Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Το College van Beroep υπέβαλε στο Δικαστήριο τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 64/427/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 7ης Ιουλίου 1964 (1) (εφεξής: η οδηγία).
2. Τα πραγματικά περιστατικά μπορούν να συνοψισθούν ως εξής. Ο van de Bijl, προσφεύγων της κύριας δίκης, ολλανδός υπήκοος, εργάσθηκε στις Κάτω Χώρες ως μισθωτός σε διάφορες επιχειρήσεις ελαιοχρωματισμού μέχρι την 31η Αυγούστου 1980. Τον Ιούνιο 1976 πήρε δίπλωμα υποψήφιου βοηθού ελαιοχρωματιστή και τον Οκτώβριο 1980 δίπλωμα βοηθού ελαιοχρωματιστή. Αυτά τα δύο διπλώματα δεν αναγνωρίζονται στις Κάτω Χώρες ως αποδεικτικά στοιχεία της επαγγελματικής καταρτίσεως που απαιτείται για την άσκηση του ελεύθερου επαγγέλματος του ελαιοχρωματιστή. Τον Οκτώβριο 1980 ο προσφεύγων της κύριας δίκης άρχισε να εργάζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο ως "painter and decorator" (ελαιοχρωματιστής και διακοσμητής). Από τις 29 Δεκεμβρίου 1981 ως τις 20 Φεβρουαρίου 1982 καθώς και από την 1η Μαρτίου ως τις 2 Σεπτεμβρίου 1983 εργάσθηκε και πάλι ως μισθωτός στις Κάτω Χώρες.
3. Στις 14 Μαρτίου 1984 ο van de Bijl ζήτησε την εγγραφή στο Company Registration Office (μητρώο εταιριών) του Cardiff, στο Ηνωμένο Βασίλειο, μιας εταιρίας υπό την επωνυμία "C. C. van de Bijl (UK) Limited". Στις 14 Δεκεμβρίου 1984 ζήτησε την εγγραφή στο εμπορικό και βιομηχανικό μητρώο του Ζaanland, στις Κάτω Χώρες, ενός υποκαταστήματος της C. C. van de Bijl (UK) Limited, δηλώνοντας ότι η επιχείρηση είχε ιδρυθεί στις 26 Οκτωβρίου 1980 το δε ολλανδικό της γραφείο την 1η Απριλίου 1984. Προηγουμένως, είχε ζητήσει από το Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο των Κάτω Χωρών να αρθεί στην περίπτωσή του και σε σχέση με το υποκατάστημα αυτό η απαγόρευση ασκήσεως του επαγγέλματος του ελαιοχρωματιστή χωρίς άδεια του εμπορικού και βιομηχανικού επιμελητηρίου. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 1983, επικυρώθηκε δε με απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου του ιδίου έτους. Το Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο όμως διαβίβασε την αίτηση στον Υφυπουργό Εθνικής Οικονομίας ως προς τα σημεία που έχουν σχέση με την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου.
4. Πράγματι, ο προσφεύγων της κύριας δίκης είχε επικαλεσθεί το άρθρο 15, παράγραφος 1, στοιχείο γ), του ολλανδικού νόμου περί εγκαταστάσεως των επιχειρήσεων του 1954 (εφεξής: νόμος του 1954), που παρέχει στον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας τη δυνατότητα να επιτρέψει την άσκηση ορισμένου επαγγέλματος χωρίς άδεια του εμπορικού και βιομηχανικού επιμελητηρίου, όταν οι διατάξεις μιας οδηγίας του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων περί της εγκαταστάσεως των φυσικών προσώπων και εταιριών ή της παροχής υπηρεσιών επιτρέπουν εξαιρέσεις.
