ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
GIUSEPPE TESAURO
της 12ης Δεκεμβρίου 1989 ( *1 )
Κύριε πρόεορε,
Κύριοι οικασνές,
1.
Ο εθνικός δικαστής ερωτά το Δικαστήριο ως προς την ερμηνεία του κανόνα κατατάξεως των θραυσμάτων όρυζας ενόψει της επιβολής εισφοράς κατά την εισαγωγή.
Το πρόβλημα τίθεται συγκεκριμένα όταν πρόκειται για εισαγωγή παρτίδων αποτελούμενων κατά μεγάλο μέρος από τεμάχια κόκκων όρυζας και, σε περιορισμένο ποσοστό, από ολόκληρους κόκκους.
Παραπέμποντας κατά τα λοιπά στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, υπενθυμίζω ότι, βάσει του άρθρου 2 του κανονισμού 2729/75 του Συμβουλίου ( 1 ), η εισφορά που επιβάλλεται στα εν λόγω μείγματα όρυζας και στα θραύσματα όρυζας είναι η εισφορά που επιβάλλεται στο κύριο συνθετικό σε βάρος, « αν αυτό αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 90 ο/ο του βάρους του μείγματος » όταν κανένα από τα δύο συνθετικά δεν αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 90'/ο του βάρους του μείγματος, πρέπει να επιβάλλεται η υψηλότερη εισφορά, δηλαδή η επιβαλλόμενη στην όρυζα. Ο προαναφερόμενος κανόνας αποβλέπει στη δραστική μείωση της δυνατότητας για τους επιχειρηματίες να εισάγουν, υπό δασμολογική κατάταξη « θραύσματα όρυζας » — τα οποία, κατά συνέπεια, πλήττονται με χαμηλότερη εισφορά —, παρτίδες στις οποίες το ποσοστό των θραυσμάτων είναι ελάχιστα υψηλότερο από το ποσοστό των ολόκληρων κόκκων των οποίων, πάντως, το ποσοστό είναι σημαντικό. Επομένως, πρόκειται — όπως διασαφηνίστηκε κατά την προφορική διαδικασία — για κανόνα που αποβλέπει στο να αποφεύγονται οι κίνδυνοι απάτης, υπό την έννοια ότι αποβλέπει στον περιορισμό του κινδύνου « αποφυγής » της εισφοράς επί της όρυζας στην περίπτωση εισαγωγής σημαντικής ποσότητας του προϊόντος αυτού σε παρτίδες που περιέχουν επίσης θραύσματα όρυζας σε ποσότητες ελαφρώς υψηλότερες.
2.
Ο προαναφερόμενος κανονισμός δεν αναφέρει πάντως τι πρέπει να νοείται ως όρυζα και θραύσματα όρυζας. Ως εκ τούτου, επιβάλλεται η αναφορά στους ορισμούς του παραρτήματος Α του κανονισμού 1418/76 του Συμβουλίου, περί κοινής οργανώσεως αγοράς της όρυζας ( 2 ). Το εν λόγω παράρτημα περιλαμβάνει, στα σημεία 2 και 3, τους ακόλουθους ορισμούς:
«2.
α)
Όρυζα σε κόκκους στρογγυλούς: όρυζα της οποίας το μήκος των κόκκων είναι κατώτερο ή ίσο προς 2,5 χιλιοστόμετρα και της οποίας η σχέση μήκος/πλάτος είναι κατώτερη του 2.
β)
Όρυζα σε κόκκους μακρούς: όρυζα, της οποίας το μήκος των κόκκων είναι ανώτερο των 5,2 χιλιοστομέτρων.
γ)
Καταμέτρηση των κόκκων: η καταμέτρηση των κόκκων πραγματοποιείται επί λευκανθείσης ορύζης σύμφωνα με την ακόλουθο μέθοδο:
i)
λήψη αντιπροσωπευτικού δείγματος της παρτίδας·
ii)
διαλογή του δείγματος για να επιχειρηθεί η καταμέτρηση επί ολοκλήρων κόκκων·
iii)
πραγματοποίηση δύο καταμετρήσεων, επί 100 κόκκων εκάστη, και υπολογισμός του μέσου όρου·
iv)
προσδιορισμός του αποτελέσματος σε χιλιοστόμετρα, το οποίο στρογγυλοποιείται στο πρώτο δεκαδικό ψηφίο.
3.
