθνικών αρχών, τις οποίες το οικείο κράτος μέλος δεν έχει μεταφέρει νομοθετικώς στο εσωτερικό δίκαιο. Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο εν προκειμένω, καθόσον η Γαλλία παραδέχθηκε η ίδια στο πλαίσιο της πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία ότι πολλοί αλιείς με μεγάλη απροθυμία αποδέχονται τις ενέργειες των εθνικών υπαλλήλων για την εφαρμογή των κοινοτικών ρυθμίσεων. Υπ' αυτές ακριβώς τις συνθήκες παρουσιάζει κατ' ανάγκη ελλείψεις η επιτήρηση και η πάταξη των παραβάσεων σε περίπτωση που δεν υφίσταται μία άψογη οργάνωση, ιδίως δε όταν δεν έχουν δοθεί σαφείς οδηγίες στους υπαλλήλους.
34.2.
Υπ' αυτό το πρίσμα, επιθυμώ να έλθω στα μεμονωμένα τεχνικά μέτρα διατηρήσεως και να εξετάσω αν η Γαλλία παρέβη το καθήκον της για την εξασφάλιση της δέουσας επιτηρήσεως.
35.
α )
Νομίζω άνευ ετέρου ότι αυτό έχει αποδειχθεί ως προς τις διατάξεις περί ελαχίστου μεγέθους των ματιών και ελαχίστου μεγέθους των ιχθύων, δεδομένου ότι οι γαλλικές αρχές παραδέχθηκαν στα πλαίσια της πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασίας ότι η επιτήρηση είχε στηριχθεί σε εθνικούς κανόνες που ήταν λιγότερο αυστηροί από ό,τι οι κοινοτικοί κανόνες. Και τα δύο αυτά στοιχεία συνάγονται από ένα έγγραφο του secrétariat d' État chargé de la mer, της 28ης Μαΐου 1985. Κατά το έγγραφο αυτό, γίνονται δεκτές αποκλίσεις ως προς το μέγεθος των ματιών μέχρι 5 mm του απαιτούμενου ελαχίστου μεγέθους. Όσον αφορά το μέγιστο μέγεθος των ιχθύων, επιτρέπεται επέμβαση μόνο ως προς τον μερλούκιο, όταν αυτός είναι « προδήλως » μικρότερων διαστάσεων, δηλαδή μήκους μεταξύ 15 και 25 cm, ενώ αντιθέτως στο παράρτημα V του κανονισμού 171/83 το ελάχιστο μέγεθος ανέρχεται σε 30 cm.
36.
Από το προαναφερθέν έγγραφο συνάγεται περαιτέρω ότι μία τέτοιου είδους ρύθμιση δεν ίσχυε μόνο για ένα μικρό μέρος των παρακτίων υδάτων, αλλά θεσπίστηκε αντιθέτως ως προς μία ευρεία γεωγραφική έκταση ( 32 ).
37.
Το ότι η κατ' αυτόν τον τρόπο προσδιορισθείσα παράβαση διήρκεσε μέχρι και μετά τη λήξη της προθεσμίας που είχε τεθεί με την αιτιολογημένη γνώμη προκύπτει από την απάντηση των γαλλικών αρχών της 21ης Ιανουαρίου 1987 στις παρατηρήσεις της Επιτροπής. Πράγματι, η Επιτροπή είχε εκθέσει στην αιτιολογημένη γνώμη ( 33 ) ότι σύμφωνα με τα στοιχεία που διέθετε εφαρμόζονταν πάντοτε τα προαναφερθέντα περιθώρια ανοχής σε σχέση με το μέγεθος των ματιών και το μέγιστο μέγεθος των ιχθύων. Η απάντηση των γαλλικών αρχών αναφέρεται σε τροποποιήσεις οι οποίες επήλθαν στους κανόνες αυτούς με τον κανονισμό 3094/86. Επ' αυτού αναφέρεται περαιτέρω:
« Le gouvernement français estime donc qu'en la matière son attitude a évité des troubles qui auraient retardé la remise en ordre nécessaire d'une activité essentielle pour certaines régions françaises. » ( Η Γαλλική Κυβέρνηση θεωρεί επομένως ότι η στάση της απέτρεψε ως προς το ζήτημα αυτό διαταράξεις που θα μπορούσαν να καθυστερήσουν την αποκατάσταση της αναγκαίας τάξεως σε μία ουσιώδη δραστηριότητα για ορισμένες γαλλικές περιοχές. )
38.
