Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Η κοινοτική νομοθεσία περί ποσοστώσεων γαλακτοκομικής παραγωγής επιτρέπει στους γεωργούς των οποίων το επίπεδο της γαλακτοκομικής παραγωγής έχει επηρεασθεί από εξαιρετικό γεγονός κατά το έτος αναφοράς που έχει επιλέξει ένα κράτος μέλος να επιλέξουν διαφορετικό έτος αναφοράς εντός όρισμένης περιόδου την οποία καθορίζει η νομοθεσία. Η προκειμένη αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως θέτει το ερώτημα αν η κοινοτική νομοθεσία επιτρέπει σε ένα γεωργό του οποίου η παραγωγή έχει υποστεί μείωση επί μακρό χρόνο λόγω περιστάσεων που εκφεύγουν του ελέγχου του να επιλέξει έτος αναφοράς εκτός της περιόδου αυτής και, σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, αν η νομοθεσία αυτή αντίκειται στις γενικές αρχές του δικαίου οι οποίες αναγνωρίζονται στο κοινοτικό δίκαιο. Σε περίπτωση που το διαφορετικό έτος αναφοράς το οποίο επιλέγει ο γεωργός πρέπει να βρίσκεται εντός της καθορισμένης περιόδου, το εθνικό δικαστήριο ζητεί να του παρασχεθούν στοιχεία σχετικά με τον ακριβή τρόπο υπολογισμού της κάθε ατομικής ποσοστώσεως
Νομοθετικό πλαίσιο
2. Αποβλέποντας στη μείωση της γαλακτοκομικής παραγωγής, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 856/84 του Συμβουλίου, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, καθιέρωσε μία εισφορά, συμπληρωματική της εισφοράς συνυπευθυνότητας, επί των παραδοθεισών ποσοτήτων γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος οι οποίες υπερβαίνουν ορισμένη ποσότητα αναφοράς που πρόκειται να καθοριστεί (ΕΕ L 90, σ. 10). Για την εφαρμογή του συστήματος εισφοράς επιτράπηκε στα κράτη μέλη να επιλέξουν μεταξύ δύο εναλλακτικών λύσεων. Κατά την εναλλακτική λύση Α, την εισφορά οφείλουν οι μεμονωμένοι γαλακτοπαραγωγοί επί των ποσοτήτων γάλακτος που παρέδωσαν σε αγοραστή οι οποίες κατά την οικεία δωδεκάμηνη περίοδο υπερβαίνουν την ποσότητα αναφοράς που πρόκειται να καθοριστεί. Κατά την εναλλακτική λύση Β, ο αγοραστής (δηλαδή ο συνεταιρισμός ή το γαλακτοπωλείο) πληρώνει την εισφορά επί των ποσοτήτων που του παρέδωσαν οι παραγωγοί οι οποίες κατά την οικεία δωδεκάμηνη περίοδο υπερβαίνουν την ποσότητα αναφοράς που θα καθοριστεί. Εν συνεχεία, ο αγοραστής επιρρίπτει την εισφορά αυτή στους μεμονωμένους παραγωγούς ανάλογα με το βαθμό που συνετέλεσαν στην υπέρβαση της ποσότητας αναφοράς. Το σύνολο των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς που χορηγούνται σε ένα κράτος μέλος δεν πρέπει να υπερβαίνει τη συνολική εγγυημένη ποσότητα που καθορίζεται για το κράτος μέλος αυτό βάσει των παραδόσεων γάλακτος οι οποίες πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους 1981, προσαυξημένες κατά 1 %.
3. Οι γενικοί κανόνες για την εφαρμογή του συστήματος εισφοράς και ειδικότερα για τον καθορισμό των ποσοτήτων αναφοράς θεσπίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου (ΕΕ 1984, L 90, σ. 13). Ιδιαίτερη σημασία για την προκειμένη υπόθεση έχει το άρθρο 2, το οποίο αφορά τον καθορισμό του έτους αναφοράς και του εφαρμοστέου συντελεστή. Το άρθρο 2 έχει εν τω μεταξύ τροποποιηθεί από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1911/86 του Συμβουλίου ( ΕΕ 1986, L 165, σ. 6) και από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2316/86 του Συμβουλίου (ΕΕ 1986, L 202, σ. 3), θα αναφέρομαι όμως στο κείμενο του 1984 που ήταν εφαρμοστέο κατά τον υπό κρίση χρόνο.
4. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, η ποσότητα αναφοράς πρέπει καταρχήν να είναι "ίση με την ποσότητα γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που παρέδωσε ο παραγωγός κατά το ημερολογιακό έτος 1981 (εναλλακτική λύση Α), ή με την ποσότητα γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που αγόρασε ένας αγοραστής κατά το ημερολογιακό έτος 1981 (εναλλακτική λύση Β), προσαυξημένες κατά 1 %". Ωστόσο,κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, "τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι στο έδαφός τους η ποσότητα αναφοράς που αναφέρεται στην παράγραφο 1 είναι ίση με την ποσότητα γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που παραδόθηκε ή αγοράστηκε κατά το ημερολογιακό έτος 1982 ή το ημερολογιακό έτος 1983, πολλαπλασιαζόμενη με ποσοστό που καθορίζεται κατά τρόπο ώστε να μην ξεπεραστεί η εγγυημένη ποσότητα...". Το εν λόγω ποσοστό μπορεί να ποικίλλει αναλόγως του επιπέδου των παραδόσεων ορισμένων κατηγοριών προσώπων υποχρέων για την καταβολή της εισφοράς, της πορείας των παραδόσεων σε ορισμένες περιοχές μεταξύ 1981 και 1983 ή της πορείας των παραδόσεων ορισμένων κατηγοριών υποχρέων προσώπων κατά το διάστημα αυτό. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 3, τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να προσαρμόσουν τα ποσοστά που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 2 για να εξασφαλίσουν την εφαρμογή των άρθρων 3 και 4 του κανονισμού.
5. Τα άρθρα 3 και 4 αφορούν τον καθορισμό και τη χορήγηση συμπληρωματικών ποσοτήτων αναφοράς σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις. Το άρθρο 3, σημείο 3, αναφέρεται σε χαλεπείς περιστάσεις και προβλέπει ότι "οι παραγωγοί των οποίων η γαλακτοκομική παραγωγή, κατά το έτος αναφοράς που λαμβάνεται υπόψη κατ' εφαρμογή του άρθρου 2, έχει επηρεασθεί αισθητά από εξαιρετικά γεγονότα που συνέβησαν πριν ή κατά τη διάρκεια του εν λόγω έτους, επιτυγχάνουν ύστερα από αίτησή τους, να ληφθεί υπόψη ένα άλλο ημερολογιακό έτος αναφοράς μέσα στο διάστημα της περιόδου 1981 έως 1983".
6. Στη νομοθεσία της περί εφαρμογής του συστήματος εισφοράς, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επέλεξε την εναλλακτική λύση Α, με έτος αναφοράς το 1983. Προκειμένου να εξασφαλιστεί η μη υπέρβαση της συνολικής εγγυημένης ποσότητας, κατά τη χορήγηση των ατομικών ποσοστώσεων οι ποσότητες τις οποίες παρέδωσαν οι παραγωγοί το 1983 μειώθηκαν γενικώς κατά 4 %.
Ιστορικό της διαφοράς
7. Ο προσφεύγων της κυρίας δίκης, ονόματι Karl Leukhardt, είναι γαλακτοπαραγωγός. Για λόγους οι οποίοι δεν διευκρινίζονται στη Διάταξη περί παραπομπής, υπέστη ουδιώδη και διαρκή ελάττωση του ζωικού του κεφαλαίου, με αποτέλεσμα τη μείωση των παραδόσεων γάλακτος τις οποίες πραγματοποίησε από 188 954 κιλά το 1980 σε 160 707 κιλά το 1981, 142 417 κιλά το 1982 και 142 747 κιλά το 1983. Αφού αναγνωρίστηκε ότι βρισκόταν σε κατάσταση χαλεπότητας, του χορηγήθηκε ποσότητα αναφοράς βάσει των παραδόσεών του κατά το έτος 1981, μειωμένων κατά 4 %, δηλαδή ποσότητα 155 500 κιλών.