Θραύσματα: τα τεμάχια κόκκων, των οποίων το μήκος είναι ίσο ή κατώτερο των τριών τετάρτων του μέσου μήκους ολοκλήρου του κόκκου. »
Επομένως, υπό το φως των διατάξεων αυτών, η όρυζα πρέπει να κατατάσσεται ανάλογα με τις διαστάσεις των κόκκων, διαστάσεις που πρέπει να μετρώνται βάσει αντιπροσωπευτικού μείγματος των κόκκων που αποτελούν την εισαχθείσα παρτίδα. Όσον αφορά τα θραύσματα όρυζας, πρέπει να κατατάσσονται κατόπιν συγκρίσεως των δύο παραμέτρων: το μήκος των τεμαχίων όρυζας που περιλαμβάνονται στη σύνθεση της παρτίδας και το « μέσο μήκος των ολόκληρων κόκκων ».
Θεωρώ προφανές ότι το μήκος των τεμαχίων πρέπει να λαμβάνεται μετά από άμεση μέτρηση ενός αντιπροσωπευτικού δείγματος της παρτίδας. Επομένως, αυτό που μένει να καθοριστεί είναι μόνον κατά ποιο τρόπο πρέπει να προσδιοριστεί το άλλο στοιχείο αναφοράς, δηλαδή το μέσο μήκος του ολόκληρου κόκκου.
Σχετικώς, προέχει να διευκρινιστεί ότι, εφόσον τα θραύσματα όρυζας επιλέγονται σύμφωνα με το μήκος των κόκκων κατόπιν κοσκινίσματος, συχνά μπορεί να βρίσκονται στις παρτίδες θραυσμάτων όρυζας και ολόκληροι κόκκοι οι οποίοι — επειοή όεν έχουν ωριμάσει πλήρως — είναι μικρότερων διαστάσεων σε σχέση με τους κόκκους που έχουν ωριμάσει πλήρως και της ίδιας ποιότητας με τα θραύσματα όρυζας. Αυτό έχει ως συνέπεια ότι όταν το μέσο μήκος των ολόκληρων κόκκων καθορίζεται με μέτρηση του μέσου μήκους των ολόκληρων κόκκων που ανευρίσκονται στην παρτίδα των θραυσμάτων και για τη μέτρηση αυτή λαμβάνονται νπόψη, επιπλέον, οι ολόκληροι κόκκοι ατελούς ωριμάνσεως — και επομένως μικρότερων διαστάσεων — μπορεί κάλλιστα να ληφθεί τελικά ένα μέσο μήκος μάλλον μειωμένο. Κατά συνέπεια, προκύπτει ότι σε παρόμοια περίπτωση σημαντικό ποσοστό των θραυσμάτων όρυζας υπερβαίνουν τα τρία τέταρτα του μέσου μήκους των ολόκληρων κόκκων. Κατ' εφαρμογήν των προαναφερθεισών διατάξεων του κανονισμού 2729/75, αυτό συνεπάγεται ότι η παρτίδα για την οποία πρόκειται κατατάσσεται ως όρυζα και όχι ως θραύσματα όρυζας, ως εκ τούτου δε επιβάλλεται υψηλότερη εισφορά.
3.
Αυτό είναι ακριβώς το αντικείμενο των ερωτημάτων που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο. Το τελευταίο ζητεί, ουσιαστικά, από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του ζητήματος αν το μέσο μήκος του ολόκληρου κόκκου πρέπει να καθορίζεται με μέτρηση των ολόκληρων κόκκων που βρίσκονται στην παρτίδα και λαμβάνοντας επίσης υπόψη τους ολόκληρους κόκκους ατελούς ωριμάνσεως ή αν, αντιθέτως, αυτό το μέσο μήκος πρέπει να ανευρίσκεται βάσει άλλων παραμέτρων όπως, ειδικότερα, οι τυποποιημένες μετρήσεις, ίδιες των διαφόρων ποιοτήτων όρυζας, σύμφωνα με τους χρησιμοποιούμενους ορισμούς στις διεθνείς συναλλαγές.
Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, πρέπει να αποκλειστεί η δυνατότητα να χρησιμοποιηθούν, άμεσα ή έμμεσα, εξωτερικοί όροι αναφοράς. Ειδικότερα, η Επιτροπή τόνισε δυο επόψεις: θεωρεί, καταρχάς, ότι δεν επιδέχεται αμφιβολία ότι ο καθορισμός του μέσου μήκους του ολόκληρου κόκκου πρέπει να γίνεται αποκλειστικά με άμεση μέτρηση του μήκους των ολόκληρων κόκκων που βρίσκονται στην παρτίδα εμπορευμάτων ειδικότερα, το γεγονός ότι το σημείο 3 του παραρτήματος Α του κανονισμού 1418/76 δεν προβλέπει τη χρησιμοποίηση εξωτερικών όρων αναφοράς — όπως οι τυποποιημένες μετρήσεις των διαφόρων ποιοτήτων όρυζας σύμφωνα με τη διεθνή εμπορική πρακτική — ισοδυναμεί με πλήρη αποκλεισμό μιας τέτοιας δυνατότητας· με άλλα λόγια το σύστημα άμεσης μετρήσεως που προβλέπεται για την όρυζα στο σημείο 2 του προαναφερθέντος παραρτήματος επιβάλλεται σιωπηρά και για την κατάταξη των θραυσμάτων όρυζας. Δεύτερον, κατά την Επιτροπή, προβαίνοντας στην άμεση αυτή μέτρηση, οι εθνικές αρχές υποχρεούνται να λάβουν επίσης υπόψη τους ολόκληρους κόκκους ατελούς ωριμάνσεως, έστω και αν οι κόκκοι αυτοί είναι κατ' ανάγκη μικρότερων διαστάσεων από αυτούς που έχουν ωριμάσει πλήρως.
4.
Προτού αναλύσω την άποψη που υποστήριξε η Επιτροπή, μου φαίνεται σκόπιμο να υπομνήσω ότι οι διατάξεις της κοινοτικής ονοματολογίας πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο που να εξασφαλίζεται η βεβαιότητα και η ομοιόμορφη εφαρμογή. Πρόκειται για γενικές και πρωταρχικές επιταγές που βρίσκουν την έκφραση τους στην αρχή — επανειλημμένως επιβεβαιωθείσα από το Δικαστήριο ( 3 ) — κατά την οποία η κατάταξη των εμπορευμάτων πρέπει να γίνεται λαμβάνοντας ουσιαστικά υπόψη τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά του προϊόντος.
Οι επιταγές αυτές ισχύουν επίσης στην περίπτωση όπου πρόκειται να ερμηνευθεί κανόνας ο οποίος έχει σχέση όχι με την ονοματολογία του κοινού δασμολογίου, αλλά με τη γεωργική ονοματολογία ( 4 ), κατά μείζονα λόγο καθόσον σ' αυτόν τον τομέα οι εν λόγω επιταγές ανταποκρίνονται σε πρόσθετη αιτιολογία, εκείνη του προσδιορισμού των προϊόντων — και επομένως, του καθ' ύλην πεδίου εφαρμογής — για τα οποία εφαρμόζονται οι κανόνες περί γεωργίας, κατά τρόπο που να εξασφαλίζει την ορθή λειτουργία σε σχέση με τους προβλεπόμενους στόχους. Αυτό συμβαίνει κυρίως στην περίπτωση των εισφορών κατά την εισαγωγή. Ως γνωστόν, το εργαλείο αυτό ανταποκρίνεται στον στόχο καλύψεως της διαφοράς μεταξύ της κοινοτικής και της διεθνούς τιμής ορισμένων προϊόντων. Εφόσον οι εν λόγω τιμές μπορούν να μεταβάλλονται ανάλογα με τα διάφορα προϊόντα και τις ποιότητες, είναι αναγκαίο να προβλέπονται κανόνες κατατάξεως των εμπορευμάτων ώστε να εφαρμόζεται, σε κάθε περίπτωση, ο κατάλληλος συντελεστής εισφοράς. Επιπλέον, είναι προφανές ότι, όταν οι κανόνες κατατάξεως δεν εφαρμόζονται ορθά, προκύπτει πλημμελής λειτουργία του μηχανισμού των εισφορών. Για παράδειγμα, σε περίπτωση επιβολής της προβλεπόμενης για την όρυζα — υψηλότερης — εισφοράς σε παρτίδα εμπορευμάτων που εμφανίζει, αντίθετα, τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά των θραυσμάτων όρυζας, η παρτίδα αυτή θα υποστεί αδικαιολόγητη επιβάρυνση, διότι η εισφορά θα είναι υψηλότερη από τη διαφορά μεταξύ της εσωτερικής και της διεθνούς τιμής του προϊόντος αυτού, με προφανή κίνδυνο τη νόθευση του ανταγωνισμού.