Καθόσον απ' αυτήν την παρατήρηση προκύπτει ότι κατά την άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως ο τρόπος ενεργείας των γαλλικών αρχών σε σχέση με τα δύο αναφερθέντα μέτρα διατηρήσεως συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο από της θεσπίσεως του κανονισμού 3094/86, αυτό αποτελεί ένα γεγονός το οποίο — όπως και ως προς το παραδεκτό — δεν έχει σημασία για το βάσιμο της προσφυγής, δεδομένου ότι προέκυψε πολύ χρόνο μετά τη λήξη της προθεσμίας που είχε θέσει η Επιτροπή με την αιτιολογημένη γνώμη τη ( 34 ).
39.
β)
Ως προς τα δύο άλλα τεχνικά μέτρα διατηρήσεως — εξοπλισμό των διχτυών ( τρόπος διατάξεως ) και περιορισμοί σε σχέση με την παρεμπίπτουσα αλιεία — δεν υπάρχει ρητή ομολογία όπως αυτή που αναφέρεται στο προηγούμενο σημείο. Εντούτοις, θεωρώ την παράβαση ως αποδεδειγμένη, εφόσον προκύπτει ότι η επιφορτισμένη με την επιτήρηση αρχή του καθού κράτους μέλους δεν παρέσχε στους υπαλλήλους που ασκούσαν τα καθήκοντα τους επιτόπου όλα τα στοιχεία και τις οδηγίες που είναι απαραίτητες για την προσήκουσα επιτήρηση.
40.
Καταρχάς πρέπει να τονισθεί ότι η Επιτροπή αμφισβητεί με την απάντηση της στο έγγραφο οχλήσεως τις αιτιάσεις της Επιτροπής μόνο καθόσον διατυπώνει αντιρρήσεις ως προς τον αντιπροσωπευτικό χαρακτήρα των διαπιστώσεων στις οποίες προέβη η Επιτροπή κατά τις επιθεωρήσεις της ( 35 ). Οι συντάκτες του εγγράφου δεν προσπαθούν επομένως να αποδυναμώσουν τις αιτιάσεις της Επιτροπής — θετικώς — αναφερόμενοι σε αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τα πράγματι ληφθέντα μέτρα (πράγμα που θα τους ήταν άνευ ετέρου δυνατό, αν η Γαλλία είχε εν προκειμένω τηρήσει τις υποχρεώσεις της ) αλλά αρκούνται — αρνητικώς — στη διατύπωση επιχειρημάτων ως προς την πειστικότητα των διαπιστώσεων της Επιτροπής. Το ίδιο ισχύει αντιστοίχως και για το υπόμνημα αντικρούσεως.
41.
Στη συνέχεια, οι αιτιάσεις της Επιτροπής δεν αντικρούονται ούτε με την απάντηση επί του εγγράφου οχλήσεως ούτε με την απάντηση επί της αιτιολογημένης γνώμης. Ειδικότερα δεν υποστηρίζεται ότι η Γαλλία τήρησε τις εν λόγω υποχρεώσεις.
42.
Παρ' όλο που η προφανής υπεκφυγή της Γαλλίας ως προς τα δύο αυτά σημεία πιθανολογεί το ενδεχόμενο ότι η προβαλλόμενη από την Επιτροπή παράβαση πράγματι υφίσταται, εντούτοις δεν επιτρέπει τη συναγωγή δεσμευτικών συμπερασμάτων υπ' αυτή την έννοια και, επομένως, δεν ισοδυναμεί, θεωρούμενη αυτοτελώς, με απόδειξη.
43.
Το συμπέρασμα αυτό συνάγεται εντούτοις σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς του καθού κράτους μέλους, καθώς και με τα έγγραφα που προσκόμισε και τα οποία αφορούν τα οργανωτικά μέτρα που πράγματι ελήφθησαν.
44.
