Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Το Raad van Beroep του Groningen υπέβαλε στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα με το οποίο ζητείται, ουσιαστικά, να καθοριστεί ποια επίδραση έχει η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων επί νομοθετικής διατάξεως που αφορά την εργασία με καθεστώς μερικής απασχολήσεως.
2. Τα πραγματικά περιστατικά είναι τα ακόλουθα. Η Ruzius-Wilbrink ασκούσε επαγγελματική δραστηριότητα με καθεστώς μερικής απασχολήσεως, ήτοι απασχολείτο 18 ώρες εβδομαδιαίως, ως βοηθητική διοικητική υπάλληλος στον τομέα της δημοσίας εκπαιδεύσεως του Groningen. Στις 9 Μαρτίου 1981 κατέστη ανίκανη προς εργασία.
3. Στις Κάτω Χώρες, ο νόμος της 11ης Δεκεμβρίου 1975, περί γενικού συστήματος ασφαλίσεως κατά της ανικανότητας προς εργασία (1) (στο εξής: ΑΑW), χορηγεί επίδομα ανικανότητας προς εργασία σε κάθε ασφαλισμένο ηλικίας άνω των δεκαεπτά ετών ο οποίος είχε εισοδήματα από επαγγελματική απασχόληση κατά το προ της επελεύσεως της ανικανότητας έτος (2). Εως την 1η Ιανουαρίου 1987, το επίδομα καθοριζόταν με εφαρμογή μιας βάσεως υπολογισμού, κυμαινόμενης από 43,22 έως 87,79 φιορίνια (ΗFL), αναλόγως της ηλικίας και της οικογενειακής καταστάσεως του ασφαλισμένου (3). Αντιθέτως, οι επαγγελματικές αποδοχές, τις οποίες είχε ο ασφαλισμένος πριν από την επέλευση της ανικανότητας, δεν ασκούσαν καμία επίδραση επί του ύψους του επιδόματος. Τα άτομα τα οποία, κατά το προηγούμενο της επελεύσεως της ανικανότητας έτος, είχαν εισόδημα χαμηλότερο από το 15 % ενός ποσού αντιστοιχούντος στο πολλαπλάσιο κατά 260 φορές της βάσεως υπολογισμού, η οποία είχε καθοριστεί στα 87,79 (ΗFL), θεωρούνταν ότι δεν είχαν εισοδήματα (4). Τέλος, κατά την αμφισβητούμενη στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως διάταξη, αν ο ασφαλισμένος δεν "είχε ασκήσει κατά τη διάρκεια του έτους που προηγήθηκε της ημέρας της επελεύσεως της ανικανότητάς του προς εργασία επαγγελματική δραστηριότητα δυναμένη να θεωρηθεί ως συνήθους διαρκείας για τον οικείο επαγγελματικό κλάδο" και, κατά συνέπεια, είχε αποκτήσει κατά τη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου "εισόδημα κατώτερο από ποσό ίσο προς το πολλαπλάσιο κατά 260 φορές της βάσεως υπολογισμού" που ίσχυε γι' αυτόν, του εχορηγείτο επίδομα καθοριζόμενο αναλόγως των μέσων ημερησίων αποδοχών που είχε ο ασφαλισμένος κατά το προ της επελεύσεως της ανικανότητας προς εργασία έτος (5).
4. Με το νόμο της 6ης Νοεμβρίου 1986 (6), η ρύθμιση αυτή άλλαξε από 1ης Ιανουαρίου 1987. Από την ημερομηνία αυτή, το επίδομα υπολογίζεται βάσει του κατωτάτου μισθού που καθορίζεται από το "νόμο περί κατωτάτου μισθού και κατωτάτου επιδόματος αδείας" (7). Τα προηγούμενα εισοδήματα του ασφαλισμένου εξακολουθούν να μη λαμβάνονται υπόψη. Η ίδια εξαίρεση από το σύστημα του ΑΑW ισχύει για τα πολύ χαμηλά εισοδήματα, ως τοιαύτα δε, θεωρούνται τα κατώτερα από το πολλαπλάσιο κατά 48 φορές του κατώτατου μισθού (8). Οσο για τη διάταξη περί εργασίας με καθεστώς μερικής απασχολήσεως, αυτή περιλαμβάνεται πλέον στο άρθρο 10, παράγραφοι 3 και 4, του τροποποιημένου ΑΑW. Η διάταξη αυτή αφορά τον "δικαιούχο ο οποίος, κατά τη διάρκεια του έτους που προηγήθηκε της ημέρας της επελεύσεως της ανικανότητας προς εργασία, δεν άσκησε επαγγελματική δραστηριότητα δυναμένη να θεωρηθεί ως συνήθους διαρκείας για τον οικείο επαγγελματικό κλάδο και, κατά συνέπεια, εισέπραξε εισόδημα κατώτερο από το πολλαπλάσιο κατά 260 φορές του ποσού" του κατωτέρου ημερομισθίου. Στην περίπτωση αυτή, κατά την παράγραφο 4, "λαμβάνεται ως βάση υπολογισμού της παροχής το μέσο ημερήσιο εισόδημα" το οποίο ο ασφαλισμένος θεωρείται ότι απέκτησε κατά τη διάρκεια του έτους που προηγήθηκε της ανικανότητάς του προς εργασία.
