Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α - Πραγματικά περιστατικά
1. Η εκκρεμούσα διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, επί της οποίας λαμβάνω σήμερα θέση, αφορά την ερμηνεία και τις συνέπειες της οδηγίας 71/305 του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 1971, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων (1). Το παραπέμπον δικαστήριο, το Tribunale amministrativo regionale της Λομβαρδίας, υποβάλλει κυρίως ερωτήματα ως προς το περιεχόμενο και την έκταση εφαρμογής του άρθρου 29, παράγραφος 5, της οδηγίας 71/305, ως προς τη δυνατότητα απευθείας εφαρμογής του καθώς και ως προς την ύπαρξη δικαιώματος ή και υποχρεώσεως των εθνικών διοικητικών οργάνων να εφαρμόζουν την εν λόγω διάταξη της οδηγίας παρά την ύπαρξη ενδεχομένως αντιθέτου εσωτερικού δικαίου.
2. Τα προδικαστικά ερωτήματα έχουν αποφασιστική σημασία για τη διαφορά μεταξύ της εταιρίας Fratelli Costanzo SpA και του δήμου Μιλάνου, κατά την οποία η προσφεύγουσα προσβάλλει τη διαδικασία αναθέσεως του έργου του εκσυγχρονισμού του σταδίου G. Meazza στο πλαίσιο της προετοιμασίας του παγκοσμίου πρωταθλήματος ποδοσφαίρου του 1990. Ως κριτήριο για την ανάθεση είχε επιλεγεί, σύμφωνα με το άρθρο 24, στοιχείο α), αριθ. 2, του νόμου 584, της 8ης Αυγούστου 1977, περί εφαρμογής της οδηγίας 71/305, η προσφορά με τη χαμηλότερη τιμή, με δυνατότητα υποβολής συμπληρωματικών προσφορών. Δυνάμει ενός μεταβατικού καθεστώτος, που είχε θεσπιστεί με νομοθετικό διάταγμα για διάστημα δύο ετών (2) με σκοπό την επιτάχυνση της διαδικασίας αναθέσεως δημοσίων έργων, προβλεπόταν ο αυτόματος αποκλεισμός των προσφορών που θα αποδεικνύονταν, κατόπιν ενός καθαρά μαθηματικού υπολογισμού, ασυνήθιστα χαμηλές. Κατ' εφαρμογή αυτής της χρονικά περιορισμένης εξαιρετικής διατάξεως η προσφεύγουσα αποκλείστηκε από τη διαδικασία αναθέσεως. 'Ηταν η μόνη μειοδότρια της οποίας η προσφορά υπολειπόταν του ποσού βάσης των 82 043 643 386 ιταλικών λιρών (LΙΤ). Το έργο κατακυρώθηκε σε μια κοινοπραξία εταιριών (Ing. Lodigiani SpA), η προσφορά της οποίας υπερέβαινε κατά 9,85 % το ποσό βάσης.
3. Εκ των υστέρων έπαυσε να ισχύει το άρθρο 4 του νομοθετικού διατάγματος, δηλαδή του νομίμου ερείσματος της ταχείας διαδικασίας, χωρίς το διάταγμα αυτό να μετατραπεί σε νόμο. Οι διοικητικές πράξεις όμως που είχαν εκδοθεί με βάση το νομοθετικό διάταγμα διατηρήθηκαν εν ισχύι.
4. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται μεταξύ άλλων ότι οι διατάξεις, η εφαρμογή των οποίων οδήγησε στον αποκλεισμό της, δεν συμβιβάζονται με το άρθρο 29, παράγραφος 5, της οδηγίας 71/305. Το παραπέμπον δικαστήριο υποβάλλει στο Δικαστήριο μια σειρά ερωτημάτων ως προς την ερμηνεία της οδηγίας αυτής. Επιθυμεί, εξάλλου, να πληροφορηθεί αν η καθής δημοτική αρχή "είχε την εξουσία/καθήκον να μην εφαρμόσει τις διατάξεις του εσωτερικού δικαίου που αντέβαιναν προς την εν λόγω κοινοτική διάταξη ...".
5. Η έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση περιέχει λεπτομέρειες ως προς τα πραγματικά περιστατικά και τους ισχυρισμούς των διαδίκων.
Β - Η άποψή μου επί της υποθέσεως
6. Παρά το ότι κατά την έγγραφη διαδικασία προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι τα προδικαστικά ερωτήματα είναι εν μέρει απαράδεκτα, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το Δικαστήριο επελήφθη νομίμως. Εν πάση περιπτώσει οι αμφιβολίες ως προς το παραδεκτό των ερωτημάτων γεννώνται μόνον όταν ερωτάται κατά πόσον συμβιβάζεται το εθνικό δίκαιο ενός κράτους μέλους με το κοινοτικό δίκαιο. Σύμφωνα με πάγια νομολογία, το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν είναι αρμόδιο να εξετάζει αν το εσωτερικό δίκαιο συμβιβάζεται με το κοινοτικό. Συχνά, σε τέτοιες περιπτώσεις, το Δικαστήριο αλλάζει τη διατύπωση των ερωτημάτων και θέτει κριτήρια, βάσει των οποίων το δικαστήριο του κράτους μέλους μπορεί να αποφαίνεται το ίδιο επί του συμβιβαστού.
7. Οσάκις τα ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου ήσαν δυσνόητα, το Δικαστήριο θεώρησε, κατά πάγια νομολογία, καθήκον του να απομονώσει τον πυρήνα του προβληματισμού που είχε σημασία από άποψη κοινοτικού δικαίου και να δώσει στο παραπέμπον δικαστήριο απάντηση επ' αυτού.