5.
Τούτου λεχθέντος, νομίζω ότι πρέπει πρωτίστως να υπογραμμιστεί ότι ο κανονισμός 1418/76 δεν επιβάλλει στις εθνικές αρχές να προσδιορίζουν το μέσο μήκος των ολόκληρων κόκκων αποκλειστικά με άμεση μέτρηση των κόκκων που βρίσκονται στην παρτίδα των εμπορευμάτων. Πράγματι, το σημείο 3 του παραρτήματος Α του εν λόγω κανονισμού δεν επιβάλλει ούτε αποκλείει τίποτε σχετικώς. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, νομίζω ότι δεν υπάρχει λόγος να αποκλειστεί εκ των προτέρων η δυνατότητα να λαμβάνονται επίσης υπόψη εξωτερικοί παράμετροι. Εναπόκειται στις εθνικές αρχές, στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτουν βάσει του κανονισμού, να θεσπίσουν σύστημα ικανό να εξασφαλίζει τα καλύτερα αποτελέσματα αντικειμενικής κατατάξεως.
Εξάλλου, σε ορισμένες τουλάχιστον περιπτώσεις η χρησιμοποίηση τυποποιημένων μετρήσεων φαίνεται εντελώς απαραίτητη. Θα πρέπει κατ' ανάγκη να λαμβάνονται υπόψη εξωτερικοί όροι αναφοράς στις περιπτώσεις, για παράδειγμα, όπου δεν ανευρίσκονται ολόκληροι κόκκοι σε συγκεκριμένη παρτίδα. Επίσης, όπως ορθά παρατηρήθηκε, μπορεί να επιβάλλεται να χρησιμοποιηθούν κατ' ανάγκη, κατά τρόπο έμμεσο, τυποποιημένες μετρήσεις για να εξακριβωθεί αν είναι ή όχι σκόπιμο να αποκλειστεί η μέτρηση των κόκκων που εμφανίζουν ανώμαλα χαρακτηριστικά σε σχέση με την οικεία ποιότητα: αυτό μπορεί να είναι αναγκαίο, για να αποφευχθούν οι κίνδυνοι απάτης, στις περιπτώσεις όπου σκοπίμως προστέθηκαν κόκκοι εξαιρετικά μακροί διαφορετικής ποιότητας από εκείνη από την οποία ελήφθησαν τα θραύσματα, με μόνο σκοπό να προκύψει μέσο μήκος μεγαλύτερο σε σχέση με την οικεία ποιότητα, πράγμα που θα είχε ως αποτέλεσμα θα διευκολυνθεί η εφαρμογή της χαμηλότερης εισφοράς.
6.
Πάντως, έστω και αν γίνει δεκτό ότι πρέπει — νοουμένου ότι αυτό είναι ασφαλώς δυνατό — να ευνοείται η μέθοδος της άμεσης μετρήσεως για τον καθορισμό του μέσου μήκους των ολόκληρων κόκκων, ωστόσο, δεν πιστεύω ότι πρέπει, εν πάση περιπτώσει, — όπως υποστήριξε η Επιτροπή — να περιλαμβάνονται στη μέτρηση αυτή και οι ολόκληροι κόκκοι ατελούς ωριμάνσεως. Οι κόκκοι αυτοί, οι οποίοι είναι σαφώς ακανόνιστοι και βρίσκονται στην εν λόγω παρτίδα κατά τύχη δεν μπορεί — ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο — να ληφθούν ως ορθό σημείο αναφοράς για την εφαρμογή του κανόνα κατατάξεως και, κατά συνέπεια, του κανόνα που διέπει τον συντελεστή της εισφοράς.
