ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JEAN MISCHO
της 22ας Νοεμβρίου 1989 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικασνές,
1.
Το ζεύγος Reichert, γερμανοί υπήκοοι, κάτοικοι Γερμανίας και ιδιοκτήτες ακινήτου κείμενου στη Γαλλία, στην Antibes, δώρισαν στον υιό τους Mario Reichert, κάτοικο επίσης Γερμανίας, την ψιλή κυριότητα του ακινήτου αυτού. Η σχετική πράξη καταρτίστηκε σε συμβολαιογραφείο του γαλλικού departement ( διοιητικό διαμέρισμα ) του Moselle.
2.
Διάδικοι στην κύρια δίκη είναι, αφενός, η εταιρία γερμανικού δικαίου Dresdner Bank, με έδρα τη Φραγκφούρτη, και, αφετέρου, το ζεύγος Reichert και ο υιός τους. Η Dresdner Bank άσκησε ενώπιον του tribunal de grande instance του Grasse την αγωγή του άρθρου 1167 του γαλλικού αστικού κώδικα, γνωστή ως παυλιανή αγωγή, ζητώντας από το δικαστήριο εκείνο να κηρύξει τη δωρεά ανίσχυρη ως προς την ενάγουσα, δανειστή του ζεύγους Reichert. Το εν λόγω tribunal de grande instance του Grasse, στην περιφέρεια του οποίου κείται το ακίνητο, κήρυξε εαυτό αρμόδιο βάσει του άρθρου 16, παράγραφος 1, της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όπου ορίζεται ότι έχουν·
« ( αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία) σε υποθέσεις εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων και μισθώσεων ακινήτων, τα δικαστήρια του συμβαλλόμενου κράτους της τοποθεσίας του ακινήτου ».
3.
Αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του tribunal του Grasse, το ζεύγος Reichert άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του cour d'appel της Aix-en-Provence.
4.
Με απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 1987, το ανωτέρω cour ď appel της Aix-en-Provence υπέβαλε στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 1 του πρωτοκόλλου της 3ης Ιουνίου 1971 για την ερμηνεία από το Δικαστήριο της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, το εξής προδικαστικό ερώτημα:
« Με το να ορίζεται στη Σύμβαση των Βρυξελλών ότι επί υποθέσεων εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων και μισθώσεων ακινήτων τα δικαστήρια του συμβαλλόμενου κράτους της τοποθεσίας του ακινήτου έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία, επιδιώχθηκε η θέσπιση κανόνα περί διεθνούς δικαιοδοσίας χωρίς καμιά αναφορά στη διάκριση των αγωγών σε ενοχικές, εμπράγματες και μικτές, και χωρίς να έχει ληφθεί υπόψη κανένα άλλο στοιχείο εκτός από το περιεχόμενο του δικαιώματος, δηλαδή τη φύση των εμπλεκομένων δικαιωμάτων, ο δε κατ' αυτόν τον τρόπο θεσπισμένος κανόνας περί διεθνούς δικαιοδοσίας επιτρέπει στο δανειστή, που προσβάλλει τις προς καταδολίευση των δικαιωμάτων του συναπτόμενες δικαιοπραξίες του οφειλέτη του, εν προκειμένω τη δωρεά εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων, να ασκήσει τη σχετική αγωγή ενώπιον δικαστηρίου του συμβαλλόμενου κράτους της τοποθεσίας του ακινήτου; »
5.
Θα ήθελα ευθύς εξαρχής να τονίσω ότι συμμερίζομαι τη γνώμη της κυβέρνησης της Γαλλικής Δημοκρατίας ότι δηλαδή το υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα πρέπει να χωριστεί σε δύο σκέλη. Με το πρώτο σκέλος του ερωτάται αν η έννοια « υποθέσεις εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων» πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με το δίκαιο των συμβαλλόμενων κρατών ή υπό το φως των σκοπών και του συστήματος της Συμβάσεως των Βρυξελλών.
6.
Σχετικά με το θέμα αυτό, το Δικαστήριο χωρίς να έχει καθιερώσει γενική αρχή, έχει μέχρι τώρα γενικώς αποφανθεί υπέρ της αυτόνομης ερμηνείας, έστω και αν δέχεται ότι καμιά από τις δύο θέσεις δεν αποκλείει οπωσδήποτε την έτερη και ότι η επιλογή πρέπει να γίνεται κατά περίπτωση, ανάλογα με την επίμαχη διάταξη ( 1 ). Έτσι, ειδικότερα, το Δικαστήριο υιοθέτησε τη θέση αυτή σε δύο υποθέσεις σχετικά με την ερμηνεία της έννοιας « μισθώσεις ακινήτων » που περιλαμβάνεται, επίσης, στο άρθρο 16, παράγραφος 1, της Συμβάσεως ( 2 ).
