Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α - Πραγματικά περιστατικά
1. Οι τρεις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις επί των οποίων αναπτύσσω σήμερα τις προτάσεις μου αφορούν τη, βάσει του άρθρου 11 του παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, μεταφορά στο ταμείο συντάξεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου που απέκτησαν οι προσφεύγοντες υπό το ιταλικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως (1).
2. Η εν λόγω μεταφορά κατέστη εφικτή αφότου οι προσφεύγοντες απέκτησαν (2) αντίστοιχα την ιδιότητα του μονίμου υπαλλήλου ή του λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων (3) και η Επιτροπή συνήψε με το Ιstituto Nazionale della Previdenza Sociale (INPS) συμφωνία στις 2 Μαρτίου 1978. Η Επιτροπή έθεσε στη διάθεση των ενδιαφερομένων μελών του προσωπικού της συνταχθέντα από το ΙΝΡS έντυπα, τα οποία έπρεπε να κατατεθούν σε συγκεκριμένη υπηρεσία της Επιτροπής εντός προθεσμίας έξι μηνών που έληγε τον Δεκέμβριο του 1978, όπως καθόριζε ανακοίνωση της Επιτροπής της 13ης Ιουνίου 1978. Οι προσφεύγοντες συμπεριλαμβάνονταν μεταξύ εκείνων που εξεδήλωσαν ενδιαφέρον για τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών τους δικαιωμάτων.
3. Η Επιτροπή απηύθυνε στους προσφεύγοντες απόφαση (4) με την οποία προσδιόριζε τον αριθμό των προσμετρουμένων στο πλαίσιο του συνταξιοδοτικού καθεστώτος των Κοινοτήτων συνταξίμων ετών από κτηθέντα υπό το εθνικό σύστημα (5) δικαιώματα. Οι προσφεύγοντες ειδοποιήθηκαν πάραυτα να γνωστοποιήσουν εντός μηνός αν επιθυμούσαν τη μεταφορά του ασφαλιστικού ισοδυνάμου των δικαιωμάτων που είχαν αποκτήσει στην Ιταλία. Οι προσφεύγοντες έδωσαν σχετικά τη συγκατάθεσή τους (6). Πάντως, αμέσως (7) ή λίγο μετά (8) διατύπωσαν ρητώς επιφυλάξεις ως προς τον υπολογισμό του ασφαλιστικού ισοδυνάμου, επιφυλασσόμενοι όλων των δικαιωμάτων τους.
4. Πράγματι, ήταν και εξακολουθούν να είναι της γνώμης ότι το ασφαλιστικό ισοδύναμο που τους κοινοποίησε το ΙΝΡS ήταν υπερβολικά χαμηλό λόγω του ότι υπολογίσθηκε με βάση ρύθμιση του 1964, ενώ, υπολογιζόμενο ορθά, έπρεπε να προσδιοριστεί με βάση την προβλεπόμενη στην υπουργική απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 1981 ρύθμιση. Η χρησιμοποίηση της ρυθμίσεως του 1981 θα είχε ως συνέπεια την αύξηση του αριθμού των ληπτέων υπόψη συνταξίμων ετών (9).
5. Με διοικητικές ενστάσεις της 10ης Αυγούστου, 30ής Οκτωβρίου και 26ης Οκτωβρίου 1987, οι προσφεύγοντες προέβαλαν τα ανωτέρω επιχειρήματα. Επειδή δεν έλαβαν απάντηση επί των ενστάσεών τους, άσκησαν στις 9 Μαρτίου και την 1η Αυγούστου 1988, ενώπιον του Δικαστηρίου, προσφυγές με αντικείμενο την ακύρωση των αποφάσεων της 12ης Μαΐου, 22ας και 24ης Ιουλίου 1987, καθώς και τον επανακαθορισμό, με βάση άλλο ασφαλιστικό ισοδύναμο, του αριθμού των ληπτέων υπόψη για τους σκοπούς της εκκαθαρίσεως της κοινοτικής συντάξεώς τους συνταξίμων ετών.