Στην απάντηση της 22ας Ιανουαρίου 1985 επί του εγγράφου οχλήσεως της Επιτροπής — δηλαδή περίπου δύο έτη μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού 171/83 — αναφέρεται ότι οι υπηρεσίες που είναι επιφορτισμένες με την επιτήρηση βρίσκονται υπό συνεχή ενημέρωση λόγω του ότι τα μέτρα αυτά αποτελούν το αντικείμενο δημοσίων διευκρινίσεων,
βελτιώνεται προοδευτικά η κατάσταση σε σχέση με την επιτήρηση ( 36 ). Από αυτό καταφαίνεται ότι εν πάση περιπτώσει μέχρι το χρονικό αυτό σημείο δεν είχαν ληφθεί όλα τα αναγκαία μέτρα. Η κατάσταση αυτή διήρκεσε μέχρι τη λήξη της προθεσμίας που είχε θέσει η Επιτροπή με την αιτιολογημένη της γνώμη. Στην απάντηση της 21ης Ιανουαρίου 1987 επί της γνώμης αυτής αναφέρεται στην αρχή, μετά από σύντομη επανάληψη των αιτιάσεων της Επιτροπής, ότι δεν αμφισβητείται ότι πράγματι σημειώθηκαν ορισμένες ελλείψεις εντούτοις δεν ήταν δυνατό να εξασφαλιστεί η εφαρμογή των κοινοτικών διατάξεων εντός ενός έτους μετά από την έναρξη ισχύος τους. Μετά από τη διατύπωση γνώμης ως προς τις τροποποιήσεις που επήλθαν με τον κανονισμό 3094/86 και ως προς τις υποτιθέμενες συνέπειες για ως προς τη νομιμότητα της πρακτικής της Γαλλίας ( 37 ) αναφέρεται στο τέλος του εγγράφου ότι η Γαλλική Κυβέρνηση επεξεργάζεται ήδη απολύτως ακριβείς οδηγίες προς τις υπηρεσίες της ώστε να καταστεί το ταχύτερο δυνατή η σε μεγαλύτερο βαθμό τήρηση των διατάξεων περί διατηρήσεως. Έως το χρονικό αυτό σημείο δεν υπήρχαν, επομένως, τέτοιες ακριβείς οδηγίες προς τις υπηρεσίες.
45.
Το ότι η δήλωση αυτή — εν πάση περιπτώσει και αυτή — αναφέρεται στα προβλήματα της παρεμπίπτουσας αλιείας και του τρόπου διατάξεως των διχτύων, προκύπτει από το υπόμνημα αντικρούσεως ( 38 ). Στο υπόμνημα αυτό γίνεται λόγος για ένα πρόγραμμα ενημερώσεως και επιτηρήσεως, το οποίο, κατά την άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως, ανταποκρίνεται στο καθήκον ενεργείας κατά το άρθρο Ι τον κανονισμού 2421/87. Το έγγραφο, το οποίο επισυνάπτεται στο υπόμνημα αντικρούσεως ως αποδεικτικό στοιχείο για τα ληφθέντα μέτρα ( παράρτημα II ), είναι εντούτοις όψιμο (φέρει χρονολογία 30 Ιουνίου 1984) και αναφέρεται απλώς και μόνο στις κοινοτικές διατάξεις περί του μεγέθους των ματιών.
46.
Η συνολική εικόνα που προκύπτει από όλα αυτά τα δεδομένα επιβεβαιώνεται τελικά από την αναφερθείσα στην αρχή σύνοψη των εκθέσεων των υπαλλήλων της Επιτροπής. Θα απαιτούσε εδώ πολύ χρόνο να εξετάσω και να σχολιάσω σ' όλη του την έκταση το έγγραφο που προσκόμισε η Επιτροπή. Αρκούμαι σε ορισμένες παρατηρήσεις σχετικά με τις κατά το έτος 1987 — μετά τη λήξη της προθεσμίας που είχε ταχθεί με την αιτιολογημένη γνώμη — διαπιστώσεις ( οι οποίες εξάλλου έχω την εντύπωση ότι είναι αντιπροσωπευτικές και για τις προηγούμενες χρονικές περιόδους ).
47.
