ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΊΑ
WALTER VAN GERVEN
της 26ης Ιουνίου 1991 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Παρέχει το άρθρο 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ στο Συμβούλιο την εξουσία εκδόσεως κανονισμού ο οποίος να επιτρέπει τον καθορισμό μεγίστων επιτρεπτών επιπέδων ραδιενέργειας όσον αφορά τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές που απειλούν τη δημόσια υγεία όταν ο καθορισμός τέτοιων μεγίστων επιπέδων έχει ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση της εμπορίας των τροφίμων αυτών; 'Η μήπως ένας τέτοιος κανονισμός θα πρέπει επίσης να στηρίζεται ( και, δη αποκλειστικώς) στο άρθρο 100 Α της Συνθήκης ΕΟΚ; Αυτό νομίζω ότι είναι κατ' ουσίαν το νομικό πρόβλημα που καλείται να επιλύσει εν προκειμένω το Δικαστήριο.
1. Τα κροηγηθέντα της ένδικης διαδικασίας στάδια· το καραδεκτό των προβαλλομένων λόγων
2.
Με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 4 Μαρτίου 1988, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο άσκησε, δυνάμει των άρθρων 173 της Συνθήκης ΕΟΚ και 146 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση του κανονισμού ( Ευρατόμ ) 3954/87 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1987, για τον καθορισμό των μεγίστων επιτρεπτών επιπέδων ραδιενέργειας στα τρόφιμα και τις ζωοτροφές λόγω πυρηνικού ατυχήματος ή σε περίπτωση εκτάκτου κινδύνου από ακτινοβολίες ( 1 ). Προς στήριξη της προσφυγής του, το Κοινοβούλιο προβάλλει τρεις λόγους ακυρώσεως: ο επίδικος κανονισμός στερείται της κατάλληλης νομικής βάσεως· το Συμβούλιο είναι αρμόδιο όχι για την έκδοση κανονισμού αλλά μόνο οδηγίας· κακώς το Συμβούλιο παρέλειψε να εκχωρήσει εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή.
Στις 11 Απριλίου 1988, το Συμβούλω προέτεινε ένσταση απαραδέκτου κατά της προσφυγής του Κοινοβουλίου. Με παρεμπίπτουσα απόφαση του της 22ας Μαΐου 1990 ( 2 ), το Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση αυτή επιβεβαιώνοντας έτσι ότι το Κοινοβούλιο δικαιούται, τουλάχιστον υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να ασκεί προσφυγές ακυρώσεως. Με την απόφαση του αυτή, το Δικαστήριο υπογράμμισε τη θεμελιώδη σημασία του δικαστικού ελέγχου της μεταξύ των κοινοτικών οργάνων ισορροπίας που έχει θεσπιστεί από τις Συνθήκες. Πράγματι, στο πλαίσιο της κοινοτικής διαδικασίας λήψεως αποφάσεων, οι Συνθήκες έχουν αναγνωρίσει ορισμένες προνομίες σε καθένα από τα κοινοτικά όργανα και έχουν αναθέσει στο Δικαστήριο να μεριμνά ώστε κάθε όργανο να ασκεί τις αρμοδιότητες του σεβόμενο τις αρμοδιότητες των άλλων ( 3 ). Βάσει ακριβώς των σκέψεων αυτών αναγνωρίστηκε στο Κοινοβούλιο περιορισμένο δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής. Είναι αληθές ότι, όπως έχει διευκρινίσει το Δικαστήριο, η Συνθήκη ΕΟΚ και η Συνθήκη ΕΚΑΕ δεν επιτρέπουν την αναγνώριση στο Κοινοβούλιο του καθεστώτος του προνομιούχου προσφεύγοντος ( 4 ). Το δικαίωμα προσφυγής που αναγνωρίστηκε στο Κοινοβούλιο με την απόφαση της 22ας Μαΐου 1990 έχει στενότερο περιεχόμενο: πράγματι, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι είναι παραδεκτή η εκ μέρους του Κοινοβουλίου άσκηση ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγής ακυρώσεως κατά πράξεων του Συμβουλίου ή της Επιτροπής υπό την προϋπόθεση ότι η προσφυγή αυτή αποσκοπεί αποκλειστικά στη διασφάλιση των προνομιών του Κοινοβουλίου και στηρίζεται μόνο σε λόγους αντλούμενους από την προσβολή των τελευταίων ( 5 ).
3.
Υπό το φως ακριβώς των θεωρήσεων που πρόκειται να αναπτύξω κατωτέρω, πρέπει να εκτιμηθεί το παραδεκτό των τριών λόγων ακυρώσεως που προβάλλει το Κοινοβούλιο.
Το παραδεκτό του πρώτου λόγου επιβεβαιώθηκε ρητώς με την παρεμπίπτουσα απόφαση ( 6 ). Υποστηρίζοντας ότι ο επίδικος κανονισμός έπρεπε να στηριχθεί οχι στο άρθρο 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ αλλά στο άρθρο 100 Α της Συνθήκης ΕΟΚ, το Κοινοβούλιο προασπίζεται τις προνομίες του όσον αφορά τη μεταξύ των κοινοτικών οργάνων διαδικασία λήψεως αποφάσεων. Πράγματι, δυνάμει του άρθρου 100 Α της Συνθήκης ΕΟΚ, το Συμβούλιο οφείλει να εκδίδει τους κανονισμούς και τις οδηγίες σε συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πράγμα που διασφαλίζει στο τελευταίο μια πολύ περισσότερο έντονη και ενεργό συμμετοχή στη διαδικασία διαβουλεύσεως που προβλέπεται από το άρθρο 31, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚΑΕ.
Το παραδεκτό του δεύτερου και τρίτου λόγου είναι πολύ πιο συζητήσιμο και ο εκπρόσωπος του Κοινοβουλίου δήλωσε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι επαφίεται εν προκειμένω στην κρίση του Δικαστηρίου. Ο δεύτερος λόγος του Κοινοβουλίου αφορά τη νομική μορφή της επίδικης πράξεως: έστω κι αν υποτεθεί ότι το άρθρο 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ αποτελεί επαρκή νομική βάση για τον κανονισμό αυτό, το Κοινοβούλιο φρονεί ότι η διάταξη αυτή δεν παρέχει παρ' όλ' αυτά στο Συμβούλιο την εξουσία εκδόσεως κανονισμών αλλά μόνο οδηγιών. Δεν νομίζω ότι ο λόγος αυτός αποσκοπεί στη διασφάλιση των προνομιών του Κοινοβουλίου ή στηρίζεται στην προσβολή αυτών. Το γεγονός ότι το Συμβούλιο επιλέγει κανονισμό ή οδηγία ως τη νομική μορφή μιας πράξεως του, ουδεμία έχει επίπτωση όσον αφορά τις προνομίες του Κοινοβουλίου στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων.
Ο τρίτος λόγος, που προβάλλεται επικουρικώς από το Κοινοβούλιο, στηρίζεται στην άποψη ότι το άρθρο 100 Α της Συνθήκης ΕΟΚ πράγματι αποτελεί την κατάλληλη νομική βάση της επίδικης πράξεως ( με άλλα λόγια ότι ο πρώτος λόγος του Κοινοβουλίου είναι βάσιμος ). Στην περίπτωση αυτή, ισχυρίζεται στη συνέχεια το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο διέπραξε και άλλη μια πλημμέλεια μη εκχωρώντας εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή παραβαίνοντας έτσι τις δικές του αποφάσεις (δηλαδή την απόφαση περί επιτροπών 87/373/ΕΟΚ ( 7 )). Όμως το Κοινοβούλιο δεν διευκρίνισε, ούτε κατά την έγγραφη ούτε κατά την προφορική διαδικασία, ως προς ποιο σημείο εθίγησαν οι προνομίες του από την πλημμέλεια αυτή. Ως εκ τούτου, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τον δεύτερο και τρίτο λόγο ακυρώσεως του Κοινοβουλίου και να επικεντρώσει την ανάλυση του στον πρώτο λόγο σχετικά με τη νομική βάση της επίδικης πράξεως.
2. Η εξέλιξη της ένδικης διαδικασίας όσον αφορά το υπόμνημα απαντήσεως του Κοινοβουλίου
4.
Πριν αρχίσω την εξέταση του πρώτου λόγου ακυρώσεως του Κοινοβουλίου, θα πρέπει επιπλέον να ασχοληθώ με τις δύο αιτιάσεις του Συμβουλίου κατά των επιχειρημάτων που προέβαλε το Κοινοβούλιο με το υπόμνημα απαντήσεως του. Πρώτον, το Συμβούλιο δεν δέχεται ότι το Κοινοβούλιο μπορεί να εξετάσει λεπτομερώς στο υπόμνημα απαντήσεώς του τα επιχειρήματα που η Επιτροπή ανέπτυξε στο υπόμνημά της παρεμβάσεως ( 8 ). Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι το Κοινοβούλιο δεν δικαιούνταν να πράξει κάτι τέτοιο και ότι εκτρέπει την απάντηση του από τον σκοπό της ο οποίος συνίσταται στη διευκρίνιση της μεναξύ των διαδίκων συζητήσεως. Προς στήριξη της αιτιάσεώς του, το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι ο Κανονισμός Διαδικασίας, όπως ισχύει σήμερα, δεν επιτρέπει να δίδεται απάντηση στο υπόμνημα του παρεμβαίνοντος· αυτό το δικαίωμα απαντήσεως υφίσταται μόνο στο πλαίσιο της προφορικής διαδικασίας. Το Συμβούλιο φρονεί ότι η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από την τροποποίηση του Κανονισμού Διαδικασίας του 1979. Πριν από την τροποποίηση αυτή, το άρθρο 93, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας προέβλεπε ρητώς ότι ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου καθόριζε προθεσμία εντός της οποίας οι διάδικοι μπορούσαν να απαντήσουν στο υπόμνημα ενός παρεμβαίνοντος. Όμως, η τελευταία αυτή διάταξη απαλείφθηκε το 1979 και εξ αυτού το Συμβούλιο συνάγει το συμπέρασμα ότι δεν μπορεί πλέον να δίδεται γραπτή απάντηση στο υπόμνημα του παρεμβαίνοντος.
Η δεύτερη αιτίαση του Συμβουλίου κατά του υπομνήματος απαντήσεως του Κοινοβουλίου, αιτίαση η οποία είναι παρεμφερής προς την προηγούμενη, αφορά περισσότερο την ουσία της υποθέσεως. Το Συμβούλιο υπογραμμίζει ότι το υπόμνημα απαντήσεως δεν έχει, ή σχεδόν δεν έχει, σχέση με τα επιχειρήματα που αυτό είχε προβάλει με το υπόμνημά του αντικρούσεως και ως εκ τούτου φρονεί ότι του είναι αδύνατο να υποβάλει ένα πραγματικό υπόμνημα ανταπαντήσεως.
5.
Δεν θεωρώ τις αιτιάσεις του Συμβουλίου βάσιμες. Βεβαίως ο Κανονισμός Διαδικασίας δεν παρέχει πλέον στους διαδίκους το δικαίωμα να απαντούν με χωριανές παρατηρήσεις στο υπόμνημα του παρεμβαίνοντος ( 9 ). Εντούτοις, το να συναχθεί εξ αυτού ότι ουδόλως μπορεί να αναφέρεται στο περιεχόμενο του υπομνήματος αυτού μου φαίνεται υπερβολικό και για τον πρόσθετο λόγο ότι ο μόνος ως προς την ουσία περιορισμός στον οποίον ο Κανονισμός Διαδικασίας υποβάλλει το υπόμνημα αυτό αφορά την προβολή νέων λόγων. Στο υπόμνημά του απαντήσεως όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, το Κοινοβούλιο επικαλείται ορισμένα νέα επιχειρήματα προς στήριξη λόγων που είχε ήδη προβάλει στο δικόγραφό του προσφυγής και εξετάζει ορισμένα επιχειρήματα που προτάθηκαν κατά των λόγων αυτών είτε από το Συμβούλιο είτε από την Επιτροπή. Τούτο δεν μου φαίνεται ανεπίτρεπτο. Για τους ίδιους λόγους δεν μπορώ επίσης να συμμεριστώ τη θέση που αποτελεί τη βάση της δευτέρας αιτιάσεως του Συμβουλίου, δηλαδή ότι το υπόμνημα απαντήσεως πρέπει να αφορά μόνο σημεία που έχουν ήδη θιγεί στο υπόμνημα αντικρούσεως.