6. Για διεξοδικότερη παράθεση των πραγματικών περιστατικών ή της επιχειρηματολογίας των διαδίκων, παραπέμπω το Δικαστήριο στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
Β - Νομική θεμελίωση
7. 1. Το μοναδικό ζήτημα που θέτουν οι προσφεύγοντες συνίσταται στο - όπως ήδη προανέφερα - αν το ΙΝΡS υπολόγισε ορθά το ασφαλιστικό ισοδύναμο των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που κτήθηκαν υπό το εθνικό σύστημα, δηλαδή με βάση τη συναφή ρύθμιση του ιταλικού νόμου του 1962.
8. Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι οι υπολογισμοί του ΙΝΡS δεν τη δεσμεύουν: δεν μπορεί να θεωρείται υπεύθυνη για αποφάσεις που λαμβάνουν οι εθνικοί οργανισμοί που δρουν ανεξάρτητα και με βάση το εθνικό δίκαιο.
9. Αυτό σημαίνει κατ' ουσίαν ότι η Επιτροπή προβάλλει ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής, δεδομένου ότι διατυπώνει την άποψη σύμφωνα με την οποία, στα πλαίσια δίκης κατά της Επιτροπής και με αντικείμενο την ακύρωση αποφάσεως που εξέδωσε η τελευταία βάσει του άρθρου 11 του παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού, δεν μπορεί να γίνει επίκληση της μόνης αιτιάσεως των προσφευγόντων που στηρίζεται στα κοινοποιηθέντα από τον ιταλικό οργανισμό κοινωνικής ασφαλίσεως πληροφοριακά στοιχεία.
10. Επίσης προβάλλει έμμεσα η άποψη ότι οι διαφορές σχετικά με την εφαρμογή του εθνικού δικαίου από εθνικό οργανισμό πρέπει να αποτελεί αντικείμενο δίκης ενώπιον εθνικού δικαστηρίου και ενδεχομένως, εφόσον η διαφορά θέτει ζήτημα ερμηνείας της συμφωνίας μεταξύ Επιτροπής και ΙΝΡS, να καταλήγει στην υποβολή αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ.
11. Πλην όμως, θεωρώ ότι η συλλογιστική αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, όχι μόνο επειδή ενδέχεται να είναι αδύνατη η προσφυγή σε εθνικό δικαιοδοτικό όργανο, αλλ' επίσης επειδή ο συγκεκριμένος τρόπος δράσεως καθυστερεί εν πάση περιπτώσει σημαντικά τη διευκρίνιση ερωτήματος απτομένου κοινοτικής συμφωνίας.
12. Δύο περαιτέρω σκέψεις φαίνεται ότι έχουν ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Καταρχάς, πρέπει να σημειωθεί ότι οι προσφεύγοντες είχαν άμεση επαφή μόνο με την Επιτροπή, ενώ οι λεπτομέρειες εφαρμογής του προαναφερθέντος άρθρου 11 (όπως παρατίθενται στον Ταχυδρόμο του προσωπικού της 19ης Οκτωβρίου 1977) προβλέπουν ότι οι εν λόγω αιτήσεις πρέπει να απευθύνονται σε συγκεκριμένη υπηρεσία της Επιτροπής. Επιπλέον δε, δεν τους επιδόθηκε καμιά απόφαση εθνικού δικαστηρίου, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να την εφεσιβάλουν, αλλ' αποκλειστικά και μόνο τους κοινοποιήθηκαν κοινοτικές αποφάσεις εκδoθείσες με βάση πληροφοριακά στοιχεία που είχε παράσχει το ΙΝΡS.
13. Εξάλλου, είναι σαφές ότι η Επιτροπή, ως συμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας που συνήφθη με το ΙΝΡS, συμμετέχει στην εφαρμογή της και πρέπει να διαμορφώνει άποψη επί του θέματος. Αν στη συγκεκριμένη αλληλουχία θεωρούσε ότι ο τρόπος δράσεως του ΙΝΡS εκκινούσε από εσφαλμένη ερμηνεία, θα όφειλε - σύμφωνα και με την υποχρέωση αρωγής που φέρει - να το γνωστοποιήσει και να μεριμνήσει, ώστε και το εθνικό δίκαιο να εφαρμοστεί ορθά. Αυτός, άλλωστε, ήταν και ο σκοπός στον οποίο απέβλεπαν με τις ενστάσεις τους οι προσφεύγοντες, αιτούμενοι την αναπομπή των υπολογισμών του ΙΝΡS προς τροποποίησή τους. Το γεγονός ότι το αίτημα αυτό απορρίφθηκε - όπως προκύπτει από την έλλειψη απαντήσεως στις ενστάσεις - δεν μπορεί να σημαίνει παρά ότι η Επιτροπή ενέκρινε την δοθείσα από το ΙΝΡS ερμηνεία της συμφωνίας, πράγμα για το οποίο είχε δώσει τη ρητή συγκατάθεσή της.
14. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι μπορεί να υποστηριχτεί απερίφραστα ότι οι εκδοθείσες δυνάμει του άρθρου 11 του παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού αποφάσεις της Επιτροπής εδράζονται σε συγκεκριμένη άποψή της ως προς την ερμηνεία της συμφωνίας που συνήφθη με το ΙΝΡS.
15. Υπ' αυτό το πρίσμα, δεν είναι καθόλου περίεργο να θεμελιώνεται συγκεκριμένη αιτίαση, στα πλαίσια διαδικασίας ακυρώσεως αποφάσεων της Επιτροπής, στο γεγονός ότι τα προπαρασκευαστικά για τις εν λόγω αποφάσεις μέτρα, εν προκειμένω ο υπολογισμός του ασφαλιστικού ισοδυνάμου, πάσχουν λόγω πλάνης ως μη συνάδοντα προς της διατάξεις της συμφωνίας.
16. 2. 'Οπως ήδη ανέφερα παρεμπιπτόντως, η συναφθείσα με το ΙΝΡS συμφωνία προβλέπει στη διάταξη Β), παράγραφος 1, ότι το ασφαλιστικό ισοδύναμο υπολογίζεται σύμφωνα με τους πίνακες που καταρτίστηκαν για την εφαρμογή του άρθρου 13 του νόμου της 12ης Αυγούστου 1962 που ίσχυε κατά το χρόνο της "presentazione della domanda di trasferimento" (υποβολής της αιτήσεως μεταφοράς). Η συμφωνία προβλέπει επίσης ότι η μεταφορά πραγματοποιείται μόνο μετά την κοινοποιηθείσα από τον ενδιαφερόμενο επιβεβαίωση και εντός προθεσμίας 90 ημερών από την εκ μέρους του ΙΝΡS γνωστοποίηση προς την Επιτροπή του προς μεταφορά ποσού.
17. Συναφώς, οι προσφεύγοντες προβάλλουν ως κύριο επιχείρημα ότι δεν μπορεί να γίνεται λόγος για αίτηση μεταφοράς παρά μόνο αν έχει εκδηλωθεί κατά τρόπο αμετάκλητο, μετά την κοινοποίηση του προς μεταφορά ποσού, η σχετική βούληση (εκδήλωση βουλήσεως που προκύπτει εν προκειμένω από τη συγκατάθεση προς τις αποφάσεις της 12ης Μαΐου, 22ας και 24ης Ιουλίου 1987). Αυτό επιρρωνύει και το γεγονός ότι μόνο από την εν λόγω ημερομηνία κατέστη δυνατό να υποβληθεί αίτηση δυνάμει του άρθρου 42 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού (που αφορά την πραγματοποίηση πληρωμών προοριζομένων για τη σύσταση ή διατήρηση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων στη χώρα καταγωγής) μετά τη σύναψη σχετικής συμφωνίας με το ΙΝΡS στις 22 Απριλίου 1980.
18. Επικουρικώς, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι, σε περίπτωση που αποδιδόταν σημασία στο επιδειχθέν εκ μέρους τους ενδιαφέρον να αποστείλουν πριν από τον Δεκέμβριο 1978 το προς επιστροφή έντυπο, πρέπει να ληφθεί υπόψη και η ημερομηνία κατά την οποία τα ερωτηματολόγια περιήλθαν στον πραγματικό αποδέκτη, τον εθνικό ασφαλιστικό φορέα, ή ακόμη επικουρικότερον, η ημερομηνία διαβιβάσεώς τους (δηλαδή η 13η Δεκεμβρίου 1984 και 12η Μαρτίου 1983 αντίστοιχα, όπως προκύπτει από τις ημερομηνίες παραλαβής τους εκ μέρους του ΙΝΡS που εμφαίνονται επί των εντύπων, ή οι ημερομηνίες που φέρουν τα συνοδευτικά έγγραφα, ήτοι η 6η Δεκεμβρίου 1984 και η 7η Μαρτίου 1983 αντίστοιχα). Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι αποκλείεται κατηγορηματικώς η προσφυγή στις ρυθμίσεις του διατάγματος του 1964 και ότι προσήκει αναμφίβολα η χρήση των υψηλοτέρων συντελεστών του διατάγματος του 1981.