8. Αμφισβητώντας την ορθότητα της χορηγήσεως αυτής, ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι η ποσόστωσή του έπρεπε να προσδιοριστεί βάσει των παραδόσεών του κατά το έτος 1980, πράγμα που θα σήμαινε ποσότητα περίπου 182 600 κιλών. Επικουρικώς, ισχυρίστηκε ότι η ποσόστωση έπρεπε να καθοριστεί βάσει των παραδόσεών του κατά το έτος 1981, προσαυξημένων κατά 1 %, δηλαδή σύμφωνα με την εναλλακτική λύση που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84, πράγμα που θα σήμαινε ποσόστωση ύψους 162 314 κιλών.
9. Το αρμόδιο εθνικό δικαστήριο, το Finanzgericht της Βάδης-Βυρτεμβέργης, θεωρώντας ότι στην εν λόγω υπόθεση ανακύπτουν ζητήματα σχετικά με την ερμηνεία και το κύρος διατάξεων του κανονισμού 857/84, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Το άρθρο 3, σημείο 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 90 της 1.4.1984, σ. 13), πρέπει να ερμηνευθεί ή - σε περίπτωση μερικής ακυρότητας - να συμπληρωθεί υπό την έννοια ότι ο παραγωγός γάλακτος του οποίου η παραγωγή επηρεάσθηκε αισθητά από εξαιρετικό γεγονός κατά τη διάρκεια των τριών ετών 1981 μέχρι και 1983 μπορεί να επιλέξει ως ημερολογιακό έτος αναφοράς ένα άλλο - παραδείγματος χάρη το αμέσως προηγούμενο - έτος, κατά το οποίο η παραγωγή γάλακτος δεν επηρεάσθηκε από εξωτερικό γεγονός;
2) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως: το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, καθώς και το άρθρο 3, σημείο 3, του κανονισμού 857/84 έχουν την έννοια ότι ένας παραγωγός που παραδίδει προϊόντα σε αγοραστή και του οποίου η παραγωγή κατά το έτος αναφοράς που έχει επιλεγεί (το 1983, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας) επηρεάσθηκε αισθητά από εξαιρετικό γεγονός, μπορεί να ζητήσει να υπολογισθεί η ποσότητα αναφοράς παραδόσεων που δικαιούται είτε κατά τη μέθοδο του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 857/84, βάσει άλλου ημερολογιακού έτους αναφοράς (του 1981 ή του 1982), είτε κατά τη μέθοδο του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84, βάσει της ποσότητας γάλακτος που παραδόθηκε το ημερολογιακό έτος 1981, προσαυξημένης κατά 1 %."
Το πρώτο ερώτημα
10. 'Οσον αφορά το πρώτο ερώτημα, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι ο περιορισμός της επιλογής εναλλακτικού έτους αναφοράς εντός της περιόδου που καθορίζεται στο άρθρο 3, σημείο 3, του κανονισμού 857/84, σε περίπτωση που ένας παραγωγός έχει υποστεί, λόγω εξαιρετικών περιστάσεων, σημαντική μείωση της γαλακτοκομικής του παραγωγής καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου 1981 έως 1983, συνιστά παραβίαση της απαγορεύσεως των διακρίσεων που καθιερώνεται με το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης, της γενικής αρχής της ισότητας, του δικαιώματος της ιδιοκτησίας και της οικονομικής ελευθερίας, καθώς και των γενικών αρχών της ασφαλείας του δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
11. Η Επιτροπή και η γερμανική κυβέρνηση, ωστόσο, υπογραμμίζουν ότι στο πρώτο ερώτημα έχει ήδη δοθεί απάντηση με την απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Μαΐου 1988 επί της υποθέσεως 84/87 (Marcel Erpelding κατά Υφυπουργού Γεωργίας και Αμπελουργίας, Συλλογή 1988, σ. 2647) με την άποψη δε αυτή είμαι απολύτως σύμφωνος. Στην απόφαση Erpelding το Δικαστήριο έκρινε ότι οι διατάξεις του κανονισμού 857/84 δεν επιτρέπουν στους παραγωγούς να επιλέξουν έτος αναφοράς εκτός της περιόδου που καθορίζεται στο άρθρο 3, σημείο 3, ακόμα και σε περίπτωση κατά την οποία