Πρώτον, από τις δηλώσεις ορισμένων μερών προκύπτει ότι οι οδηγίες προς τους επιφορτισμένους με την επιτήρηση υπαλλήλους δεν αντιστοιχούσαν στους προβλεπόμενους όρους. 'Ετσι, στη σελίδα 17 του αναφερθέντος εγγράφου ( 39 ) επαναλαμβάνεται η δήλωση ενός chef du quartier, ο οποίος ισχυρίζεται ότι από τρία έτη δεν είχε λάβει καμία οδηγία από την αρμόδια υπηρεσία προσπαθεί δε να εφαρμόσει τις ρυθμίσεις μέσω πειθούς, πράγμα που μπορεί να απαιτήσει πέντε έτη. Από αυτό συμπεραίνω ότι η εν λόγω εφαρμογή κατά το χρονικό αυτό σημείο δεν είχε αποτελέσει αντικείμενο επαρκώς σαφών οδηγιών. Αυτό το συμπέρασμα βρίσκεται σε αντιστοιχία προς το ότι οι συντάκτες της εκθέσεως κάνουν λόγο λίγο αργότερα στο πλαίσιο μιας άλλης επιθεωρήσεως ( 40 ) για το ότι οι αρμοδιότητες και η ενημέρωση των επιφορτισμένων με την επιτήρηση άλλων υπαλλήλων ήταν ανεπαρκείς. Αν η Γαλλία είχε εκπληρώσει τα καθήκοντά της σε σχέση με τις απαραίτητες ενημερώσεις και οδηγίες, θα ήταν ακατανόητη η δήλωση ενός πλοιάρχου ( 41 ) ότι είχε λάβει την οδηγία να μην ελέγχει ορισμένα αλιευτικά σκάφη.
48.
Δεύτερον, οι γενικές αυτές αναφορές, ιδίως ως προς το πρόβλημα της παρεμπίπτουσας αλιείας, επιβεβαιώνονται από διάφορες παρατηρήσεις που περιέχονται στο προσκομισθέν έγγραφο ( 42 ) σχετικά με τις επιθεωρήσεις του έτους 1987.
49.
3. Το συμπέρασμα που πρέπει να συναχθεί απ' όλα αυτά τα στοιχεία, ότι δηλαδή η προσαπτόμενη στη Γαλλία παράβαση της Συνθήκης είναι αποδεδειγμένη, δεν μπορεί να αποδυναμωθεί από όλες τις αντιρρήσεις που προβάλλει το καθού κράτος μέλος.
50.
α)
Καταρχάς πρέπει να εξεταστεί το επιχείρημα που ήδη ανέφερα στην αρχή των προτάσεων μου σχετικά με το δικαίωμα της άμυνας, κατά το οποίο το περιεχόμενο του εγγράφου της Επιτροπής που εξετάστηκε προηγουμένως δεν πρέπει να γίνει δεκτό ως αποδεικτικό μέσο, επειδή η Γαλλία δεν κατόρθωσε να εντοπίσει τις μεμονωμένες ενέργειες και, επομένως, δεν μπόρεσε να αμυνθεί αποτελεσματικά. Θεωρώ ότι ο ισχυρισμός αυτός, υπό τις δεδομένες περιστάσεις, δεν ευσταθεί. Για να συναχθεί η έλλειψη επαρκών οργανωτικών μέτρων δεν χρειάζεται το Δικαστήριο να σχηματίσει την πεποίθηση του με βάση μεμονωμένες περιπτώσεις ελλείψεων ως προς την επιτήρηση. Για να ανατρέψει τις αιτιάσεις της Επιτροπής από απόψεως αποδείξεων το καθού κράτος μέλος είχε δύο δυνατότητες, ακόμη και αν δεν μπορούσε να προβεί στις εν λόγω διαπιστώσεις. Πράγματι θα μπορούσε να προσκομίσει στο Δικαστήριο όλες τις σχετικές οδηγίες και στοιχεία ( ενδεχομένως και τις διατάξεις που αποτελούσαν το νόμιμο έρεισμα για τις ενέργειες των αρμοδίων αρχών ). Αν από τα στοιχεία αυτά προέκυπτε ότι είχαν ληφθεί — εγκαίρως — όλα τα αναγκαία οργανωτικά μέτρα, η προσφυγή θα έπρεπε να απορριφθεί.