19. Κατ' εμέ, ούτε το κύριο επιχείρημα, ούτε η εκτίμηση στην οποία προβαίνουν οι προσφεύγοντες, επικουρικώς, ευσταθούν.
20. α) Η πρώτη άποψη καταδεικνύεται ευχερώς μέσω της διατυπώσεως της συμφωνίας. Το στάδιο που οι προσφεύγοντες θεωρούν αμετάκλητο αποτελεί αντικείμενο της διατάξεως Β), παράγραφος 2, και στο σημείο αυτό δεν τίθεται θέμα αιτήσεως αλλά επιβεβαιώσεως (conferma). Στο μέτρο που για την εφαρμογή του εθνικού δικαίου η συμφωνία αναφέρεται στην υποβολή της αιτήσεως, ασφαλώς δεν πρόκειται για την επιλογή του χρόνου κατά τον οποίο οι ενδιαφερόμενοι εκδήλωσαν την αμετάκλητη βούλησή τους συμφωνώντας με τον υπολογισμό του αριθμού των ληφθέντων υπόψη για τη χορήγηση συντάξεως ετών, στάδιο που αποδίδεται ρητώς με άλλον όρο.
21. Επίσης, είναι προφανές ότι η άποψη των προσφευγόντων δεν είναι ευλογοφανής. Οι κοινοποιήσεις της Επιτροπής σχετικά με τον υπολογισμό των ληπτέων υπόψη ετών για τη σύνταξη λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου (τις ημερομηνίες των οποίων ανέφερα στην αρχή των προτάσεών μου) προέβλεπαν ότι οι ενδιαφερόμενοι όφειλαν να γνωστοποιήσουν αν συμφωνούν εντός μηνός, καθώς επίσης ((σε σχέση με την προβλεπόμενη στη διάταξη Β), παράγραφος 2, της συμφωνίας, προθεσμία των 90 ημερών)) και ότι η μεταφορά των οικείων ποσών θα πραγματοποιούνταν σε μεταγενέστερη ημερομηνία στο εγγύς μέλλον (ήτοι στις 30 Ιουνίου, 30 Σεπτεμβρίου και την 1η Οκτωβρίου 1987). Αφού οι προσφεύγοντες συμφώνησαν αντίστοιχα στις 25 Μαΐου 1987, 24 Αυγούστου 1987 και 7 Αυγούστου 1987, καθίστατο δυσχερής η εξεύρεση χρόνου, πριν από την προβλεπόμενη για τη μεταφορά ημερομηνία, προκειμένου να αποσταλεί ο φάκελος στο ΙΝΡS, ώστε να προβεί σε νέους υπολογισμούς με βάση τις ρυθμίσεις που θεσπίστηκαν σε εκτέλεση του ισχύοντος τότε νόμου της 12ης Αυγούστου 1962. Το στοιχείο αυτό καταδεικνύει επίσης ότι η άποψη, σύμφωνα με την οποία ο όρος "αίτηση" κατά τη συμφωνία σημαίνει την αμετάκλητη εκδήλωση της συναινέσεως των ενδιαφερομένων για τη μεταφορά στις Κοινότητες των συνταξιοδοτικών τους δικαιωμάτων, είναι απορριπτέα.