τα πρόσωπα που επλήγησαν δεν είχαν αντιπροσωπευτική παραγωγή καθ' όλη την περίοδο αυτή (σκέψη 18). Το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό ότι ο περιορισμός της επιλλογής εναλλακτικού έτους αναφοράς συνιστά διάκριση σε βάρος των παραγωγών οι οποίοι επλήγησαν από εξαιρετικά περιστατικά καθ' όλη την περίοδο 1981 έως 1983, θεωρώντας ότι οποιαδήποτε διαφορετική μεταχείριση ήταν αντικειμενικώς δικαιολογημένη λόγω της ανάγκης να εξασφαλισθεί, χάρη της ασφαλείας του δικαίου και της αποτελεσματικότητας του συστήματος εισφοράς, κάποιος περιορισμός των ετών τα οποία μπορούν να ληφθούν υπόψη ως έτη αναφοράς για τον προσδιορισμό των ποσοστώσεων (σκέψη 30). Δεν νομίζω ότι το γεγονός ότι στην παρούσα υπόθεση ο προσφεύγων στηρίζεται, εκτός από την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, στην προστασία της ιδιοκτησίας, στην οικονομική ελευθερία και στις αρχές της ασφαλείας του δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης παρέχει κάποια βάση για να συναχθεί διαφορετικό συμπέρασμα στην παρούσα διαδικασία.
Το δεύτερο ερώτημα
12. Το δεύτερο ερώτημα αφορά την ακριβή μέθοδο υπολογισμού της ατομικής ποσότητας αναφοράς ενός παραγωγού ως προς τον οποίο έχει αναγνωριστεί ότι βρισκόταν σε κατάσταση χαλεπότητας. Μπορεί ένας τέτοιος παραγωγός, εκτός από την επιλογή (εντός της περιόδου 1981 έως 1983) έτους αναφοράς άλλου από αυτό που έχει επιλέξει το κράτος μέλος προς γενική εφαρμογή, να ζητήσει και την εφαρμογή συντελεστή άλλου από τον γενικώς εφαρμοζόμενο στο κράτος μέλος, όταν αυτό θα είχε ευνοϊκότερο αποτέλεσμα γι' αυτόν; Ειδικότερα, αν ο παραγωγός έχει επιλέξει το 1981 ως εναλλακτικό έτος αναφοράς, μπορεί να ζητήσει να εφαρμοστεί για τον προσδιορισμό της ποσοστώσεως που τον αφορά ο συντελεστής που εφαρμόζεται για το 1981 (δηλαδή 1 % επιπλέον) σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84, ή πρέπει να αποδεχθεί το συντελεστή που έχει υιοθετήσει το κράτος μέλος βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού (δηλαδή, εν προκειμένω, μείον 4 %);
13. Τόσο η Επιτροπή όσο και η γερμανική κυβέρνηση υποστήριξαν ότι τα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού 857/84 δεν μπορούν να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι επιτρέπουν στον παραγωγό, εκτός από την επιλογή διαφορετικού έτους αναφοράς, να επιλέξει και διαφορετικό συντελεστή. Θα έλεγα εκ προοιμίου ότι συμφωνώ απολύτως. Σχετικώς εκκινώ από την ήδη αναφερθείσα απόφασή Erpelding, στην οποία το Δικαστήριο ασχολήθηκε με την ερμηνεία του κανονισμού 857/84 και του κανονισμού (ΕΟΚ) 1371/84 της Επιτροπής περί καθορισμού των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς (ΕΕ 1984, L 132, σ. 11), προκειμένου - μεταξύ άλλων - να αποφασίσει αν ένας παραγωγός που βρισκόταν σε κατάσταση χαλεπότητας μπορούσε να επιλέξει διαφορετικό έτος αναφοράς εκτός της περιόδου που καθορίζεται στο άρθρο 3, σημείο 3, του κανονισμού 857/84. Το Δικαστήριο ερμήνευσε την εν λόγω ρύθμιση ως εξής:
"'Οπως προκύπτει από την οικονομία και το σκοπό της, η σχετική ρύθμιση απαριθμεί περιοριστικά τις καταστάσεις στις οποίες είναι δυνατή η χορήγηση ποσοτήτων αναφοράς ή ατομικών ποσοτήτων, για τον καθορισμό των οποίων περιέχει σαφείς διατάξεις. Καμία από τις διατάξεις αυτές δεν προβλέπει υπέρ των παραγωγών τη δυνατότητα να λαμβάνονται υπόψη οι παραδόσεις γάλακτος που πραγματοποίησαν εκτός της περιόδου 1981 έως 1983 και πρέπει να θεωρηθεί ότι η δυνατότητα αυτή αποκλείεται..." (σκέψη 18, δικές μου οι υπογραμμίσεις).