51.
Η ίδια συνέπεια θα προέκυπτε, ανάλογα με τις περιστάσεις, αν από εκθέσεις, τις οποίες η Γαλλία — έστω και με εξάλειψη των ονομάτων και/ή υπό μορφή περιλήψεως — θα μπορούσε να προσκομίσει, προέκυπτε ότι οι επιθεωρήσεις των Γάλλων υπαλλήλων κατά τον χρόνο των υπό κρίση περιστατικών, ιδίως ως προς τις επιθεωρήσεις που διενεργήθηκαν από κοινού με υπαλλήλους της Επιτροπής, διεξήχθησαν χωρίς πλημμέλειες. Με την προσκόμιση αυτών των εγγράφων θα μπορούσε πράγματι, αν ληφθεί υπόψη η λογική συνάρτηση μεταξύ της οργανώσεως και της διενέργειας της επιτηρήσεως και της πατάξεως των παραβάσεων, να καταστεί αμφίβολη η αποδεικτική ισχύς των ενδείξεων που απαριθμήθηκαν προηγουμένως.
52.
Επομένως, τα προαναφερθέντα επιχειρήματα της Γαλλικής Κυβερνήσεως πρέπει να απορριφθούν.
53.
β)
Υπ' αυτό το πρίσμα, πρέπει να εξεταστούν οι ισχυρισμοί της Γαλλικής Κυβερνήσεως ως προς δύο ακόμη σημεία, τα οποία αφορούν την απόδειξη της παραβάσεως της Συνθήκης. Πράγματι προσκόμισε δύο πίνακες που παρέχουν μία επισκόπηση για ορισμένους ελέγχους.
54.
αα)
Ο πρώτος πίνακας περιέχεται στην απάντηση της 21ης Ιανουαρίου 1987 επί της αιτιολογημένης γνώμης και περιλαμβάνει τα αποτελέσματα ελέγχων που διενεργήθηκαν μεταξύ 1ης Σεπτεμβρίου και 1ης Νοεμβρίου 1986 σχετικά με προβλήματα μεγέθους ματιών και ελαχίστου μεγέθους των ιχθύων. Εδώ αρκεί η διαπίστωση ότι η ενέργεια αυτή πραγματοποιήθηκε μετά τη λήξη της προθεσμίας που είχε τάξει η Επιτροπή με την αιτιολογημένη γνώμη, ότι αφορά μία περιορισμένη μόνο περιοχή και ότι, τέλος, ο αριθμός των μέτρων ελέγχου, των παραβάσεων που διαπιστώθηκαν και των διώξεων που κινήθηκαν δεν έχει σημασία, επειδή δεν αμφισβητείται ότι η Γαλλία στηρίχθηκε σε σχέση με το μέγεθος των ματιών και το ελάχιστο μέγεθος των ιχθύων σε εθνικούς κανόνες αντί των κοινοτικών κανόνων.
55.
ββ)
Όσον αφορά τον πίνακα που προσκομίστηκε με το υπόμνημα αντικρούσεως, ο οποίος παρέχει στοιχεία σχετικά με τα αποτελέσματα των επιθεωρήσεων του έτους 1986, ούτε αυτός μπορεί να ανατρέψει την πεποίθηση περί υπάρξεως παραβάσεως εκ μέρους της καθής. Πράγματι, στον πίνακα αυτό επαναλαμβάνεται ο — απόλυτος και ποσοστιαίος ( ποιου μεγέθους ) — αριθμός των παραβάσεων που διαπιστώθηκαν. Στην παρούσα περίπτωση πρόκειται όμως ακριβώς για τις παραβάσεις που δεν διαπιστώθηκαν (και δεν πατάχθηκαν ), παρ' όλο που ήταν δυνατό να διαπιστωθούν και θα είχαν διαπιστωθεί αν το καθού είχε εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του.
56.