8. Η συστηματική κατάταξη των προδικαστικών ερωτημάτων είναι λογικά η εξής. Καταρχάς πρέπει να εξευρεθούν τα κριτήρια ερμηνείας του άρθρου 29, παράγραφος 5, της οδηγίας 71/305, με βάση τα οποία το δικαστήριο του κράτους μέλους θα κρίνει κατά πόσον οι διατάξεις του δικαίου του κράτους μέλους συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο. Μόνο σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι δεν συμβιβάζονται, γεννάται το ζήτημα της απευθείας εφαρμογής της διατάξεως της οδηγίας. Αν η διάταξη αυτή έχει απευθείας εφαρμογή, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον οι κρατικές αρχές, στην προκειμένη περίπτωση οι διοικητικές αρχές του κράτους μέλους, έχουν δικαίωμα ή υποχρέωση να εξασφαλίσουν την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου.
9. Η έννοια του ερωτήματος Α της Διατάξεως περί παραπομπής είναι κατά πόσον η εκτελεστική διάταξη του εσωτερικού δικαίου πρέπει να έχει περιλάβει το περιεχόμενο της ρυθμίσεως του άρθρου 29, παράγραφος 5, της οδηγίας 71/305. Η ορολογία είναι κάπως ασαφής, καθόσον διακρίνει μεταξύ των "διατάξεων περί αποτελέσματος" και των "διατάξεων περί του τύπου και των μέσων" μιας οδηγίας. Στο σημείο αυτό έγινε έμμεση αναφορά στον ορισμό της οδηγίας που δίνει το άρθρο 189 της Συνθήκης ΕΟΚ, κατά το οποίο η οδηγία δεσμεύει κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνει την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. 'Ηδη από τη διατύπωση αυτή καθίσταται σαφές ότι δεν αρμόζει μέσα στο πλαίσιο μιας οδηγίας να γίνεται διάκριση μεταξύ των διατάξεων που αφορούν το αποτέλεσμα και των διατάξεων που αφορούν τον τύπο και τα μέσα, επειδή η οδηγία εξ ορισμού δεν αναφέρεται στον τύπο και τα μέσα της μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο.
10. Το ζήτημα μέχρι ποιο σημείο ένα κράτος μέλος πρέπει να υιοθετεί τις διατάξεις μιας οδηγίας χωρίς μεταβολή του περιεχομένου ή αν μπορεί να αποκλίνει από αυτές πρέπει να εξετάζεται με βάση την ερμηνεία της συγκεκριμένης διατάξεως της οδηγίας. Βάση δε της ερμηνείας αποτελεί το γράμμα της διατάξεως, ενώ πρέπει να αναζητηθεί το πνεύμα και ο σκοπός της οδηγίας και οι στόχοι τους οποίους επιδιώκει. Το επίμαχο εν προκειμένω άρθρο 29, παράγραφος 5, της οδηγίας 71/305, έχει ως εξής:
"Αν για μια συγκεκριμένη σύμβαση οι προσφορές είναι έκδηλα υπερβολικά χαμηλές σε σχέση με το έργο, η αναθέτουσα αρχή εξακριβώνει τη σύνθεσή τους πριν αποφασίσει την ανάθεση του έργου. Λαμβάνει υπόψη το αποτέλεσμα της εν λόγω εξακριβώσεως.
Προς το σκοπό αυτό η αναθέτουσα αρχή ζητεί από τον προσφέροντα να προσκομίσει τα αναγκαία δικαιολογητικά και του υποδεικνύει ενδεχομένως ποια από αυτά θεωρεί απαράδεκτα.
Αν τα σχετικά με τη σύμβαση έγγραφα προβλέπουν την ανάθεση αυτή στη χαμηλότερη τιμή που προσφέρεται, η αναθέτουσα αρχή οφείλει να αιτιολογήσει στη συμβουλευτική επιτροπή που συνιστάται δυνάμει της αποφάσεως του Συμβουλίου της 26ης Ιουλίου 1971, την απόρριψη των προσφορών τις οποίες θεωρεί υπερβολικά χαμηλές."
11. Το άρθρο 29 της οδηγίας 71/305 απαριθμεί τα κριτήρια αναθέσεως και ορίζει την εκάστοτε ακολουθητέα διαδικασία. Η απαρίθμηση των κριτηρίων, αφενός, σύμφωνα με τα οποία γίνεται η ανάθεση, και, αφετέρου, ο προσδιορισμός της ακολουθητέας διαδικασίας προσδίδουν διαφάνεια στην ανάθεση και συγχρόνως αποτελούν στοιχείο της ασφάλειας του δικαίου. Η ομοιομορφία ακριβώς της διαδικασίας, την οποία επιδιώκει η διάταξη, διευκολύνει όσους ενδιαφέρονται να υποβάλουν προσφορές να εκτιμήσουν το τι θα αντιμετωπίσουν σε περίπτωση συμμετοχής τους στο διαγωνισμό. Η παράγραφος 5 δεν δεσμεύει μόνο την αναθέτουσα αρχή ως προς τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να πραγματοποιείται η εξέταση των έκδηλα υπερβολικά χαμηλών προσφορών σε σχέση προς το έργο, αλλά παρέχει συγχρόνως και μια διαδικαστική εγγύηση προς τους υποβάλλοντες προσφορές, οι οποίοι δεν επιτρέπεται να αποκλείονται συνεπεία της έκδηλα υπερβολικά χαμηλής προσφοράς τους, χωρίς να προηγηθεί διοικητική διαδικασία ελέγχου (3).
12. Παρόμοια διαδικαστική εγγύηση περιέχει και το τελευταίο εδάφιο της διατάξεως, που προβλέπει την υποχρέωση αιτιολογήσεως της απορρίψεως της προσφοράς που θεωρείται υπερβολικά χαμηλή, όταν για την ανάθεση έχει επιλεγεί το κριτήριο της χαμηλότερης τιμής. Η έναρξη, η εξέλιξη και η περάτωση της διαδικασίας ελέγχου προβλέπονται κατά τρόπο δεσμευτικό και έχουν τη μορφή ενός ελαχίστου κοινού ορίου εγγυήσεως.