7.
Το cour ď appel της Aix-en-Provence θεωρεί ότι το κείμενο του άρθρου 16, παράγραφος 1, δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως απλή αναφορά στο γαλλικό εσωτερικό δίκαιο και στην παραδοσιακή κατάταξη των αγωγών σε ενοχικές, εμπράγματες και μικτές.
8.
Αυτή είναι και η γνώμη των περισσοτέρων από τις κυβερνήσεις που υπέβαλαν παρατηρήσεις στην υπό κρίση υπόθεση, οι οποίες υπέμνησαν ότι ο όρος « εμπράγματο δικαίωμα » δεν έχει την ίδια έννοια σε όλα τα κράτη μέλη. Κατά συνέπεια, η λύση που συνίσταται στο να δοθεί αυτόνομη ερμηνεία στην έννοια αυτή είναι η μόνη που επιτρέπει την ομοιόμορφη εφαρμογή της Συμβάσεως σ' ολόκληρη την Κοινότητα και προτείνω στο Δικαστήριο να υιοθετήσει τη λύση αυτή.
9.
Με το δεύτερο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος ερωτάται αν η έννοια της « αγωγής όσον αφορά εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων», ερμηνευόμενη στο πλαίσιο της Συμβάσεως των Βρυξελλών, καλύπτει αγωγή όπως η παυλιανή που προβλέπεται από το γαλλικό δίκαιο στις περιπτώσεις όπου μια τέτοια αγωγή — η οποία μπορεί επίσης να αφορά κινητά — ασκείται από δανειστή προς διάρρηξη δωρεάς ψιλής κυριότητας ακινήτου συναφθείσας από οφειλέτη του.
10.
Το εθνικό δικαστήριο, λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι το άρθρο 16, παράγραφος 1, δεν αναφέρεται στη φύση της ασκουμένης αγωγής, αλλά στη φύση των εμπλεκομένων δικαιωμάτων, εν προκειμένω του δικαιώματος ψιλής κυριότητας επί ακινήτου που αποτελεί, βεβαίως, εμπράγματο δικαίωμα, ζητεί από το Δικαστήριο να επιβεβαιώσει ότι οι δυνάμενες να έχουν επιπτώσεις επί ενός τέτοιου δικαιώματος αγωγές πρέπει να ασκούνται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους της τοποθεσίας του ακινήτου.
11.
Η θέση αυτή είναι ελκυστική. Δεν είναι, άλλωστε, αληθές ότι σε περίπτωση που ευδοκιμήσει η αγωγή ο υιός του ζεύγους Reichert δεν θα μπορεί πλέον να αντιτάσσει στην Dresdner Bank το εμπράγματο δικαίωμά του — μέχρι τώρα erga omnes — επί του ακινήτου; Δεν πρόκειται, κατά συνέπεια, για αγωγή « όσον αφορά εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων»;
12.
Η άποψη αυτή έχει επίσης το πλεονέκτημα ότι ανταποκρίνεται στη μέριμνα που εξέφρασε το Δικαστήριο στη σκέψη 23 της προαναφερθείσας απόφασης στην υπόθεση Rosier κατά Rottwinkel ( 24/83, Συλλογή 1985, σ. 99 ) — αληθεύει όντως ως προς τις μισθώσεις ακινήτων — δηλαδή ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη
« η αβεβαιότητα που θα μπορούσε να δημιουργηθεί, αν τα δικαστήρια δέχονταν αποκλίσεις από το γενικό κανόνα του άρθρου 16, παράγραφος 1, ο οποίος έχει το πλεονέκτημα ότι καθορίζει τη διεθνή δικαιοδοσία σε όλες τις περιπτώσεις κατά τρόπο σαφή και μη επιδεχόμενο αμφιβολία, εξυπηρετώντας έτσι το σκοπό της Σύμβασης, που συνίσταται στον καθορισμό της διεθνούς δικαιοδοσίας κατά τρόπο βέβαιο και δυνάμενο να προβλεφθεί ».
13.
