Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Το Landgericht της Κολωνίας υπέβαλε δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 76/768/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1976, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στα καλλυντικά προϊόντα (στο εξής: οδηγία 76/768) (1).
2. Τα πραγματικά περιστατικά έχουν ως εξής. Η ιταλική εταιρία Provide παρήγγειλε στη γερμανική εταιρία Firma Eau de Cologne & Parfuemerie-Fabrik (στο εξής: γερμανική επιχείρηση) καλλυντικά προϊόντα με βάση τις βιταμίνες Α και D Panthenol. Η γερμανική επιχείρηση παρέσχε την εγγύηση ότι το εμπόρευμα είναι σύμφωνο προς τους ισχύοντες στην Ιταλία νόμους και μπορεί ελεύθερα να κυκλοφορήσει στο εμπόριο στη χώρα αυτή. Η εταιρία Provide αρνήθηκε να παραλάβει τα παραγγελθέντα προϊόντα, διότι αυτά δεν μπορούσαν να διατεθούν στο εμπόριο στην ιταλική αγορά. Πράγματι, στη συσκευασία και τις οδηγίες χρήσεως των προϊόντων αυτών αναφερόταν ότι περιείχαν βιταμίνες και ιδίως τη βιταμίνη D. Panthenol χωρίς, όμως, να αναφέρουν την ποσότητα. Εξάλλου, δεν ανέφεραν τον ιταλό εισαγωγέα. 'Οπως, όμως, ορίζει ο ιταλικός νόμος 713 της 11ης Οκτωβρίου 1986 (2) (στο εξής: ιταλικός νόμος), στο άρθρο 8, παράγραφος 1, αυτού, "οι συσκευασίες, τα δοχεία και οι επισημάνσεις των καλλυντικών προϊόντων ... πρέπει να αναφέρουν" ιδίως "το όνομα ή την εταιρική επωνυμία και την καταστατική έδρα του παρασκευαστή ή του υπεύθυνου για την κυκλοφορία του καλλυντικού αυτού προϊόντος στην αγορά" καθώς και "ένδειξη των ποιοτικών και ποσοτικών στοιχείων των ουσιών που αναφέρονται στη συσκευασία, στη διαφήμιση ή στην ονομασία του προϊόντος, εκτός των ουσιών που χρησιμοποιούνται για τον αρωματισμό του προϊόντος και τα αλκοολούχα αρώματα".
3. Ενώπιον του Landgericht της Κολωνίας το οποίο επελήφθη της διαφοράς βάσει ρήτρας δικαιοδοσίας που περιεχόταν στη σύμβαση που είχαν συνάψει οι εν λόγω εταιρίες, η γερμανική επιχείρηση ισχυρίστηκε ότι οι διατάξεις του προαναφερθέντος ιταλικού νόμου είναι αντίθετες προς τις διατάξεις της οδηγίας 76/768.
4. Το Landgericht υπέβαλε δύο προδικαστικά ερωτήματα με τα οποία ζητείται, κατ' ουσία, αφενός μεν, να καθορισθεί ποιες είναι οι υποχρεώσεις που μπορούν να επιβάλουν τα κράτη μέλη στον τομέα της επισημάνσεως των καλλυντικών προϊόντων ώστε να εκπληρωθούν οι σκοποί της οδηγίας 76/768, αφετέρου δε, να ερμηνευθεί η εν λόγω οδηγία, ειδικότερα ως προς τις διατάξεις εκείνες που αφορούν τις ενδείξεις προελεύσεως των καλλυντικών προϊόντων και οι οποίες, πρέπει ή δεν πρέπει, να αναφέρονται στη συσκευασία τους.