13. Δεν είναι καταρχήν δυνατές παρεκκλίσεις από τις δεσμευτικές - όπως περιγράφηκαν ανωτέρω - διατάξεις της οδηγίας, λόγω εξαιρετικών καταστάσεων ή ιδιαίτερα επειγουσών αναγκών, καθόσον η ίδια η οδηγία δεν επιτρέπει τέτοιες παρεκκλίσεις.
14. Αντίθετα, δεν προκύπτει από τη διάταξη της οδηγίας πώς πρέπει να προσδιορίζεται το περιεχόμενο μιας "έκδηλα υπερβολικά χαμηλής προσφοράς". Δεν προβλέπεται ιδίως καμία διαδικασία για τον προσδιορισμό του. Επομένως, τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια κατά τη θέσπιση των κανόνων για τη μεταφορά της ανωτέρω διατάξεως. Ως εκ τούτου δεν απαιτείται οπωσδήποτε οι σχετικοί όροι να επαναλαμβάνονται αυτολεξεί στο εκτελεστικό κείμενο. Μεγαλύτερη σημασία έχει αντίθετα να μπορεί να διαπιστωθεί ο υπερβολικά χαμηλός χαρακτήρας της προσφοράς, ο οποίος μπορεί να προκαλέσει αμφιβολίες ως προς τη σοβαρότητα της προσφοράς. Το πνεύμα και ο σκοπός της διαδικασίας ελέγχου είναι να εξεταστούν ενδελεχώς οι αμφιβολίες με σκοπό ενδεχομένως να αρθούν. Το χαρακτηριστικό της όλης καταστάσεως είναι η δυσαναλογία μεταξύ έργου και προσφοράς. Αυτό πρέπει να απεικονίζεται και στη διάταξη περί εκτελέσεως.
15. Ενώ το κράτος μέλος μπορεί να διαμορφώσει ελεύθερα τη διαδικασία χαρακτηρισμού μιας προσφοράς ως έκδηλα υπερβολικά χαμηλής, σε περίπτωση τέτοιου χαρακτηρισμού προβλέπεται αντίθετα η κίνηση της διαδικασίας ελέγχου. Επομένως, δεν συμβιβάζεται με αυτό ο αυτόματος αποκλεισμός. Αν η διάταξη περί μεταφοράς της διατάξεως της οδηγίας ανταποκρίνεται στα ανωτέρω κριτήρια, τότε οι διαφορές ως προς την ορολογία, όπως "υπερβολικά χαμηλές προσφορές" αντί "έκδηλα υπερβολικά χαμηλές προσφορές", δεν την εμποδίζουν να είναι σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο ((ερώτημα Γ, υπό α) και β) )).
16. Απομένει να διευκρινιστεί (ερώτημα Β - 1.) αν η διάταξη του εσωτερικού δικαίου που έχει θεσπιστεί προς εκτέλεση οδηγίας επιτρέπεται να τροποποιηθεί εκ των υστέρων από το νομοθέτη του κράτους μέλους. Σχετικά επιβάλλεται καταρχάς η διαπίστωση ότι η νομική πράξη του εσωτερικού δικαίου που εκδόθηκε για τη μεταφορά έχει την ίδια ακριβώς τυπική ισχύ όπως και οι αυτοτελείς κανόνες δικαίου του κράτους μέλους. Επομένως, υφίστανται κατά βάση οι ίδιες δυνατότητες τροποποιήσεως, όπως και για κάθε άλλο κανόνα του εθνικού δικαίου. Εφόσον όμως ο νομοθέτης του κράτους μέλους δεσμευόταν ήδη κατά την έκδοση του κανόνα περί μεταφοράς από το περιεχόμενο της οδηγίας, δεν μπορεί να ισχύσει κάτι διαφορετικό για τη μεταγενέστερη τροποποίηση.
17. Είναι αυτονόητο ότι ο εθνικός νομοθέτης μπορεί, στους τομείς στους οποίους έχει διακριτική ευχέρεια, να προβαίνει σε μεταγενέστερες τροποποιήσεις. Είναι άλλωστε σύμφωνες με το πνεύμα του κοινοτικού δικαίου οι ενδεχόμενες βελτιώσεις ενόψει της διατάξεως του κοινοτικού δικαίου. Απαράδεκτες είναι οι παρεκκλίσεις, οι οποίες αντίκεινται στις διατάξεις και τους σκοπούς της οδηγίας.
18. Κρίσιμο για τον τύπο των επιτρεπόμενων τροποποιήσεων του περιεχομένου είναι μόνο το εσωτερικό δίκαιο (ερώτημα Β - 2.). Εφόσον τυπικά πρόκειται για αυτοτελείς νομοθετικές πράξεις του κράτους μέλους, δεν είναι δυνατόν ούτε και οι διαδικαστικές αρχές που απαντούν και πρέπει να τηρούνται στην κοινοτική νομοθετική διαδικασία να μεταφερθούν στην έννομη τάξη του κράτους μέλους και να χρησιμεύσουν εκεί ως πρόσθετη προϋπόθεση νομιμότητας. Ως εκ τούτου η κοινοτική υποχρέωση για αιτιολόγηση κατά το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν εφαρμόζεται κατά τη θέσπιση των κανόνων του εσωτερικού δικαίου.
19. Το παραπέμπον δικαστήριο ερωτά, με το ερώτημα Δ της Διατάξεως περί παραπομπής, κατά πόσον οι δημοτικές αρχές δεσμεύονται από τις κοινοτικές διατάξεις στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει τις σχετικές ιταλικές νομικές πράξεις ως αντίθετες προς το άρθρο 29, παράγραφος 5, της οδηγίας 71/305. Επειδή, όπως ήδη αναφέρθηκε, επί του θέματος αυτού δεν πρέπει να αποφασίσει το Δικαστήριο, αλλά το παραπέμπον δικαστήριο βάσει των κριτηρίων που θα θέσει το Δικαστήριο, πρέπει η περαιτέρω εξέταση να βασιστεί στην υπόθεση ότι οι εκτελεστικές διατάξεις του εσωτερικού δικαίου δεν συμβιβάζονται με την οδηγία.