Σ' αυτό προστίθεται και το γεγονός ότι η παυλιανή αγωγή δεν χωρεί παρά μόνον εφόσον το χρέος είναι βέβαιο και απαιτητό ( 3 ). Επομένως, η αγωγή αυτή ακολουθείται κανονικά από την κατάσχεση του αγαθού, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει παρά στον τόπο της τοποθεσίας του ακινήτου. Εξάλλου, από το άρθρο 54 του γαλλικού κώδικα πολιτικής δικονομίας προκύπτει ότι κάθε δανειστής μπορεί, κατόπιν δικαστικής άδειας, να εγγράψει προσημείωση υποθήκης επί ακινήτου εφόσον δικαιολογεί « απαίτηση η οποία, καταρχήν, φαίνεται βάσιμη » και αποδεικνύει ότι υφίσταται επείγον και ότι υπάρχει κίνδυνος για την είσπραξη της απαιτήσεως ( 4 ) Αυτό φαίνεται ότι συνέβη και στην υπό κρίση υπόθεση. Επομένως, όλα αυτά τα επιχειρήματα συνηγορούν υπέρ μιας ερμηνείας αναγνωρίζουσας στο δικαστήριο της τοποθεσίας του ακινήτου διεθνή δικαιοδοσία προς εκδίκαση της παυ-λιανής αγωγής, εφόσον το δικαστήριο αυτό είναι το « πλέον κατάλληλο ( 5 ) για την εκδίκαση της διαφοράς.
14.
Ωστόσο, είναι βέβαιο ότι ο ασκών την παυλιανή αγωγή δεν προβάλλει κανένα εμπράγματο δικαίωμα ( 6 ) και, όπως ανέφερε και η γαλλική κυβέρνηση, εφόσον η αγωγή ευδοκιμήσει,
« δεν έχει ως συνέπεια την αντίστροφη μεταβίβαση εμπράγματου δικαιώματος επί ακινήτου. Η διάρρηξη της δωρεάς ακινήτου είναι, απλώς, σχετική. Συνίσταται στο ότι η δωρεά αυτή δεν ισχύει έναντι του δανειστή. Αντιθέτως, από την ίδια τους τη φύση τα εμπράγματα δικαιώματα παράγουν απόλυτα αποτελέσματα erga omnes ».
15.
Είναι αξιοσημείωτο ότι την αντίληψη αυτή, όσον αφορά τη φύση του εμπράγματου δικαιώματος, συμμερίζεται και η βρετανική κυβέρνηση — εκπρόσωπος της παραδόσεως του «common law» —, η οποία προτείνει επίσης να περιορίζεται το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 16, παράγραφος 1, στις αγωγές με τις οποίες ζητείται από τα δικαστήρια να αποφαίνονται erga omnes ως προς το δικαίωμα κυριότητας ή τη νομή ακινήτου.
Όπως ορθώς επισημαίνει η βρετανική κυβέρνηση, το κύριο αντικείμενο της υπό κρίση αγωγής είναι να αναγνωριστεί μάλλον ότι ο εναγόμενος ενήργησε προς καταδολίευση των δικαιωμάτων των δανειστών του παρά να διαπιστωθεί ποιος είναι ο ιδιοκτήτης ή ο νομέας του ακινήτου.
16.
Όπως ακριβώς η βρετανική, έτσι και η γερμανική και η ιταλική κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή φρονούν ότι για την εφαρμογή του άρθρου 16, παράγραφος 1, δεν αρκεί η αγωγή να αφορά εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου ή να είναι οχενική με ακίνητο ή να οννοέεται με ακίνητο. Αντιθέτως, το εμπράγματο δικαίωμα πρέπει να αποτελεί την καθαυτό αιτία της αγωγής, η οποία πρέπει να σκοπεί στην έκδοση αποφάσεως ισχύουσας erga omnes σχετικά με το δικαίωμα κυριότητας επί του επιμάχου ακινήτου.
17.
'Εστω κι αν πρόκειται εδώ για οριακή περίπτωση, τάσσομαι υπέρ της λύσεως που προτείνουν ομόφωνα η γερμανική, η βρετανική, η γαλλική και η ιταλική κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή. Όπως και αυτές, φρονώ ότι το άρθρο 16, παράγραφος 1, πρέπει να ερμηνευθεί στενώς, ως εξαίρεση από τη βασική αρχή σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων που έχει θεσπιστεί με το άρθρο 2, πρώτη παράγραφος, της Συμβάσεως κατά το οποίο,
« με την επιφύλαξη τών διατάξεων της παρούσας Συμβάσεως, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους ενάγονται ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους αυτού, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια τους ».