22. β) Ως προς την επικουρική άποψη που υποστηρίχθηκε ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη η ημερομηνία αποστολής στο ΙΝΡS των δεόντως συμπληρωθέντων από τους ενδιαφερομένους εντύπων (οι οποίοι εξεδήλωσαν απλώς και μόνο ενδιαφέρον για το ενδεχόμενο μεταφοράς στην Κοινότητα συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου), αν όχι η ημερομηνία παραλαβής τους από το ΙΝΡS, παραπέμπω απλούστατα - γεγονός που ευνοεί αντίθετα την άποψη της Επιτροπής ότι καθοριστικός είναι ο χρόνος κινήσεως της διαδικασίας μεταφοράς, ήτοι το 1978 - στη διάταξη του άρθρου 11 του παρατήματος VΙΙΙ του κανονισμού που εφαρμόστηκε αναλογικώς στους προσφεύγοντες. Προβλέποντας ότι ο υπάλληλος που εισέρχεται στην υπηρεσία των Κοινοτήτων μετά τη λήξη των καθηκόντων του σε διοίκηση, εθνικό ή διεθνή οργανισμό ή σε επιχείρηση έχει την ευχέρεια να καταβάλει στις Κοινότητες, κατά τη μονιμοποίησή του, ορισμένα ποσά, η εν λόγω διάταξη αποτελεί έκφραση της αντιλήψεως ότι η μεταφορά συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου συνδέεται κατ' ανάγκην όσο το δυνατόν στενότερα με τη μονιμοποίηση του υπαλλήλου, γενικότερα - και προκειμένου να λαμβάνεται υπόψη η εφαρμογή του άρθρου 11 σε ειδικές περιπτώσεις όπως οι υπό κρίση - πρέπει να συνδέεται όσο το δυνατόν στενότερα με το χρόνο κατά τον οποίο καθίσταται εφικτή η μεταφορά (μετά την έκδοση του κανονισμού 2615/76 και τη σύναψη της συμφωνίας με το ΙΝΡS). Στην πραγματικότητα, συμβιβάζεται δύσκολα με την επιταγή αυτή το να εκλαμβάνονται ως αμετάκλητες ημερομηνίες που αποκλίνουν αισθητά από το χρόνο αυτό και που μερικώς είναι απόρροια του απρόβλεπτου φόρτου εργασίας των υπευθύνων υπηρεσιών της Επιτροπής (όπως μας γνωστοποιήθηκε, η αρμόδια υπηρεσία της Επιτροπής είχε επιφορτιστεί, εκτός των άλλων, με την εξέταση 800 αιτήσεων προερχομένων από την Ιspra, η κατάσταση αυτή δε είχε ως συνέπεια, ενόψει και των λοιπών υπηρεσιακών καθηκόντων, οι αιτήσεις να διαβιβαστούν στο ΙΝΡS με σημαντική καθυστέρηση).
23. Την άποψη αυτή ενισχύουν και οι λεπτομέρειες εφαρμογής που εξέδωσε η Επιτροπή και για τις οποίες μπορεί να λεχθεί ότι απηχούν το πνεύμα της συμφωνίας, όπως το αντιλαμβάνονται τα δύο συμβαλλόμενα μέρη. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ως αποφασιστικής σημασίας δείκτης πρέπει να θεωρηθεί η πρώτη επίδειξη ενδιαφέροντος (έστω και αν δεν συνεπάγεται ακόμη καμιά οριστική απόφαση ως προς τη μεταφορά του ασφαλιστικού ισοδυνάμου), ενέχει δε σημασία το γεγονός ότι συνέβη πριν από τον Δεκέμβριο του 1978 το αργότερο, σε ημερομηνία δηλαδή που προσεγγίζει κατά πολύ εκείνη από την οποία κατέστη δυνατή η μεταφορά στην Κοινότητα των κτηθέντων στα πλαίσια του εθνικού συστήματος συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων. Συναφώς έχει περαιτέρω ενδιαφέρον να τονιστεί ότι συγκεκριμένα πρόκειται για "αίτηση" (βλέπε το υπηρεσιακό σημείωμα της 13ης Ιουλίου 1978) και ότι στις λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου 11 του παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού, που δημοσιεύτηκαν στον Ταχυδρόμο του προσωπικού της 19ης Οκτωβρίου 1977, αναφέρεται ως αποδέκτης της υποβαλλόμενης εντός τακτής προθεσμίας αιτήσεως συγκεκριμένη υπηρεσία της Επιτροπής.