20. Για να κριθεί αν και σε ποια έκταση η διοίκηση ενός κράτους μέλους δεσμεύεται, σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ κοινοτικού και εθνικού δικαίου, από τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, πρέπει καταρχάς να γίνει διάκριση ανάλογα με τη νομική φύση των σχετικών νομικών πράξεων του κοινοτικού δικαίου.
21. Για τους κοινοτικούς κανονισμούς, που έχουν γενική ισχύ, είναι δεσμευτικοί ως προς όλα τα μέρη τους και ισχύουν άμεσα σε κάθε κράτος μέλος (άρθρο 189, εδάφιο 2, της Συνθήκης ΕΟΚ), ισχύει απεριόριστα η αρχή της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου και, επομένως, οι κανονισμοί έχουν το προβάδισμα έναντι του αντιθέτου εσωτερικού δικαίου. Πρόκειται επομένως για μια προκαθορισμένη ιεράρχηση των κανόνων δικαίου. Πρέπει να αποδοθεί στον κανονισμό ισχύς ανάλογη με την υπεροχή του κοινοτικού δικαίου.
22. Για την τυπική ισχύ της οδηγίας επιβάλλεται διαφοροποιημένη αντιμετώπιση. Επειδή η επιταγή μιας οδηγίας απευθύνεται στο κράτος μέλος, δεν δημιουργεί σε πρώτη φάση ούτε δικαιώματα ούτε υποχρεώσεις για τους ιδιώτες. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, εξαιρέσεις από τον κανόνα αυτό είναι δυνατές μόνο εφόσον το κράτος μέλος δεν έχει συμμορφωθεί ή έχει συμμορφωθεί πλημμελώς προς την κοινοτική του υποχρέωση για εκτέλεση της οδηγίας (4).
23. Σκοπός της νομολογίας αυτής δεν είναι να θέσει υπό αμφισβήτηση τη νομική φύση των οδηγιών, αλλά η νομολογία αυτή ισοδυναμεί με επιβολή κυρώσεως για την πλημμελή συμπεριφορά του κράτους μέλους και αποβαίνει προς το συμφέρον των πολιτών της Κοινότητας. Το ότι ούτε η νομολογία περί απευθείας εφαρμογής των οδηγιών αποβλέπει στο να εξασφαλίσει την ισχύ μιας οδηγίας με άλλο τρόπο πλην της μεταφοράς της στο δίκαιο του κράτους μέλους καθίσταται σαφές από το ότι οι διατάξεις που επιβάλλουν βάρη στους ιδιώτες δεν εφαρμόζονται απευθείας.
24. Επομένως, για να μπορεί η διάταξη μιας οδηγίας να εφαρμοστεί απευθείας πρέπει να πληροί συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Αν έχει παραλειφθεί η εμπρόθεσμη θέσπιση εκτελεστικών μέτρων, τότε σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες "προκύπτει ότι, από απόψεως περιεχομένου, οι διατάξεις μιας οδηγίας δεν περιέχουν αιρέσεις και είναι επαρκώς ακριβείς, είναι δυνατή η επίκληση των εν λόγω διατάξεων ... είτε εναντίον κάθε νομικής διατάξεως που δεν είναι σύμφωνη με την οδηγία, είτε καθόσον ((οι διατάξεις αυτές θεμελιώνουν)) ... δικαιώματα, τα οποία οι ιδιώτες μπορούν να προβάλουν έναντι του κράτους" (5). Καθόσον λοιπόν ο κοινοτικός νομοθέτης θέλει να χορηγήσει στους ιδιώτες δικαιώματα μέσω της εσωτερικής εννόμου τάξεως και η υποχρέωση του κράτους μέλους για τη χορήγησή τους έχει λήξει, για παράδειγμα, με την εκπνοή της προθεσμίας, δεν μπορεί πλέον η αδράνεια του κράτους μέλους να αποβαίνει σε βάρος του ιδιώτη.
25. Αλλιώς θα κριθεί η κατάσταση, αν το κράτος μέλος έχει ήδη θεσπίσει εκτελεστική διάταξη. Εδώ πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ προσήκουσας και πλημμελούς μεταφοράς. Σε περίπτωση προσήκουσας μεταφοράς ο ιδιώτης θίγεται αποκλειστικά από τη διάταξη του εσωτερικού δικαίου (6) και επομένως η επίκληση της οδηγίας δεν έχει καμία θέση (7). Επομένως ο ιδιώτης δεν μπορεί να επικαλεστεί την οδηγία ούτε και όταν η διάταξη του δικαίου του κράτους μέλους αποκλίνει από το περιεχόμενο της οδηγίας μέσα στο επιτρεπόμενο πλαίσιο. Ως πλημμελής μεταφορά νοείται τόσο η θέσπιση κανόνα δικαίου εξαρχής ασυμβίβαστου προς την οδηγία όσο και η μεταγενέστερη τροποποίηση της νομικής καταστάσεως, η οποία προκαλεί για πρώτη φορά το ασυμβίβαστο. Στις περιπτώσεις αυτές η απορρέουσα από τα άρθρα 189 και 5 της Συνθήκης ΕΟΚ υποχρέωση των κρατών για πλήρη και ακριβή μεταφορά εξακολουθεί να υφίσταται ή αναβιώνει. Και στις περιπτώσεις αυτές το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο ιδιώτης μπορεί να επικαλεστεί την οδηγία (8). Αξίζει να σημειωθεί σχετικά ότι η εκ των υστέρων τροποποίηση της νομικής καταστάσεως συνιστά αυτόνομη ενέργεια αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο. Ούτε οι κρατικές αρχές μπορούν από την πλευρά τους να αντιτάξουν στους ιδιώτες τις κρατικές ενέργειες που αντίκεινται στο κοινοτικό δίκαιο (9).