18.
Ομοίως και η προαναφερθείσα νομολογία του Δικαστηρίου ( 7 ) όσον αφορά τις μισθώσεις ακινήτων περί των οποίων γίνεται μνεία στην ίδια διάταξη διαπνέεται από μάλλον περιοριστική αντίληψη, εφόσον το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν εμπίπτουν στο άρθρο 16 ούτε διαφορές από συμβάσεις των οποίων κύριο αντικείμενο δεν είναι η μίσθωση ακινήτου (όπως οι συμβάσεις σχετικά με την εκμετάλλευση εμπορικής επιχειρήσεως ευρισκομένης εντός ακινήτου που ο εκμισθωτής είχε μισθώσει σε τρίτο — υπόθεση Sanders ), ούτε διαφορές που δεν συνδέονται παρά έμμεσα με τη χρήση μισθωμένου ακινήτου (όπως διαφορές που έχουν σχέση με τη στέρηση της απολαύσεως διακοπών και τα έξοδα ταξιδιού — υπόθεση Rosier ).
19.
Η ερμηνεία αυτή της Συμβάσεως επιβεβαιώνεται και από τελεολογικής φύσεως θεωρήσεις.
20.
Καταρχάς, είναι σαφές ότι ο σκοπός του άρθρου 2, δηλαδή η προστασία του εναγομένου, δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί αν άλλες διατάξεις της Συμβάσεως ερμηνεύονταν λίαν ευρέως.
21.
Εξάλλου, έχει σημασία να υπόμνηστεί ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 16, παράγραφος 1, δικαιοδοσία είναι αποκλειστική, πράγμα που καθιστά έτι επαχθέστερες τις συνέπειες μιας εξαιρετικά διασταλτικής ερμηνείας.
22.
Εξάλλου, δεν μπορεί να γίνει εφαρμογή του άρθρου 16, παράγραφος 1, χωρίς αναφορά στο λόγο υπάρξεως της διατάξεως αυτής. 'Ετσι, με την προαναφερθείσα απόφαση του Sanders, το Δικαστήριο έκρινε ότι:
«η αναγνώριση, χάριν της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, αποκλειστικής αρμοδιότητας στα δικαστήρια ενός συμβαλλόμενου κράτους στο πλαίσιο του άρθρου 16 της Συμβάσεως έχει ως αποτέλεσμα να στερούνται οι διάδικοι της επιλογής δικαστηρίου, η οποία, άλλως, θα ήταν δική τους και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να ενάγονται ενώπιον δικαστηρίου που δεν είναι το δικαστήριο της κατοικίας κανενός απ' αυτούς· η θεώρηση αυτή συνεπάγεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 16 δεν πρέπει να ερμηνεύονται περισσότερο ευρέως απ' όσο απαιτεί ο σκοπός τους ».
23.
Τέλος, παρατηρώ ότι για λίαν συγκεκριμένους λόγους το άρθρο 16, παράγραφος 1, προβλέπει την αποκλειστική αρμοδιότητα των δικαστηρίων του κράτους της τοποθεσίας του ακινήτου ( 8 ). Πράγματι, μια διαφορά « σε υπόθεση εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων» συνεπάγεται συχνά ολόκληρη σειρά διαδικαστικών πράξεων που πρέπει να γίνουν επί τόπου. Έτσι, είναι δυνατό να διεξαχθούν έρευνες, έλεγχοι ή πραγματογνωμοσύνες που δεν μπορούν, εξ ορισμού, να διενεργηθούν παρά στον τόπο όπου κείται το ακίνητο και ως προς τους οποίους είναι, επομένως, λογικό να εφαρμοστεί η lex rei sitae. Εξάλλου, στις σχετικές υποθέσεις τίθεται συχνά ζήτημα ισχύος τοπικών συναλλακτικών ηθών τα οποία δεν είναι οικεία παρά μόνο στα δικαστήρια του κράτους της τοποθεσίας του ακινήτου. Τέλος, πρόθεση ήταν να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι απαιτούνται συχνά εγγραφές στα οικεία βιβλία που τηρούνται στον τόπο όπου κείται το ακίνητο.
24.