4. Η παράβαση την ύπαρξη της οποίας προβάλλει η Επιτροπή είναι επομένως αποδεδειγμένη με βάση τα πραγματικά περιστατικά. Από νομικής απόψεως δεν μεταβάλλεται ασφαλώς η κρίση αυτή από το ότι το καθού κράτος μέλος, όπως αναφέρθηκε ιδίως στην πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία, κατά την εφαρμογή επιτόπου των κοινοτικών διατάξεων μπορεί να φοβόταν την ύπαρξη δυσχερειών και είχε ή έχει αμφιβολίες ως προς το εύλογο ορισμένων κανόνων. Όλα αυτά περιλαμβάνονται στις εσωτερικές περιστάσεις τις οποίες κράτος μέλος δεν μπορεί, κατά πάγια νομολογία, να επικαλεστεί για να αποφύγει τις κατά το κοινοτικό δίκαιο υποχρεώσεις του.
Γ — Πρόταση
57.
Για όλους αυτούς τους λόγους προτείνω στο Δικαστήριο να δεχθεί την προσφυγή της Επιτροπής και να καταδικάσει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 1 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1983 (ΕΕ 1983, L 24, σ. 14).
( 2 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 7ης Οκτωβρίου 1986, για τη θέσπιση ορισμένων τεχνικών μέτρων διατήρησης των αλιευτικών πόρων ( ΕΕ 1986, L 288, σ. 1 ).
( 3 ) Αρθρα 2 έως 6 του κανονισμού 171/83, άρθρα 2 και 3 του κανονισμού 3094/86.
( 4 ) Αρθρο 7 του κανονισμού 171/83 άρθρο 4 του κανονισμού 3094/86.
( 5 ) Τίτλος II του κανονισμού 171/83 άρθρο 2 του κανονισμού 3094/86.
( 6 ) Τίτλος III του κανονισμού 171/83 τίτλος II του κανονισμού 3094/86.
( 7 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1982, περί θεσπίσεως ορισμένων μέτρων ελέγχου των αλιευτικών δραστηριοτήτων που ασκούνται από σκάφη των κρατών μελών ( ΕΕ 1982, L 220, σ. 1 ).
( 8 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη θέσπιση ορισμένων μέτρων ελέγχου για τις αλιευτικές δραστηριότητες ( ΕΕ 1987, L 207, σ. 1 ).
( 9 ) Οι διατυπώσεις διαφέρουν, χωρίς αυτό να έχει σημασία για την παρούσα υπόθεση. Από την 1η Ιανουαρίου 1987 [ βλ. τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 4027/86, ΕΕ 1986, L 376, σ. 4] ως αντικείμενο της επιθεωρήσεως αναφέρεται η « άσκηση της αλιείας και των συναφών δραστηριοτήτων », η δε επιθεώρηση αυτή εκτείνεται στα αλιευτικά σκάφη τρίτων χωρών ( βλ. τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του προαναφερθέντος τροποποιητικού κανονισμού ).
( 10 ) Ως αιτιολογία είχε εκθέσει ότι η εχεμύθεια ήταν απαραίτητη προς το συμφέρον της αποτελεσματικότητας της διενέργειας του ελέγχου των υπαλλήλων της Επιτροπής στο μέλλον και για την προστασία των δικαιωμάτων των τρίτων που αναφέρονται στις εκθέσεις, η ταυτότητα των οποίων θα μπορούσε να διαπιστωθεί.
( 11 ) Εφεξής επαναλαμβάνονται στη γλώσσα της διαδικασίας ορισμένα χωρία από τα σχετικά έγγραφα, επειδή δεν υπάρχει επίσημη γερμανική μετάφραση. (ΣτΜ: ομοίως και για την ελληνική ).
( 12 ) Επίσης, σ. 8 του δικογράφου της προσφυγής στο σημείο 3.3, σ. 10 στο σημείο 5.1, σ. 12, πρώτη φράση του δευτέρου εδαφίου.
( 13 ) Βλ. σ. 4 του δικογράφου της προσφυγής στο σημείο 2.3, καθώς και σ. 12, δεύτερη παράγραφος.