5. Ας μου επιτραπεί παρευθύς να σημειώσω, για να μην επανέλθω στο θέμα αυτό, ότι το Δικαστήριο δεν έχει κανένα λόγο να ακολουθήσει στην υπόθεση αυτή την τακτική που ακολούθησε στην υπόθεση 244/80 (3). Πράγματι, βάσει των προσβαλλομένων διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας η εταιρία Provide αρνήθηκε να παραλάβει το εμπόρευμα που είχε παραγγείλει και κατά συνέπεια η αντισυμβαλλόμενή της εταιρία άσκησε αγωγή, ενώπιον του δικαστηρίου που οριζόταν στη σύμβαση, ζητώντας εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων. Το Δικαστήριο σε μία παρόμοια υπόθεση, στο πλαίσιο της οποίας το Landgericht του Αμβούργου είχε υποβάλει προδικαστικό ερώτημα σχετικό με το βελγικό νόμο περί εμπορίας της μαργαρίνης, έκρινε ότι από τη δικογραφία δεν προέκυπταν στοιχεία βάσει των οποίων θα μπορούσε να αμφισβητηθεί ο πραγματικός χαρακτήρας της διαφοράς (4).
6. Νομίζω, αντιθέτως, ότι πρέπει να αναδιατυπωθούν τα ερωτήματα που υποβλήθηκαν, καθόσον κατά πάγια νομολογία που έχει ιδίως επιβεβαιωθεί με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Pretore di Salo, το Δικαστήριο,
"στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν έχει την αρμοδιότητα να αποφαίνεται επί του ασυμβιβάστου εθνικής κανονιστικής διατάξεως με το κοινοτικό δίκαιο" (5).
7. Ωστόσο, όπως έχει επανειλημμένα τονισθεί, το Δικαστήριο
"μπορεί να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο κριτήρια ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου που θα του επιτρέψουν να επιλύσει τη διαφορά της οποίας επελήφθη" (6).
8. Θα εξετάσω διαδοχικά τα δύο υποβληθέντα ερωτήματα.
9. Το πρώτο ερώτημα αφορά το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο δ), του ιταλικού νόμου το οποίο επιβάλλει την υποχρέωση να υπάρχουν "ενδείξεις σχετικές με τα ποσοτικά και ποιοτικά στοιχεία των ουσιών που αναφέρονται στη συσκευασία, στη διαφήμιση ή στην ονομασία του προϊόντος". Η διάταξη αυτή, κατά την ιταλική κυβέρνηση (7), είναι σύμφωνη προς το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 76/768, η οποία επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να λάβουν "κάθε πρόσφορο μέτρο ώστε στην επισήμανση, την προσφορά προς πώληση και στη διαφήμιση των καλλυντικών προϊόντων το κείμενο, οι ονομασίες, τα σήματα, οι εικόνες ή τα άλλα σύμβολα παραστατικά ή μη, να μη χρησιμοποιούνται για να αποδώσουν σε αυτά τα προϊόντα χαρακτηριστικά τα οποία δεν έχουν". Το άρθρο 6, παράγραφος 1, απαριθμεί ακριβώς τις ενδείξεις που πρέπει να φέρουν οι συσκευασίες, τα δοχεία ή οι επισημάνσεις των εν λόγω προϊόντων. Μεταξύ των ενδείξεων αυτών δεν περιλαμβάνεται ένδειξη σχετική με τα ποιοτικά στοιχεία των ουσιών που αναφέρονται στις επισημάνσεις. Εξάλλου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 1, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να απαγορεύσουν ή να περιορίσουν την κυκλοφορία στην αγορά προϊόντων που ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της οδηγίας 76/768. Το άρθρο αυτό στην παράγραφο 2, προβλέπει μία μόνον εξαίρεση, καθόσον ορίζει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλουν την υποχρέωση ορισμένες από τις ενδείξεις που είναι υποχρεωτικές κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, να είναι διατυπωμένες στην ή στις εθνικές ή επίσημες γλώσσες του κράτους αυτού.
10. Η γερμανική επιχείρηση ισχυρίζεται ότι ο ιταλικός νόμος αντίκειται τόσο προς το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας όσο και προς το άρθρο 30 της Συνθήκης, για το λόγο κυρίως ότι, αφενός μεν, η υποχρέωση αναφοράς ποσοτικών στοιχείων σχετικών με τις αναφερόμενες ουσίες συνιστά εμπόδιο στην εμπορία του εν λόγω προϊόντος, καθόσον συνεπάγεται στεγανοποίηση των αγορών, αφετέρου δε, η επιτακτική ανάγκη προστασίας του καταναλωτή θα μπορούσε να διασφαλισθεί με μέτρο γενικής απαγορεύσεως κάθε επισημάνσεως, παρουσιάσεως ή διαφημίσεως που θα μπορούσε να είναι παραπλανητική. Συνεπώς, η ιταλική νομοθετική διάταξη είναι ασυμβίβαστη με το κοινοτικό δίκαιο καθόσον παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.
