ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 9ης Νοεμβρίου 1989 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Το Finanzgericht Düsseldorf υπέβαλε προδικαστικό ερώτημα σχετικό με τον τρόπο αποδείξεως, στον τελωνειακό τομέα, της κοινοτικής καταγωγής των εμπορευμάτων.
2.
Είναι γνωστά τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης. Οι γερμανικές τελωνειακές υπηρεσίες προέβησαν σε έλεγχο των εισαγωγών της εταιρίας Trend-Moden, που εδρεύει στο Rees της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και ασχολείται με το εμπόριο υφασμάτων. Οι τελωνειακές αρχές διαπίστωσαν ότι η Trend-Moden παρέλαβε μεταξύ Μαρτίου 1980 και Μαρτίου 1981 υφαντουργικά προϊόντα προελεύσεως Κάτω Χωρών για τα οποία δεν καταβλήθηκαν δασμοί. Ζήτησε, κατόπιν αυτού, από την προαναφερθείσα εταιρία να καταβάλει το ποσό των 29890,90 γερμανικών μάρκων (DM) ως δασμούς. Η Trend-Moden υποστήριξε ότι τα εν λόγω εμπορεύματα ήταν κοινοτικής καταγωγής και, κατά συνέπεια, δεν υπόκειντο στην καταβολή δασμών. Κατέθεσε τρία πιστοποιητικά των ολλανδών προμηθευτών της, τα δύο από τα οποία βεβαίωναν ότι τα εμπορεύματα είχαν κατασκευαστεί εντός της Κοινότητας, ενώ το τρίτο βεβαίωνε ότι τα εμπορεύματα προέρχονταν από αποθήκη του 'Αμστερνταμ. Οι γερμανικές διοικητικές υπηρεσίες, έκριναν ωστόσο, ότι τα πιστοποιητικά αυτά δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη προκειμένου να καθοριστεί η κοινοτική καταγωγή των εν λόγω εμπορευμάτων, καθώς και ότι μόνο τα έγγραφα διαμετακομίσεως Τ2 ή T2L θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη.
3.
Το Finanzgericht Düsseldorf, το οποίο επελήφθη της διαφοράς, υπέβαλε προς το Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα το οποίο αναφέρεται κυρίως στο αν το άρθρο 9, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ επιβάλλει την προσκόμιση του κατά τα άρθρα 1, παράγραφος 4, και 9 του κανονισμού (ΕΟΚ) 222/77 ( 1 ) εγγράφου διαμετακομίσεως ως μοναδικού μέσου αποδείξεως της κοινοτικής καταγωγής των εμπορευμάτων.
4.
Ο κανονισμός αυτός διακρίνει δύο διαδικασίες κοινοτικής διαμετακομίσεως ( 2 ). Η πρώτη, η διαδικασία κοινοτικής διαμετακομίσεως, αφορά κυρίως τα εμπορεύματα τα οποία δεν πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 9 και 10 της Συνθήκης ΕΟΚ, που προέρχονται δηλαδή από τρίτες χώρες και δεν ευρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία. Η άλλη, η εσωτερική κοινοτική διαμετακόμιση, εφαρμόζεται κυρίως στα εμπορεύματα που κατάγονται από κράτη μέλη και ευρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία· τα εμπορεύματα αυτά καλούνται « κοινοτικά εμπορεύματα» ( 3 ). Το άρθρο 1, παράγραφος 4, του κανονισμού 222/77 καθιερώνει τεκμήριο κατά το οποίο λογίζονται ως κοινοτικά εμπορεύματα τα εμπορεύματα «που εισέρχονται κανονικά στο έδαφος συγκεκριμένου κράτους μέλους μέσω εσωτερικών συνόρων, πλην αν έχει προσκομισθεί παραστατικό εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως που να τα αφορά » ( 4 ). Κατά το άρθρο 39 « για να κυκλοφορήσουν εμπορεύματα υπό τη διαδικασία της εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο δηλώσεως Τ2 ». Τέλος, κατά το άρθρο 9, όταν, στις περιπτώσεις που προβλέπονται από τον κανονισμό, η ελεύθερη κυκλοφορία εξαρτάται από την προσκόμιση παραστατικού εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, « ο ενδιαφερόμενος δύναται, για κάθε βάσιμη αιτία, να αποκτήσει εκ των υστέρων το παραστατικό αυτό από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αναχωρήσεως ».
5.