5. Στις 20 Μαρτίου 1985 ο van de Bijl έλαβε βεβαίωση του Department of Trade and Industry του Ηνωμένου Βασιλείου που βεβαίωνε ότι είχε ασκήσει τη δραστηριότητα του ελαιοχρωματιστή ως ελεύθερος επαγγελματίας συνολικά για τέσσερα έτη και πέντε μήνες, ότι είχε παρακολουθήσει προηγουμένως μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως που θεωρούνται από έναν αρμόδιο επαγγελματικό οργανισμό ως ανταποκρινόμενα στα κριτήριά του και ότι ως εκ τούτου πληρούσε τις προϋποθέσεις που προβλέπει η οδηγία. Η βεβαίωση βασιζόταν στο γεγονός ότι ο van de Bijl διηύθυνε την εταιρία C. C. van de Bijl (UK) Limited από τον Οκτώβριο του 1980 και ότι προηγουμένως είχε λάβει, μέσα σε διάστημα πέντε ετών και ένδεκα μηνών, τα ολλανδικά διπλώματα του υποψήφιου βοηθού ελαιοχρωματιστή και του βοηθού ελαιοχρωματιστή.
6. Ο Υφυπουργός Εθνικής Οικονομίας των Κάτω Χωρών απέρριψε την αίτηση του van de Bijl, θέτοντας υπό αμφισβήτηση το κύρος της βεβαιώσεως που είχε χορηγήσει το Department of Trade and Industry με την αιτιολογία ότι, κατά την περίοδο ασκήσεως πραγματικής επαγγελματικής δραστηριότητας την οποία είχαν λάβει υπόψη οι βρετανικές αρχές, ο ενδιαφερόμενος είχε ασκήσει δύο φορές μισθωτή δραστηριότητα στις Κάτω Χώρες και ότι η προηγούμενη περίοδος επαγγελματικής εκπαιδεύσεως που αναφέρεται στο πιστοποιητικό είχε πραγματοποιηθεί στις Κάτω Χώρες, όπου δεν θεωρείται επαρκής.
7. Το ολλανδικό δικαστήριο, ενώπιον του οποίου οδηγήθηκε η διαφορά, υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ερωτήματα που αφορούν, αφενός, το κύρος των πιστοποιητικών που χορηγούνται κατ' εφαρμογή της οδηγίας και, αφετέρου, την ερμηνεία που αρμόζει στο άρθρο 3 της οδηγίας.
8. Η οδηγία θεσπίζει μεταβατικά μέτρα με σκοπό τη διευκόλυνση της υλοποιήσεως της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών σε ορισμένα ελευθέρια επαγγέλματα του τομέα της βιομηχανίας και της βιοτεχνίας.
9. Το άρθρο 3 της οδηγίας, προκειμένου να επιλύσει τις δυσκολίες που ανακύπτουν από το γεγονός ότι σε ορισμένα κράτη είναι ελεύθερη η πρόσβαση σε ορισμένα επαγγέλματα και η άσκησή τους, ενώ σε άλλα κράτη απαιτείται κατοχή ενός τίτλου επαγγελματικής εκπαιδεύσεως για να υπάρχει δυνατότητα ασκήσεως των επαγγελμάτων αυτών, ορίζει ότι το κράτος μέλος που εξαρτά την πρόσβαση σε μία από τις δραστηριότητες αυτές από την κατοχή συγκεκριμένων γνώσεων και ικανοτήτων αναγνωρίζει ως επαρκή απόδειξη των γνώσεων και ικανοτήτων αυτών την πραγματική άσκηση της εν λόγω δραστηριότητας σε άλλο κράτος μέλος για τη δεδομένη περίοδο. Κατά συνέπεια αν η αρμόδια αρχή του κράτους της προελεύσεως χορηγήσει πιστοποιητικό επαγγελματικής δραστηριότητας, το κράτος υποδοχής χορηγεί άδεια ασκήσεώς της.
10. Το σύστημα που θέσπισε η οδηγία αυτή δεν έδωσε αφορμή για μεγάλη σειρά αντιδικιών ενώπιον του Δικαστηρίου, εφόσον, εκτός από την παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο ασχολήθηκε μέχρι σήμερα μία μόνο φορά με την ερμηνεία του κειμένου αυτού. Πράγματι, στην απόφαση Κnoors, το Δικαστήριο έκρινε ότι η οδηγία είναι ευεργετική για όλους τους υπηκόους της Κοινότητας, συμπεριλαμβανομένων των προσώπων που έχουν την υπηκοότητα του κράτους μέλους υποδοχής. Το Δικαστήριο ωστόσο διατύπωσε μία επιφύλαξη αναφέροντας ότι
"δεν μπορεί πάντως να αγνοηθεί το έννομο συμφέρον ενός κράτους μέλους να εμποδίσει την προσπάθεια ορισμένων από τους υπηκόους του να αποφύγουν την υπαγωγή τους στην εθνική τους νομοθεσία περί επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, καταχρώμενοι ευκολίες που δημιουργούνται δυνάμει της Συνθήκης" (2).