11. Μόνο στην περίπτωση που η οδηγία 76/768 θα είχε προβεί σε μερική μόνο εναρμόνιση των κανόνων των σχετικών με τη συσκευασία και την επισήμανση των καλλυντικών προϊόντων τα κράτη μέλη θα είχαν ακόμα την εξουσία να λαμβάνουν μέτρα προκειμένου να ικανοποιήσουν επιτακτικές ανάγκες ή για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 36 της Συνθήκης. Το Δικαστήριο έχει, πράγματι, επανειλημμένως τονίσει ότι,
"όταν, κατ' εφαρμογή του άρθρου 100 της Συνθήκης, κοινοτικές οδηγίες προβλέπουν εναρμόνιση των μέτρων που απαιτούνται προκειμένου να διασφαλισθεί η προστασία της υγείας των ζώων και των προσώπων και θεσπίζουν κοινοτικές διαδικασίες ελέγχου της τηρήσεως των εν λόγω διατάξεων, δεν δικαιολογείται πλέον προσφυγή στο άρθρο 36 οι δε αναγκαίοι έλεγχοι και τα λαμβανόμενα μέτρα προστασίας πρέπει να λαμβάνονται εντός του πλαισίου που χάραξε η οδηγία εναρμονίσεως" (8).
12. Πρέπει, συνεπώς, να εξετασθεί αν από την όλη οικονομία και τις ειδικές διατάξεις της οδηγίας 76/768 συνάγεται ότι η οδηγία αυτή έχει προβεί σε πλήρη εναρμόνιση των κανόνων των σχετικών με τη συσκευασία και την επισήμανση των καλλυντικών προϊόντων.
13. Από την ανάγνωση των αιτιολογικών σκέψεων της εν λόγω οδηγίας νομίζω ότι συνάγεται απάντηση καταφατική. Πράγματι, αφού αναφέρει, στην πρώτη αιτιολογική σκέψη, ότι "οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ισχύουν στα κράτη μέλη ... καθορίζουν κανόνες για την επισήμανση και τη συσκευασία των προϊόντων", και στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη, ότι "οι διαφορές μεταξύ των νομοθεσιών αυτών υποχρεώνουν τις κοινοτικές επιχειρήσεις να διαφοροποιούν την παραγωγή τους, αναλόγως του κράτους μέλους προορισμού", ο κοινοτικός νομοθέτης καταλήγει στη διαπίστωση, στην τέταρτη αιτιολογική σκέψη, "ότι πρέπει να καθοριστούν σε κοινοτικό επίπεδο οι κανόνες που πρέπει να τηρούνται σχετικά με την επισήμανση και τη συσκευασία των καλλυντικών προϊόντων". Βάσει αυτών των σκέψεων ο κοινοτικός νομοθέτης θέσπισε την κυριότερη διάταξη της οδηγίας, δηλαδή το άρθρο 7, παράγραφος 1, το οποίο απαγορεύει στο εξής στα κράτη μέλη να περιορίζουν ή να απαγορεύουν την κυκλοφορία στην αγορά καλλυντικών προϊόντων τα οποία ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της οδηγίας. Νομίζω ότι η διάταξη αυτή αποδεικνύει ότι η εναρμόνιση που πραγματοποιήθηκε είναι πλήρης. Εξάλλου, το άρθρο 12 της οδηγίας παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να απαγορεύουν, προσωρινώς, την εμπορία στο έδαφός τους καλλυντικών προϊόντων τα οποία, καίτοι σύμφωνα προς τις διατάξεις της οδηγίας, παρουσιάζουν κίνδυνο για την υγεία. Η Επιτροπή έχει, στην περίπτωση αυτή, τη δυνατότητα να προσφύγει στην επιτροπή για την προσαρμογή των οδηγιών στην τεχνική πρόοδο που σκοπός της είναι η άρση των τεχνικών κωλυμάτων στον τομέα της εμπορίας των καλλυντικών προϊόντων, κατ' εφαρμογή των άρθρων 9, 10 και 12 της οδηγίας και να προτείνει τεχνικές