( 14 ) Βλ. π.χ. σ. 9 του δικογράφου της προσφυγής, όπου διατυπώνεται η μομφή ότι οι γαλλικές αρχές είχαν μεν αναφερθεί με το έγγραφο τους της 21ης Ιανουαρίου 1987 σε ορισμένες ενέργειες που είχαν αναληφθεί συστηματικά το 1986 ( επρόκειτο δηλαδή για ένα οργανωτικό μέτρο ), αλλά εντούτοις οι επιθεωρήσεις που διενεργήθηκαν από την Επιτροπή μεταξύ Φεβρουαρίου και Σεπτεμβρίου 1987 (με τους οποίους ελέγχθηκε η πραγματική εφαρμογή των μέτρων ) κατέστησαν φανερό ότι υπήρχαν σημαντικές ελλείψεις, πράγμα που βρίσκεται σε αντίφαση με την υπόσχεση που περιέχεται στο αναφερθέν έγγραφο.
( 15 ) Οι υπογραμμίσεις όπως έχουν στο πρωτότυπο κείμενο' η Επιτροπή αναφέρεται εδώ στην πρώτη αιτιολογική σκέψη και το άρθρο 1 του κανονισμού 170/83.
( 16 ) Σ. 9, πρώτη παράγραφος του δικογράφου της προσφυγής.
( 17 ) Βλ., π.χ., την απόφαση της 14ης Ιουλίου 1988, στην υπόθεση 296/86, Επιτροπή κατά Βελγίου ( Συλλογή 1988, σ. 4343, σκέψη 10).
( 18 ) Απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1970 στην υπόθεση 31/69, Επιτροπή κατά Ιταλίας ( Rec. 1970, σ. 25, σκέψη 13 )' απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1982 στην υπόθεση 211/81, Επιτροπή κατά Δανίας ( Συλλογή 1982, σ. 4547, σκέψη 9 ).
( 19 ) Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1982 στην υπόθεση 211 /81 ( όπ.π., υποσημείωση 18 ), σκέψη 8 απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 1988, στην υπόθεση 229/87, Επιτροπή κατά Ελλάδος ( Συλλογή 1988, σ. 6347, σκέψη 12 ).
( 20 ) Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1982 στην υπόθεση 211/81 (όπ.π., υποσημείωση 18), σκέψη 14' απόφαση της 14ης Ιουλίου 1988, στην υπόθεση 298/86 ( όπ.π., υποσημείωση 17 ), σκέψη 10.
( 21 ) Οι υπογραμμίσεις δικές μου.
( 22 ) Βλ. παραρτήματα V και VΙ του κανονισμού 171/83 παραρτήματα II και III του κανονισμού 3094/86.
( 23 ) Βλ. παραρτήματα Ι έως ΙV του κανονισμού 171/83 παράρτημα Ι του κανονισμού 3094/86.
( 24 ) Βλ. απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1973, στην υπόθεση 39/72, Επιτροπή κατά Ιταλίας ( Slg. 1973, σ. 101, σκέψεις 9 και 11 ) απόφαση της 5ης Ιουνίου 1986, στην υπόθεση 103/84, Επιτροπή κατά Ιταλίας ( Συλλογή 1986, σ. 1759, σκέψεις 8 και 9 ) απόφαση της 17ης Ιουνίου 1987, στην υπόθεση 154/84, Επιτροπή κατά Ιταλίας ( Συλλογή 1987, σ. 2717, σκέψη 6 ).
( 25 ) Απόφαση της 22ας Μαρτίου 1983, στην υπόθεση 42/82, Επιτροπή κατά Γαλλίας ( Συλλογή 1983, σ. 1013, σκέψη 20 ) απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 1988, στην υπόθεση 113/86, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1988, σ. 607, σκέψη 11 ).
( 26 ) Βλ. ανωτέρω αριθμό περιθωρίου 24.