11. Η παρούσα υπόθεση ίσως να μην είναι άσχετη με το ανωτέρω παρεμπιπτόντως λεχθέν.
12. Ας εξετάσουμε διαδοχικά τα τέσσερα ερωτήματα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο.
13. Νομίζω ότι για να δοθεί απάντηση στο πρώτο ερώτημα πρέπει να γίνουν ορισμένες διακρίσεις. Πράγματι, το πιστοποιητικό που προέρχεται από την αρμόδια αρχή του κράτους προελεύσεως είναι, κατά κάποιο τρόπο, ο κεντρικός άξονας του συστήματος που καθιερώνει η οδηγία. Ακριβώς αυτό το πιστοποιητικό, που συντάσσεται ανάλογα με την περιγραφή του επαγγέλματος που γνωστοποιείται από το κράτος υποδοχής, είναι αυτό που επιτρέπει να εξασφαλισθεί η ελευθερία εγκαταστάσεως και η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στα κράτη μέλη που απαιτούν ορισμένη γνώση και κατάρτιση.
14. Αν αναγνωρισθεί στο κράτος υποδοχής ευρεία εξουσία ελέγχου της ακρίβειας αυτού του πιστοποιητικού, αυτό θα μπορούσε να καταστήσει ανενεργό το μηχανισμό της οδηγίας. Αντίστροφα, δεν νομίζω πως θα ήταν δυνατό να αρνηθεί κανείς κάθε εξουσία στο κράτος αυτό. Πράγματι, το ίδιο το άρθρο 4, παράγραφος 3, της οδηγίας αναγνωρίζει τη δυνατότητα στο κράτος αυτό να εξακριβώνει αν "η δραστηριότητα που πιστοποιείται συμφωνεί κατά τα κύρια σημεία με την περιγραφή του επαγγέλματος" που έχει προηγουμένως γνωστοποιήσει.
15. Πρέπει σχετικά να θεσπισθεί μία κατανομή μεταξύ του ελέγχου που διεξάγει το κράτος της προελεύσεως όταν χορηγεί το πιστοποιητικό και του ελέγχου που ασκεί το κράτος υποδοχής όταν, βάσει του ανωτέρω πιστοποιητικού, επιτρέπει την άσκηση του οικείου επαγγέλματος, ώστε ο έλεγχος των δύο αυτών κρατών να μην έχει το ίδιο αντικείμενο. Η κατανομή μεταξύ των δύο αυτών εξακριβώσεων πρέπει να γίνει υπό το φως της γενικής αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Αυτό που θα έχει ελεγχθεί από την αρμόδια αρχή του κράτους της προελεύσεως, δηλαδή, για παράδειγμα, η φύση της επαγγελματικής δραστηριότητας, το αν η προηγούμενη κατάρτιση προσφέρεται για την άσκηση της δραστηριότητας αυτής, δεν πρέπει να εξετάζεται από την αρμόδια αρχή του κράτους υποδοχής. Αντίθετα, η λογική επιβάλλει ότι, σε περίπτωση πραγματικού σφάλματος ή εγγενούς ελαττώματος του πιστοποιητικού, το κράτος μέλος υποδοχής θα μπορεί να θεωρήσει ότι το έγγραφο δεν πληροί τις απαιτήσεις της οδηγίας. Οπως τονίζει η Επιτροπή, η σύστασή της 65/76/ΕΟΚ, της 12ης Ιανουαρίου 1965 (3), δέχεται σιωπηρά τη δυνατότητα ενός τέτοιου ελέγχου, δεδομένου ότι συνιστά τη χρήση όμοιων εντύπων για "να διευκολυνθεί η εργασία των αρμόδιων αρχών και οργανισμών που είναι επιφορτισμένοι με την εξέταση των πιστοποιητικών που προέρχονται από διαφορετικές χώρες και για να αποφεύγονται λάθη".