προσαρμογές. Συνεπώς, το σύστημα της οδηγίας εμφανίζεται εντελώς πλήρες παρέχει, ιδίως, τη δυνατότητα αντιμετωπίσεως καταστάσεων που απαιτούν άμεση παρέμβαση για τη διασφάλιση της προστασίας της υγείας. Πιστεύω, κατά συνέπεια, ότι στον τομέα αυτό - δηλαδή της επισημάνσεως και συσκευασίας καλλυντικών προϊόντων - πραγματοποιήθηκε πλήρης εναρμόνιση και ότι, κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη δεν μπορούν πλέον να απαιτούν από τα καλλυντικά προϊόντα που κυκλοφορούν στην αγορά τους να φέρουν ενδείξεις μη προβλεπόμενες από την οδηγία και να απαγορεύουν, σε περίπτωση ελλείψεως των ενδείξεων αυτών, την εμπορία τους. Το άρθρο 6, παράγραφος 2, αποτελεί μέτρο που αποσκοπεί να αποτρέψει περιπτώσεις παραπλανήσεως αποτελεί, συνεπώς, αρνητική επιταγή. Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη δεν μπορούν, στο πλαίσιο εφαρμογής των μέτρων αυτών, να επιβάλλουν θετικές επιταγές που θα μπορούσαν να παρακωλύσουν το ενδοκοινοτικό εμπόριο σε τομέα στον οποίο έχει πραγματοποιηθεί πλήρης εναρμόνιση. Θα ήταν πράγματι παράδοξο να μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν οι διατάξεις μιας οδηγίας που αποσκοπεί στη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας στο εσωτερικό της Κοινότητας των καλλυντικών προϊόντων προκειμένου να παρακωλυθεί, ακριβώς, η ελεύθερη κυκλοφορία τους. 'Οπως εξάλλου σημειώνει σχολιαστής της οδηγίας 76/768 "The composition of cosmetics need not be indicated ..." (9).
14. Το Δικαστήριο έχει, επίσης, καταλήξει στο συμπέρασμα, σε σχέση με τις παρόμοιες διατάξεις της οδηγίας 70/524/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1970, περί των προσθέτων υλών στη διατροφή των ζώων (10), στην απόφασή του Dansk Denkavit, ότι
"η οδηγία αποσκοπούσε στην εναρμόνιση όλων των ουσιαστικών προϋποθέσεων εμπορίας ζωοτροφών ..., περιλαμβανομένων των ποιοτικών κριτηρίων",
και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι,
"κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη δεν έχουν πλέον την αρμοδιότητα να καθορίζουν, σε εθνικό επίπεδο, ποιοτικά κριτήρια" (11).
15. Πρέπει, επίσης, να παρατηρηθεί ότι η διάταξη του άρθρου 7, παράγραφος 2, η οποία, όπως προανέφερα, επιτρέπει στα κράτη μέλη να επιβάλουν την υποχρέωση αναγραφής των υποχρεωτικών ενδείξεων στην ή στις εθνικές ή επίσημες γλώσσες τους είναι η μόνη εξαίρεση που δέχεται η οδηγία από την πλήρη εναρμόνιση στον τομέα της συσκευασίας και της επισημάνσεως των καλλυντικών προϊόντων. Ο ίδιος, δηλαδή, ο κοινοτικός νομοθέτης προέβλεψε τη μοναδική περίπτωση κατά την οποία κράτος μέλος θα μπορούσε να απαγορεύσει την εμπορία στο έδαφός του προϊόντων που ανταποκρίνονται στις επιταγές της οδηγίας, απαιτώντας την αναγραφή των ενδείξεων σε μία ορισμένη γλώσσα συνεπώς, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να απαγορεύουν την εμπορία εισαγομένων προϊόντων απαιτώντας την αναγραφή ενδείξεων διαφορετικών από εκείνες που προβλέπει η οδηγία.