5. Ας σημειωθεί ότι για ορισμένες κατηγορίες ασφαλισμένων ισχύει ειδικό καθεστώς (9). Συγκεκριμένα, διάταγμα της 28ης Απριλίου 1980 προβλέπει απόκλιση για τους ελεύθερους επαγγελματίες, τους σπουδαστές και τα πρόσωπα που περιποιούνται μέλη της οικογενείας τους. Τα πρόσωπα αυτά δικαιούνται επιδόματος υπολογιζομένου με βάση τον κατώτατο μισθό.
6. Ως εκ τούτου, στη Ruzius-Wilbrink χορηγήθηκε, από 1ης Ιανουαρίου 1985, επίδομα ανικανότητας προς εργασία, το οποίο καθορίστηκε με βάση τα εισοδήματα που η ενδιαφερομένη είχε προηγουμένως ως εργαζομένη με καθεστώς μερικής απασχολήσεως. Η Ruzius-Wilbrink προσέφυγε κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Raad van Beroep του Groningen υποστηρίζοντας ότι η εν λόγω διάταξη του ΑΑW αντέβαινε στην οδηγία 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978 (10) (στο εξής: οδηγία), το άρθρο 4 της οποίας απαγορεύει "κάθε διάκριση που βασίζεται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό με την οικογενειακή κατάσταση", καθόσον ο αριθμός των γυναικών εργαζομένων με καθεστώς μερικής απασχολήσεως είναι πολύ υψηλότερος από τον αντίστοιχο αριθμό των ανδρών εργαζομένων.
7. Το παραπέμπον δικαστήριο υπέβαλε, λοιπόν, στο Δικαστήριο δύο προδικαστικά ερωτήματα, αφενός, ως προς το κατά πόσον ένα σύστημα όπως αυτό που θεσπίζει ο ΑΑW συμβιβάζεται με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας και, αφετέρου, ως προς τις συνέπειες της τυχόν αντιθέσεως του συστήματος αυτού προς το εν λόγω άρθρο όσον αφορά το ύψος του επιδόματος ανικανότητας προς εργασία που χορηγείται στους εργαζόμενους με καθεστώς μερικής απασχολήσεως.
8. Το Δικαστήριο έχει ήδη ασχοληθεί με τη θέση των εργαζομένων με καθεστώς μερικής απασχολήσεως από πλευράς επιταγών της κοινοτικής αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών εργαζομένων. Είχα την ευκαιρία να εκθέσω την άποψή μου ως προς το θέμα αυτό με τις προτάσεις μου στην υπόθεση 171/88, Rinner-Kuehn (11).
9. Σημειώνω, για να μην επανέλθω επί του θέματος, ότι το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας παράγει άμεσο αποτέλεσμα. Συγκεκριμένα, με την απόφαση FΝV, το Δικαστήριο έκρινε ότι
"ηδιάταξη ... αυτή είναι επαρκώς σαφής και απαλλαγμένη αιρέσεων ώστε, εφόσον δεν έχουν ληφθεί εθνικά εκτελεστικά μέτρα, οι ιδιώτες να μπορούν να την επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων από τις 23 Δεκεμβρίου 1984" (12).
10. Φαίνεται ότι στην υπό κρίση υπόθεση το Δικαστήριο για πρώτη φορά καλείται να εξετάσει, όσον αφορά την κοινωνική ασφάλιση και υπό το φως των διατάξεων της οδηγίας, μια νομοθετική διάταξη αφορώσα κατά κύριο λόγο το καθεστώς της μερικής απασχολήσεως. Αντιθέτως, το Δικαστήριο έχει ήδη ασχοληθεί με παρόμοιες δυσκολίες στον συγγενή τομέα του άρθρου 119 της Συνθήκης, το οποίο καθιερώνει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά τις αμοιβές.
11. Με την απόφαση Jenkins (13), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι
"το γεγονός ότι η εργασία με μειωμένο ωράριο αμείβεται με ωριαία βάση κατώτερη από την αμοιβή της εργασίας με πλήρες ωράριο δεν συνιστά, καθαυτό, διάκριση που απαγορεύεται από το άρθρο 119, αν αυτή η ωριαία αμοιβή εφαρμόζεται χωρίς διάκριση φύλου στους εργαζόμενους που ανήκουν στη μία ή στην άλλη από τις δύο αυτές κατηγορίες μισθωτών" (14).
Το Δικαστήριο δε πρόσθεσε ότι μια τέτοια διαφορά αμοιβής δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας των αμοιβών εφόσον μπορεί να εξηγηθεί
"από την παρεμβολή παραγόντων που δικαιολογούνται αντικειμενικά και είναι ξένοι προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο" (15)
αλλά ότι
"αντίθετα, αν διαπιστώνεται ότι σημαντικά μικρότερο ποσοστό θηλέων αντί αρρένων παρέχουν τον ελάχιστο αριθμό ωρών εργασίας κατά εβδομάδα, ο οποίος απαιτείται για να μπορούν να αξιώσουν τον πλήρη ωριαίο μισθό, η ανισότητα αμοιβής αντίκειται στο άρθρο 119 της Συνθήκης, όταν ... η μισθολογική τακτική της εν λόγω επιχειρήσεως δεν μπορεί να εξηγηθεί από παράγοντες που αποκλείουν διάκριση βασιζόμενη στο φύλο" (16).
Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο η εκτίμηση του τελευταίου αυτού ζητήματος.
12. Με την απόφαση Βilka, το Δικαστήριο ενέμεινε στην ανωτέρω νομολογία, αποφαινόμενο ότι,
"αν τυχόν προκύπτει ότι το ποσοστό των γυναικών που εργάζονται με πλήρες ωράριο είναι σημαντικά χαμηλότερο από το αντίστοιχο ποσοστό των ανδρών, ο αποκλεισμός των εργαζομένων με μειωμένο ωράριο από το συνταξιοδοτικό σύστημα επιχειρήσεως αντιβαίνει προς το άρθρο 119 της Συνθήκης, όταν, ενόψει των δυσχερειών που συναντούν οι εργαζόμενες γυναίκες για να μπορούν να εργάζονται με πλήρες ωράριο, το μέτρο αυτό δεν μπορεί να εξηγηθεί βάσει παραγόντων που αποκλείουν διάκριση βασιζόμενη στο φύλο" (17).
13. Η νομολογία αυτή εφαρμόστηκε αναλόγως και στον ιδιαίτερο τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως που μας ενδιαφέρει εν προκειμένω, δεδομένου ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση Τeuling, αποφάνθηκε ότι
"ένα σύστημα παροχών όπου ... προβλέπονται προσαυξήσεις οι οποίες δεν βασίζονται απευθείας στο φύλο των δικαιούχων, αλλά λαμβάνουν υπόψη την οικογενειακή τους κατάσταση, και όπου αποδεικνύεται ότι ένα ποσοστό καθαρά μικρότερο γυναικών παρά ανδρών μπορούν να επωφεληθούν αυτών των προσαυξήσεων, είναι αντίθετο προς το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, αν αυτό το σύστημα παροχών δεν μπορεί να δικαιολογηθεί για λόγους που αποκλείουν διάκριση λόγω φύλου" (18).
14. Ωστόσο, με την απόφαση Βilka, το Δικαστήριο προέβη σε αντιστροφή του βάρους της αποδείξεως, όταν, με το διατακτικό της εν λόγω αποφάσεως, αποφάνθηκε ότι
"υπάρχει παράβαση του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ από εταιρία πολυκαταστημάτων που αποκλείει τους απασχολουμένους με μειωμένο ωράριο από το συνταξιοδοτικό σύστημα της επιχειρήσεως, όταν το μέτρο αυτό πλήττει πολύ υψηλότερο αριθμό γυναικών παρά ανδρών, εκτός αν η επιχείρηση αποδείξει ότι το μέτρο αυτό εξηγείται από παράγοντες που δικαιολογούνται αντικειμενικά και είναι ξένοι προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο" (19).
Και στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο άφησε τον εθνικό δικαστή να εκτιμήσει κατά πόσον οι λόγοι που προβλήθηκαν προς δικαιολόγηση του επίδικου μέτρου ήταν ξένοι προς οποιαδήποτε διάκριση.
15. Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως σημειώθηκε κατά την προφορική διαδικασία, οι εργαζόμενοι με καθεστώς μερικής απασχολήσεως είναι οι μόνοι για τους οποίους το χορηγούμενο επίδομα καθορίζεται αναλόγως των προηγουμένων εισοδημάτων τους, ενώ όλες οι άλλες κατηγορίες προσώπων που υπάγονται στο σύστημα του ΑΑW λαμβάνουν επίδομα βάσει του κατωτάτου μισθού. Επιπλέον, φαίνεται ότι είναι πιθανόν ορισμένοι εργαζόμενοι με καθεστώς πλήρους απασχολήσεως να είχαν αποδοχές χαμηλότερες από τον κατώτατο μισθό χωρίς αυτό να επηρεάζει, στο πλαίσιο του ΑΑW, τα δικαιώματά τους όσον αφορά τη λήψη "πλήρους", ούτως ειπείν, επιδόματος. Συνεπώς, φαίνεται ότι η κατάσταση των εργαζομένων με καθεστώς μερικής απασχολήσεως είναι μειονεκτική σε σχέση προς την κατάσταση των εργαζομένων με καθεστώς πλήρους απασχολήσεως. Είναι, όμως, αναμφισβήτητο ότι το έτος 1974, το οποίο είναι το μόνο έτος για το οποίο υπήρξαν στατιστικές, το ποσοστό των γυναικών εργαζομένων με καθεστώς μερικής απασχολήσεως στις Κάτω Χώρες ανερχόταν σε ποσοστό 79,6 % (20).
16. Στην υπόθεση Βilka, η Επιτροπή επιχείρησε να διακρίνει μεταξύ της προθέσεως εισαγωγής διακρίσεων και του συνιστώντος διάκριση αποτελέσματος, με σκοπό να πετύχει την εκ μέρους του Δικαστηρίου καταδίκη όχι μόνο των μέτρων που εισάγουν ηθελημένη διάκριση, αλλά και των μέτρων τα οποία, παρά την απουσία οποιασδήποτε προθέσεως αυτού του είδους, παράγουν αποτέλεσμα το οποίο συνιστά δυσμενή διάκριση. Το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε ρητώς επί του σημείου αυτούΨ φαίνεται όμως ότι η σκέψη 30 της αποφάσεως, στην οποία αναφέρεται ότι δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί καμία παράβαση του άρθρου 19
"αν ... η επιχείρηση είναι σε θέση να αποδείξει ότι η μισθολογική της πρακτική μπορεί να εξηγηθεί από παράγοντες που δικαιολογούνται αντικειμενικά και είναι ξένοι προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο",
ενέχει σιωπηρή απόρριψη της ευρείας απόψεως της Επιτροπής.
17. Συνεπώς, δεν μπορώ να θεωρήσω ασυμβίβαστο ένα μέτρο απλώς και μόνο διότι έχει αποτελέσματα που συνιστούν δυσμενή διάκριση, εφόσον το μέτρο αυτό εξηγείται από παράγοντες αντικειμενικούς και δεν πηγάζει από καμία πρόθεση εισαγωγής διακρίσεων.