Η κοινοτική καταγωγή των εμπορευμάτων μπορεί, επίσης, κατ' εφαρμογή των άρθρων 69 επ. του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 223/77 ( 5 ), που είχε εφαρμογή κατά το χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, να αποδειχθεί με την προσκόμιση παραστατικού T2L, όταν τα εμπορεύματα αυτά μεταφέρονται απευθείας από κράτος μέλος σε άλλο κράτος μέλος ( 6 ). Το παραστατικό αυτό μπορεί επίσης να χορηγηθεί εκ των υστέρων, χωρίς να απαιτείται, κατ' αντίθεση προς τα προβλεπόμενα στο άρθρο 9 του κανονισμού 222/77, η προβολή βάσιμου λόγου ( 7 ).
6.
Πρέπει, τέλος, να αναφερθεί ότι ο ίδιος αυτός κανονισμός προβλέπει αντίγραφο ελέγχου Τ5 το οποίο πρέπει να προσκομίζεται όταν « κοινοτικό μέτρο που θεσπίζεται στον τομέα των εισαγωγών ή εξαγωγών εμπορευμάτων ή της κυκλοφορίας τους εντός της Κοινότητας εξαρτάται από την απόδειξη ότι τα εμπορεύματα που αφορά χρησιμοποιήθηκαν » ή έφθασαν στον προορισμό που επιβάλλει το μέτρο ( 8 ).
7.
Το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί ως προς τους λόγους που δικαιολογούν ένα τέτοιο σύστημα αποδείξεως. Στην απόφαση του στην υπόθεση Craeynest και Vandewalle ( 9 ), το Δικαστήριο έκρινε αναφορικά με τα πιστοποιητικά DD4 που αφορούν εμπορεύματα υποκείμενα σε γεωργικές εισφορές, ότι
« έχει σημασία... η χρησιμοποίηση του πιστοποιητικού DD4, ως ενιαίου αποδεικτικού μέσου, να είναι αυστηρώς όμοια σε όλα τα κράτη μέλη » ( 10 ),
και προσέθεσε ότι
« η απαίτηση αυτή δεν θα μπορούσε να ικανοποιηθεί αν η εθνικές διοικήσεις είχαν τη δυνατότητα προσφυγής σε άλλα αποδεικτικά μέσα» ( 11 ),
πριν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι
« οι εισαγωγείς εμπορευμάτων προερχομένων από άλλο κράτος μέλος δεν μπορούν να επικαλεστούν τις ευεργετικές διατάξεις του ενδοκοινοτικού συστήματος παρά μόνο για τα προϊόντα που αναφέρονται στο εν λόγω πιστοποιητικό » ( 12 ).
8.
Στην απόφαση Γαλλία κατά Επιτροπής ( 13 ), που αφορούσε τα παραστατικά που προβλέπει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2315/69 της Επιτροπής, της 19ης Νοεμβρίου 1969, ο οποίος έχει αντικατασταθεί με τον κανονισμό 223/77 — επρόκειτο κατά κάποιο τρόπο για τους προδρόμους του παραστατικού ελέγχου Τ5 — το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι
«η σχετική κοινοτική κανονιστική ρύθμιση δεν παρέχει στις εθνικές αρχές καμία δυνατότητα αποδοχής μέσων αποδείξεως για την υποβολή σε έλεγχο σε χώρα προορισμού διαφορετικών από την τυπική απόδειξη που συνιστά το αντίγραφο ελέγχου του παραστα-στικού διαμετακομίσεως ... » ( 14 ).
9.
Σε ό,τι αφορά το παραστατικό Τ5, στην απόφαση Denkavit, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι
« επειδή στόχος της ρύθμισης αυτής είναι να αποκλεισθεί η δυνατότητα διπλής καταβολής της ενίσχυσης ή επιστροφής του εμπορεύματος στο σύνηθες εμπορικό κύκλωμα και να αποφευχθούν επομένως ενδεχόμενες απάτες, επιβάλλεται η αυστηρή τήρηση των διατυπώσεων αποδείξεως τόσο ως προς τις εξαγωγές όσο και ως προς τις παραδόσεις στο εσωτερικό της χώρας » ( 15 ).
10.
Αντιπαραβαλλόμενο με το σκεπτικό της Διατάξεως παραπομπής το προδικαστικό ερώτημα, όπως έχει διατυπωθεί, φαίνεται να θέτει το ερώτημα ενδεχόμενης ακυρότητας των κανονισμών 222/77 και 223/77 σε σχέση με το άρθρο 9, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ. Το κύριο επιχείρημα που διατυπώνεται στη Διάταξη παραπομπής είναι ότι η έλλειψη παραστατικών διαμετακομίσεως του τύπου αυτών που προβλέπουν οι εν λόγω κανονισμοί θα είχε ως συνέπεια την επιβολή δασμών, παρά τον βέβαιο κοινοτικό χαρακτήρα των εμπορευμάτων.