26. Αν υποτεθεί ότι οι σχετικές διατάξεις του ιταλικού δικαίου δεν συμβιβάζονται με το άρθρο 29, παράγραφος 5, της οδηγίας 71/305, τότε γεννάται το πρόβλημα της απευθείας εφαρμογής του άρθρου αυτού. Στο ζήτημα αν η διοίκηση υποχρεούται να τηρεί το εν λόγω άρθρο έχει δοθεί ήδη καταφατική απάντηση. Το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση στην υπόθεση 31/87 (10) ότι το άρθρο 29 της οδηγίας 71/305 μπορεί καταρχήν να εφαρμόζεται απευθείας. Ναι μεν η απόφαση αυτή δεν αφορά ρητά την παράγραφο 5 της διατάξεως, εν πάση περιπτώσει όμως πρέπει να ισχύει κατά τον ίδιο τρόπο και για το άρθρο 29, παράγραφος 5, της οδηγίας 71/305: η κίνηση της διαδικασίας ελέγχου σε περίπτωση δυσαναλογίας μεταξύ έργου και έκδηλα υπερβολικά χαμηλής προσφοράς δεν εξαρτάται από περαιτέρω προϋποθέσεις και περιγράφεται με κάθε λεπτομέρεια. Επομένως, η διάταξη δεν περιέχει αιρέσεις και είναι επαρκώς ακριβής. Δεν προϋποθέτει οπωσδήποτε για την εφαρμογή της την έκδοση περαιτέρω νομικών πράξεων.
27. Τέλος, από το άρθρο 29, παράγραφος 5, της οδηγίας 71/305 είναι δυνατή η γένεση δικαιωμάτων υπέρ ιδιωτών. 'Οπως έκρινε ήδη το Δικαστήριο στην απόφαση Transporoute (11) και επιβεβαίωσε στην υπόθεση 31/87 (12), "σκοπός της διατάξεως είναι η προστασία του προσφέροντος από την αυθαιρεσία της αναθέτουσας αρχής". Αυτό δεν θα επετυγχάνετο, αν επαφιόταν στην αρχή να κρίνει αν είναι σκόπιμο να ζητήσει την προσκόμιση δικαιολογητικών. Η υποχρέωση της διοικήσεως να προχωρήσει σε εξακρίβωση επέχει τη θέση διαδικαστικής εγγυήσεως και νοείται ως δικαίωμα του υποβάλλοντος έκδηλα υπερβολικά χαμηλή προσφορά.
28. Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αν η διοίκηση έχει το δικαίωμα ή την υποχρέωση να μην εφαρμόζει το εθνικό δίκαιο που αντίκειται στο κοινοτικό (επειδή είναι ασυμβίβαστο προς μία οδηγία), πρέπει, καταρχάς, να ληφθεί ως βάση ότι
- το κοινοτικό δίκαιο είναι μέρος της εσωτερικής εννόμου τάξεως (13),
- υπερέχει έναντι του δικαίου των κρατών μελών και
- όλες οι κρατικές αρχές έχουν καταρχήν την υποχρέωση να ενεργούν σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο.
29. Η επιταγή για την εφαρμογή των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου αφορά σχετικά και τις κρατικές υπηρεσίες. Καθόσον απαγορεύεται στο κράτος ως σύνολο να αντιτάσσει στους ιδιώτες διατάξεις που αποκλίνουν από την οδηγία, οι οποίες εκδόθηκαν ή διατηρήθηκαν σε ισχύ κατά παράβαση υποχρεώσεων απορρεουσών από το κοινοτικό δίκαιο, αυτό αφορά ουσιαστικά και τις κρατικές υπηρεσίες (14). Η ευρεία αυτή υποχρέωση για τρόπο ενεργείας σύμφωνο προς το κοινοτικό δίκαιο εκφράζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ.
30. Οσάκις μέχρι σήμερα ένας πολίτης της Κοινότητας επικαλέστηκε την απευθείας εφαρμογή διατάξεων οδηγίας, το Δικαστήριο θεώρησε πάντοτε ότι η "επίκληση" αυτή γίνεται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και ότι αυτά πρέπει να τηρούν την απευθείας εφαρμοζόμενη διάταξη ως ισχύον κοινοτικό δίκαιο (15).
31. Πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι ο ιδιώτης πρέπει να έχει τη δυνατότητα να επικαλείται την οδηγία που έχει απευθείας εφαρμογή και έναντι της κρατικής διοικήσεως. Αν το αίτημά του γίνει δεκτό, τότε η διοίκηση του κράτους μέλους έχει ενεργήσει σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο. Από άποψη κοινοτικού δικαίου δεν υπάρχουν πλέον περιθώρια για να ασκηθεί προσφυγή ενώπιον δικαστηρίου. Ως εκ τούτου δεν είναι οπωσδήποτε απαραίτητη η παρέμβαση ενός δικαστηρίου. Αν αυτό εφαρμοστεί στην περίπτωσή μας, σημαίνει ότι: αν ο δήμος του Μιλάνου είχε τηρήσει τη διαδικασία του άρθρου 29, παράγραφος 5, και είχε λάβει υπόψη του στην απόφασή του τα αποτελέσματα αυτής της διαδικασίας, τότε δεν θα υπήρχε ανάγκη, από άποψη κοινοτικού δικαίου, να παρέμβει κανένα δικαστήριο.
32. Η παρέμβαση αυτή είναι αναγκαία μόνο όταν ο ιδιώτης έχει επικαλεστεί ενώπιον της διοικήσεως την απευθείας εφαρμοστέα οδηγία χωρίς αποτέλεσμα. Στην περίπτωση αυτή τα δικαστήρια καλούνται να προστατεύσουν τη θέση του ιδιώτη από άποψη κοινοτικού δικαίου.