Έστω και αν η επιχειρηματολογία του Συμβουλίου περιείχε κόκκους αληθείας, δεν θα συνιστούσα στο Δικαστήριο να αγνοήσει τα επιχειρήματα που το Κοινοβούλιο προέβαλε με το υπόμνημα απαντήσεως του. Πράγματι, η υπό κρίση υπόθεση αφορά τη διατήρηση της ισορροπίας αρμοδιοτήτων μεταξύ των κοινοτικών οργάνων μέσω του δικαστικού ελέγχου της κατάλληλης νομικής βάσεως μιας πράξεως. Κατά τη γνώμη μου, η σπουδαιότητα που έχει η επιλογή της κατάλληλης νομικής βάσεως δεν επιτρέπει να αγνοηθούν τα αναπτυχθέντα από έναν αντίδικο επιχειρήματα λόγω μιας ( υποθετικής ) παραβάσεως του Κανονισμού Διαδικασίας. Όντως, πρόκειται περί ζητημάτων δημοσίας τάξεως, πράγμα που σημαίνει ότι το ίδιο το Δικαστήριο μπορεί, ενδεχομένως, να λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη νέους λόγους, ενώ δεν ευσταθεί, όσον αφορά το σημείο αυτό, η αναφορά στην απόφαση C-62/88 ( 10 ).
Στην υπόθεση εκείνη, η Ελλάς είχε αμφισβητήσει, δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, τη νομική βάση ενός κανονισμού ( 11 ) του Συμβουλίου, που είχε εκδοθεί βάσει του άρθρου 113 της Συνθήκης ΕΟΚ. Η Ελληνική Κυβέρνηση είχε, μεταξύ άλλων, υποστηρίξει ότι ο κανονισμός αυτός έπρεπε να ερείδεται στο άρθρο 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ. Το Συμβούλιο είχε αμφισβητήσει το παραδεκτό του λόγου αυτού ισχυριζόμενο ότι η Ελληνική Κυβέρνηση είχε ασκήσει την προσφυγή της βάσει μόνο του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ και όχι βάσει του άρθρου 146 της Συνθήκης ΕΚΑΕ. Καίτοι δέχθηκε ότι η κατά γράμμα ερμηνεία του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ επιβεβαίωνε την άποψη του Συμβουλίου, το Δικαστήριο εξέτασε, ωστόσο, τον προβληθέντα από την Ελληνική Κυβέρνηση λόγο. Πράγματι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση εκείνη, η ανάγκη ελέγχου με πληρότητα και συνοχή της νομιμότητας των πράξεων των κοινοτικών οργάνων απαιτεί να ερμηνεύεται το άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΟΚ υπό την έννοια ότι δεν μπορεί να αποκλείει την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να εξετάζει, στο πλαίσιο προσφυγής αποσκοπούσας στην ακύρωση πράξεως ερειδόμενης σε διάταξη της Συνθήκης ΕΟΚ, αιτίαση αντλούμενη από την παράβαση κανόνα της Συνθήκης ΕΚΑΕ ( 12 ). Από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι το Δικαστήριο δεν κρίνει απορριπτέους, εξαιτίας διαδικαστικών πλημμελειών, λόγους ακυρώσεως που αφορούν τη νομική βάση πράξεως κοινοτικού οργάνου. Παρόμοιες σκέψεις δεν επιτρέπουν να αγνοηθούν τα επιχειρήματα που αναπτύσσει το Κοινοβούλιο στην απάντηση του.
3. Τα αναπτυχθέντα εκατέρωθεν επιχειρήματα όσον αφορά τη νομική βάση
6.
Πρώτον, θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι η αιτίαση που προβάλλεται κατά του επιδίκου κανονισμού δεν είναι καθαρά τυπικής φύσεως. Όπως έχω ήδη εκθέσει, το Κοινοβούλιο αιτιολογεί την επιλογή του άρθρου 100 Α της Συνθήκης ΕΟΚ, αντί του άρθρου 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, ως νομικής βάσεως, από το γεγονός ότι η πρώτη διάταξη του διασφαλίζει μια πολύ περισσότερο έντονη και ενεργό συμμετοχή στη μεταξύ των κοινοτικών οργάνων διαδικασία λήψεως αποφάσεων. Με άλλα λόγια, οι διαδικαστικής φύσεως επιταγές του άρθρου 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ διαφέρουν απ' αυτές του άρθρου 100 Α της Συνθήκης ΕΟΚ, πράγμα που σημαίνει ότι η απόφαση του Συμβουλίου να θεμελιώσει νομικώς την απόφαση του όχι επί του άρθρου 100 Α της Συνθήκης ΕΟΚ αλλά επί του άρθρου 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ μπορεί να επηρεάσει και το περιεχόμενο του εν λόγω κανονισμού. Εξ αυτού έπεται ότι αν ο προβαλλόμενος από το Κοινοβούλιο λόγος είναι βάσιμος, αυτό πρέπει να συνεπάγεται και την ακύρωση του επίδικου κανονισμού ( 13 ).
7.
Δεύτερον, θα ήθελα, τώρα, να ασχοληθώ εν ολίγοις με τις δύο νομικές βάσεις που αποτελούν το επίκεντρο της διαφωνίας των διαδίκων.
Το άρθρο 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ αποτελεΐ-μέρος του τίτλου II, κεφάλαιο 3, της Συνθήκης ΕΚΑΕ. Το κεφάλαιο αυτό φέρει τον τίτλο « Η προστασία της υγείας» και συνδέεται με το προοίμιο της Συνθήκης όπου τα συμβαλλόμενα κράτη εκφράζουν τη μέριμνά τους « να δημιουργήσουν συνθήκες ασφαλείας που αποκλείουν τους κινδύνους για τη ζωή και την υγεία των λαών ». Το χωρίο αυτό του προοιμίου αναπτύσσεται εκτενέστερα στο άρθρο 2, στοιχείο β, της Συνθήκης όπου προβλέπεται:
« Για την εκπλήρωση της αποστολής της η Κοινότητα οφείλει κατά τους όρους της παρούσης Συνθήκης:
(...)
β)
να θεσπίζει ομοιομόρφους κανόνες ασφαλείας για την προστασία της υγείας του πληθυσμού και των εργαζομένων και να μεριμνά για την εφαρμογή τους (... ) »
Η πολιτική της προστασίας της υγείας εκτίθεται λεπτομερώς στον τίτλο ΙΙ, κεφάλαιο 3, της Συνθήκης ΕΚΑΕ ο οποίος αποτελείται από δέκα άρθρα. Τα άρθρα 30 και 31 είναι κυρίως αυτά που, κατά τη γνώμη μου, παρουσιάζουν ιδιαίτερη σημασία όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση. Το άρθρο 30 αναφέρεται στο κύριο μέτρο προστασίας της υγείας: τη θέσπιση « βασικών κανόνων ». Ας μου επιτραπεί να παραθέσω ολόκληρο το άρθρο αυτό:
« Εντός της Κοινότητος θεσπίζονται βασικοί κανόνες προστασίας της υγείας του πληθυσμού και των εργαζομένων κατά των κινδύνων που προκύπτουν από ιοντίζουσες ακτινοβολίες.
Ως βασικοί κανόνες νοούνται:
α)
οι ανώτατες επιτρεπτές δόσεις που παρέχουν επαρκή ασφάλεια,
β)
οι ανώτατες επιτρεπτές εκθέσεις και μολύνσεις,
γ)
οι θεμελιώδεις αρχές ιατρικής επιβλέψεως των εργαζομένων. »
Στη συνέχεια, το άρθρο 31, που το Συμβούλιο θεωρεί ως την ενδεδειγμένη νομική βάση του επίδικου κανονισμού, περιγράφει τη διαδικασία θεσπίσεως των « βασικών κανόνων » : η Επιτροπή επεξεργάζεται τους βασικούς κανόνες κατόπιν γνώμης ομάδος προσωπικοτήτων που ορίζονται από την επιστημονική και τεχνική επιτροπή μεταξύ των εμπειρογνωμόνων επιστημόνων των κρατών μελών, ιδίως μεταξύ των εμπειρογνωμόνων στον τομέα της δημοσίας υγείας. Η Επιτροπή ζητεί τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής επί των βασικών κανόνων των οποίων η επεξεργασία έγινε κατά τον τρόπο αυτό. Κατόπιν διαβουλεύσεων με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο ορίζει με ειδική πλειοψηφία τους βασικούς κανόνες.
Το άρθρο 100 Α της Συνθήκης ΕΟΚ, που το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ισχυρίζεται ότι αποτελεί την κατάλληλη νομική βάση του επίδικου κανονισμού, είναι περισσότερο γνωστό. Αποτελεί τη διάταξη-κλειδί της Συνθήκης ΕΟΚ που επιτρέπει στο Συμβούλιο να θεσπίζει τα « μέτρα » ( με άλλα λόγια τόσο τους κανονισμούς όσο και τις οδηγίες ) « σχετικά με την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοκητικών διατάξεων των κρατών μελών που έχουν ως αντικείμενο την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς ». Όπως προκύπτει από το άρθρο 8 Α της Συνθήκης ΕΟΚ, η έννοια της « εσωτερικής αγοράς » περιλαμβάνει έναν χώρο χωρίς εσωτερικά σύνορα μέσα στον οποίο εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης αυτής.
8.
Τρίτον, θεωρώ χρήσιμο να εκθέσω το πλαίσιο αναφοράς εντός του οποίου πρέπει να εκτιμηθούν τα επιχειρήματα των διαδίκων.
Όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, για την εκτίμηση του εάν μια πράξη κοινοτικού οργάνου είναι νομικώς έγκυρη απαιτείται μια διπλή εξέταση. Αφενός, επιβάλλεται να ληφθούν υπόψη οι σκοποί και το περιεχόμενο της εν λόγω πράξεως· αφετέρου, πρέπει να εξεταστεί το περιεχόμενο της διατάξεως της Συνθήκης επί της οποίας στηρίζεται η πράξη αυτή. Επί των δύο αυτών ακριβώς σημείων διαφωνούν οι διάδικοι: αναλύουν διαφορετικά τους σκοπούς και το περιεχόμενο του επίδικου κανονισμού, ενώ διαφωνούν και ως προς τη φύση των μέτρων που το Συμβούλιο μπορεί να θεσπίζει βάσει του άρθρου 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο φρονεί ότι ο επίδικος κανονισμός όχι μόνο αποσκοπεί στη διασφάλιση της προστασίας της υγείας του πληθυσμού, αλλά και επηρεάζει σημαντικά τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Ενόψει του διπλού αυτού σκοπού, ο κανονισμός δεν μπορούσε, πάντοτε κατά το Κοινοβούλιο, να εκδοθεί βάσει του άρθρου 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, δεδομένου ότι η Συνθήκη ΕΚΑΕ, γενικώς, και το σύστημα προστασίας της υγείας που έχει θεσπιστεί με τη Συνθήκη αυτή, ειδικότερα, έχουν πολύ στενότερο περιεχόμενο. 'Ετσι, το Συμβούλιο όφειλε να θεμελιώσει τον επίδικο κανονισμό, είτε παράλληλα είτε αποκλειστικά, στο άρθρο 100 Α της Συνθήκης ΕΟΚ.
Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο εν προκειμένω από την Επιτροπή και το Ηνωμένο Βασίλειο, διατείνεται ότι ο επίδικος κανονισμός έχει σχέση, πρώτον, με τη διασφάλιση της προστασίας της υγείας του πληθυσμού και ότι τα προβλεπόμενα από τον κανονισμό αυτόν σχετικά μέτρα έχουν απλώς μια παρεπόμενη και μη ηθελημένη επίπτωση στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων στο εσωτερικό της Κοινότητας. Εξάλλου, οι διάδικοι αυτοί εμμένουν επί της ανάγκης ευρείας ερμηνείας του συστήματος προστασίας της υγείας που έχει θεσπιστεί με τα άρθρα 30 επ. της Συνθήκης ΕΚΑΕ. Κατ' αυτούς, το γεγονός ότι τα μέτρα προστασίας της υγείας από ιοντίζουσες ακτινοβολίες έχουν, κατά τρόπο παρεπόμενο, επίπτωση και στην ελεύθερη κυκλοφορία των αγαθών δεν μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο στην επιλογή και την πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ ως νομικής βάσεως.
9.
Για την εκτίμηση των επιχειρημάτων του Κοινοβουλίου πρέπει να ληφθεί υπόψη η σχέση μεταξύ της Συνθήκης ΕΟΚ και της Συνθήκης ΕΚΑΕ. Συναφώς, το άρθρο 232, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ ορίζει ότι:
« Η παρούσα Συνθήκη δεν θίγει τις διατάξεις της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητος Ατομικής Ενεργείας. »
Η διάταξη αυτή έχει ως αποτέλεσμα ότι, σε περίπτωση που καταδειχθεί ότι το άρθρο 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ αποτελεί την κατάλληλη νομική βάση για τον επίδικο κανονισμό ( δηλαδή αν γίνει δεκτό ότι ο κανονισμός αποτελεί πράγματι μέρος των « βασικών κανόνων » περί των οποίων γίνεται μνεία στα άρθρα 30 και 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ ), η προσφυγή του Κοινοβουλίου πρέπει να απορριφθεί, έστω και αν αποδειχθεί ότι το άρθρο 100 Α της Συνθήκης ΕΚΑΕ θα μπορούσε επίσης να αποτελεί την κατάλληλη νομική βάση του κανονισμού αυτού.
Αντιθέτως, το Δικαστήριο θα πρέπει να κάνει δεκτή την προσφυγή του Κοινοβουλίου σε δύο περιπτώσεις: πρώτον, αν κρίνει ότι το άρθρο 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ οπωσδήποτε δεν μπορεί να αποτελεί τη νομική βάση του επίδικου κανονισμού· δεύτερον, αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο κανονισμός αυτός θα έπρεπε να στηρίζεται τόσο στο άρθρο 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ όσο και στο άρθρο 100 Α της Συνθήκης ΕΟΚ. Το Δικαστήριο θα έπρεπε να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό αν διαπίστωνε ότι ο επίδικος κανονισμός όχι μόνο καθορίζει «βασικούς κανόνες», αλλά και, επιπλέον, επιδιώκει σκοπούς και θεσπίζει κανόνες οι οποίοι δεν μπορούν να ερείδονται επί του άρθρου 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, καθόσον, τουναντίον, αφορούν την εγκαθίδρυση ή τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο κανονισμός θα έπρεπε να στηρίζεται στη διπλή νομική βάση του άρθρου 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ και του άρθρου 100 Α της Συνθήκης ΕΟΚ ( 14 ). Στην υπό κρίση υπόθεση μια τέτοια σώρευση νομικών βάσεων δεν είναι, αυτή καθεαυτή, αδύνατη διότι αμφότερα τα άρθρα αυτά υποχρεώνουν το Συμβούλιο να αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία και επιτάσσουν προπαρασκευαστικές διαδικασίες, ασφαλώς διαφορετικές, αλλά όχι ασυμβίβαστες μεταξύ τους ( 15 ). Το άρθρο 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ απαιτεί να γίνεται διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με προσωπικότητες οριζόμενες από την επιστημονική και τεχνική επιτροπή καθώς και με την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή· αντιθέτως, το άρθρο 100 Α προβλέπει, εκτός από τη διαβούλευση με την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, την εφαρμογή αυτού που είθισται να καλείται διαδικασία συνεργασίας με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Οι δύο διαδικασίες μπορούν, ενδεχομένως, να σωρευθούν, π.χ. ζητώντας τη γνώμη των προσωπικοτήτων που ορίζονται από την επιστημονική και τεχνική επιτροπή καθώς και της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής πριν από την έναρξη της διαδικασίας συνεργασίας με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Κατά συνέπεια, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι ο επίδικος κανονισμός έπρεπε να στηρίζεται τόσο στο άρθρο 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ όσο και στο άρθρο 100 Α της Συνθήκης ΕΟΚ, θα καταδειχθεί ότι το Συμβούλιο δεν έχει τηρήσει διαδικαστικής φύσεως επιταγές, πράγμα που σημαίνει ότι ο κανονισμός θα πρέπει να ακυρωθεί.
10.
Ας μου επιτραπεί τώρα, βάσει των προε-κτεθέντων, να προβώ σε μια ανάλυση των σκοπών και του περιεχομένου του επίδικου κανονισμού (παράγραφοι 11 έως 15) και, στη συνέχεια, στην εκτίμηση των επιχειρημάτων των διαδίκων όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ (παράγραφοι 16 έως 29).
4. Η ανάλυση του επιδίκου κανονισμού
11.
Ο κανονισμός (Ευρατόμ) 3954/87 ψηφίστηκε προκειμένου να ικανοποιηθεί η κοινή γνώμη η οποία είχε ευαισθητοποιηθεί ύστερα από το ατύχημα στο πυρηνικό εργοστάσιο του Τσερνομπίλ στις 26 Απριλίου 1986 ( 16 ). Πράγματι, από το ατύχημα αυτό καταφάνηκε η ανάγκη αποτελεσματικής δράσης σε κοινοτικό επίπεδο όταν, λόγω ενός ατυχήματος σε πυρηνικό εργοστάσιο ή άλλου απρόβλεπτου γεγονότος, διαχέονται στην ατμόσφαιρα μεγάλες ποσότητες ραδιενεργών υλικών μολύνοντας τρόφιμα και ζωοτροφές σε υψηλά για την υγεία επίπεδα.
Με τον κανονισμό σκοπείται η εφαρμογή του συστήματος ομοιομόρφων κανόνων ασφαλείας που έχει θεσπιστεί με το άρθρο 2, στοιχείο β, της Συνθήκης ΕΚΑΕ ( 17 ), ειδικότερα δια της προβλέψεως των επιπέδων ραδιενεργείας όπου επιβάλλεται παρέμβαση σε περίπτωση ατυχημάτων ή σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση εκτάκτου κινδύνου από ραδιενέργεια ( 18 ). Ειδικότερα, ο κανονισμός καθορίζει τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα ραδιενεργείας στα τρόφιμα και τις ζωοτροφές που πρέπει να ισχύουν σε περίπτωση πυρηνικού ατυχήματος ή οποιουδήποτε άλλου εκτάκτου κινδύνου από ραδιενέργεια ( 19 ). Πρέπει να σημειωθεί ότι τα μέγιστα αυτά επιτρεπτά επίπεδα προσετέθησαν στα μέτρα εμπορικής πολιτικής που η Κοινότητα έλαβε λόγω του ατυχήματος του Τσερνομπίλ όσον αφορά ορισμένα γεωργικά προϊόντα καταγωγής τρίτων χωρών ( 20 ). Τέλος, στο προοίμιο του κανονισμού προβλέπεται επίσης ότι «η έκδοση κανονισμού για τον καθορισμό των μεγίστων επιτρεπτών επιπέδων θα διαφύλασσε επίσης την ενότητα της κοινής αγοράς και θα εμπόδιζε εκτροπές του εμπορίου μέσα στην Κοινότητα» ( 21 ).
12.
Η συγκεκριμενοποίηση του σκοπού αυτού στον κανονισμό μπορεί να συνοψιστεί ως εξής. Σε παράρτημα του κανονισμού καθορίζονται τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα ραδιενεργείας ( 22 ). Ο ίδιος ο κανονισμός παρέχει στην Επιτροπή και το Συμβούλιο « λανθάνουσα » αρμοδιότητα ( δηλαδή αρμοδιότητα που ενεργοποιείται όταν η Επιτροπή λάβει γνώση ατυχήματος ή οποιασδήποτε άλλης καταστάσεως εκτάκτου κινδύνου από ακτινοβολίες, αποφασίζοντας ότι η ραδιενέργεια έχει φθάσει ή πρόκειται να φθάσει τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα ) « για την εφαρμογή » των επιπέδων αυτών ( βλ. τα άρθρα 2 έως 4 του κανονισμού). Η δήλωση αυτή περί εφαρμογής συνεπάγεται την απαγόρευση εμπορίας, επί ολοκλήρου του εδάφους της Κοινότητας, τροφίμων και ζωοτροφών των οποίων η μόλυνση υπερβαίνει τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα ( βλ. το άρθρο 6 του κανονισμού ).
Ο κανονισμός για την εφαρμογή των μεγίστων επιτρεπτών επιπέδων, ο οποίος εκδίδεται σε πρώτη φάση από την Επιτροπή, έχει διάρκεια ισχύος όσο το δυνατόν πιο περιορισμένη και δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τρεις μήνες ( βλ. το άρθρο 2 του κανονισμού ). Εντός μηνός από την έκδοση του κανονισμού και κατόπιν διαβουλεύσεως με εμπειρογνώμονες, η Επιτροπή υποβάλλει στο Συμβούλιο πρόταση κανονισμού για την προσαρμογή ή την επιβεβαίωση των διατάξεων του δικού της κανονισμού (βλ. άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού). Καταρχήν, το Συμβούλιο οφείλει να λάβει απόφαση επί της προτάσεως αυτής πριν από τη λήξη της περιόδου ισχύος του κανονισμού της Επιτροπής ( βλ. άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού). Και η περίοδος ισχύος του κανονισμού του Συμβουλίου πρέπει να είναι περιορισμένη και είναι δυνατόν να αναθεωρηθεί ύστερα από αίτηση κράτους μέλους ή με πρωτοβουλία της Επιτροπής ( βλ. άρθρο 4 του κανονισμού ). Ο επίδικος κανονισμός επιτρέπει επίσης, ανάλογα με τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένου πυρηνικού ατυχήματος ή οποιουδήποτε άλλου εκτάκτου κινδύνου από ακτινοβολία, την ταχεία προσαρμογή των μεγίστων επιτρεπτών επιπέδων που έχουν προηγουμένως καθοριστεί (βλ. τη δέκατη αιτιολογική σκέψη σε συνδυασμό με το άρθρο 5, παράγραφος 2, του ίδιου πάντα κανονισμού ).
13.
Από τη συνοπτική αυτή περιγραφή των σκοπών και του περιεχομένου του επιδίκου κανονισμού συνάγονται τα ακόλουθα συμπεράσματα: ο κανονισμός αποσκοπεί κατ' ουσίαν στην προστασία του συνόλου του πληθυσμού της Κοινότητας από κάθε επαφή με τρόφιμα και ζωοτροφές που έχουν υποστεί, λόγω πυρηνικού ατυχήματος ή οποιασδήποτε άλλης καταστάσεως εκτάκτου κινδύνου από ακτινοβολίες, ραδιενεργό μόλυνση σε τέτοιο βαθμό ώστε να αποτελούν κίνδυνο για την υγεία. Σχετικώς, ο κανονισμός καθορίζει τα μέγιστα επιτρεπτά όρια ραδιενεργείας που μπορούν ταχέως και αποτελεσματικώς να κηρύσσονται εφαρμοστέα από την Επιτροπή και στη συνέχεια από το Συμβούλιο σε περίπτωση εκτάκτου κινδύνου απο ακτινοβολίες, πράγμα που συνεπάγεται την απαγόρευση της εμπορίας των τροφίμων και των ζωοτροφών που έχουν σε σημαντικό βαθμό μολυνθεί. Η απαγόρευση εμπορίας είναι κατ' ουσίαν παροδικού χαρακτήρα' πρέπει να προστατεύει τον πληθυσμό έως ότου παρέλθει ο κίνδυνος ραδιενεργού μολύνσεως. Επικουρικώς, ο κανονισμός αυτός έχει επίσης ως αποτέλεσμα τον περιορισμό, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, των εμποδίων όσον αφορά την εσωτερική αγορά: πράγματι, η λήψη μέτρων προστασίας σε κοινοτικό επίπεδο επιτρέπει να αποφεύγεται όπως το εμπόριο τροφίμων και ζωοτροφών εμποδίζεται ανωφελώς από διάσπαρτα εθνικά μέτρα που μπορούν να ποικίλλουν ως προς την έκταση της προστασίας και τη διάρκεια ισχύος.