16. Νομίζω όμως ότι πρέπει να επιμείνω στη φύση του ελέγχου αυτού, ο οποίος κατ' ανάγκη πρέπει, ας το επαναλάβω, να περιορίζεται στο πραγματικό σφάλμα ή το εγγενές ελάττωμα, δηλαδή σε κάποιο προφανές σφάλμα του πιστοποιητικού που διαπιστώνεται με την πρώτη εξέταση, χωρίς να χρειάζεται η αρμόδια αρχή να ζητήσει συμπληρωματικές αποδείξεις ή να πραγματοποιήσει η ίδια έρευνες, πράγμα που η κοινοτική ρύθμιση έχει σκοπό να εξαλείψει. Αν μεταθέταμε τη συζήτηση στο πεδίο της αποδείξεως, θα λέγαμε ότι ισχύει αμάχητο τεκμήριο ως προς το περιεχόμενο του πιστοποιητικού, εκτός αν κατά την ανάγνωσή του προκύψει πραγματικό σφάλμα, για παράδειγμα τυπογραφικό λάθος, ή εγγενές ελάττωμα, όπως σφάλμα ως προς τον υπολογισμό των ετών καταρτίσεως ή επαγγελματικής δραστηριότητας. Δεν μπορεί να γίνει δεκτό, αντίθετα, ότι το πιστοποιητικό ισχύει μέχρις αποδείξεως του εναντίου, επειδή αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει τις εθνικές αρχές στο να αναζητούν την ύπαρξη ενδεχομένως στοιχείων που αντικρούουν τα στοιχεία του πιστοποιητικού, ζητώντας π.χ. πληροφορίες από τις δημόσιες αρχές ενός άλλου κράτους μέλους, πράγμα που αντίκειται τελείως στην αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Ούτε θα μπορούσε να γίνει έλεγχος, με την επιφύλαξη των προαναφερθεισών διατάξεων του άρθρου 4, παράγραφος 3, της οδηγίας, της φύσεως της επαγγελματικής δραστηριότητας, εφόσον ο έλεγχος αυτός πραγματοποιήθηκε ήδη στο κράτος της προελεύσεως με τη σύγκριση που έγινε μεταξύ των κύριων σημείων της περιγραφής του επαγγέλματος και των στοιχείων που υπέβαλε αυτός που ζήτησε τη χορήγηση του πιστοποιητικού.
17. Παράλληλα με αυτό τον αυστηρά τυπικό έλεγχο, νομίζω ότι υπάρχει άλλη μία περίπτωση στην οποία η "αμάχητη" ισχύς του πιστοποιητικού μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση. Είναι η περίπτωση της απάτης, στην οποία ισχύει η γενική αρχή "fraus omnia corrumpit". Μπορεί, πράγματι, να γίνει δεκτό ότι το κράτος υποδοχής που έχει στη διάθεσή του, χωρίς να τα έχει αναζητήσει, ορισμένα στοιχεία, που αποδεικνύουν ότι η αρμόδια αρχή του κράτους της προελεύσεως εξαπατήθηκε κατά την έκδοση του πιστοποιητικού, δεν μπορεί να αντιτάξει την απάτη αυτή και είναι υποχρεωμένο να επιτρέψει στην περίπτωση αυτή την άσκηση του οικείου επαγγέλματος; Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου προτείνει ότι, στην περίπτωση αυτή, η αρμόδια αρχή του κράτους υποδοχής πρέπει να απευθύνεται στην αρχή του κράτους της προελεύσεως προκειμένου να της ζητήσει να ανακαλέσει το πιστοποιητικό. Η λύση αυτή δεν επιτρέπει να παταχθεί άμεσα η απάτη. Θεωρώ ότι, κατ' εφαρμογή της αρχής "η απάτη διαβρώνει τα πάντα", η αρμόδια αρχή του κράτους υποδοχής μπορεί στην περίπτωση αυτή να αρνηθεί να λάβει υπόψη το πιστοποιητικό που εκδόθηκε κατόπιν απάτης. Νομίζω ότι ο πολύ στενός ορισμός που δίνεται συνήθως στην έννοια της απάτης προφυλάσσει από τους κινδύνους που επεσήμανα ανωτέρω όσον αφορά την αποτελεσματικότητα του μηχανισμού της οδηγίας.