( 27 ) Βλ. σ. 2 της απαντήσεως της 21ης Ιανουαρίου 1987, όπου αναφέρεται: « ( Le gouvernement français ) a pris sur lui de donner des consignes à ses services afin d'éviter tout risque de désordre. » [ ( H Γαλλική Κυβέρνηση ) ανέλαβε τη μέριμνα να δώσει οδηγίες στις υπηρεσίες της προκειμένου να αποφευχθεί κάθε κίνδυνος αρρυθμίας]. Στην ίδια σελίδα γίνεται λόγος στη συνέχεια για ένα « συστηματικό πρόγραμμα δράσεως » που άρχισε το 1986 και που πρέπει να επέφερε ορισμένες βελτιώσεις· οι εν λόγω προβαλλόμενες βελτιώσεις εμφαίνονται προφανώς σε έναν πίνακα σχετικά με τους μεμονωμένους ελέγχους, από τον οποίο προκύπτουν, κατά την άποψη των γαλλικών αρχών, τα αποτελέσματα του προγράμματος για ορισμένο τομέα.
( 28 ) Στη σελίδα 5 της αντικρούσεως επί της προσφυγής αμφισβητείται ότι έχουν ιδιαίτερη σημασία (caractère significatif ) οι διαπιστώσεις της Επιτροπής. Στη σελίδα 6 αναφέρεται ότι έχει προαναγγελθεί ένα πρόγραμμα ενημερώσεως και ελέγχων ως προς αυτό, η Γαλλική Κυβέρνηση προσκομίζει ένα έγγραφο με το οποίο παραπέμπει τους νομάρχες των οικείων διοικητικών διαμερισμάτων στις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου περί ελαχίστου μεγέθους των ματιών. Ως συμπέρασμα αναφέρεται: « Cette action, dont le gouvernement français considère qu'elle répond à l'obligation de moyen dècoylant de l'article 1er du règlement no 2241/87, n'a, d'ailleurs, pas été sans résultat, comme le montre le tableau figurant en annexe 3. » ( Το πρόγραμμα αυτό, το οποίο η Γαλλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι ανταποκρίνεται στην προϋπόθεση ως προς τα μέσα η οποία απορρέει από το άρθρο 1 του κανονισμού 2241/87 δεν παρέμεινε εξάλλου χωρίς αποτέλεσμα, όπως αποδεικνύεται από τον πίνακα που περιέχεται στο παράρτημα 3. )
( 29 ) Δεύτερη παράγραφος' βλ. και το αιτητικό του δικογράφου της προσφυγής: « contrôle garantissant le respect » ( έλεγχος που να διασφαλίζει την τήρηση ).
( 30 ) Κατωτέρω 1.1.
( 31 ) Βλ. τις βασικές αποφάσεις της 25ης Μαΐου 1982, στις υποθέσεις 96/81 και 97/81, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 1982, σ. 1791 και 1819) όπως επιβεβαιώθηκε τελευταία με την απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 1991 στην υπόθεση 244/89, Επιτροπή κατά Γαλλίας ( Συλλογή 1991, σ. Ι-163, σκέψη 35 ).
( 32 ) Βλ. α 3 του εγγράφου, όπου αναφέρεται: « Je me rendrai prochainement à Bordeaux pour mettre en œuvre un dispositif analogue á celui engagé en Bretagne et dans les Pays de la Loire sur la côte Aquitaine et Basque Française. » ( Θα μεταβώ προσεχώς στο Bordeaux με σκοπό την εφαρμογή μέτρων αναλόγων προς αυτά που εφαρμόζονται ήδη στη Βρετάνη και στις περιοχές του Λίγηρα επί των ακτών της Ακουιτανίας και της γαλλικής χώρας των Βάσκων )
( 33 ) Βλ. σ. 5.
( 34 ) Βλ. την απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 1990, στην υπόθεση C-200/88, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1990, σ. 14299, σκέψη 13).
( 35 ) Εκτός από το πρόβλημα του ελαχίστου μεγέθους των ιχθύων, το οποίο πάντως εξέτασα ήδη στο προηγούμενο σημείο.
( 36 ) Βλέπε ανωτέρω αριθμό περιθωρίου 24.
( 37 ) Βλέπε ανωτέρω αριθμό περιθωρίου 28.
( 38 ) Πρβλ. σ. 6.
( 39 ) 1987-ΙV-C.
( 40 ) Βλ. σ. 19, 1987-VII-C.
( 41 ) Όπ.π. ( προηγούμενη υποσημείωση ).
( 42 ) 1987-Ι-Α 1987-ΙΙ-Β 1987-ΙΧ-Β 1987-IX-C.
Full & Egal Universal Law Academy