Πρόμοια διατύπωση περιέχεται στη σκέψη 15 της αποφάσεως της 28ης Απριλίου 1988 επί της υποθέσεως 120/86, Mulder κατά Minister van Landbouw en Visserij.
14. Νομίζω ότι η ίδια συλλογιστική πρέπει να εφαρμοστεί στην παρούσα υπόθεση. Οι κανόνες για τις λεπτομέρειες του καθορισμού των ποσοστώσεων πρέπει να θεωρηθούν ότι αποτελούν πλήρη ρύθμιση. Επομένως, ελλείψει ρητής διατάξεως περί αποδοχής αυτής της δυνατότητας, ο παραγωγός δεν πρέπει να μπορεί να επιλέξει τον εφαρμοστέο συντελεστή.
15. Τέτοια ρητή διάταξη δεν απαντά στη ρύθμιση. Το άρθρο 3, σημείο 3, του κανονισμού 857/84 δέχεται προφανώς μόνο τη δυνατότητα επιλογής εναλλακτικού έτους αναφοράς και δεν αναφέρει τίποτε σχετικά με τον εφαρμοστέο συντελεστή. Περαιτέρω, όπως υπογραμμίζουν η Επιτροπή και η γερμανική κυβέρνηση, το Δικαστήριο, ερμηνεύοντας το άρθρο 3, σημείο 3, στην απόφασή του της 28ης Απριλίου 1988 επί της υποθέσεως 61/87, Andre Thevenot κατά Centrale laitiere de Franche-Comte, έκρινε ότι η διάταξη αυτή δεν επηρεάζει την εφαρμογή των άλλων κανόνων περί καθορισμού των ποσοτήτων αναφοράς και των ατομικών ποσοτήτων, ειδικότερα δε των κανόνων που περιέχει το άρθρο 2 του κανονισμού 857/84 (σκέψη 18).
16. Το άρθρο 2 του κανονισμού 857/84 αφορά τον προσδιορισμό του έτους αναφοράς και του εφαρμοστέου συντελεστή και είναι πρόδηλο ότι απευθύνεται στα κράτη μέλη. Η διάταξη δεν αναφέρει τίποτε σχετικά με το ζήτημα οιασδήποτε περεμβάσεως των μεμονωμένων παραγωγών κατά την επιλογή του συντελεστή. Περαιτέρω, ναι μεν το άρθρο 2 παρέχει στα κράτη μέλη ορισμένη διακριτική ευχέρεια, όσον αφορά την επιλογή εναλλακτικού έτους αναφοράς και του εφαρμοστέου συντελεστή, καθώς και τη διαφοροποίηση ή την προσαρμογή αυτού του συντελεστή, κατά την άσκηση όμως της διακριτικής αυτής ευχερείας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα γενικής φύσεως δεδομένα τα οποία αναφέρει τα άρθρο 2 και όχι η συγκεκριμένη κατάσταση των μεμονωμένων παραγωγών. 'Ετσι, όταν ένα κράτος μέλος επιλέγει, βάσει της πρώτης περιόδου του άρθρου 2, παράγραφος 2, έτος αναφοράς διαφορετικό από το 1981, οφείλει να εφαρμόσει στην παραγωγή του έτους αυτού συντελεστή ο οποίος να καταλήγει στο ίδιο γενικό αποτέλεσμα με του άρθρου 2, παράγραφος 1: δεν μπορεί, κατά τον καθορισμό του συντελεστή, να εφαρμόζει διαφορετικά ποσοστά στις ατομικές περιπτώσεις. Κατά τη δεύτερη περίοδο του άρθρου 2, παράγραφος 2, ο συντελεστής μπορεί να ποικίλλει, κατά την κρίση του κράτους μέλους, αναλόγως ορισμένων παραγόντων γενικής φύσεως, όπως η εξέλιξη των παραδόσεων ορισμένων κατηγοριών υποχρέων προς καταβολή της εισφοράς ή η εξέλιξη αυτή σε ορισμένες περιοχές και εδώ δεν υπάρχει δυνατότητα