18. Εξάλλου, για να θέσω το ερώτημα που είχα ήδη θέσει στο πλαίσιο της υποθέσεως Rinner-Kuehn, είναι επιθυμητό να καθιερώσει το Δικαστήριο ένα τεκμήριο ασυμβιβάστου του εθνικού δικαίου προς την κοινοτική νομοθεσία όταν μια διάταξη του δικαίου αυτού απλώς και μόνο πλήττει πολύ μεγαλύτερο αριθμό γυναικών παρά ανδρών; Ενα τέτοιο τεκμήριο δικαιολογείται όταν πρόκειται για την πρακτική που ακολουθεί μια επιχείρηση ή για συμφωνία μεταξύ εργοδοτών, δηλαδή για κανόνες δικαίου ήσσονος τάξεως στην ιεραρχία των νομικών κανόνων και, κυρίως, περιορισμένου πεδίου εφαρμογής. Πιστεύω ότι δεν συμβαίνει το ίδιο όταν πρόκειται για νομοθετική διάταξη. Πράγματι, υπάρχει μια ειδοποιός διαφορά μεταξύ του εργοδότη, για τον οποίο η μισθολογική πολιτική αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα θέματα στο πλαίσιο της επιχειρήσεώς του, και του νομοθέτη, καθήκον του οποίου είναι να μεριμνά για το γενικό συμφέρον και ο οποίος οφείλει να λαμβάνει υπόψη ένα πολύ μεγάλο αριθμό παραγόντων κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής φύσεως, στα πλαίσια των οποίων η κατανομή μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων αποτελεί απλώς ένα στοιχείο μεταξύ πολλών άλλων. Κατά συνέπεια, αν είναι θεμιτό να υποτεθεί ότι μια επιχείρηση δεν μπορούσε να αγνοεί την άνιση κατανομή ανδρών και γυναικών εργαζομένων σε ορισμένες θέσεις εργασίας και, επομένως, να θεωρηθεί κατά τεκμήριο ότι ορισμένα μισθολογικά μέτρα της εν λόγω επχειρήσεως είναι ασυμβίβαστα προς την κοινοτική νομοθεσία, δεν συμβαίνει το ίδιο όσον αφορά τον εθνικό νομοθέτη, ο οποίος υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του ένα μεγαλύτερο αριθμό δεδομένων και ως προς τον οποίο δεν μπορεί να ισχύσει τεκμήριο διακριτικής συμπεριφοράς (21).
19. Στην υπό κρίση υπόθεση, λαμβανομένων υπόψη των προσκομισθεισών στατιστικών, η πρώτη προϋπόθεση που θέτει η νομολογία του Δικαστηρίου και η οποία συνίσταται στην ύπαρξη σημαντικής δυσαναλογίας μεταξύ γυναικών και ανδρών εργαζομένων πληρούται.
20. Οσον αφορά το δεύτερο σημείο, εναπόκειται, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, στον εθνικό δικαστή να κρίνει κατά πόσον με τη θέσπιση της επίδικης διάταξης επιδιώκονται στόχοι οι οποίοι δεν είναι ξένοι προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο.
21. Με αυτό το πνεύμα θα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να απαντήσει το Δικαστήριο στο πρώτο ερώτημα. Δυνάμει του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, αποτέλεσμα το οποίο, όπως ανέφερα, έχει αναγνωρίσει το Δικαστήριο, παρέχεται η δυνατότητα στο εθνικό δικαστήριο να εφαρμόσει τον εσωτερικό νόμο σύμφωνα με τις επιταγές του κοινοτικού δικαίου και, εν ανάγκη, να μη εφαρμόσει τυχόν αντίθετη εθνική διάταξη.
22. Το συμπέρασμα αυτό μας οδηγεί, εξάλλου, κατευθείαν στο δεύτερο ερώτημα του παραπέμποντος δικαστηρίου. Σε περίπτωση που το εν λόγω δικαστήριο κρίνει ασυμβίβαστη προς το κοινοτικό δίκαιο την επίδικη εθνική διάταξη, οφείλει να συναγάγει το συμπέρασμα ότι οι εργαζόμενοι με καθεστώς μερικής απασχολήσεως δικαιούνται επιδόματος υπολογιζομένου κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο καθορίζεται το επίδομα που χορηγείται στους εργαζομένους με καθεστώς πλήρους απασχολήσεως;
23. Επί του ζητήματος αυτού υπάρχει πλούσια νομολογία. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έχει συχνά αποφανθεί ότι, ελλείψει μέτρων εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας,
"οι γυναίκες έχουν δικαίωμα ίσης μεταχειρίσεως και υπαγωγής στο ίδιο καθεστώς με τους άνδρες που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση το καθεστώς αυτό εξακολουθεί να αποτελεί, εφόσον η παραπάνω οδηγία δεν έχει εκτελεστεί, το μόνο νόμιμο σύστημα αναφοράς" (22).
24. Συνεπώς, αν το εθνικό δικαστήριο διαπιστώσει ότι οι διατάξεις που προβλέπουν εξαίρεση από το γενικό σύστημα του ΑΑW δεν συμβιβάζονται με την κοινοτική νομοθεσία, οφείλει να μην τις εφαρμόσει. Εν αναμονή των ειδικών μέτρων τα οποία ενδέχεται να λάβει ο ολλανδός νομοθέτης για να θεραπεύσει την κατάσταση, το εθνικό δικαστήριο δεν μπορεί παρά να εφαρμόσει τις λοιπές διατάξεις του ΑΑW και, επομένως, να επιφυλάξει στους εργαζομένους με καθεστώς μερικής απασχολήσεως τη μεταχείριση που ισχύει για τους εργαζομένους με καθεστώς πλήρους απασχολήσεως. Προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει με αυτό το πνεύμα στο δεύτερο ερώτημα.
25. Καταλήγοντας, προτείνω, λοιπόν, στο Δικαστήριο να δώσει τις ακόλουθες απαντήσεις:
"1)Συμβιβάζεται με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, νομοθετική διάταξη η οποία, στην περίπτωση ανικανότητας προς εργασία, εξαιρεί τους εργαζομένους με καθεστώς μερικής απασχολήσεως από το ευνοϊκό σύστημα του υπολογισμού της παροχής βάσει του κατωτάτου μισθού, όταν η διάταξη αυτή πλήττει πολύ μεγαλύτερο αριθμό γυναικών παρά ανδρών, εκτός εάν αποδειχθεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ότι η διάταξη αυτή θεσπίστηκε ενόψει στόχων οι οποίοι δεν είναι ξένοι προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο.
2)Στην τελευταία αυτή περίπτωση, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να μη εφαρμόσει τον κανόνα του εσωτερικού δικαίου που αντιβαίνει στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της προαναφερθείσας οδηγίας."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
(1) Sταατςβμαδ 674 αριθ. 151.
(2) Αρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο α), του ΑΑW.
(3) Αρθρο 10, παράγραφοι 1 έως 4, του ΑΑW.
(4) Αρθρο 6, παράγραφος 2, του ΑΑW.
(5) Αρθρο 10, παράγραφος 5, του ΑΑW.
(6) Sταατςβμαδ 567.
(7) Αρθρο 10, παράγραφοι 1 και 2, του τροποποιημένου ΑΑW.
(8) Αρθρο 6, παράγραφος 2, του τροποποιημένου ΑΑW.
(9) Αρθρο 6, παράγραφος 3, του τροποποιημένου ΑΑW.
(10) Περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160).
(11) Της 19ης Απριλίου 1989, Συλλογή 1989, σ. 2743, συγκεκριμένα, σ. 2749.
(12) Υπόθεση 71/85, απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1986, Συλλογή 1986, σ. 3855, σκέψη 21 βλέπε επίσης 286/85, Μc Dermott και Cotter, απόφαση της 24ης Μαρτίου 1987, Συλλογή 1987, σ. 1453 384/85, Βorrie Clarke, απόφαση της 24ης Ιουνίου 1987, Συλλογή 1987, σ. 2865, σκέψη 9 80/87, Dik και Μenkutos-Demirci, απόφαση της 8ης Μαρτίου 1988, Συλλογή 1988, σ. 1601, σκέψη 8.
(13) Υπόθεση 96/80 απόφαση της 31ης Μαρτίου 1981, Συλλογή 1981, σ. 911.
(14) Σκέψη 10, η υπογράμμιση δική μου.
(15) Σκέψη 11.
(16) Σκέψη 13.
(17) Υπόθεση 170/84 απόφαση της 13ης Μαΐου 1986, Συλλογή 1986, σ. 1607, σκέψη 29.
(18) Υπόθεση 30/85 απόφαση της 11ης Ιουνίου 1987, Συλλογή 1987, σ. 2497, σκέψη 13.
(19) Η υπογράμμιση δική μου.
(20) Παρατηρήσεις της προσφεύγουσας, σ. 5 της γαλλικής μεταφράσεως σημειώνεται ότι, στην υπόθεση 171/88, από τις στατιστικές του έτους 1987 τις οποίες προσκόμισε η Επιτροπή προέκυπτε ότι το ποσοστό των γυναικών εργαζομένων με καθεστώς μερικής απασχολήσεως στις Κάτω Χώρες ανερχόταν σε 83 %.
(21) Ως προς το θέμα αυτό, υπενθύμισα στο πλαίσιο της υποθέσεως Rinner-Kuehn ότι με πρόταση οδηγίας, την οποία έχει καταρτίσει η Επιτροπή, καθιερωνόταν υπό ορισμένες προϋποθέσεις αντιστροφή του βάρους της αποδείξεως και εξέφρασα την άποψη ότι η αντιστροφή αυτή δεν τεκμαίρεται, επομένως, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου.
(22) Προαναφερθείσα υπόθεση 71/85, σκέψη 23 προαναφερθείσα υπόθεση 384/85, σκέψη 13 βλέπε επίσης προαναφερθείσες υποθέσεις 286/85, σκέψη 17, και 80/87, σκέψη 10.
Full & Egal Universal Law Academy