16. Πρέπει, τέλος, να αναφερθεί ότι στον τομέα των τροφίμων η οδηγία 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου (12) (στο εξής: οδηγία 79/112) περιλαμβάνει, επίσης, παρόμοιες διατάξεις στο άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, κατά τις οποίες η επισήμανση δεν πρέπει να παραπλανεί τον αγοραστή, ιδίως ως προς τα χαρακτηριστικά των τροφίμων. Η παράγραφος 3 του εν λόγω άρθρου ορίζει ότι οι "απαγορεύσεις ή οι περιορισμοί που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 εφαρμόζονται επίσης στην παρουσίαση των τροφίμων" (13). Το γεγονός ότι ο κοινοτικός νομοθέτης χρησιμοποίησε στην περίπτωση αυτή την έκφραση "απαγορεύσεις ή περιορισμοί" αποδεικνύει ότι σκοπός του δεν ήταν να επιτρέψει την επιβολή θετικών υποχρεώσεων προς επίτευξη του στόχου αυτού. Επίσης, στην παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου 2, ορίζεται ότι "το Συμβούλιο ... συντάσσει κατάλογο, επιδεχόμενο περαιτέρω διεύρυνση, στον οποίο περιέχονται αναφορές των οποίων η χρήση, κατά την έννοια της παραγράφου 1, πρέπει να απαγορευθεί ή να περιοριστεί" (14). Στην περίπτωση αυτή, επίσης, επρόκειτο για μέτρα απαγορεύσεως ή περιορισμού.
17. Πρέπει, κατά συνέπεια, να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το άρθρο 6, παράγραφος 2, επιβάλλοντας από τα κράτη μέλη να λάβουν κάθε πρόσφορο μέτρο ώστε η επισήμανση και η παρουσίαση των καλλυντικών προϊόντων να μη χρησιμοποιούνται προκειμένου να προσδοθούν σ' αυτά χαρακτηριστικά που δεν διαθέτουν, τους επιτρέπει να λαμβάνουν μέτρα που να απαγορεύουν κάθε παραπλανητική παρουσίαση ή, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου στην απόφαση De Kikvorsch (15), απαγόρευση παροχής ορισμένων στοιχείων σχετικών με τα προϊόντα, όταν τα στοιχεία αυτά θα μπορούσαν να δημιουργήσουν σύγχυση ή να τους προσδώσουν χαρακτηριστικά που δεν διαθέτουν. Δεν τους επιτρέπει, αντιθέτως, να αγνοήσουν την εναρμόνιση που έχει επιτευχθεί επιβάλλοντας την υποχρέωση αναγραφής επί της συσκευασίας των προϊόντων αυτών ενδείξεων που δεν προβλέπει η κοινοτική ρύθμιση.
18. Πρέπει, όμως, να σημειωθεί ότι οι νομοθετικές διατάξεις που θέσπισαν σχετικώς ορισμένα κράτη μέλη δεν επιβάλλουν τις ίδιες υποχρεώσεις. Τα εν λόγω κράτη προτίμησαν να θεσπίσουν γενική απαγόρευση κάθε παρουσιάσεως ή επισημάνσεως που θα μπορούσε να είναι παραπλανητική, απαγόρευση, ωστόσο, που αφορά ειδικώς τα καλλυντικά προϊόντα (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (16), Βέλγιο (17), Λουξεμβούργο (18), Κάτω Χώρες (19)), η οποία ενίοτε εφαρμόζεται κατά τρόπο γενικότερο (Ηνωμένο Βασίλειο (20), Δανία (21), Πορτογαλία (22)).
19. Θεωρώ, λοιπόν, ότι νομοθετική ρύθμιση όπως αυτή της Ιταλίας, καθόσον επιβάλλει την αναφορά ενδείξεων σχετικών με τα ποσοτικά και ποιοτικά στοιχεία των ουσιών που αναφέρονται στις συσκευασίες των καλλυντικών προϊόντων, παρεμποδίζει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, εφόσον συνεπάγεται αλλαγή της επισημάνσεως με την οποία κυκλοφορεί νομίμως το προϊόν σε ορισμένα κράτη μέλη. Η νομοθετική αυτή ρύθμιση συνεπάγεται στεγανοποίηση των αγορών πράγμα που επιδιώκει ακριβώς να αποτρέψει η οδηγία 76/768.