18. Αυτό με οδηγεί αμέσως στο δεύτερο και το τρίτο ερώτημα σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 3 της οδηγίας.
19. Το άρθρο αυτό ορίζει τις προϋποθέσεις για την ύπαρξη πραγματικής ασκήσεως της υπό κρίση δραστηριότητας, ώστε να θεραπεύεται η έλλειψη διπλωμάτων. Την προσοχή του Δικαστηρίου θα πρέπει να προσελκύσουν ιδιαίτερα οι περιπτώσεις β) και δ), τις οποίες αναφέρει ρητά ο δικαστής της ουσίας. Προβλέπουν ότι το κράτος μέλος υποδοχής αναγνωρίζει ως ικανοποιητική την πραγματική άσκηση της υπό κρίση δραστηριότητας για μια ορισμένη διάρκεια είτε υπό την ιδιότητα ανεξάρτητου επαγγελματία είτε υπό την ιδιότητα διευθυντικού στελέχους επιφορτισμένου με τη διαχείριση της επιχειρήσεως ή αρμόδιου για σημαντικό τεχνικό τομέα, όταν ο δικαιούχος μπορεί να αποδείξει για το εν λόγω επάγγελμα προηγούμενη τριετή τουλάχιστον εκπαίδευση, η οποία βεβαιώνεται με πιστοποιητικό αναγνωρισμένο από το κράτος ή που κρίνεται ως απολύτως ικανοποιητική από τον αρμόδιο επαγγελματικό οργανισμό.
20. Η δυσκολία έγκειται στην ερμηνεία της εκφράσεως "πιστοποιητικό αναγνωρισμένο από το κράτος". Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου θεωρεί ότι το οικείο κράτος είναι αναγκαστικά εκείνο στο οποίο ασκήθηκε η υπό κρίση επαγγελματική δραστηριότητα. Η άποψη αυτή βασίζεται στο γράμμα του άρθρου 3 της οδηγίας, η παράγραφος 1 του οποίου ορίζει ότι το κράτος μέλος υποδοχής πρέπει να λαμβάνει υπόψη την πραγματική άσκηση της εν λόγω δραστηριότητας σε ένα "άλλο" κράτος μέλος. Το Ηνωμένο Βασίλειο, συνδυάζοντας τη διάταξη αυτή με τις διατάξεις των στοιχείων β) και δ) του ίδιου άρθρου, συμπεραίνει ότι ο όρος που αφορά την προηγούμενη κατάρτιση "πρέπει να πληρούται στο ίδιο κράτος μέλος στο οποίο ο εργαζόμενος άσκησε τη δραστηριότητά του".
21. Η άποψη αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Το γράμμα του άρθρου 3 δεν τη στηρίζει καθόλου, ακόμη δε λιγότερο το πνεύμα του. Ας υποθέσουμε, πράγματι, παίρνοντας το παράδειγμα που έδωσε η Επιτροπή, ότι ο υπήκοος ενός κράτους μέλους Α αποκτά την κατάρτισή του σε ένα κράτος μέλος Β, εργάζεται ακολούθως σε ένα κράτος μέλος Γ, για να εγκατασταθεί τέλος σε ένα κράτος μέλος Δ. Θα έπρεπε να του απαγορεύσει κανείς να επικαλεσθεί την οδηγία; Κανείς βέβαια δεν θα μπορούσε να το υποστηρίξει σοβαρά. Αυτό που φαίνεται απαραίτητο είναι το κράτος όπου ασκήθηκε πραγματικά η δραστηριότητα - το κράτος Γ στο παράδειγμα που δόθηκε - να αναγνωρίσει, έστω αναγνωρίζοντας την ισοτιμία, ότι είναι έγκυρη η προηγούμενη κατάρτιση στο κράτος Β. Από τη στιγμή που πληρούνται οι άλλες προϋποθέσεις, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να επικαλεσθεί την οδηγία για να εγκατασταθεί στο κράτος μέλος της επιλογής του.