33. Από τη σκοπιά του ιδιώτη είναι απαραίτητο να μπορεί να επικαλεστεί την απευθείας εφαρμοστέα διάταξη. Πρέπει δηλαδή ο ιδιώτης να μπορεί επιπλέον να ακολουθήσει τη δικαστική οδό και να χρησιμοποιήσει όλα τα ένδικα βοηθήματα του εθνικού δικαίου, όπως ακριβώς αν βασιζόταν μόνο στο εθνικό δίκαιο. Οι δυνατότητες ωστόσο επικλήσεως της απευθείας εφαρμογής των διατάξεων μιας οδηγίας δεν φθάνουν μέχρι του να δημιουργούν νέες διαδικασίες εννόμου προστασίας (16).
34. Καθόσον το Δικαστήριο έκρινε με άλλη αφορμή ότι το σύστημα εννόμου προστασίας που δημιούργησε η Συνθήκη, όπως εκφράζεται ιδίως στο άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, συνεπάγεται "ότι κάθε τύπος αγωγής που προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο πρέπει να δύναται να χρησιμοποιείται ενώπιον των εθνικών δικαιοδοτικών οργάνων για τη διασφάλιση της τηρήσεως των κοινοτικών κανόνων που παράγουν άμεσα αποτελέσματα υπό τις ίδιες προϋποθέσεις παραδεκτού και διαδικασίας σαν να επρόκειτο για τη διασφάλιση της τηρήσεως του εθνικού δικαίου" (17), μπορεί να λεχθεί ότι πρόκειται για ένα είδος εγγυήσεως ως προς την παροχή εννόμου προστασίας βάσει απευθείας εφαρμοστέου κοινοτικού δικαίου.
35. Από τη σκοπιά της διοικήσεως αντίθετα πρέπει να γίνει διάκριση αναλόγως του αν η διοικητική αρχή τρέφει αμφιβολίες ως προς το αν η διάταξη του εθνικού δικαίου είναι σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο ή αν έχει ήδη εκδοθεί δικαστική απόφαση ως προς τη σύγκρουση αυτή. Πρέπει, σχετικά, να βασιστούμε στην παγιωμένη νομολογία, ότι δηλαδή ο ιδιώτης μπορεί να επικαλείται τις διατάξεις αυτές ενώπιον των δικαστηρίων. Αν αυτό μπορεί να τις επικαλείται ενώπιον των δικαστηρίων, τότε πρέπει να γίνει δεκτό ότι έχει τέτοιο δικαίωμα και έναντι της διοικήσεως, ώστε η διοίκηση να μπορεί να είναι πλήρως ενημερωμένη για την αφετηρία από την οποία εκκινεί ο ιδιώτης στο υπό κρίση ζήτημα. Αν όμως ο ιδιώτης έχει το δικαίωμα να προβάλει την άποψή του ενώπιον της διοικήσεως, τότε πρέπει και η διοίκηση να έχει το δικαίωμα να τοποθετηθεί επ' αυτής. Δεν θα είχε νόημα να απαγορευθεί στη διοίκηση να λάβει απόφαση ορθή από άποψη κοινοτικού δικαίου, πράγμα το οποίο, σε τελική ανάλυση, έχει την υποχρέωση να πράξει.
36. Το ζήτημα είναι μόνον αν μπορεί κανείς να επιβάλει στη διοίκηση αντίστοιχη κοινοτική υποχρέωση. Στο ερώτημα αυτό θα ήθελα να δώσω αρνητική απάντηση, επειδή η διοίκηση δεν έχει τη δυνατότητα να προσφύγει στο Δικαστήριο και να ζητήσει να αναγνωριστεί η δυνατότητα απευθείας εφαρμογής της επίμαχης διατάξεως της οδηγίας. Η διοίκηση, όταν εφαρμόζει τις απευθείας εφαρμοστέες διατάξεις μιας οδηγίας και δεν εφαρμόζει το αντίθετο εσωτερικό δίκαιο, ενεργεί αναλαμβάνοντας η ίδια τον κίνδυνο, χωρίς να καλύπτεται από το Δικαστήριο. Κατά τη γνώμη μου, η διοίκηση έχει την εξουσία αυτή, αλλά όχι την υποχρέωση, δεδομένου ότι η Συνθήκη δεν της παρέχει για την ενέργεια αυτή την απαραίτητη νομική προστασία.
37. Η λύση αυτή δίνει απάντηση και στο πρόβλημα που έθεσε κατά την προφορική διαδικασία ο πληρεξούσιος της Επιτροπής, κατά πόσον δηλαδή η Επιτροπή, σε περίπτωση μη εκτελέσεως μιας οδηγίας, έχει δύο φορές τη δυνατότητα να ασκήσει προσφυγή για παράβαση της Συνθήκης, και συγκεκριμένα, αφενός, για τη μη μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο και, αφετέρου, για τη μη εφαρμογή της. Εφόσον - όπως υποστηρίζω - δεν υπάρχει υποχρέωση της διοικήσεως για απευθείας εφαρμογή των διατάξεων της οδηγίας, δεν υπάρχει έδαφος για την άσκηση προσφυγής λόγω παραβάσεως της Συνθήκης. Εδώ έγκειται και η διαφορά με τον κανονισμό. Η διοίκηση των κρατών μελών δεν έχει απλώς την εξουσία, αλλά και την υποχρέωση να εφαρμόζει τον κανονισμό, ακόμη και όταν υπάρχει αντίθετο εσωτερικό δίκαιο, δεδομένου ότι εδώ η διοίκηση προστατεύεται από το άρθρο 189 της Συνθήκης ΕΟΚ και είναι πέραν πάσης αμφιβολίας η δεσμευτικότητα και η απευθείας εφαρμογή του κανονισμού. Η εφαρμογή των διατάξεων αυτών εμπίπτει στις συνήθεις αρμοδιότητες κάθε διοικήσεως.