20. Ο σκοπός του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας θα μπορούσε να υλοποιηθεί με μέτρα που να περιορίζουν λιγότερο το ενδοκοινοτικό εμπόριο. Γενική απαγόρευση κάθε παρουσιάσεως ή επισημάνσεως που θα μπορούσε να είναι παραπλανητική για τον καταναλωτή διασφαλίζει πλήρως τόσο την εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών όσο και την προστασία των καταναλωτών. Πράγματι, είναι μάλλον απίθανο ο μέσος καταναλωτής καλλυντικών προϊόντων να είναι σε θέση να γνωρίζει ότι μια ορισμένη ουσία που αναφέρεται στην επισήμανση πρέπει να περιέχεται σε ποσοστό 5 % ή σε ποσοστό 0,05 % προκειμένου να έχει κάποιο αποτέλεσμα. Εξάλλου, το μέτρο αυτό δεν θα εμπόδιζε τους λιγότερο συνειδητούς παρασκευαστές να αναφέρουν αναληθή ποσοτικά στοιχεία αναγκάζοντας έτσι τις αρμόδιες εθνικές αρχές, προκειμένου να διασφαλισθεί η πλήρης συμμόρφωση προς τις επιταγές του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 76/768, να προβαίνουν σε αναλύσεις των σχετικών προϊόντων για να αποκαλύψουν την απάτη. 'Οπως προανέφερα, η πλειοψηφία των κρατών μελών προτίμησε τη λύση της γενικής απαγορεύσεως, η οποία, αν συνεκτιμηθούν όλα τα στοιχεία, φαίνεται ότι διασφαλίζει την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού.
21. Τέλος, καίτοι το Δικαστήριο έχει ήδη δεχθεί ότι
"η προστασία των καταναλωτών μπορεί επίσης να συνεπάγεται την απαγόρευση αναγραφής ορισμένων πληροφοριών στο προϊόν, ιδίως αν οι πληροφορίες αυτές μπορούν να συγχέονται από τον καταναλωτή με άλλες πληροφορίες που επιβάλλει η εθνική κανονιστική ρύθμιση" (23),
ουδόλως αποδέχθηκε, για την επίτευξη του σκοπού αυτού, τη δυνατότητα επιβολής θετικής υποχρεώσεως.
22. Πιστεύω, κατά συνέπεια, ότι τα άρθρα 6 και 7 της οδηγίας 76/768 αποκλείουν τη θέσπιση νομοθετικής διατάξεως όπως αυτή στην οποία αναφέρεται η παρούσα υπόθεση.
23. Το δεύτερο ερώτημα που υπέβαλε το παραπέμπον δικαστήριο αφορά το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο α), του ιταλικού νόμου το οποίο επιβάλλει την υποχρέωση αναγραφής, στις συσκευασίες, δοχεία ή επισημάνσεις των καλλυντικών προϊόντων, του ονόματος ή της εταιρικής επωνυμίας και της εταιρικής έδρας του παρασκευαστή ή του υπεύθυνου για την εμπορία του προϊόντος.
24. Σκοπός της διατάξεως αυτής είναι να ενσωματώσει στην ιταλική νομοθεσία το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο α), της οδηγίας 76/768 που επιβάλλει αναγραφή "του ονόματος ή της εταιρικής επωνυμίας και της διευθύνσεως ή της έδρας του κατασκευαστή ή του υπευθύνου για τη διάθεση στην αγορά του καλλυντικού προϊόντος, του εγκατεστημένου εντός της Κοινότητας" (24).
25. Η υπ' αριθ. 1, όμως, εγκύκλιος του ιταλού Υπουργού Υγείας, της 2ας Φεβρουαρίου 1987 (25) διευκρινίζει ότι η προαναφερθείσα διάταξη του ιταλικού νόμου αναφέρεται στην αναγραφή του ιταλού παραγωγού ή του υπεύθυνου για την εμπορία του προϊόντος στην Ιταλία.