14.
Ενόψει των προηγουμένων θεωρήσεων, δεν μπορώ να συνταχθώ με τη θέση του Κοινοβουλίου ότι ο κανονισμός αυτός επιδιώκει δύο συμπίπτοντες και ισοδννάμους σκοπους, δηλαδή την προστασία της υγείας και την ενότητα της κοινής αγοράς ( 23 ). Καίτοι είναι αληθές ότι ο καθορισμός ομοιομόρφων επιπέδων και η θέσπιση συστήματος παρεμβάσεως επί κοινοτικού επιπέδου συντελούν ώστε η προστασία του πληθυσμού σε περίπτωση εκτάκτου κινδύνου από ακτινοβολίες να μη συνεπάγεται κατάτμηση της κοινής αγοράς ή εκτροπές του εμπορίου, δεν νομίζω, ωστόσο, ότι εξ αυτού μπορεί να συναχθεί ότι η διατήρηση της ενότητας της αγοράς αυτής αποτελεί στοιχείο στο οποίο ο εν λόγω κανονισμός προσδίδει την ίδια σημασία. Η διατήρηση αυτή της ενότητας της αγοράς αποτελεί όχι αυτοσκοπό αλλά συνέπεια της υπάρξεως κοινοτικής αρμοδιότητας. Όντως, ο κανονισμός ψηφίστηκε όχι για τη ρύθμιση του εμπορίου τροφίμων και ζωοτροφών αλλά για την προστασία του πληθυσμού από τους κινδύνους που προκύπτουν από τις ιοντίζουσες ακτινοβολίες — εν προκειμένω τις ιοντίζουσες ακτινοβολίες που προκαλούνται από μολυσμένα τρόφιμα και ζωοτροφές.
Κατά τα λοιπά, ο κανονισμός, δεδομένου ότι σκοπεί στην προστασία της υγείας του πληθυσμού, δεν εφαρμόζεται επί των ( συναλλαγών ) τροφίμων και ζωοτροφών γενικώς· απλώς απαγορεύει την εμπορία των τροφίμων και ζωοτροφών που έχουν υποστεί σημαντική ραδιενεργό μόλυνση. Βεβαίως δεν στερείται οποιουδήποτε αποτελέσματος όσον αφορά τις συναλλαγές επί τροφίμων και ζωοτροφών: πράγματι, τα προϊόντα αυτά είναι οι φορείς αυτών των επικινδύνων ακτινοβολιών, πράγμα που σημαίνει ότι τα μέτρα προστασίας αφορούν κατ' ανάγκη τα προϊόντα αυτά και το εμπόριό τους ( 24 ). Το γεγονός ότι αυτά τα μέτρα προστασίας δεν θίγουν την ενότητα της κοινής αγοράς δεν αποτελεί παρά (ευτυχώς) το λογικό συνακόλουθο του ότι τα άρθρα 30 επ. της Συνθήκης ΕΚΑΕ επιτάσσουν τη λήψη μέτρων προστασίας εφαρμοζομένων κανά τρόπο ομοιόμορφο εντός ολόκληρης της Κοινότητας. Εντούτοις, από το γεγονός ότι ο κανονισμός αυτός έχει τέτοιες συνέπειες επί του εμπορίου των τροφίμων και των ζωοτροφών δεν μπορεί να συναχθεί ότι αποσκοπεί και στη ρύθμιση του εμπορίου αυτού.
15.
Τέλος, η διαπίστωση ότι ο κανονισμός αφορά την προστασία της υγείας του πληθυσμού και όχι το εμπόριο τροφίμων και ζωοτροφών προκύπτει και από τον προσωρινό χαρακτήρα της αρμοδιότητας που παρέχει στην Επιτροπή και στο Συμβούλιο: οι εν λόγω απαγορεύσεις εμπορίας επιβάλλονται μόνο υπό εξαιρετικές περιστάσεις (τυπικό παράδειγμα αποτελεί σοβαρό ατύχημα σε πυρηνικό εργοστάσιο ), έχουν, κατ' ουσίαν, προσωρινό χαρακτήρα και αποσκοπούν ειδικότερα στην αντιμετώπιση συγκεκριμένου και παροδικού εκτάκτου κινδύνου.
5. Το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ
16.
Ενόψει του συμπεράσματος στο οποίο κατέληξα όσον αφορά τους σκοπούς και το περιεχόμενο του επιδίκου κανονισμού, θα πρέπει να εξετάσω στο τελευταίο μέρος των προτάσεών μου αν ένας κανονισμός, με τον οποίο θεσπίζονται μέτρα προστασίας του πληθυσμού από τους κινδύνους που προκύπτουν από ιοντίζουσες ακτινοβολίες, μπορεί να στηρίζεται στο άρθρο 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ όταν τα μέτρα αυτά συνεπάγονται επίσης κατά τρόπο παρεπόμενο αποτελέσματα επί του εμπορίου προϊόντων εχόντων υποστεί ραδιενεργό μόλυνση.
17.
Προκειμένου να αποδείξει ότι το άρθρο 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ δεν αποτελεί την κατάλληλη και επαρκή νομική βάση για τον επίδικο κανονισμό, το Κοινοβούλιο προέβαλε, κατ' ουσίαν, τρία επιχειρήματα τα οποία και θα εξετάσω κατωτέρω. Καίτοι τα επιχειρήματα αυτά πρέπει να διακριθούν το ένα από το άλλο, υφίσταται ωστόσο κάποια σχέση μεταξύ τους. Έχουν όλα ως κοινό παρονομαστή, το γεγονός ότι αντλούνται, σε διαφορετικό βαθμό, από το περιορισμένο πεδίο εφαρμογής που, κατά το Κοινοβούλιο, έχει η Συνθήκη ΕΚΑΕ. Πράγματι, το Κοινοβούλιο φρονεί ότι η Συνθήκη αυτή αφορά μόνο την ανάπτυξη της πυρηνικής βιομηχανίας και έρευνας στον τομέα της πυρηνικής ενεργείας καθώς και το εμπόριο και τη μεταφορά πυρηνικών υλικών. Στο υπόμνημά του αφήνει μερικές φορές να εννοηθεί, καίτοι όχι πάντοτε κατά τρόπο ξεκάθαρο, ότι εφόσον ένα συγκεκριμένο μέτρο εξέρχεται του πλαισίου αυτού και έχει — έστω και κατά τρόπο παρεπόμενο — επίπτωση ή επίδραση στο εμπόριο μη πυρηνικών υλικών, π.χ. τροφίμων και ζωοτροφών, το μέτρο αυτό πρέπει να βασίζεται εν μέρει, αν όχι αποκλειστικώς, στο άρθρο 100 Α της Συνθήκης ΕΟΚ.
5.1. Εκτίμηση των επιχειρημάτων του Κοινοβουλίου
18.
Αυτή η στενή ερμηνεία της Συνθήκης ΕΚΑΕ χαρακτηρίζει προπάντων τα δυο πρώτα επιχειρήματα του Κοινοβουλίου. Σύμφωνα με το πρώτο επιχείρημα, το περιεχόμενο της εννοίας των « βασικών κανόνων », περί της οποίας γίνεται μνεία στα άρθρα 30 επ. της Συνθήκης ΕΚΑΕ, πρέπει να ερμηνευθεί υπό το φως του ανωτέρω περιγραφέντος περιορισμένου πεδίου εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚΑΕ. Λόγω του περιορισμένου αυτού πεδίου, η πολιτική της « προστασίας της υγείας », που έχει θεσπιστεί με τη Συνθήκη ΕΚΑΕ, εφαρμόζεται μόνο για την προστασία από τις ακτινοβολίες που παράγονται κατά τρόπο άμεσο σε ένα πυρηνικό εργοστάσιο ή κατά την επεξεργασία πυρηνικών καυσίμων (αυτές που συνήθως καλούνται « πρωτογενείς ακτινοβολίες » ). Αντιθέτως, ο επίδικος κανονισμός αφορά τις δευτερογενείς ακτινοβολίες, δηλαδή αυτές που προσβάλλουν τον πληθυσμό μέσω μολυσμένων τροφίμων ή ζωοτροφών. Εξ αυτού το Κοινοβούλιο συνάγει ότι ένας τέτοιος κανονισμός δεν μπορεί να στηρίζεται στα άρθρα 30 επ. της Συνθήκης ΕΚΑΕ διότι αποσκοπεί στην επίτευξη μιας προστασίας περισσότερο ευρείας απ' αυτήν που επιτρέπουν τα ανωτέρω άρθρα.
Πάντοτε κατά το Κοινοβούλιο, η Συνθήκη ΕΚΑΕ ουδεμία έχει σχέση με την ελεύθερη αγορά μολυσμένων προϊόντων ή την προστασία από τους κινδύνους που πηγάζουν από τέτοια προϊόντα, αλλά αφορά αποκλειστικά και μόνο το εμπόριο πυρηνικών υλικών και την προστασία από τα υλικά αυτά. Ούτε από το κείμενο ούτε από τον σκοπό του άρθρου 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ προκύπτει ότι τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη είχαν την πρόθεση να διασφαλίσουν ευρύτερη προστασία αφορώσα π. χ. τα προϊόντα που έχουν μολυνθεί από τη χρήση της ατομικής ενεργείας. Με άλλα λόγια, το άρθρο 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ επιτρέπει μόνο τη θέσπιση μέτρων προστασίας αποσκο-πούντων στον περιορισμό των κινδύνων στον τομέα ακριβώς της πυρηνικής ενεργείας και όχι στη ρύθμιση δραστηριοτήτων ουδεμία σχέση εχουσών με την εκμετάλλευση της ενεργείας αυτής. Το Κοινοβούλιο φρονεί ότι η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται και από την πρακτική που ακολουθείτο πριν από την έκδοση του κανονισμού ( Ευρατόμ ) 3954/87, όπου τα θεσπιζόμενα βάσει του άρθρου 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ μέτρα αποσκοπούσαν αποκλειστικά στην προστασία του πληθυσμού από τους κινδύνους που προέκυπταν από πρωτογενείς ακτινοβολίες.
19.
Και με το δεύτερό του επιχείρημα το Κοινοβούλιο λαμβάνει ως αφετηρία την άποψη ότι η Συνθήκη ΕΚΑΕ έχει περιορισμένο πεδίο εφαρμογής. Το επιχείρημα αυτό αφορά την έκφραση « του πληθυσμού και των εργαζομένων » των οποίων πρέπει να προστατεύεται η υγεία δυνάμει του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΚΑΕ. Με βάση μια τελεολογική ερμηνεία της Συνθήκης ΕΚΑΕ, το Κοινοβούλιο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα άρθρα 30 επ. της Συνθήκης αυτής σκοπούν αποκλειστικά στην προστασία τόσο των προσώπων «που επηρεάζονται άμεσα » από την πυρηνική βιομηχανία, δηλαδή των προσώπων που εργάζονται στις εγκαταστάσεις για ερευνητικούς σκοπούς ή για την πυρηνική βιομηχανία και έρχονται σε επαφή με πυρηνικά υλικά όσο και του πληθυσμού που είναι δυνατόν να εκτίθεται ( άμεσα ) στις ακτινοβολίες. Αντιθέτως, οι κίνδυνοι που προκύπτουν από έμμεσες ακτινοβολίες, π.χ. ακτινοβολίες προερχόμενες από τρόφιμα και ζωοτροφές που έχουν υποστεί ραδιενεργό μόλυνση, πρέπει, κατά το Κοινοβούλιο, λόγω του περιορισμένου πεδίου εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚΑΕ, να αντιμετωπίζονται κατ' άλλον τρόπο και, συγκεκριμένα, βάσει του άρθρου 100Α της Συνθήκης ΕΟΚ.