38. Τα αντίθετα επιχειρήματα, τα οποία ουσιαστικά βασίζονται στο ότι οι διαφορές μεταξύ οδηγίας και κανονισμού έχουν εξαλειφθεί, δεν έρχονται σε αντίθεση με την άποψη που υποστηρίζω εδώ, καθόσον δεν επιβάλλεται στη διοίκηση και η υποχρέωση να τηρεί την απευθείας εφαρμοστέα οδηγία. Δεν δημιουργεί προβλήματα σχετικά το ότι η διοικητική αρχή δεν έχει στη διάθεσή της κανένα ένδικο μέσο για να προσφύγει απευθείας στο Δικαστήριο με τη διαδικασία της εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Θα εφαρμόσει την άμεσα ισχύουσα διάταξη της οδηγίας μόνο αν είναι πεπεισμένη ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η εφαρμογή δεν δημιουργεί αμφισβήτηση. Στην περίπτωση αυτή ενεργεί ως εκτελεστικό όργανο του κοινοτικού δικαίου. Παραμένει εξάλλου η υποχρέωση των νομοθετικών οργάνων για προσαρμογή της εσωτερικής εννόμου τάξεως, δεδομένου ότι μόνο με την ορθή μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο θεμελιώνεται και η υποχρέωση της διοικήσεως να τηρεί τη νομική κατάσταση που είναι σύμφωνη με την οδηγία.
39. Παρόμοια είναι και η περίπτωση κατά την οποία έχει προηγηθεί δικαστική απόφαση. Αν έχει ήδη δοθεί κάποια αφηρημένη λύση στη σύγκρουση των δικαίων, τότε η διοίκηση δεν μπορεί να εμποδιστεί να εφαρμόσει πράγματι την άμεσα ισχύουσα διάταξη, αφού μάλιστα δεν έχει πλέον ουσιαστικά το δικαίωμα να αντιτάξει στον ιδιώτη την διάταξη που είναι αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο (18). Η λύση δεν πρέπει αναγκαστικά να έχει δοθεί από εθνικό δικαστήριο, αλλά μπορεί να έχει δοθεί και από το Δικαστήριο των ΕΚ σε προηγούμενη διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Οι προδικαστικές αποφάσεις δεν ισχύουν μεν τυπικά κατά πάντων, το Δικαστήριο όμως δέχτηκε ότι, για αποφάσεις που κρίνουν, στο πλαίσιο του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, το κύρος μιας πράξεως, η απόφαση αποτελεί - παρά το ότι δεν απευθύνεται ευθέως παρά μόνο στο εθνικό δικαστήριο που προσέφυγε στο Δικαστήριο των ΕΚ - επαρκή λόγο για κάθε άλλο δικαστήριο, ώστε να θεωρήσει την επίμαχη πράξη ανίσχυρη κατά την έκδοση των αποφάσεών του. Η κρίση του Δικαστηρίου εξυπηρετεί την ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου και την ασφάλεια του δικαίου (19). Ο ιδιώτης πρέπει επίσης να έχει το δικαίωμα να επικαλείται ενώπιον της διοικήσεως τις οδηγίες και η διοίκηση πρέπει να έχει την εξουσία να ανταποκρίνεται στο αίτημα αυτό.
40. Υπό τις περιοριστικές προϋποθέσεις αυτές η ισχύς της απευθείας εφαρμοστέας διατάξεως της οδηγίας μπορεί να αντιμετωπίζεται όπως ακριβώς και οι άλλες γενικής ισχύος διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. Εφόσον με αυτά τα δεδομένα η σύγκρουση των διατάξεων αίρεται από την αφηρημένη ιεράρχηση των κανόνων δικαίου, περιττεύει νέα προσφυγή ενώπιον δικαστηρίου.
41. Ενόψει του γεγονότος ότι με προδικαστική απόφαση αναγνωρίστηκε η δυνατότητα απευθείας εφαρμογής του άρθρου 29, παράγραφος 5, της οδηγίας 71/305 (20), θα μπορούσε να συναχθεί, για τα ερωτήματα στα οποία πρέπει να δώσει τώρα απάντηση το Δικαστήριο, το συμπέρασμα ότι η διοίκηση μπορούσε να εφαρμόσει απευθείας το άρθρο 29, παράγραφος 5, της οδηγίας 71/305. Εν πάση περιπτώσει όμως η ανωτέρω δικαστική απόφαση εκδόθηκε μόνο μετά τη λήψη της αποφάσεως από τη διοικητική αρχή (21).
42. Είχε όμως προηγηθεί η απόφαση του Δικαστηρίου ως προς το απαράδεκτο μιας αυτόματης διαδικασίας αποκλεισμού σε περίπτωση "έκδηλα υπερβολικά χαμηλής προσφοράς" (22). Η οικεία αρχή είχε επομένως και από άποψη ουσιαστικού δικαίου λόγο να μην εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου που προβλέπει τον αποκλεισμό βάσει καθαρά μαθηματικών κριτηρίων.
43. 'Εστω και αν προκύπτει επομένως ότι οι αρχές είχαν βάσει του κοινοτικού δικαίου την εξουσία να μην εφαρμόσουν τον επίμαχο κανόνα του εσωτερικού δικαίου, δεν συνάγεται όμως από τις προηγούμενες σκέψεις ότι είχαν και την προς τούτο υποχρέωση. Πράγματι, καθόσον υφίστανται βάσιμες αμφιβολίες ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, πρέπει να παραμένει και για τη διοίκηση ανοικτή η δυνατότητα για διευκρινίσεις. Ακόμη και τα δικαστήρια είναι ελεύθερα, αφού εκδοθεί προδικαστική απόφαση, να υποβάλουν εκ νέου διευκρινιστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο και αυτή η δυνατότητα υπάρχει τόσο για την περίπτωση εκδόσεως αποφάσεως σε άλλη διαφορά όσο και όταν η απόφαση αφορά την ίδια υπόθεση.
Επί των δικαστικών εξόδων
44. Επειδή η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η ισπανική και η ιταλική κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή δεν αποδίδονται.