Με άλλα λόγια, νομίζω ότι η σχετική μέτρηση πρέπει να γίνεται βάσει δείγματος το οποίο επιλέγεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να το καθιστά αντιπροσωπευτικό της ποιότητας από την οποία ελήφθησαν τα θραύσματα όρυζας. Οποιαδήποτε άλλη λύση δεν μπορεί παρά να καταλήξει σε αποτέλεσμα που δεν σέβεται τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά των προϊόντων για τα οποία γίνεται λόγος. Αυτό θα είχε επίσης ως αποτέλεσμα τον εκφυλισμό του συστήματος εισφορών εφόσον, ακολουθώντας την άποψη της Επιτροπής, το πιθανό αποτέλεσμα θα ήταν η επιβολή υψηλότερου συντελεστή χωρίς καμιά δικαιολογία. Εξάλλου, εφόσον η κατάταξη είναι, στην πραγματικότητα, το αποτέλεσμα ενός εντελώς τυχαίου παράγοντα ( η παρουσία μεγαλύτερου ή μικρότερου αριθμού μη κανονικών κόκκων), το αποτέλεσμα θα ήταν επίσης εντελώς απρόβλεπτο και, ως εκ τούτου, θα εξέλειπε κάθε βεβαιότητα για τους επιχειρηματίες. Τέλος, και για τους ίδιους λόγους, ορθώς μπορεί να θεωρηθεί ότι το κριτήριο που προτείνει η Επιτροπή καταλήγει — αυτό δε βάσει εντελώς τυχαίων περιστάσεων — στο να κατατάσσονται κατά τρόπο διαφορετικό εμπορεύματα τα οποία εμφανίζουν τα ίδια αντικειμενικά χαρακτηριστικά.
Τελικά, νομίζω ότι δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη οι ολόκληροι κόκκοι ατελούς ωριμάνσεως για τη μέτρηση του μέσου μήκους των ολόκληρων κόκκων κατά την έννοια του σημείου 3 του παραρτήματος Α του κανονισμού 1418/76 αν θέλουμε να αποφευχθεί η αλλοίωση της λειτουργίας του μηχανισμού των εισφορών και αν θέλουμε να εξασφαλιστεί η κατάταξη των εμπορευμάτων με σεβασμό των γενικών απαιτήσεων αντικειμενικότητας, βεβαιότητας και ομοιομορφίας.
Εξάλλου, το γεγονός ότι το σημείο 2 του προαναφερθέντος παραρτήματος ορίζει ρητά, σε συνδυασμό με την ολόκληρη όρυζα, ότι η μέτρηση των κόκκων πρέπει να γίνεται βάσει « αντιπροσωπευτικού δείγματος της παρτίδας » επιβεβαιώνει ότι η αναγκαιότητα να γίνεται η μέτρηση αποκλειστικά βάσει αντπροσωπευτικούι δείγματος της εισαχθείσας ποιότητας βρίσκεται σε πλήρη συνάφεια με τη λογική του κανονισμού.
7.
Πρέπει επίσης να παρατηρηθεί ότι η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε πραγματικά ότι η εφαρμογή του κριτηρίου που αυτή προτείνει οδηγεί στα μειονεκτήματα που μόλις προηγουμένως περιέγραψα. Πάντως, διασαφήνισε ότι τα επίμαχα θραύσματα όρυζας, εφόσον χρησιμοποιούνται στην ολλανδική αγορά για διατροφή, μπορούν, κατά κάποιο μέτρο, να ανταγωνίζονται την ολόκληρη όρυζα. Τελικά επομένως, έστω και αν η επιβολή υψηλότερης εισφοράς δεν φαίνεται δικαιολογημένη, αν ληφθούν υπόψη τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά του προϊόντος — που πρέπει να εξακολουθήσει να θεωρείται ως θραύσματα όρυζας — ωστόσο θα έπρεπε να θεωρείται ως σκόπιμη, κατά το μέτρο που κατ' αυτόν τον τρόπο αποφεύγεται όπως, στις συγκεκριμένες αγορές, η όρυζα — ειδικότερα κοινοτικής καταγωγής — υφίσταται τον ανταγωνισμό των εισαγόμενων θραυσμάτων όρυζας.
Παρατηρώ, καταρχάς, ότι η εμπορία των θραυσμάτων όρυζας για σκοπούς διατροφής είναι καθ' όλα νόμιμη, τόσο βάσει της κοινοτικής νομοθεσίας όσο και βάσει της νομοθεσίας αρκετών κρατών μελών. Παρατηρώ, επιπλέον, ότι η Επιτροπή δεν έκρινε δυνατό — ή σκόπιμο — να παρέμβει στη δομή των συντελεστών της εισφοράς αυξάνοντας τον συντελεστή που εφαρμόζεται στα θραύσματα καλύτερης ποιότητας τα οποία, περισσότερο από τα άλλα, μπορούν να ανταγωνίζονται την όρυζα σε ολόκληρους κόκκους.
Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, η εφαρμογή της εισφοράς που προβλέπεται για την όρυζα σε προϊόν το οποίο εμφανίζει, αντιθέτως, τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά των θραυσμάτων όρυζας μεταφράζεται, ούτε λίγο ούτε πολύ, σε παρεμπόδιση της εμπορίας του τελευταίου αυτού προϊόντος. Δεν βλέπω όμως λόγο που να δικαιολογεί μια τέτοια παρεμπόδιση εφόσον η εμπορία των θραυσμάτων όρυζας γίνεται υπό τις προϋποθέσεις που επιβάλλει η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση και ανταποκρίνεται στη ζήτηση ορισμένων τομέων της αγοράς. Αλλά, ακόμη και αν δεν ληφθεί υπόψη η σκέψη αυτή, θεωρώ ότι δεν είναι σκόπιμο να επιδιώκεται ένα τέτοιο αποτέλεσμα, κατά έμμεσο τρόπο, με εφαρμογή που να καταστρατηγεί τον σχετικό κανόνα κατατάξεως.
8.
Υπό το φως των παρατηρήσεων αυτών, νομίζω ότι είναι δυνατό να δοθεί απάντηση στα δύο πρώτα ερωτήματα που υπέβαλε ο εθνικός δικαστής παρατηρώντας ότι:
« 1)
Κατά την έννοια του σημείου 3 του παραρτήματος Α του κανονισμού 1408/76, οι εθνικές αρχές δεν υποχρεούνται να καθορίζουν το “ μέσο μήκος του ολόκληρου κόκκου ” καταμετρώντας απευθείας τις διαστάσεις των ολόκληρων κόκκων που περιέχονται στην εισαχθείσα παρτίδα θραυσμάτων όρυζας. Μπορούν επίσης να αναφέρονται σε εξωτερικές παραμέτρους, ιδίως στις τυποποιημένες μετρήσεις τις αναγνωρισμένες στη διεθνή εμπορική πρακτική, οσάκις θεωρούν ότι αυτό είναι απαραίτητο για να διασφαλιστεί κατάταξη των εμπορευμάτων που να ανταποκρίνεται στα αντικειμενικά χαρακτηριστικά των εμπορευμάτων.
2)
Πάντως, οσάκις το “μέσο μήκος του ολόκληρου κόκκου” καθορίζεται μετρώντας τις διαστάσεις των ολόκληρων κόκκων που βρίσκονται στην εισαχθείσα παρτίδα θραυσμάτων, οι εθνικές αρχές υποχρεούνται να πραγματοποιούν την καταμέτρηση αυτή καταφεύγοντας σε δείγμα το οποίο έχει ληφθεί κατά τρόπο που να το καθιστά αντιπροσωπευτικό της ποιότητας της όρυζας από την οποία έχουν ληφθεί τα θραύσματα. Προς τούτο, πρέπει να αποκλείονται από την καταμέτρηση αυτή οι ολόκληροι κόκκοι με διαστάσεις ασυνήθεις σε σχέση προς την ποιότητα για την οποία πρόκειται και, ιδίως, οι κόκκοι που δεν έχουν ωριμάσει πλήρως. Κατά τη λήψη του αντιπροσωπευτικού δείγματος ενόψει του ελέγχου, οι εθνικές αρχές μπορούν να χρησιμοποιούν ως κριτήριο αναφοράς τις τυποποιημένες μετρήσεις των διαφόρων ποιοτήτων όρυζας που έχουν αναγνωριστεί από τη διεθνή εμπορική πρακτική. »
9.
Ενόψει της απαντήσεως αυτής, καθίσταται περιττή η εξέταση του τρίτου ερωτήματος που υπέβαλε ο εθνικός δικαστής.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
( 1 ) Κανονισμός 2729/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 175 ).
( 2 ) Κανονισμός 1418/76 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 1976(ΕΕειδ.έκδ. 03/015, σ. 127).
( 3 ) Βλέπε, μεταξύ άλλων, την απόφαση της 25ης Matou 1989, Weber ( 40/88, Συλλογή 1989, σ. 1395 ).
( 4 ) Σχετικά με την ανάγκη ομοιόμορφης ερμηνείας, καταρχήν τουλάχιστον των κανόνων της τελωνειακής και γεωργικής ονοματολογίας, βλέπε αποφάσεις της 5ης Ιουλίου 1978, Milchfutter (5/78, Rec. 1978, σ. 1597), και της 28ης Μαρτίου 1979, Biegi ( 158/78, Rec 1979, σ. 1103).
Full & Egal Universal Law Academy