20.
Δεν θεωρώ τα επιχειρήματα αυτά πειστικά. Ορθώς η Επιτροπή επισημαίνει, στο υπόμνημά της, ότι η διάκριση τόσο μεταξύ « πρωτογενών » και « δευτερογενών » ακτινοβολιών όσο και μεταξύ πληθυσμού που επηρεάζεται « κατά τρόπο άμεσο » και « κατά τρόπο έμμεσο » δεν μνημονεύεται σε κανένα σημείο της Συνθήκης ΕΚΑΕ. Οι διακρίσεις αυτές θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να εφαρμοστούν στην πράξη ενώ, εξάλλου, στερούνται οποιασδήποτε χρησιμότητας ενόψει του σκοπού των άρθρων 30 επ. της Συνθήκης ΕΚΑΕ, ο οποίος είναι η συνεπής και αποτελεσματική προστασία της υγείας του πληθυσμού από τους κινδύνους που προκύπτουν από ιοντίζουσες ακτινοβολίες. Αυτό είναι ολοφάνερο σε σχέση με την πρώτη διάκριση: πράγματι, οι « πρωτογενείς » ακτινοβολίες δεν είναι ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο επικίνδυνες για τη δημόσια υγεία απ' ό,τι οι « δευτερογενείς » ακτινοβολίες: ο κίνδυνος εξαρτάται από την ένταση και τη διάρκεια της εκθέσεως στις ιοντίζουσες ακτινοβολίες, ασχέτως των φορέων των ακτινοβολιών αυτών (αέρας, ύδωρ, τρόφιμα κ.λπ. ).
Ούτε και η έννοια του « πληθυσμού που επηρεάζεται κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο » μου φαίνεται εύστοχη. Όντως, δεν μπορώ να αντιληφθώ τι θα εμπόδιζε τη θέσπιση, δυνάμει των άρθρων 30 επ. της Συνθήκης ΕΚΑΕ, μέτρων προστασίας ολόκληρου του πληθυσμού της Κοινότητας, κυρίως όταν πρόκειται για τη λήψη « προληπτικών» μέτρων λόγω ενός σοβαρού πυρηνικού ατυχήματος όπως αυτό που συνέβη στο Τσερνομπίλ. Κατά τα λοιπά, και από τα επιχειρήματα που το ίδιο το Κοινοβούλιο έχει αναπτύξει καταδεικνύεται ότι η διάκριση αυτή στερείται ερείσματος: έτσι, το Κοινοβούλιο διατείνεται, στη σελίδα 14 του υπομνήματος απαντήσεώς του ότι η Συνθήκη ΕΚΑΕ δεν επιδιώκει τη συστηματική προστασία της υγείας του πληθυσμού από τους κινδύνους που προκύπτουν από ακτινοβολίες αλλά μόνο από τους κινδύνους που προέρχονται από ακτινοβολίες στο πλαίσιο του πυρηνικού τομέα ( 25 ). Δεν αντιλαμβάνομαι πώς είναι δυνατό ο κίνδυνος από ακτινοβολίες, από τον οποίο ο επίδικος κανονισμός επιδιώκει να προστατεύσει τον πληθυσμό, να μην προκύπτει από ακτινοβολίες στον πυρηνικό τομέα. Σε τελευταία ανάλυση, νομίζω ότι στον πυρηνικό τομέα εντάσσεται τόσο η μόλυνση τροφίμων και ζωοτροφών λόγω πυρηνικού ατυχήματος όσο και ο κίνδυνος ακτινοβολιών που προκύπτει από την τεχνητή επεξεργασία πυρηνικών υλικών.
21.
Το επιχείρημα του Κοινοβουλίου σχετικά με την κατά γράμμα ερμηνεία, κατά το οποίο η έκφραση « προστασία της υγείας του πληθυσμού και των εργαζομένων» που περιλαμβάνεται στο άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, δεν μπορεί να αφορά ολόκληρο τον πληθυσμό, διότι, άλλως, η ειδική αναφορά στους « εργαζομένους » θα στερούνταν νοήματος, δεν μου φαίνεται πειστικό: αναφέροντας χωριστά την κατηγορία των « εργαζομένων », το άρθρο 3 μπορεί κάλλιστα να υποδηλώνει ότι το μέρος αυτό του πληθυσμού πρέπει, σύμφωνα με τη Συνθήκη ΕΚΑΕ, να τυγχάνει ιδιαίτερα προσεκτικής μεταχειρίσεως και τούτο δια της λήψεως συγκεκριμένων μέτρων, π.χ. αυστηρότερων ή πλέον λεπτομερών κανόνων ασφαλείας. Κατά τα λοιπά, η διαφορετική προστασία των εργαζομένων σε σχέση με τις άλλες κατηγορίες του πληθυσμού αποτελεί μέρος της υφιστάμενης νομοθετικής πρακτικής: έτσι, π.χ., η οδηγία 80/836/Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1980, περιλαμβάνει άλλους κανόνες για τους εργαζομένους που είναι εκτεθειμένοι σε ακτινοβολίες (βλ. τα άρθρα 7 έως 9), άλλους για τους φοιτητές ( βλ. τα άρθρα 10 και 11 ) και άλλους για τον πληθυσμό γενικώς ( βλ. τα άρθρα 12 επ. ).
Οι δύο διακρίσεις των οποίων υπεραμύνεται το Κοινοβούλιο θα συνεπάγονταν όχι μόνο δυσχέρειες εφαρμογής στην πράξη αλλά και ανώφελες περιπλοκές στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων στην Κοινότητα: μόνο σε περίπτωση προστασίας του « πληθυσμού που επηρεάζεται κατά τρόπο άμεσο » από « πρωτογενείς ακτινοβολίες » θα έπρεπε να γίνονται διαβουλεύσεις με τους οριζόμενους από την επιστημονική και τεχνική επιτροπή εμπειρογνώμονες. Όλα τα άλλα μέτρα προστασίας θα έπρεπε να λαμβάνονται βάσει του άρθρου 100 Α της Συνθήκης ΕΟΚ, πράγμα που όχι μόνο σημαίνει την εφαρμογή άλλης, πλέον περίπλοκης, διαδικασίας αλλά θα παρείχε και ρητώς στα κράτη μέλη τη δυνατότητα μιας « opt out » ( βλ. την παράγραφο 4 του άρθρου 100 Α) υπό την έννοια ότι ένα κράτος μέλος θα μπορούσε, τουλάχιστον καταρχήν, να δίδει προτεραιότητα σε κάποιον άλλο, εκτός από αυτούς που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, λόγο.
22.
Το τρίνο επιχείρημα του Κοινοβουλίου αναπτύχθηκε κατά τρόπο δυναμικό κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση από τον εκπρόσωπο του Κοινοβουλίου και αφορά ειδικώς τη σχέση μεταξύ του άρθρου 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ και του άρθρου 100 Α της Συνθήκης ΕΟΚ. Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει, κατ' ουσίαν, ότι το άρθρο 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ δεν προσφέρεται ως επαρκής νομική βάση για έναν κανονισμό που ρυθμίζει την εμπορία τροφίμων και ζωοτροφών δια του καθορισμού των μεγίστων επιτρεπτών επιπέδων ραδιενεργείας των προϊόντων αυτών ένας τέτοιος κανονισμός θα έπρεπε να έχει εκδοθεί μόνο βάσει του άρθρου 100 Α της Συνθήκης ΕΟΚ. Το Κοινοβούλιο αναπτύσσει το τρίτο αυτό επιχείρημα κατά δύο διαφορετικούς τρόπους. Κατά τον πρώτο τρόπο εκκινεί από τη θέση ότι ο επίδικος κανονισμός αφορά τόσο το εμπόριο τροφίμων και ζωοτροφών όσο και την προστασία της υγείας — θεωρία που την έχω ήδη, ύστερα από ανάλυση του εν λόγω κανονισμού, απορρίψει (παράγραφοι 11 έως 15). Κατ' αυτόν τον τρόπο, το Κοινοβούλιο κακώς εξομοιώνει τους σκοπούς και το περιεχόμενο του επίδικου κανονισμού προς τους σκοπούς και το περιεχόμενο ορισμένων οδηγιών του Συμβουλίου που καθορίζουν, βάσει της Συνθήκης ΕΟΚ, κανόνες ποιότητας για τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές. Κατά συνέπεια, ουδείς λόγος συντρέχει να ασχοληθώ περαιτέρω με την επιχειρηματολογία αυτή.
Κατά τον δεύτερο τρόπο, το επιχείρημα αυτό ερείδεται στην ιδέα ότι η Συνθήκη ΕΚΑΕ επιτρέπει βεβαίως τη λήψη μέτρων ( προστασίας ) εχόντων σχέση με την κοινή αγορά, αλλ' αυτό αποκλειστικά και μόνο κατά το μέτρο που πρόκειται για την εσωτερική αγορά των πυρηνικών υλικών αντιθέτως, τα μέτρα που έχουν επίπτωση στην εμπορία μη πυρηνικών υλικών, όπως τα τρόφιμα και οι ζωοτροφές, εξέρχονται του πλαισίου της Συνθήκης αυτής και πρέπει να θεσπίζονται βάσει της Συνθήκης ΕΟΚ. Σύμφωνα με τον τρόπο αυτό, το τρίτο επιχείρημα συνδέεται, στην πραγματικότητα, πολύ στενά με τα δύο πρώτα, εφόσον στηρίζεται σε μια λίαν στενή ερμηνεία του περιεχομένου της Συνθήκης — ερμηνεία που εγώ δεν μπορώ να δεχθώ. Πράγματι, αφ' ης στιγμής γίνει δεκτό ότι είναι δυνατό και πρέπει να ασκείται, βάσει των άρθρων 30 επ. της Συνθήκης ΕΚΑΕ, μια συνεπής και αποτελεσματική πολιτική προστασίας της υγείας από τους κινδύνους που προκύπτουν από ιοντίζουσες ακτινοβολίες, οι διατάξεις αυτές δεν μπορούν να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι επιτρέπουν τη λήψη μέτρων προστασίας από τα πυρηνικά υλικά και όχι από τα προϊόντα που έχουν υποστεί σοβαρή ραδιενεργό μόλυνση. Πρόκειται για τη διασφάλιση της πρακτικής αποτελεσματικότητας των διατάξεων της Συνθήκης ΕΚΑΕ, ζήτημα με το οποίο ας μου επιτραπεί να ασχοληθώ εν συντομία.
5.2. Η «πρακτική αποτελεσματικότητα» των άρθρων 30 επ. της Συνθήκης ΕΚΑΕ
23.