24. Σημειωτέον ακόμη ότι στην παρούσα αλληλουχία οι ενδιαφερόμενοι υπάλληλοι δεν είχαν άμεση επαφή με το ΙΝΡS αλλ' αποκλειστικά με τον εργοδότη τους. Το γεγονός αυτό οδηγεί επίσης στο συμπέρασμα ότι, όσον αφορά το χρόνο υποβολής της αιτήσεως, αποφασιστικής σημασίας είναι εκείνος κατά τον οποίον επελήφθη η Επιτροπή και όχι ο χρόνος διαβιβάσεως των εντύπων προς το ΙΝΡS που οι προσφεύγοντες δεν είχαν άλλωστε τη δυνατότητα να επηρεάσουν.
25. Η άποψη αυτή εντάσσεται περαιτέρω - όπως παρατήρησε και η καθής κατά τη συνεδρίαση - στη νομολογία του Δικαστηρίου στην υπόθεση 129/87 (10), με την οποία έγινε δεκτό ότι αρκεί η αίτηση να παρελήφθη έγκαιρα από την αρμόδια κοινοτική υπηρεσία. Αντίθετα, οι προσφεύγοντες με δυσχέρεια μπορούν να εύρουν έρεισμα στην απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση 124/87 (11) και την οποία επικαλούνται υπέρ των θέσεών τους. Πράγματι, μολονότι η απόφαση αυτή αναφέρεται και στο ότι η προβλεπόμενη στις λεπτομέρειες εφαρμογής προθεσμία δεν ισχύει για το λοιπό προσωπικό του καθεστώτος που θέσπισαν οι Κοινότητες (πράγμα που προφανώς σημαίνει ότι θα μπορούσαν να υπαχθούν, αν το ζητούσαν με μεταγενέστερη αίτησή τους, στις εθνικές ρυθμίσεις που άρχισαν να ισχύουν αργότερα), πρέπει να σημειωθεί ότι με την εν λόγω απόφαση κρίθηκε ότι είναι αναγκαίο η Επιτροπή να θεσπίσει μέτρα ικανά να αποτρέψουν εν προκειμένω τον απορρέοντα από την άνιση μεταχείριση κίνδυνο (μέτρα μεταξύ των οποίων θα μπορούσε να συμπεριληφθεί και η ανάλογη τροποποίηση της συμφωνίας).
26. γ) Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τόσο το ΙΝΡS όσο και η Επιτροπή έκριναν ορθά ότι ως "presentazione della domanda" (υποβολή της αιτήσεως) νοείται κατά τη συμφωνία η το πρώτον εκφραζόμενη και γνωστοποιούμενη στην Επιτροπή εκδήλωση ενδιαφέροντος και ότι συνακόλουθα μόνο οι ρυθμίσεις που προβλέπει το διάταγμα του 1964 και ίσχυαν ακόμη το 1978 μπορούσαν να ληφθούν υπόψη.
27. 3. Με δεδομένη την εκτίμηση αυτή, δεν χρειάζεται να μακρηγορήσω επί του δευτέρου λόγου, δηλαδή επί της αιτιάσεως ότι τη στάση της Επιτροπής υπαγόρευσε αποκλειστικά η μέριμνα να αποφευχθεί διαφορετική μεταχείριση μεταξύ του λοιπού προσωπικού οφειλόμενη στις διαφορετικές ημερομηνίες παραλαβής των εντύπων από το ΙΝΡS, γεγονός για το οποίο ευθύνεται η Επιτροπή, παρόλον ότι οι διαφορές αυτές καθίστανται σε ορισμένες περιπτώσεις αναπόφευκτες λόγω της ίδιας της φύσεως της συμφωνίας και των διατάξεων εφαρμογής της που εξέδωσε η Επιτροπή, ιδίως μάλιστα όταν οι εθνικές διατάξεις τροποποιούνται κατά τη διάρκεια της εξάμηνης προθεσμίας εντός της οποίας πρέπει να υποβληθεί η αίτηση.
28. Εξήγησα ήδη ότι η ερμηνεία της συμφωνίας στην οποία στηρίζονται το ΙΝΡS και η Επιτροπή είναι ορθή για διαφόρους λόγους, δεν ενδιαφέρει επομένως αν μπορεί να προσαφθεί ή όχι στην Επιτροπή καθυστέρηση στη διαβίβαση των εντύπων αιτήσεων. Διευκρινίστηκε επίσης ότι όλες οι αιτήσεις μεταφοράς έτυχαν της αυτής μεταχείρισης αφού η λήξασα το 1978 προθεσμία εφαρμόστηκε ομοιόμορφα, ενώ δεν μπορεί να υποστηριχτεί ότι οι αιτήσεις διαβιβάστηκαν στο ΙΝΡS πριν από το 1981, γεγονός που θα είχε ως συνέπεια την απόλυτη αδυναμία των ενδιαφερομένων να υπαχθούν στις ρυθμίσεις του ιταλικού διατάγματος του 1981.
29. Κατόπιν των ανωτέρω, δεν μου απομένει παρά να συμπεράνω ότι είναι αβάσιμο να υποστηρίζεται ότι η δοθείσα από την Επιτροπή ερμηνεία της συμφωνίας επηρεάστηκε από σκέψεις στερούμενες αντικειμενικότητας και ότι συνακόλουθα και ο δεύτερος λόγος είναι απορριπτέος.
Γ - Συμπέρασμα
30. 4. Για όλους τους παραπάνω λόγους, άγομαι στη διαπίστωση ότι είναι αδικαιολόγητη η ασκηθείσα κριτική στις αποφάσεις της Επιτροπής που αφορούν τον, για τους σκοπούς της εκκαθαρίσεως της κοινοτικής συντάξεως λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου, υπολογισμό του χρόνου προϋπηρεσίας των προσφευγόντων. Επομένως, δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί ούτε οι λόγοι ακυρώσεως ούτε το αίτημα για έκδοση αναγνωριστικής αποφάσεως (το ερώτημα αν το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αναγνωρίσει τα αιτήματα των προσφευγόντων παραμένει άλυτο).
31. Κατόπιν αυτού, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να απορρίψει τις προσφυγές,
2) να καταδικάσει κάθε διάδικο να φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
(1) Τα δικαιώματα αυτά απέκτησαν:
- η προσφεύγουσα στην υπόθεση 75/88 κατά τη διάρκεια 14 ετών προϋπηρεσίας ως υπάλληλος εγκαταστάσεων σε πυρηνικό κέντρο
- η προσφεύγουσα στην υπόθεση 146/88 κατά τη διάρκεια 6 ετών προϋπηρεσίας σε ιδιωτική επιχείρηση και 2 ετών προϋπηρεσίας ως τοπικη υπάλληλος
- ο προσφεύγων στην υπόθεση 147/88, κατά τη διάρκεια 10 ετών προϋπηρεσίας σε ιδιωτική επιχείρηση και 10 ετών προϋπηρεσίας ως τοπικός υπάλληλος και υπάλληλος εγκαταστάσεων σε πυρηνικό κέντρο.
(2) Βλέπε κανονισμό (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ) 2615/76 του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 1976, ΑΒl L 299 της 29.10.1976, σ. 1.
(3) Υπό την έννοια του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
(4) Υπηρεσιακό σημείωμα της 12ης Μαΐου 1987, υπόθεση 75/88 της 22ας Ιουλίου 1987, υπόθεση 146/88 και της 24ης Ιουλίου 1989, υπόθεση 147/88.
(5) Στην υπόθεση 75/88: 5 έτη, 1 μήνα και 24 ημέρες στην υπόθεση 146/88: 1 έτος, 7 μήνες και 5 ημέρες στην υπόθεση 147/88: 6 έτη, 7 μήνες και 29 ημέρες.
(6) Επιστολές της 25ης Μαΐου, 24ης Αυγούστου και 3ης Αυγούστου 1987.
(7) Στην υπόθεση 75/88.
(8) Στις υποθέσεις 146/88 και 147/88.
(9) Στην υπόθεση 75/88: 12 έτη, 5 μήνες και 19 ημέρες στην υπόθεση 146/88: 5 έτη, 2 μήνες και 19 ημέρες στην υπόθεση 147/88: 13 έτη και 12 ημέρες.
(10) Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1988 στην υπόθεση 129/87, Εva Fingruth κατά Caisse de pension des employes prives του Λουξεμβούργου (Συλλογή 1988, σ.6121).
(11) Απόφαση της 29ης Ιουνίου 1988 στην υπόθεση 124/87, G. Gritzmann-Martignoni κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 3491).
Full & Egal Universal Law Academy