22. Πρέπει άραγε σ' αυτές τις προϋποθέσεις να συμπεριληφθεί και εκείνη που αποτελεί αντικείμενο του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος; Το δικαστήριο της ουσίας εκθέτει την έννοιά της στο σκεπτικό της αποφάσεως περί παραπομπής. Θεωρώντας ότι η κατάρτιση αποκτήθηκε σε άλλο κράτος μέλος από αυτό όπου ασκήθηκε πραγματικά η επαγγελματική δραστηριότητα, το δικαστήριο ερωτά αν η κατάρτιση αυτή επιτρέπει την πρόσβαση στην άσκηση της υπό κρίση δραστηριότητας όχι μόνο σ' αυτό το τελευταίο κράτος αλλά και στο κράτος μέλος όπου αποκτήθηκε.
23. Οπως αναγνωρίζει η ίδια η Επιτροπή, το γράμμα της οδηγίας δίνει την εντύπωση ότι μόνο το κράτος στο οποίο έγινε η εκπαίδευση μπορεί να της προσδώσει το κύρος που απαιτείται από την οδηγία, είτε αναγνωρίζοντας το σχετικό δίπλωμα είτε με την παρέμβαση ενός αρμόδιου επαγγελματικού οργανισμού που αποτιμά την αξία αυτής της εκπαιδεύσεως (4).
24. Νομίζω επ' αυτού ότι μόνο το κράτος στο οποίο έχει πραγματοποιηθεί η εκπαίδευση έχει τη δυνατότητα να κρίνει την επάρκεια αυτής της εκπαιδεύσεως και τη σοβαρότητα με την οποία έγινε η παρακολούθησή της και να αποφασίσει να αναγνωρίσει ή όχι το δίπλωμα που χορηγήθηκε στο τέλος της ή να αφήσει έναν αρμόδιο επαγγελματικό οργανισμό να κρίνει την αξία της. Πράγματι, και εδώ πρόκειται για αυστηρή εφαρμογή της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Με την επιφύλαξη της γενικής αναγνωρίσεως της ισοτιμίας, το κράτος που επιτρέπει την άσκηση ορισμένου επαγγέλματος ούτε μπορεί ούτε και υποχρεούται να εξακριβώσει αν η προγενέστερη κατάρτιση που αποκτήθηκε σε ένα άλλο κράτος μέλος είναι κατάλληλη για την άσκηση αυτού του επαγγέλματος. Ούτε και μπορεί να κρίνει αν η παρακολούθηση της σχετικής εκπαιδεύσεως έγινε με σοβαρότητα. Του αρκεί - αν μου επιτρέπετε την έκφραση - ότι η προηγηθείσα κατάρτιση έχει την "εγγύηση" του κράτους στο οποίο αποκτήθηκε. Κατά κάποιο τρόπο κάθε κράτος εξάγει, σε θέματα εκπαιδεύσεως, αυτό μόνο το οποίο αναγνωρίζει ως έγκυρο εντός των συνόρων του. Η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του κράτους υποδοχής θα κλονιζόταν ισχυρά, αν δεν ήταν βέβαιο ότι μπορεί να έχει πλήρη εμπιστοσύνη στην προηγούμενη κατάρτιση που αποκτήθηκε σε ένα άλλο κράτος μέλος, ελλείψει της ανωτέρω εγγυήσεως. Εξάλλου, το κράτος που παρέχει το ίδιο ή επιτρέπει την παροχή εκπαιδεύσεως από τρίτους πρέπει να είναι σε θέση να έχει εποπτεία όλων των συνεπειών και να αποφασίζει αν θα προσδώσει κύρος ή όχι στην εκπαίδευση αυτή, ανάλογα με τη σοβαρότητά της, την ποιότητα και την καταλληλότητά της, αναγνωρίζοντας ή όχι τα χορηγούμενα διπλώματα ή παρέχοντας το δικαίωμα αυτό σε έναν επαγγελματικό οργανισμό. Η απαίτηση αυτή είναι κατά κάποιο τρόπο το αντιστάθμισμα της ευχέρειας που υποστηρίζω ότι πρέπει να δοθεί στους διακινούμενους εργαζόμενους να καταρτίζονται σε άλλο κράτος μέλος από αυτό στο οποίο θα ασκήσουν τη δραστηριότητά τους.
25. Ετσι πρέπει να θεωρηθεί ότι το όλο σύστημα της οδηγίας βασίζεται στη γενική αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, μετριαζομένης από τη δυνατότητα να ασκείται περιορισμένος έλεγχος του πιστοποιητικού από το κράτος υποδοχής και την προϋπόθεση ότι ο υπήκοος της Κοινότητας, η ελευθερία κυκλοφορίας του οποίου διασφαλίζεται τόσο από άποψη επαγγελματικής δραστηριότητας όσο και από άποψη προηγούμενης καταρτίσεως, είναι κάτοχος της "εγγυήσεως" που αποδεικνύει ότι πληρούται μία από τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να υπάρχει ισοδυναμία με την κατοχή ενός τίτλου επαγγελματικής εκπαιδεύσεως.
26. Πώς, τέλος, ένα κράτος μέλος που δεν απαιτεί, για ορισμένο επάγγελμα, καμία προηγούμενη κατάρτιση μπορεί να εκτιμήσει το κύρος της καταρτίσεως που έχει αποκτηθεί σε άλλο κράτος; Σε ποιον επαγγελματικό οργανισμό, που δεν είναι βέβαιο ότι θα υπάρχει, θα μπορέσει να αναθέσει αυτό το ρόλο; Πρέπει να τονιστεί ο παράδοξος χαρακτήρας μιας τέτοιας καταστάσεως.
27. Κατά συνέπεια δεν μου φαίνεται λογικό να γίνει διάκριση μεταξύ του κράτους στο οποίο αποκτάται, άμεσα ή έμμεσα, η κατάρτιση και του κράτους που προσδίδει κύρος στην κατάρτιση αυτή με τη χορήγηση διπλώματος ή με την αναγνώριση από έναν εξουσιοδοτημένο επαγγελματικό οργανισμό. Θα συμπληρώσω ότι δεν φαίνεται να είναι αυτό το πνεύμα της οδηγίας. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κειμένου αυτού αναφέρει ότι η χώρα προελεύσεως πιστοποιεί τις επαγγελματικές δραστηριότητες που πραγματικά ασκήθηκαν. Δεν γεννάται καν ζήτημα πιστοποιήσεως της προηγούμενης καταρτίσεως.
28. Ως εκ τούτου προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο τρίτο ερώτημα την απάντηση ότι η προηγούμενη κατάρτιση που αναφέρεται στο άρθρο 3, στοιχεία β) και γ), της οδηγίας πρέπει να αποδεικνύεται με πιστοποιητικό αναγνωρισμένο από το κράτος στο οποίο έχει αποκτηθεί η κατάρτιση ή να έχει κριθεί ως απολύτως ικανοποιητική από έναν αρμόδιο επαγγελματικό οργανισμό του κράτους αυτού.
29. Το τέταρτο ερώτημα αφορά την ερμηνεία της έννοιας "συνεχή έτη" που αναφέρεται στο άρθρο 3 της οδηγίας. Ως "συνεχή έτη" νοείται η περίοδος που δεν διακόπτεται παρά μόνο λόγω ασθένειας ή διακοπών;
30. Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει προηγουμένως το Δικαστήριο να αποφασίσει αν θα δώσει ορισμό της έννοιας αυτής ή αν θεωρεί ότι εναπόκειται στους εθνικούς οργανισμούς και, κατά περίπτωση, στα εθνικά δικαστήρια να του προσδώσουν περιεχόμενο. Με άλλα λόγια, η έννοια αυτή εντάσσεται στο κοινοτικό ή στο εθνικό δίκαιο;
31. Παγίως το Δικαστήριο αποφαίνεται σε θέματα ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων ότι
"οι όροι ?εργαζόμενος' και ?αμειβόμενη δραστηριότητα' δεν μπορούν να προσδιορισθούν ανάλογα με τις νομοθεσίες των κρατών μελών, αλλά είναι έννοιες κοινοτικού δικαίου" (5).
32. Καθόσον ο όρος "συνεχή έτη" συνιστά μία από τις προϋποθέσεις που επιτρέπουν να εξασφαλισθεί η ελευθερία εγκαταστάσεως για πολυάριθμες βιομηχανικές και βιοτεχνικές δραστηριότητες, νομίζω ότι είναι αναγκαίο οι ερμηνείες που θα μπορούσαν να δοθούν στον όρο αυτό από τους διάφορους εθνικούς οργανισμούς να είναι ενιαίες. Για το λόγο αυτό προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στον επίμαχο όρο κοινοτική διάσταση.
33. Νομίζω ως προς το σημείο αυτό ότι θα ήταν λογικό ως συνεχή έτη να θεωρηθεί η περίοδος που δεν διακόπτεται παρά μόνο από γεγονότα της καθημερινής ζωής, κυρίως δε τις συνήθεις άδειες περιορισμένης διάρκειας λόγω διακοπών ή ασθένειας. Οι περίοδοι εξαρτημένης εργασίας σε ένα άλλο κράτος μέλος πρέπει να αφαιρούνται από τη συνολική διάρκεια της επαγγελματικής δραστηριότητας. Προτείνω επομένως να δοθεί αυτή η απάντηση στο τέταρτο ερώτημα.
34. Τελειώνοντας προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
"1) Η οδηγία 64/427/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1964, περί των λεπτομερειών εφαρμογής των μεταβατικών μέτρων στον τομέα των μη μισθωτών δραστηριοτήτων μεταποιήσεως που υπάγονται στις κλάσεις 23-40 ΔΤΤΒ (βιομηχανία και βιοτεχνία), έχει την έννοια ότι η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής υποχρεούται να επιτρέψει την άσκηση του οικείου επαγγέλματος στον υπήκοο άλλου κράτους μέλους που προσκομίζει πιστοποιητικό κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, εκτός αν το πιστοποιητικό αυτό περιέχει πραγματικό σφάλμα ή εγγενές ελάττωμα το οποίο δεν αφορά τη φύση της οικείας δραστηριότητας ή αν ο ενδιαφερόμενος απέκτησε το πιστοποιητικό αυτό με απάτη.
2) Το άρθρο 3 της ανωτέρω οδηγίας έχει την έννοια ότι η προηγούμενη κατάρτιση μπορεί να έχει αποκτηθεί σε άλλο κράτος μέλος από εκείνο στο οποίο ασκείται η επαγγελματική δραστηριότητα.
3) Το ίδιο άρθρο έχει την έννοια ότι η προηγούμενη κατάρτιση πρέπει να αποδεικνύεται με πιστοποιητικό αναγνωρισμένο από το κράτος όπου αποκτήθηκε ή να κρίνεται ως απολύτως ικανοποιητική από αρμόδιο επαγγελματικό οργανισμό του κράτους αυτού.
4) Ο όρος ?συνεχή έτη' που αναφέρει το άρθρο αυτό έχει την έννοια περιόδου που δεν διακόπτεται παρά μόνον από τα απρόοπτα της καθημερινής ζωής, όπως οι απουσίες λόγω σύντομης ασθένειας ή λόγω των συνήθων διακοπών."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
(1) Οδηγία περί των λεπτομερειών εφαρμογής των μεταβατικών μέτρων στον τομέα των μη μισθωτών δραστηριοτήτων μεταποιήσεως που υπάγονται στις κλάσεις 23-40 ΔΤΤΒ (βιομηχανία και βιοτεχνία) (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 38).
(2) Απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1979, 115/78, Rec. 1979, σ. 399, σκέψη 25.
(3) Σύσταση στα κράτη μέλη σχετικά με τα πιστοποιητικά που αφορούν την άσκηση επαγγέλματος στη χώρα προελεύσεως, που προβλέπονται από το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 64/427/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1964, περί των λεπτομερειών εφαρμογής των μεταβατικών μέτρων στον τομέα των μη μισθωτών δραστηριοτήτων μεταποιήσεως που υπάγονται στις κλάσεις 23-40 ΔΤΤΒ (βιομηχανία και βιοτεχνία) (JΟ 24 της 11.2.1965, σ. 410).
(4) Βλέπε υπόμνημα της Επιτροπής, σ. 13 στο γαλλικό κείμενο.
(5) Απόφαση της 23ης Μαρτίου 1982, Levin κατά Staatssecretaris van Justitie, 53/81, Συλλογή 1982, σ. 1035? βλέπε επίσης απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985, Foreningen af Arbeijdsledere i Danmark κατά Dannols Inventor, 105/84, Συλλογή 1985, σ. 2639, και απόφαση της 3ης Ιουλίου 1986, Lawrie-Blum, 66/85, Συλλογή 1986, σ. 2121, σκέψη 16.
Full & Egal Universal Law Academy