Γ - Πρόταση
45. 1) Η διεξαγωγή της διαδικασίας εξακριβώσεως που προβλέπεται από το άρθρο 29, παράγραφος 5, της οδηγίας 71/305 σε περίπτωση "έκδηλα υπερβολικά χαμηλής προσφοράς" δεν υπόκειται σε αιρέσεις και ως εκ τούτου πρέπει να περιληφθεί στη διάταξη της ενσωματώσεως της κοινοτικής διατάξεως στο εσωτερικό δίκαιο (ερώτημα Α). Αντίθετα, ο ακριβής χαρακτηρισμός της "έκδηλα υπερβολικά χαμηλής προσφοράς" επαφίεται στο νομοθέτη του κράτους μέλους (ερώτημα Γ).
2) Κάθε κράτος μέλος εξακολουθεί καταρχήν να έχει την εξουσία να τροποποιεί τη διάταξη περί μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο την οποία θέσπισε κατ' εκτέλεση μιας οδηγίας, εφόσον η διάταξη κινείται από άποψη περιεχομένου μέσα στο πλαίσιο που έχει ορίσει η οδηγία. Ο τύπος και τα μέσα της τροποποιήσεως καθορίζονται αποκλειστικά και μόνο από το εσωτερικό δίκαιο (ερώτημα Β).
3) Σε περίπτωση που οι εκτελεστικές διατάξεις του εσωτερικού δικαίου δεν συμβιβάζονται με την οδηγία, η διοίκηση έχει την εξουσία και μάλιστα, αν έχει ήδη διευκρινιστεί με δικαστική απόφαση σε άλλη υπόθεση το περιεχόμενο και η έκταση εφαρμογής των διατάξεων, την υποχρέωση να μην εφαρμόζει το εσωτερικό δίκαιο. Οι διοικητικές αρχές ωστόσο είναι ελεύθερες, σε περίπτωση αμφιβολιών ως προς την ισχύουσα νομική κατάσταση, να επιδιώξουν διευκρινίσεις από τα δικαστήρια, οπότε μπορούν να ασκηθούν όλα τα ένδικα βοηθήματα του εσωτερικού δικαίου (ερώτημα Δ).
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
(1) ΕΕ ειδ. έκδ. 17/001, σ. 7 και επόμενες.
(2) 'Αρθρο 4 του decreto-legge (νομοθετικού διατάγματος) 206, της 25ης Μαΐου 1987, 302, της 27ης Ιουλίου 1987, και 393, της 25ης Σεπτεμβρίου 1987.
(3) Βλέπε απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 1982 στην υπόθεση 76/81, SA Transporoute et travaux κατά Υπουργού Δημοσίων 'Εργων, Συλλογή 1982, σ. 417, σκέψη 18.
(4) Βλέπε, για παράδειγμα, απόφαση της 6ης Μαΐου 1980 στην υπόθεση 102/79,Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Βασιλείου του Βελγίου, Slg. 1980, σ. 1473, σκέψη 12 απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1988 στην υπόθεση 31/87, Beentjes BV κατά Ολλανδικού Δημοσίου, Συλλογή 1988, σ. 4635, σκέψη 40.
(5) Βλέπε απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1982 στην υπόθεση 8/81, Becker κατά Finanzamt Muenster, Συλλογή 1982, σ. 53, σκέψη 25.
(6) Απόφαση της 15ης Ιουλίου 1982 στην υπόθεση 270/81, Felicitas Rickmers-Linie KG & Co. κατά Finanzamt fuer Verkehrssteuern του Αμβούργου, Συλλογή 1982, σ. 2771, σκέψη 24 και υπόθεση 8/81, όπ. π., σκέψη 19.
(7) Αυτό δεν επηρεάζει τη δυνατότητα ερμηνείας της εκτελεστικής διατάξεως βάσει της οδηγίας.
(8) Βλέπε απόφαση της 6ης Μαΐου 1980 στην υπόθεση 102/79, όπ. π., Slg. 1980, σ. 1473, σκέψη 12.
(9) Βλέπε απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1985 στην υπόθεση 5/84, Direct Cosmetics Ltd. κατά Commissioners of Customs and Excise, Συλλογή 1985, σ. 617, σκέψεις 37 και επόμενες.
(10) Απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1988, όπ. π., Συλλογή 1988, σ. 4635, σκέψη 44.
(11) Απόφαση στην υπόθεση 76/81, όπ. π., σ. 417, σκέψη 17.
(12) 'Οπ. π., σκέψη 42.
(13) Βλέπε απόφαση στην υπόθεση 8/81, όπ. π., σκέψη 23.
(14) Βλέπε απόφαση στην υπόθεση 5/84, όπ. π., σ. 612, σκέψεις 37 και 38.
(15) Βλέπε, για παράδειγμα, απόφαση στην υπόθεση 8/81, όπ. π., σκέψη 23.
(16) Βλέπε απόφαση της 7ης Ιουλίου 1981 στην υπόθεση 158/80, Rewe Handelsgesellschaft Nord και Rewe Markt Steffen κατά Hauptzollamt Kiel, Συλλογή 1981, σ. 1805, σκέψεις 39 και επόμενες.
(17) Βλέπε απόφαση στην υπόθεση 158/80, όπ. π., σκέψη 46.
(18) Βλέπε απόφαση στην υπόθεση 5/84, όπ. π., σ. 612, σκέψεις 37 και 38.
(19) Απόφαση της 13ης Μαΐου 1981 στην υπόθεση 66/80, Spa International Chemical Corporation κατά Amministrazione delle finanze dello Stato, Συλλογή 1981, σ. 1191, σκέψεις 12 και 13.
(20) Βλέπε απόφαση στην υπόθεση 31/87, όπ. π.
(21) Η απόφαση στην υπόθεση 31/87 είναι της 20ής Σεπτεμβρίου 1988, η επίμαχη απόφαση της 24ης Ιουλίου 1987 (Διάταξη περί παραπομπής της 16ης Φεβρουαρίου 1987, "πραγματικά περιστατικά", εδάφιο 1).
(22) Απόφαση στην υπόθεση 76/81, όπ. π., σ. 417.
Full & Egal Universal Law Academy