26. Πιστεύω ότι η σχετική διάταξη της οδηγίας δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει την επιβολή μιας τέτοιας υποχρεώσεως. Πράγματι, το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο α), επιβάλλει την αναγραφή του ονόματος του παραγωγού ή του υπεύθυνου για την εμπορία στην κοινοτική αγορά και όχι στην εθνική αγορά ενός κράτους μέλους. Στον τομέα των τροφίμων, η οδηγία 79/112 η οποία θεσπίζει, με το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο β), διατάξεις παρόμοιες, προβλέπει ρητώς, στην παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου, τη δυνατότητα των κρατών μελών, κατά παρέκκλιση από τα οριζόμενα στην παράγραφο 1, "να διατηρήσουν για την εθνική τους παραγωγή τις εθνικές διατάξεις που επιβάλλουν την ένδειξη της επιχειρήσεως παρασκευής ή συσκευασίας". Η οδηγία 76/768 δεν προβλέπει μια τέτοια παρέκκλιση.
27. Εξάλλου, στον τομέα της ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων, η οδηγία 85/374/ΕΟΚ του Συμβουλίου (26), στο άρθρο 3, παράγραφος 2, αυτής ορίζει ως εισαγωγέα εκείνον που εισάγει το προϊόν στην Κοινότητα. Η οδηγία αυτή έχει ιδίως εφαρμογή στα καλλυντικά προϊόντα. Πράγματι, κατά τρόπο γενικό, και από απόψεως τόσο των όρων εμπορίας όσο και των κανόνων των σχετικών με θέματα ευθύνης, οι μεταξύ κρατών μελών εμπορικές συναλλαγές θεωρούνται ως εμπορικές συναλλαγές στο πλαίσιο μιας ενιαίας αγοράς και, κατά συνέπεια, λαμβάνεται υπόψη μόνον η ταυτότητα εκείνου που θέτει το προϊόν στην κοινοτική αγορά.
28. Στις γραπτές της παρατηρήσεις η ιταλική κυβέρνηση επικαλείται τις τροποποιητικές διατάξεις της υπ' αριθ. 22 εγκυκλίου, της 13ης Μαΐου 1987 (27), για να καταλήξει στο συμπέρασμα "ότι το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα στερείται πλέον βάσεως στην εφαρμοστέα ιταλική κανονιστική ρύθμιση" (28).
29. Πρέπει, σχετικώς, να αναφερθεί ότι η δεύτερη αυτή εγκύκλιος παρέχει απλώς τη δυνατότητα της μεταγενέστερης αναγραφής στη συσκευασία του προϊόντος της επιχειρήσεως που είναι υπεύθυνη για την εμπορία του στην Ιταλία, πριν από τη διάθεση του προϊόντος στο κοινό. Η οδηγία, όμως, 76/768, η οποία προέβη σε πλήρη εναρμόνιση των κανόνων εμπορίας των καλλυντικών προϊόντων στην Κοινότητα δεν επιβάλλει την υποχρέωση αναγραφής του προσώπου που είναι υπεύθυνο για την εθνική αγορά. Κάθε υποχρέωση αυτής της φύσεως, η οποία αυξάνει το κόστος εμπορίας των προϊόντων αυτών, συνεπάγεται στρέβλωση του ανταγωνισμού μεταξύ των κοινοτικών επιχειρήσεων στην εξάλειψη της οποίας αποβλέπει, ακριβώς, η οδηγία.
30. Θα ήταν ατελέσφορη η επίκληση, ως προς το θέμα αυτό της αποφάσεως που εξέδωσε το Δικαστήριο στις 11 Μαΐου 1989, καθόσον υπογραμμίζεται σ' αυτήν ότι
"η δικαιολογία ... μονομερούς μέτρου που παρακωλύει το ενδοκοινοτικό εμπόριο προϋποθέτει ότι ο αντίστοιχος τομέας δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο κοινοτικής ρυθμίσεως" (29).
31. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι:
"Τα άρθρα 6, παράγραφοι 1 και 2, και 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/768 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1976, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στα καλλυντικά προϊόντα έχουν την έννοια ότι δεν επιτρέπουν σε κράτος μέλος να εξαρτά την κυκλοφορία των καλλυντικών προϊόντων στην αγορά από την εκπλήρωση της υποχρεώσεως αναγραφής στις συσκευασίες τους, τα δοχεία ή τις επισημάνσεις τους, ενδείξεων που δεν περιλαμβάνονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 6, ιδίως ενδείξεων σχετικών με ποιοτικά και ποσοτικά στοιχεία ουσιών που αναφέρονται στη συσκευασία, στη διαφήμιση ή στην ονομασία του προϊόντος, καθώς και, σε ό,τι αφορά τα εισαγόμενα προϊόντα, του ονόματος ή της εμπορικής επωνυμίας και της διευθύνσεως ή της καταστατικής έδρας του υπεύθυνου για την εμπορία του προϊόντος στην αγορά του οικείου κράτους μέλους."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
(1) ΕΕ ειδ. έκδ. 13/004, σ. 145.
(2) Περί θεσπίσεως διατάξεων για την εκτέλεση των οδηγιών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας των σχετικών με την παραγωγή και την πώληση καλλυντικών προϊόντων (GURI της 30.10.1986, γενικό τεύχος, αριθ. 253, σ. 3).
(3) Foglia κατά Novello II, απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1981, Συλλογή 1981, σ. 3045.
(4) Υπόθεση 261/81, Rau, απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 1982, Συλλογή 1982, σ. 3961, σκέψη 9.
(5) Υπόθεση 14/86, απόφαση της 11ης Ιουνίου 1987, Συλλογή 1987, σ. 2545, σκέψη 15 βλέπε επίσης υποθέσεις 91 και 127/83, Heineken, απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 1984, Συλλογή 1984, σ. 3435.
(6) Υπόθεση 16/83, Prantl, απόφαση της 13ης Μαρτίου 1984, Συλλογή 1984, σ. 1299, σκέψη 10 βλέπε επίσης υπόθεση 98/86, Hathot, απόφαση της 18ης Φεβρουαρίου 1987, Συλλογή 1987, σ. 809, σκέψη 6.
(7) Παρατηρήσεις της ιταλικής κυβερνήσεως, σ. 5 της γαλλικής μεταφράσεως.
(8) Υπόθεση 5/77, Tedeschi, απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1977, Rec. 1977, σ. 1555, σκέψη 35 βλέπε επίσης υπόθεση 148/78, Ratti, απόφαση της 5ης Απριλίου 1979, Rec. 1979, σ. 1629, σκέψη 36 υπόθεση 251/78, Denkavit, απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 1979, Rec. 1979, σ. 3369, σκέψη 14 υπόθεση 26/84, Επιτροπή κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1985, Συλλογή 1985, σ. 3097, σκέψη 25.
(9) Kraemer L.: "EEC Consumer Law", σειρά Droit et Consommation, 1986, αριθ. 191, σ. 143.
(10) ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 60.
(11) Υπόθεση 251/78, προαναφερθείσα, σκέψη 16.
(12) Της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς επίσης και τη διαφήμισή τους (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 33).
(13) Οι υπογραμμίσεις δικές μου.
(14) Οι υπογραμμίσεις δικές μου.
(15) Υπόθεση 84/82, απόφαση της 17ης Μαρτίου 1983, Συλλογή 1983, σ. 947, σκέψη 12.
(16) Kosmetik-Verordnung, BGBl. I, σ. 1082.
(17) Βασιλικό διάταγμα της 10ης Μαΐου 1978, Moniteur belge της 1.9.1978.
(18) Κανονιστικό διάταγμα του Μεγάλου Δουκάτου της 24ης Οκτωβρίου 1978 περί καλλυντικών προϊόντων, Μ. Α. 1978, σ. 1936.
(19) Βασιλικό διάταγμα της 3ης Απριλίου 1980, stb 256.
(20) Trade Descriptions Act του 1968.
(21) Νόμος περί χημικών ουσιών, αριθ. 574, της 26ης Αυγούστου 1987.
(22) Νομοθετικό διάταγμα 28-84 της 20ής Ιανουαρίου 1984.
(23) Υπόθεση 84/82, προαναφερθείσα, σκέψη 12, οι υπογραμμίσεις δικές μου.
(24) Οι υπογραμμίσεις δικές μου.
(25) GURI αριθ. 44 της 23.2.1987.
(26) Της 25ης Ιουλίου 1985, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων (ΕΕ L 210 της 7.8.1985, σ. 29).
(27) GURI αριθ. 126 της 2.6.1987.
(28) Σελίδα 7 της γαλλικής μεταφράσεως.
(29) Υπόθεση 25/88, Bouchara, Συλλογή 1989, σ. 1105, σκέψη 12.
Full & Egal Universal Law Academy