Εξ αυτού μπορεί να συναχθεί, a contrario, ότι το άρθρο αυτό δεν πρέπει να εφαρμόζεται όταν μια διαφορά δεν συνεπάγεται τέτοιες διαδικαστικές πράξεις ή όταν δεν τίθεται θέμα γνώσεως τοπικών συναλλακτικών ηθών.
25.
Όσον αφορά τη συγκεκριμένη απάντηση που πρέπει να δοθεί στο cour ď appel της Aix-en-Provence, μπορεί να γίνει επιλογή μεταξύ είτε μιας απαντήσεως, διατυπωμένης κατά τρόπο αρνητικό, με την οποία να ¿παστώνεται ότι μια αγωγή όπως η παυλιανή που προβλέπεται στο άρθρο 1167 του γαλλικού αστικού κώδικα δεν εμπίπτει στην εν λόγω διάταξη (πράγμα που θα επιτρέψει ασφαλώς στο εθνικό δικαστήριο να επιλύσει την υποβληθείσα σ' αυτό διαφορά, είτε μιας απαντήσεως συντεταγμένης κατά τρόπο καταφατικό, στην οποία να αναφέρονται οι αγωγές που πρέπει να θεωρούνται ότι εμπίπτουν στο άρθρο 16, παράγραφος 1. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ενδείκνυται να υιοθετηθεί το πρώτο μέρος της απαντήσεως που προτείνει η βρετανική κυβέρνηση, απάντηση η οποία έχει το πλεονέκτημα ότι μπορεί να γίνει κατανοητή και από τις χώρες του « common law ».
26.
Εν κατακλείδι, θεωρώ, όπως ακριβώς η γαλλική και η ιταλική κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή, προτιμητέα την πρώτη δυνατότητα. Πράγματι, η ανάλυση στην οποία προέβην όσον αφορά το υποβληθέν ερώτημα έπρεπε κατ' ανάγκην να ερείδεται στο αντικείμενο και τις συνέπειες της παυλιανής αγωγής του γαλλικού δικαίου ( εκτός, εννοείται, του χαρακτηρισμού που δίδεται στην αγωγή αυτή από το γαλλικό δίκαιο). Ως εκ τούτου, η φρόνηση απαιτεί να μη δοθεί απάντηση υπερβαίνουσα το πλαίσιο αυτό.
27.
Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
« 1)
Η έννοια των “ εμπράγματων αγωγών επί ακινήτων ” του άρθρου 16, παράγραφος 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 πρέπει να ερμηνευθεί υπό το φως των σκοπών και του συστήματος της Συμβάσεως αυτής.
2)
Αγωγή όπως η παυλιανή, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 1167 του γαλλικού αστικού κώδικα, δεν εμπίπτει στην έννοια αυτή.»
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Βλέπε την απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 1983, Duijnstee κατά Goderbauer, σκέψη 17 (288/82, Συλλογή 1983, σ. 3663), για τις περιπτώσεις που το Δικαστήριο υιοθέτησε τη θέση αυτή. Για μια πλέον εμπεριστατωμένη απάντηση, βλέπε την απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1986, Tessili κατά Dunlop ( 12/76, Rec. 1986, σ. 1473 ).
( 2 ) Βλέπε τις αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 1977, Sanders κατά Van der Putte ( 73/77, Rec. 1977, σ. 2383 ), και της 15ης Ιανουαρίου 1985, Rösier κατά Rottwinkel (241/83, Συλλογή 1985, σ. 99).
( 3 ) Βλέπε Alex Weill και François Terré: Droit civil: les obligations, Παρίσι, Précis Dalloz, 1980, σ. 960.
( 4 ) Βλέπε Roland Tendier: Les sûretés, Παρίσι, Dalloz, 1983, σ. 246.
( 5 ) H προαναφερθείσα απόφαση της 14ης ΔεκεμΡρΙου 1977, Sanders κατά Van der Pulte, σκέψη 11.
( 6 ) Βλέπε την πρώτη υποσημείωση της σελίδας 966 του συγγράμματος των Weill και Terré.
( 7 ) Βλέπε τις αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 1977, Sanders κατά Van der Putte ( 73/77, Rec. 1977, σ. 2383 ), και της 15ης Ιανουαρίου 1985, Rosier κατά Rottwinkel (241/83, Συλλογή 1985, σ. 99).
( 8 ) Βλέπε, σχετικά, την έκθεση του Ρ. Jenard περί της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ( JO C 59 της 5.3.1979, σ. 35 ).
Full & Egal Universal Law Academy