Όπως έχει καταφανεί εκ των ανωτέρω, τα τρία επιχειρήματα του Κοινοβουλίου στηρίζονται στην ιδέα ότι η Συνθήκη ΕΚΑΕ, και ειδικότερα η πολιτική προστασίας της υγείας που έχει καθιερωθεί με τα άρθρα 30 επ. της Συνθήκης πρέπει να έχει περιορισμένο πεδίο εφαρμογής. Προσωπικά δεν μπορώ να συμφωνήσω με μια τόσο περιοριστική άποψη. Πράγματι, ενόψει των σοβαρών κινδύνων που οι ιοντίζουσες ακτινοβολίες συνεπάγονται για την υγεία, φρονώ ότι τα άρθρα 30 επ. της Συνθήκης ΕΚΑΕ πρέπει να ερμηνεύονται έτσι ώστε να επιτρέπουν στην Κοινότητα να προστατεύει τη δημόσια υγεία κατά τρόπο συνεπή και αποτελεσματικό. Πιο συγκεκριμένα, δεν βλέπω ποιος σοβαρός λόγος επιβάλλει το περιεχόμενο μιας πολιτικής που έχει καθιερωθεί από τη Συνθήκη ΕΚΑΕ να ερμηνεύεται βάσει κανόνων διαφορετικών απ' αυτούς που διέπουν το περιεχόμενο μιας πολιτικής που έχει επιβληθεί από τη Συνθήκη ΕΟΚ. Όσον αφορά την κοινή πολιτική επαγγελματικής εκπαιδεύσεως που έχει καθιερωθεί με το άρθρο 128 της Συνθήκης ΕΟΚ το Δικαστήριο έχει δεχθεί με την απόφαση του της 30ής Μαΐου 1989 ( 26 ) τα εξής:
« (...) η πρόβλεψη της εφαρμογής κοινής πολιτικής επαγγελματικής εκπαιδεύσεως απαγορεύει οποιαδήποτε ερμηνεία της διάταξης αυτής που θα είχε ως αποτέλεσμα να στερήσει την Κοινότητα από τα αναγκαία μέσα δράσεως για τη λυσιτελή άσκηση της κοινής αυτής πολιτικής » ( σκέψη 9 της αποφάσεως ).
Καθώς φαίνεται η σκέψη αυτή ισχύει επίσης, και μάλιστα σε μεγαλύτερο βαθμό, για την πολιτική της προστασίας της υγείας από τις ιοντίζουσες ακτινοβολίες που έχει καθιερωθεί από τη Συνθήκη ΕΚΑΕ. Η ερμηνεία του Κοινοβουλίου όσον αφορά την πολιτική αυτή θα έβλαπτε σοβαρώς την πρακτική αποτελεσματικότητά της.
24.
Θεωρώ, επομένως, ότι είναι ουσιώδες να αναγνωριστεί στα άρθρα 30 επ. της Συνθήκης ΕΚΑΕ μια απόλυτη πρακτική αποτελεσματικότητα. Η αποτελεσματικότητα αυτή προϋποθέτει ότι τα μέτρα προστασίας της υγείας μπορούν επίσης να συνεπάγονται, κυρίως σε καταστάσεις επείγοντος κινδύνου από ραδιενέργεια, την απαγόρευση της εμπορίας τροφίμων και ζωοτροφών που έχουν υποστεί ραάιενεργό μόλυνση σε σημείο ώστε να θέτουν σε κίνδυνο την υγεία τον πληθυσμού. Ο λόγος που υπογραμμίζω το χαρακτηριστικό αυτό οφείλεται στο ότι το Κοινοβούλιο προσπαθεί να στηρίξει την επιχειρηματολογία του παραπέμποντας σε μία πρόταση περί οδηγίας που η Επιτροπή έχει υποβάλει δυνάμει του άρθρου 100 Α της Συνθήκης ΕΟΚ, πρόταση η οποία, σε περίπτωση που θα εγκρινόταν, θα επέβαλλε μεταξύ άλλων την υποχρέωση να διευκρινίζεται στις ετι-κέττες των τροφίμων και των ζωοτροφών αν τα προϊόντα αυτά έχουν ή όχι εκτεθεί σε ακτινοβολίες ( 27 ). Η αναφορά αυτή στην ανωτέρω πρόταση περί οδηγίας στερείται σημασίας διότι η εν λόγω πρόταση αφορά όχι τα τρόφιμα που έχουν υποστεί ραδιενεργό μόλυνση, αλλά τα τρόφιμα που έχουν εκτεθεί σε ακτινοβολίες (τα οποία δεν είναι, καταρχήν, όντως επικίνδυνα για την υγεία, δεδομένου ότι μπορούν να διατίθενται στο εμπόριο υπό την επιφύλαξη σχετικής διευκρινίσεως στην ετικέττα τους)· με άλλα λόγια, η υποχρέωση περί της οποίας γίνεται μνεία στην πρόταση αποσκοπεί όχι στην προστασία της υγείας αλλά, αντιθέτως, στον καθορισμό ομοιομόρφων κανόνων επισημάνσεως προκειμένου να εξασφαλίζεται η διαφάνεια της αγοράς όσον αφορά την εμπορία στον τομέα των τροφίμων.
Θα ήθελα ακόμη να προσθέσω εδώ ότι η πρακτική αποτελεσματικότητα των διατάξεων της Συνθήκης ΕΚΑΕ πρέπει να καθορίζεται βάσει των σκοπών και του κειμένου της ίδιας της Συνθήκης χωρίς το πεδίο εφαρμογής της να μπορεί να περιορίζεται μέσω μιας ερμηνείας της Συνθήκης ΕΟΚ. Η αρχή της αυτόνομης εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚΑΕ, που βρίσκει, εξάλλου, την έκφραση της στο άρθρο 232, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, που έχω ήδη αναφέρει (παράγραφος 9) αποκλείει, επίσης, το να μπορεί το πεδίο της Συνθήκης ΕΚΑΕ να περιορίζεται μέσω μεταγενέστερης τροποποιήσεως της Συνθήκης ΕΟΚ (δηλαδή την τροποποίηση που έχει επέλθει από την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη ).
25.
Κατά τα λοιπά, από την ισχύουσα νομοθετική πρακτική (της οποίας ο νόμιμος χαρακτήρας ουδόλως τίθεται υπό αμφισβήτηση από το Κοινοβούλιο ) προκύπτει ότι το γεγονός ότι τα μέτρα προστασίας από τις ιοντίζουσες ακτινοβολίες έχουν επίπτωση στο εμπόριο μη πυρηνικών υλικών δεν θεωρήθηκε μέχρι τώρα εμπόδιο για τη χρησιμοποίηση του άρθρου 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ ως νομικής βάσεως. Αυτό ακριβώς προκύπτει σαφώς από την οδηγία 80/836/Ευρατόμ, περί τροποποιήσεως των οδηγιών για τον καθορισμό των βασικών κανόνων προστασίας της υγείας του πληθυσμού και των εργαζομένων από τους κινδύνους που προκύπτουν από ιοντίζουσες ακτινοβολίες ( 28 ). Το άρθρο 5 της οδηγίας αυτής, που βασίζεται στο άρθρο 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, ορίζει ότι μεταξύ άλλων ότι:
« Εκτός από περιπτώσεις απαγορεύσεως που προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία, και ανεξάρτητα από το μέγεθος του κινδύνου, σύστημα προηγούμενης άδειας πρέπει να εφαρμόζεται για:
(...)
β)
τη χρησιμοποίηση ραδιενεργών ουσιών σε παιχνίδια και την εισαγωγή παιχνιδιών που περιέχουν ραδιενεργές ουσίες·
γ)
την προσθήκη ραδιενεργών ουσιών στην παραγωγή και την κατασκευή τροφίμων, φαρμάκων, καλλυντικών και προϊόντων οικιακής χρήσεως (...), καθώς και την εμπορική εισαγωγή τέτοιων τροφίμων, φαρμάκων και προϊόντων, εφόσον περιέχουν ραδιενεργές ουσίες. »
Αυτό προκύπτει επίσης από την προσφάτως εκδοθείσα οδηγία 89/618/Ευρατόμ, σχετικά με την ενημέρωση του πληθυσμού για τα εφαρμοστέα μέτρα προστασίας της υγείας και την ακολουθητέα συμπεριφορά σε περίπτωση έκτακτου κινδύνου από ακτινοβολίες ( 29 ). Και η οδηγία αυτή στηρίχθηκε στο άρθρο 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, και μάλιστα με την έγκριση του Κοινοβουλίου ( 30 ). 'Οπως προκύπτει από το παράρτημα II της οδηγίας αυτής, σε περίπτωση εκτάκτου κινδύνου από ακτινοβολίες, στον πληθυσμό που έχει πράγματι προσβληθεί, δίδονται, μεταξύ άλλων, οδηγίες για την προστασία του οι οποίες μπορούν, ιδίως, να αφορούν τον « περιορισμό της κατανάλωσης ορισμένων τροφίμων που ενδέχεται να έχουν μολυνθεί ». Δεν μπορώ να αντιληφθώ γιατί οι οδηγίες περί προστασίας αναφορικά με την κατανάλωση μολυσμένων τροφίμων μπορούν να στηρίζονται στο άρθρο 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, ενώ οι απαγορεύσεις εμπορίας που αποσκοπούν στην παρεμπόδιση της καταναλώσεως τέτοιων προϊόντων δεν μπορούν.
5.3. Η απόφαση C-62/88
26.
Προς στήριξη της επιχειρηματολογίας του ( ειδικότερα του τρίτου του επιχειρήματος ), το Κοινοβούλιο παραπέμπει επίσης στην απόφαση στην υπόθεση C-62/88 ( 31 ). 'Οπως έχω ήδη αναφέρει (βλ. ανωτέρω παράγραφο 5), η Ελληνική Δημοκρατία είχε στην υπόθεση εκείνη ασκήσει προσφυγή ζητώντας την ακύρωση του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 3955/87 ( 32 ), για τον λόγο ότι, κακώς ο κανονισμός αυτός στηριζόταν στο άρθρο 113 της Συνθήκης ΕΟΚ' όπως υποστήριζε η Ελληνική Δημοκρατία, μία από τις νομικές βάσεις που θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν το εν λόγω άρθρο 113 ήταν το άρθρο 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ. Το Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της Ελλάδος επιβεβαιώνοντας ότι το άρθρο 113 της Συνθήκης ΕΟΚ αποτελεί την κατάλληλη για τον κανονισμό αυτό νομική βάση. Σύμφωνα με το Κοινοβούλιο, από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι ο αμφισβητούμενος στην υπό κρίση υπόθεση κανονισμός κακώς στηρίζεται στο άρθρο 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ και τούτο για δυο λόγους τους οποίους ας μου επιτραπεί να εξετάσω παρευθύς: πρώτον, το Κοινοβούλιο δεν διαπιστώνει καμιά διαφορά μεταξύ του επίδικου στην υπόθεση C-62/88 κανονισμού και του αμφισβητούμενου στην υπό κρίση υπόθεση, πράγμα που προσδίδει την αξία νομολογιακού προηγουμένου στην προαναφερθείσα απόφαση (οι κατωτέρω παράγραφοι 27 και 28)· δεύτερον, το Κοινοβούλιο φρονεί ότι η «προτεραιότητα» του άρθρου 113 της Συνθήκης ΕΟΚ επί του άρθρου 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, που έχει αναγνωριστεί με την απόφαση αυτή, ισχύει και όσον αφορά τη σχέση μεταξύ του άρθρου 100 Α της Συνθήκης ΕΟΚ με το άρθρο 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ (η κατωτέρω παράγραφος 29 ).
27.
Ας δούμε πρώτ' απ' όλα ποιά είναι η διαφορά μεταξύ του κανονισμού ( Ευρατόμ ) 3954/87, που είναι ο επίδικος στην υπό κρίση υπόθεση, και του κανονισμού 3955/87, ο οποίος, όπως προανέφερα, ήταν ο επίδικος στην υπόθεση C-62/88. Ο τελευταίος αυτός κανονισμός αποτελεί μέρος των ειδικών μέτρων που ελήφθησαν σε κοινοτικό επίπεδο ύστερα από το ατύχημα του πυρηνικού εργοστασίου του Τσερνομπίλ. Λόγω των καταστροφικών συνεπειών του ατυχήματος αυτού, χρειάστηκε άμεση και δρακόντεια παρέμβαση και τούτο σε κοινοτικό επίπεδο ( λίγο καιρό μετά το ατύχημα ορισμένα κράτη μέλη είχαν ήδη επιβάλει, εξ ιδίας πρωτοβουλίας, απαγορεύσεις στην εισαγωγή τροφίμων καταγωγής τρίτων χωρών ευρισκομένων στη μολυνθείσα ζώνη, πράγμα που διακύβευε προφανώς την ενότητα της κοινοτικής εμπορικής πολιτικής). Σχετικώς, το Συμβούλιο εξέδωσε, στις 12 Μαΐου 1986, τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1388/86, με τον οποίο επιβλήθηκε, ως έκτακτο μέτρο, η προσωρινή αλλά πλήρης απαγόρευση εισαγωγής ορισμένων προϊόντων καταγωγής Βουλγαρίας, Ουγγαρίας, Πολωνίας, Ρουμανίας, Τσεχοσλοβακίας, Σοβιετικής Ενώσεως και Γιουγκοσλαβίας ( 33 ). Ο κανονισμός αυτός στηριζόταν, γενικώς και χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις, στη Συνθήκη ΕΟΚ· λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 30 Μαΐου 1986, ο εν λόγω κανονισμός αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1707/86 ( 34 ) (που και αυτός επίσης στηριζόταν, γενικώς, στη Συνθήκη ΕΟΚ), ο οποίος απαγόρευε την εισαγωγή γεωργικών προϊόντων προοριζόμενων για τη διατροφή των ανθρώπων και μεταποιημένων γεωργικών προϊόντων, καταγωγής τρίτων χωρών, σε περίπτωση που δεν θα είχαν τηρηθεί ορισμένα « ανώτατα επιτρεπόμενα όρια », δηλαδή η μη υπέρβαση ορισμένου βαθμού μολύνσεως από νουκλεΐδια καισίου ). Ο τελευταίος αυτός κανονισμός αποτελούσε επίσης επείγον μέτρο προσωρινού χαρακτήρα: μολονότι το άρθρο του 7 προέβλεπε ότι η ισχύς του θα έληγε στις 30 Σεπτεμβρίου 1986, αυτή παρε-τάθη, πριν από τη λήξη της ημερομηνίας αυτής, με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 3020/86 ( 35 ) και, στη συνέχεια, με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 624/87 ( 36 ) μέχρι τις 31 Οκτωβρίου 1987.
Μετά τη λήξη ισχύος του κανονισμού 1707/86, το Συμβούλιο ψήφισε, στις 22 Δεκεμβρίου 1987, τον κανονισμό 3955/87, ο οποίος αποτελεί ακριβώς συνέχεια των δύο προηγουμένων κανονισμών: έχει περιορισμένη διάρκεια ισχύος ( δύο έτη ) ( 37 ) και σκοπεί στην καταπολέμηση των συγκεκριμένων συνεπειών του ατυχήματος του Τσερνομπίλ ( 38 ). Αντιθέτως, σε αντιδιαστολή με τους προηγούμενους κανονισμούς, στηρίζεται σε ειδική διάταξη της Συνθήκης ΕΟΚ και τούτο ίσως σε συμμόρφωση προς την απόφαση του Δικαστηρίου της 26ης Μαρτίου 1987, όπου το Δικαστήριο είχε κρίνει ότι η ασαφής ένδειξη της νομικής βάσεως δια της χρησιμοποιήσεως εκφράσεων όπως « ενόψει της Συνθήκης ( ΕΟΚ ) » συνιστά παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογίας του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΟΚ ( 39 ).
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το Συμβούλιο προσπάθησε, με τον κανονισμό 3955/87 να περιορίσει όσο το δυνατό τα βλαπτικά αποτελέσματα του ατυχήματος του Τσερνομπίλ παρατείνοντας τα επείγοντα μέτρα προσωρινής ισχύος, που είχαν προηγουμένως ληφθεί, επιβάλλοντας το κλείσιμο των συνόρων της Κοινότητας όσον αφορά την εισαγωγή από τρίτες χώρες ( γεωργικών ) προϊόντων εχόντων υποστεί σοβαρή ραδιενεργό μόλυνση. Όπως επίσης προκύπτει από την τρίτη και τέταρτη αιτιολογική σκέψη του ιδίου κανονισμού, το μέτρο αυτό είναι από τη φύση του μέτρο εμπορικής πολιτικής, εφόσον σκοπεί στην παρεμπόδιση της εισαγωγής στην Κοινότητα ορισμένων προϊόντων. Καίτοι έχει αναμφισβήτητα ως στόχο την προστασία της υγείας, o κανονισμός 3955/87 επιδιώκει κατ' ουσίαν ( όπως και προγενέστεροι κανονισμοί ) τη θέσπιση ομοιομόρφων κανόνων προκειμένου να εμποδιστεί η εισαγωγή προϊόντων εχόντων υποστεί ραδιενεργό μόλυνση λόγω του πυρηνικού ατυχήματος του Τσερνομπίλ. Στη σκέψη 15 της αποφάσεώς του C-62/88, το Δικαστήριο εκφράζει τον σκοπό αυτό ως εξής:
« Όσον αφορά το περιεχόμενο των διατάξεων του κανονισμού 3955/87, οι διατάξεις αυτές θεσπίζουν ομοιόμορφους κανόνες ως προς τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται να εισάγονται στην Κοινότητα από τις τρίτες χώρες τα γεωργικά προϊόντα που είναι ενδεχομένως μολυσμένα. »
28.
Οι σκοποί και το περιεχόμενο του κανονισμού 3954/87 είναι σημαντικά διαφορετικοί. Όπως έχω ήδη αναφέρει ( παράγραφοι 11 έως 13 ) ο τελευταίος αυτός κανονισμός δεν σκοπεί ούτε στην αντιμετώπιση, επί μιας ad hoc βάσεως, των αποτελεσμάτων προηγουμένου πυρηνικού ατυχήματος ούτε στη θέσπιση ομοιομόρφων κανόνων σχετικά με την εισαγωγή από τρίτες χώρες προϊόντων εχόντων υποστεί ραδιενεργό μόλυνση ή με την εμπορία των προϊόντων αυτών εντός της Κοινότητας. Αντιθέτως, καθιερώνει, επί μονίμου βάσεως, μια διαδικασία επιτρέπουσα, σε περίπτωση τυχόν πυρηνικού ατυχήματος στο μέλλον, τη λήψη μέτρων προστασίας του πληθυσμού και των εργαζομένων. Πράγματι, κατ' εφαρμογήν της διαδικασίας αυτής, πρέπει να εφαρμόζονται, εντός ολοκλήρου της Κοινότητας, μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα ραδιενεργού μολύνσεως των ζωοτροφών. Η θέσπιση τέτοιων μέτρων προστασίας έχει, κατ' ανάγκη, ως απονελεσμα να μην μπορούν πλέον τα τρόφιμα και οι ζωοτροφές που υπερβαίνουν τα καθορισθέντα επίπεδα, ασχέτως του αν είναι κοινοτικής καταγωγής ή έχουν εισαχθεί από τρίτες χώρες, να διατίθενται στην αγορά. Το γεγονός ότι οι επιδιωκόμενοι από τον επίδικο κανονισμό 3954/87 σκοποί αφορούν, κατ' ουσίαν, την προστασία της υγείας προκύπτει και από το ότι, η τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού, παραπέμποντας, μεταξύ άλλων, στον κανονισμό (Ευρατόμ) 3955/87, στηρίζεται στην ιδέα ότι έχουν ήδη ληφθεί μέτρα εμπορικής πολιτικής ( και επομένως δεν πρέπει αυτά να αποτελούν πλέον σκοπό του εν λόγω κανονισμού) καθώς και ότι ο κανονισμός 3955/87 καθορίζει, όπως προκύπτει από την τρίτη αιτιολογική του σκέψη, μέγιστα επιτρεπτά όρια όσον αφορά τα εισαγόμενα προϊόντα υπό την επιφύλαξη των « μεγίστων επιτρεπομένων επιπέδων » περί των οποίων γίνεται λόγος στον κανονισμό (Ευρατόμ) 3954/87 — με άλλα λόγια, τα μέγιστα αυτά επιτρεπτά όρια αποτελούν απλώς ένα πρώτο κοσκίνισμα στα εξωτερικά σύνορα της Κοινότητας. Οι διαφορές αυτές έχουν ως αποτέλεσμα, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς του Κοινοβουλίου, η απόφαση C-62/88 να μην μπορεί να θεωρηθεί ως έγκυρο για την υπό κρίση υπόθεση νομολογιακό προηγούμενο. Με την απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο δέχθηκε απλώς ότι το άρθρο 113 της Συνθήκης ΕΟΚ μπορούσε να αποτελέσει την κατάλληλη νομική βάση του κανονισμού 3955/87 λόγω του ότι ο κανονισμός εκείνος εντασσόταν, κατ' ουσίαν, στο πλαίσιο της εμπορικής πολιτικής.
29.
Πρέπει επίσης να τεθεί το ερώτημα μήπως η «προτεραιότητα» του άρθρου 113 της Συνθήκης ΕΟΚ επί του άρθρου 131 της Συνθήκης ΕΚΑΕ ισχύει και όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ του άρθρου 100 Α της Συνθήκης ΕΟΚ και του άρθρου 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ. Κατά τη γνώμη μου, η απόφαση στην υπόθεση C-62/88 δεν επιτρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα αυτό. Επί του σημείου αυτού, παραπέμπω στη σκέψη 17 της αποφάσεως εκείνης, όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι:
«Η χρησιμοποίηση του άρθρου 113 ως νομικής βάσεως για τον προσβαλλόμενο κανονισμό δεν μπορεί να αποκλειστεί εκ του ότι τα άρθρα 30 επ. της Συνθήκης ΕΚΑΕ περιέχουν ειδικές διατάξεις σχετικά με τους βασικούς κανόνες προστασίας της υγείας του πληθυσμού από τους κινδύνους που προέρχονται από τις ιοντίζουσες ακτινοβολίες. Πράγματι, με τις διατάξεις αυτές, οι οποίες περιέχονται στο κεφάλαιο “Η προστασία της υγείας”, το οποίο αποτελεί τμήμα του δεύτερου τίτλου της Συνθήκης ΕΚΑΕ “ Διατάξεις για την ενίσχυση της προόδου στον τομέα της πυρηνικής ενεργείας”, επιδιώκεται η εξασφάλιση της προστασίας της δημόσιας υγείας στον πυρηνικό τομέα. Αντικείμενο των διατάξεων αυτών δεν είναι η ρύθμιση των συναλλαγών μεταξύ της Κοινότητας και των τρίτων χωρών. »
Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο απλώς δέχθηκε ότι το άρθρο 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ δεν μπορεί να αποτελέσει τη νομική βάση για τη θέσπιση μέτρων εμπορικής πολιτικής ( πράγματι, η Συνθήκη ΕΚΑΕ δεν περιέχει διάταξη ανάλογη προς αυτήν του άρθρου 113 της Συνθήκης ΕΟΚ)· αντιθέτως, το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί του ζητήματος αν η διάταξη αυτή μπορεί να αποτελέσει τη νομική βάση για μέτρα αφορώντα την προστασία της υγείας του πληθυσμού από ιοντίζουσες ακτινοβολίες και έχοντα ωσαύτως παρεπόμενη επίπτωση στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων στην εσωτερική αγορά. Όπως κατεφάνη ανωτέρω, τέτοια μέτρα μπορούν όντως να στηρίζονται στο άρθρο 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ· υπό τις περιστάσεις αυτές, από το άρθρο 232, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ προκύπτει ότι το άρθρο 100 Α της ίδιας Συνθήκης δεν μπορεί να κλονίσει το συμπέρασμα αυτό. Ως εκ τούτου, το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγω είναι ότι η απόφαση C-62/88 δεν μπορεί να στηρίξει το τρίτο επιχείρημα του Κοινοβουλίου.
6. Συμπέρασμα — Πρόταση
30.
Από την ανάλυση των σκοπών και του περιεχομένου του επιδίκου κανονισμού καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ο κανονισμός αυτός αφορά κυρίως την προστασία της υγείας από τους κινδύνους που προκύπτουν από προϊόντα έχοντα υποστεί σοβαρή ραδιενεργό μόλυνση. Καίτοι είναι αληθές ότι τα ( επείγοντα ) μέτρα, που λαμβάνονται βάσει του κανονισμού αυτού, θα έχουν ( προσωρινή ) επίπτωση στην εμπορία των προϊόντων αυτών, αυτό ωστόσο, ενόψει της σημασίας μιας συνεπούς και αποτελεσματικής πολιτικής προστασίας της υγείας, δεν εμποδίζει το άρθρο 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ να αποτελεί τη νομική βάση ενός τέτοιου κανονισμού. Δεν μπορώ να δεχθώ τα επιχειρήματα που προβάλλει το Κοινοβούλιο για να αμφισβητήσει την καταλληλότητα του άρθρου 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ ως μιας τέτοιας νομικής βάσεως, και τούτο διότι είτε αυτά ερείδονται επί εσφαλμένης αναλύσεως των σκοπών και του περιεχομένου του επιδίκου κανονισμού, είτε διότι ερμηνεύουν την περιλαμβανόμενη στα άρθρα 30 επ. της Συνθήκης ΕΚΑΕ πολιτική προστασίας της υγείας υπό μια αδικαιολογήτως περιοριστική έννοια. Ως εκ τούτου, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή του Κοινοβουλίου.
Αναφορικά με τα δικαστικά έξοδα, δεδομένου ότι το Συμβούλιο ηττήθη όσον αφορά τον λόγο του απορρίψεως σχετικά με το απαράδεκτο της προσφυγής, που απετέλεσε ένα κεφαλαιώδους σημασίας διαφιλονικούμενο ζήτημα στην υπό κρίση υπόθεση, προτείνω, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 69, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, να διατάξει το Δικαστήριο όπως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο φέρουν έκαστο τα δικά του έξοδα ( 40 ). Δεδομένου ότι το Κοινοβούλιο ηττήθη ως προς την ουσία, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των παρεμβαινόντων οι οποίοι δεν υπέβαλαν παρατηρήσεις σχετικά με το ζήτημα του παραδεκτού, ενώ στήριξαν τα αιτήματα του Συμβουλίου ως προς την ουσία.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
( 1 ) ΕΕ 1987, L 371, σ. 11.
( 2 ) Συλλογή 1990, σ. I-2041.
( 3 ) Βλ. τις σκέψεις 21 και 22 της αποφάσεως.
( 4 ) Βλ. τις σκέψεις 12 και 13 της αποφάσεως.
( 5 ) Βλ. τη σκέψη 27 της αποφάσεως.
( 6 ) Βλ. τις σκέψεις 28 έως 31 της αποφάσεως.
( 7 ) Απόφαση του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 1987 για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή ( ΕΕ 1987, L 197, σ. 33).
( 8 ) Πράγματι, λόγω παρεκτάσεως των προθεσμιών για την υποβολή του υπομνήματος αντικρούσεως και του υπομνήματος απαντήσεως, το Κοινοβούλιο ρόρεσε να λάβει γνώση του υπομνήματος αυτού κατά τον χρόνο που προετοίμαζε το υπόμνημα απαντήσεως του.
( 9 ) Αντιθέτως, μπορεί πάντοτε να επιτρέπεται επί μιας ad hoc βάσεως η υποβολή τέτοιου γραπτού υπομνήματος. Αυτό συνέβη ιδίως στο πλαίσιο της υποθέσεως C-66/90 που εκκρεμεί εισέτι ενώπιον του Δικαστηρίου.
( 10 ) Απόφαση της 29ης Μαρτίου 1990, Ελληνική Δημοκρατία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1990, σ. Ι-1527.
( 11 ) Επρόκειτο για τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 3955/87, στον οποίο πρόκειται να αναφερθώ κατωτέρω σε άλλη αλληλουχία ( παράγραφοι 26 επ. ).
( 12 ) Βλ. τις σκέψεις 7 έως 9 της αποφάσεως καθώς και τις παραγράφους 7 και 8 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Darmon (ο οποίος υιοθετεί διαφορετική άποψη ).
( 13 ) Επιβάλλεται η σύγκριση της αποφάσεως στην υπόθεση C-62/88, που έχω ήδη αναφέρει στην υποσημείωση 10, συγκεκριμένα οι σκέψεις 10 έως 12, με την απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, υποθ. 165/87, Επιτροπή κατά Συμβουλίου ( Συλλογή 1988, σ. 5545 ).
( 14 ) Στην ήδη αναφερθείσα στην υποσημείωση 13 απόφαση στην υπόθεση 165/87 (όπου το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι τα άρθρα 28 και 113 της Συνθήκης ΕΟΚ αποτελούν, σωρευτικώς, την κατάλληλη νομική βάση για την κατάρτιση διεθνούς συμβάσεως σχετικά με τη θέσπιση δασμολογικής ονοματολογίας) και στην απόφαση της 30ής Μαΐου 1989, υπόθεση 242/87, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1989, σ. 1425 ( όπου το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι μια κοινοτική δράση σχετικά με την επαγγελματική εκπαίδευση και την επιστημονική έρευνα πρέπει να στηρίζεται τόσο στο άρθρο 128 όσο και στο άρθρο 235 της Συνθήκης ΕΟΚ), το Δικαστήριο δέχθηκε ότι είναι δυνατό η διπλή νομική βάση να είναι, σε ορισμένες περιπτώσεις, αναγκαία για μια πράξη. Βλ. επίσης τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tesauro της 13ης Μαρτίου 1991 στην υπόθεση C-300/89, Συλλογή σ. I-2867, συγκεκριμένα σ. Ι-2878, και επί των οποίων θα επανέλθω στην επόμενη υποσημείωση.
( 15 ) Επί του σημείου αυτού, η υπό κρίση υπόθεση διαφέρει από την υπόθεση C-300/89η οποία αφορούσε τη σχέση μεταξύ του άρθρου 100 Α και του άρθρου 130 Ρ της Συνθήκης ΕΟΚ. Στις προτάσεις του της 13ης Μαρτίου 1991, ο γενικός εισαγγελέας Tesauro κατέδειξε κατά τρόπο πειστικό ότι οι διαδικαστικής φύσεως κανόνες που περιέχονται στα άρθρα αυτά δεν μπορούν να σωρευθούν διότι, μεταξύ άλλων και κυρίως, μια τέτοια σώρευση θα έθιγε σοβαρώς το δικαίωμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να συμμετέχει στις νομοθετικές διαδικασίες ( βλ. την παράγραφο 11 των προτάσεων αυτών). Με την απόφαση του της 11ης Ιουνίου 1991, το Δικαστήριο συνετάχθη με την άποψη αυτή.
( 16 ) Βλ. την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού.
( 17 ) Βλ. την πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού.
( 18 ) Βλ. τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού.
( 19 ) Βλ. την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού.
( 20 ) Βλ. την τρίτη και τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού. Ο κανονισμός 3955/87, σχετικά με τον οποίο πρόκειται να ασχοληθώ στην παράγραφο 27, αποτελεί μέρος των μέτρων αυτών εμπορικής πολιτικής.
( 21 ) Βλ. την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού.
( 22 ) Βλ. το παράρτημα του κανονισμού όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό (Ευρατόμ) 2218/89 του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 1989 ( ΕΕ 1989, L 211, σ. 1 ). Τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα για τις ζωοτροφές πρέπει, επιπλέον, να καθοριστούν με εκτελεστικά μέτρα.
( 23 ) Σύμφωνα με τον γενικό εισαγγελέα Tesauro, τέτοια κατάσταση υφίστατο στον κανονισμό που αποτελεί το αντικείμενο της υποθέσεως C-300/89 ( βλ. τις προτάσεις του, προαναφερθείσες στην υποσημείωση 14).
( 24 ) Με άλλα λόγια, δεν θα ήθελα να προχωρήσω μέχρι του σημείου που έφθασε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου η οποία υποστηρίζει ότι ο επίδικος κανονισμός είναι όχι μόνο παντελώς άσχετος προς τη δημιουργία της εσωτερικής αγοράς, αλλά, αντιθέτως, αποσκοπεί στον αποκλεισμό της εφαρμογής των κανόνων της εσωτερικής αγοράς όσον αφορά ορισμένα προϊόντα και υπό ορισμένες περιστάσεις. Το Κοινοβούλιο ορθώς ανταπαντά ότι η εσωτερική αγορά δεν αναφέρεται σε μια άνευ ορίων ελευθερία εμπορικών συναλλαγών και ότι η δημιουργία και η λειτουργία μιας κοινής αγοράς μπορεί να προϋποθέτει την επιβολή μιας ( γενικής ) απαγορεύσεως εμπορίας υπό ορισμένες περιστάσεις όσον αφορά ορισμένα προϊόντα. Δεν έχει άδικο κατά το μέτρο που ο επίδικος κανονισμός έχει πράγματι επίπτωση στο εμπόριο ορισμένων προϊόντων και, ως εκ τούτου, και στην εσωτερική αγορά. Εντούτοις, η επίπτωση αυτή αποτελεί την αναπόφευκτη και παρεπόμενη συνέπεια των εν λόγω μέτρων προστασίας και όχι τον σκοπό τους.
( 25 ) Το Κοινοβούλιο παραπέμπει σχετικώς στη σκέψη 17 της αποφάσεως C-62/88. Στις παραγράφους 26 επ. των προτύσεών μου πρόκειται να επανέλθω στο ζήτημα αυτό.
( 26 ) Απόφαση 242/87, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, προαναφερθείσα.
( 27 ) Βλ. COM ( 87 ) 393 τελική της 7ης Αυγούστου 1987.
( 28 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 12/002, σ. 70.
( 29 ) Οδηγία του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 1989, ΕΕ 1989, L 357, σ. 31.
( 30 ) Βλ. το ψήφισμα νομοθετικού περιεχομένου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, έγγραφο A2-76/89, ΕΕ 1989, C 158, σ. 403.
( 31 ) Προαναφερθείσα, υποσημείωση 10.
( 32 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1987, σχετικά με τους όρους εισαγωγής γεωργικών προϊόντων καταγωγής τρίτων χωρών μετά το ατύχημα στον πυρηνικό σταθμό του Τσερνομπίλ ( ΕΕ 1987, L 371, σ. 14 ).
( 33 ) Κανονισμός του Συμβουλίου γιο την αναστολή των εισαγωγών ορισμένων γεωργικών προϊόντων καταγωγής ορισμένων τρίτων χωρών ( ΕΕ 1986, L 127, α 1 ).
( 34 ) Κανονισμός του ΣυμΡουλΙου σχετικά με τους όρους εισαγωγής γεωργικών προϊόντων καταγωγής τρίτων χωρών μετά το ατύχημα στον πυρηνικό σταθμό του Τσερνομπίλ ( ΕΕ 1986, L 146, σ. 88 ).
( 35 ) ΕΕ 1986, L 280, σ. 79.
( 36 ) ΕΕ 1987, L 58, σ. 101.
( 37 ) Βλ. το άρθρο 7 του κανονισμού 3955/87.
( 38 ) Βλ. την τρίτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 3955/87.
( 39 ) Βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Darmon στην υπόθεση C-62/88, Συλλογή 1990, σ. 1536, παράγραφοι 10 έως 13, με παραπομπή στην απόφαση 45/86, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1987, σ. 1493, ειδικότερα σκέψεις 5-9.
( 40 ) Βλ. τον διακανονισμό των δικαστικών εξόδων στην απόφαση της 22ας Ιουνίου 1989, υπόθεση 70/87, Fediol κατά Επιτροπής (Συλλογή 1989, σ. 1781).
Full & Egal Universal Law Academy