11.
Δεν νομίζω ότι το επιχείρημα αυτό είναι βάσιμο. Πράγματι, υποχρεώσεις αυτής της φύσεως επιβάλλονται για την προάσπιση των σκοπών, τη σημασία των οποίων έχει υπογραμμίσει το Δικαστήριο, την άρση, δηλαδή, των εμποδίων στο μεταξύ των κρατών μελών εμπόριο μέσω της ενοποιήσεως των διαδικασιών ( 16 ), την ανάγκη υποβολής όλων των επιχειρηματιών της Κοινότητας στους ίδιους κανόνες αποδείξεως και τη διασφάλιση της αποτελεσματικής αντιμετωπίσεως της φοροδιαφυγής στον τομέα αυτό. Νομίζω ότι οι διατάξεις των κανονισμών 222/77 και 223/77 δεν επιβάλλουν υποχρεώσεις δυσανάλογες προς εκείνο που είναι απολύτως αναγκαίο για την επίτευξη των σκοπών αυτών. Το άρθρο 9 του κανονισμού παρέχει, εξάλλου, τη δυνατότητα στους ενδιαφερομένους, γεγονός που θεωρώ θεμελιώδους σημασίας, να ζητούν εκ των υστέρων, επικαλούμενοι οιονδήποτε βάσιμο λόγο, τα παραστατικά της εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αναχωρήσεως. Ανάλογη διάταξη προβλέπεται στο άρθρο 71, παράγραφος 3, του κανονισμού 223/77 ως προς το παραστατικό T2L. Κατά συνέπεια, η μη υποβολή παραστατικών εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως κατά τη μεταφορά εμπορευμάτων δεν συνεπάγεται, κατά σύστημα, την επιβολή δασμών, καθόσον η απόδειξη της κοινοτικής τους καταγωγής μπορεί, χωρίς δυσχέρειες, να προσκομισθεί εκ των υστέρων. Κατά συνέπεια, μπορεί εύκολα να αποφευχθεί η είσπραξη δασμών για εμπορεύματα κοινοτικής καταγωγής.
12.
Προτείνω, κατά συνέπεια, στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι:
« Το άρθρο 9, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ έχει την έννοια ότι δεν αποκλείει την απόδειξη του κοινοτικού χαρακτήρα των εμπορευμάτων αποκλειστικώς και μόνο με την προσκόμιση των παραστατικών εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως που προβλέπει το άρθρο 39 του κανονισμού (ΕΟΚ) 222/77 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί κοινοτικής διαμετακομίσεως, ή των παραστατικών που προβλέπουν τα άρθρα 69 και 70 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 223/77 της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1976, περί των διατάξεων εφαρμογής, ως και των μέτρων απλουστεύσεως του καθεστώτος κοινοτικής διαμετακομίσεως. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 222/77 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί κοινοτικής διαμετακομίσεως ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/003, σ. 3 ).
( 2 ) 'ΑρΟρο 1, παράγραφος Ι.
( 3 ) Άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο α ).
( 4 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 5 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 223/77 της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1976, περί των διατάξεων εφαρμογής, ως και των μέτρων απλουστεύσεως του καθεστώτος κοινοτικής διαμετακομίσεως ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/012, σ. 27 ), τον οποίο αντικατέστησε ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1062/87 της Επιτροπής, της 27ης Μαρτίου 1987, για τις διατάξεις εφαρμογής και τα μέτρα απλούστευσης του καθεστώτος κοινοτικής διαμετακόμισης, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1988 ( ΕΕ L 107, σ. 1 )· τα άρθρα 83 και 84, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού προβλέπουν διατάξεις όμοιες εκείνων των άρθρων 70 και 71, παράγραφος 3, του κανονισμού 223/77.
( 6 ) Άρθρο 70.
( 7 ) Άρθρο 71, παράγραφος 3.
( 8 ) Άρθρο 10.
( 9 ) Απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1970 ( 12/70, Rec. 1970, σ.905).
( 10 ) Σκέψη 7.
( 11 ) Σκέψη 8.
( 12 ) Σκέψη 12.
( 13 ) Απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1979 ( 15/76 και 16/76, Rec. 1979, σ. 321 ).
( 14 ) Σκέψη 14.
( 15 ) Απόφαση της 17ης Μαΐου 1984, σκέψη 29 ( 15/83, Συλλογή 1984, σ. 2171 ).
( 16 ) Η προαναφερθείσα απόφαση 12/70, σκέψη 5.
Full & Egal Universal Law Academy