διαφοροποιήσεως του συντελεστή προκειμένου να ληφθούν υπόψη ατομικές περιπτώσεις. Ομοίως, το άρθρο 2, παράγραφος 3, επιτρέπει στα κράτη μέλη να προσαρμόζουν του συντελεστή που αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2 προκειμένου να εξασφαλίσουν την εφαρμογή των άρθρων 3 και 4 είναι σαφές, όμως, ότι η διάταξη αυτή αφορά μάλλον τη γενική μείωση των ποσοτήτων αναφοράς, προκειμένου να εξασφαλιστεί η δυνατότητα εφεδρικών ποσοστώσεων για να χορηγηθούν σε περιπτώσεις χαλεπότητας ή σε άλλες ειδικές περιπτώσεις, και όχι την προσαρμογή των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς για να αντιμετωπισθούν ατομικές περιστάσεις.
17. Εξάλλου, όπως τονίζει η Επιτροπή, η απόφαση επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων 201 και 202/85 (Klensch και άλλοι κατά Υφυπουργου Γεωργίας και Αμπελουργίας, Συλλογή 1986, σ. 3477), επιβεβαιώνει την άποψη ότι, στο πλαίσιο του άρθρου 2 του κανονισμού 857/84, το κράτος μέλος πρέπει να προβαίνει σε σαφή επιλογή μεταξύ της μεθόδου προσδιορισμού του έτους αναφοράς και του εφαρμοστέου συντελεστή η οποία προβλέπεται στην παράγραφο 1 και της μεθόδου της παραγράφου 2 το κράτος μέλος δεν επιτρέπεται να συνδυάζει στοιχεία από τις δύο μεθόδους (σκέψη 15).
18. Είμαι, επομένως, της γνώμης ότι στα ερωτήματα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθούν οι εξής απαντήσεις:
"1) Το άρθρο 3, σημείο 3, του κανονισμού 857/84 έχει την έννοια ότι ο ένας παραγωγός γάλακτος του οποίου η γαλακτοκομική παραγωγή έχει επηρεασθεί από εξαιρετικό γεγονός σε κάθε ένα από τα έτη 1981 έως 1983, δεν μπορεί να επιλέξει ως ημερολογιακό έτος αναφοράς ένα άλλο έτος, όπως το αμέσως προηγούμενο, κατά το οποίο η γαλακτοκομική του παραγωγή δεν επηρεάσθηκε από εξαιρετικό γεγονός.
2) Από την εξέταση του πρώτου ερωτήματος που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος του άρθρου 3, σημείο 3, του κανονισμού 857/84 του Συμβουλίου.
3) Το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, και το άρθρο 3, σημείο 3, του κανονισμού 857/84 του Συμβουλίου έχουν την έννοια ότι ο παραγωγός του οποίου η γαλακτοκομική παραγωγή έχει επηρεασθεί από εξαιρετικό γεγονός κατά το έτος αναφοράς που έχει επιλέξει το κράτος μέλος δεν μπορεί να ζητήσει να υπολογιστεί η ποσότητα αναφοράς παραδόσεων που θα του χορηγηθεί είτε κατά τη μέθοδο του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 857/84, βάσει άλλου έτους αναφοράς, είτε κατά τη μέθοδο του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, βάσει της ποσότητας γάλακτος που παραδόθηκε κατά το ημερολογιακό έτος 1981,προσαυξημένης κατά 1%."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy