Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Το Αrbeitsgericht του Οldenburg υπέβαλε στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα με το οποίο ζητείται κατ' ουσίαν να προσδιοριστεί η επιρροή της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών επί νομοθετικής διατάξεως που αφορά ειδικά την εργασία με μειωμένο ωράριο.
2. Τα πραγματικά περιστατικά έχουν ως εξής: Η Rinner-Kuehn απασχολείται από τον Μάιο 1985 ως καθαρίστρια σε επιχείρηση καθαρισμού κτιρίων στο Delmenhorst (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας)? ο χρόνος απασχολήσεώς της ανέρχεται σε 10 ώρες εβδομαδιαίως. Στις 16 Ιανουαρίου 1988 ζήτησε την εξακολούθηση της καταβολής του μισθού της για τις 8 ώρες κατά τις οποίες δεν εργάστηκε λόγω ασθενείας. Ο εργοδότης της αρνήθηκε, επικαλούμενος το γερμανικό νόμο περί εξακολουθήσεως καταβολής του μισθού (στο εξής: LohnFG), κατά τον οποίο οι εργαζόμενοι με συνήθη χρόνο απασχολήσεως κατώτερο των 10 ωρών εβδομαδιαίως ή των 45 ωρών μηνιαίως δεν απολαύουν της εξακολουθούσας καταβολής μισθού σε περίπτωση ασθενείας.
3. Η Rinner-Kuehn ισχυρίστηκε ενώπιον του Αrbeitsgericht του Οldenburg που επελήφθη της διαφοράς ότι η διάταξη αυτή συνιστά δυσμενή διάκριση έναντι των γυναικών και είναι ασυμβίβαστη προς το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθόσον ο αριθμός των γυναικών που εργάζονται με μειωμένο ωράριο είναι πολύ υψηλότερος του των εργαζομένων ανδρών.
4. Το παραπέμπον δικαστήριο υπέβαλε συνεπώς στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα ως προς το αν ο LohnFG συμβιβάζεται με τις διατάξεις τόσο του άρθρου 119 της Συνθήκης όσο και της οδηγίας 75/117 του Συμβουλίου, της 10ης Φεβρουαρίου 1975 (στο εξής: η οδηγία) (1).
5. Το ζήτημα των εργαζομένων με μειωμένο ωράριο δεν ανακύπτει για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου. Θα έχω την ευκαιρία να επανέλθω στο σημείο αυτό. Καταρχάς πρέπει όμως να ασχοληθώ με την πρώτη δυσχέρεια που δεν διέφυγε της προσοχής της Επιτροπής, δηλαδή με το νομικό χαρακτηρισμό που πρέπει, ενδεχομένως, να αποδοθεί στο μισθό που καταβάλλεται σε περίπτωση ασθενείας, αναλόγως του αν αυτός συνιστά αμοιβή υπό την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ ή όχι.
6. Πράγματι, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 119, αφορά την αμοιβή υπό την έννοια του μισθού "και όλων των άλλων οφελών που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας".
7. Οπως υπογράμμισε το Δικαστήριο στην υπόθεση Defrenne III,
"αντίθετα από τις διατάξεις προγραμματικού, κατά βάση, χαρακτήρα των άρθρων 117 και 118, το άρθρο 119, που περιορίζεται στο πρόβλημα των διακρίσεων μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών σε θέματα μισθοδοσίας, συνιστά ειδικό κανόνα, η εφαρμογή του οποίου συνδέεται με συγκεκριμένα δεδομένα?
... υπό τις συνθήκες αυτές η εφαρμογή του εν λόγω άρθρου δεν μπορεί να επεκταθεί σε στοιχεία της σχέσεως εργασίας, πέραν αυτών που αναφέρονται ρητά στο άρθρο αυτό" (2).
Ο γενικός εισαγγελέας Capotorti ανέφερε εξάλλου στις προτάσεις του ότι η αμοιβή που περιλαμβάνεται μεταξύ των όρων εργασίας που αναφέρονται στα άρθρα 117 και 118, αποτελεί "εξάλλου" αντικείμενο του άρθρου 119. Το τελευταίο αυτό άρθρο έχει, επομένως, ιδιαίτερο πεδίο εφαρμογής (3).
8. Με την απόφαση Garland, το Δικαστήριο όρισε την έννοια της αμοιβής που περιλαμβάνει
"όλα τα οφέλη, σε χρήμα ή σε είδος, τωρινά ή μελλοντικά, αρκεί να καταβάλλονται, έστω και εμμέσως, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο λόγω της εργασίας του τελευταίου" (4).
9. Καλύπτεται από τον ορισμό αυτό ο μισθός που εξακολουθεί να καταβάλλεται σε περίπτωση ασθενείας;
10. Η νομολογία του Δικαστηρίου είναι πλουσιοτάτη όσον αφορά τις συντάξεις. Πράγματι, στην απόφαση Defrenne I το Δικαστήριο απέκλεισε από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119 τα από το νόμο προβλεπόμενα συστήματα συνταξιοδοτήσεως, αναφέροντας ότι η χρηματοοικονομική εισφορά των εργαζομένων, των εργοδοτών και, ενδεχομένως, των δημοσίων αρχών στα συστήματα αυτά
"τελεί σε συνάρτηση λιγότερο με τη σχέση εργασίας μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου, παρά με λόγους κοινωνικής πολιτικής" (5).
11. Ομοίως, με την απόφαση Νewstead το Δικαστήριο έκρινε ότι μια εισφορά σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα, το οποίο είναι υποχρεωτικό και υποκαθίσταται στο εκ του νόμου προβλεπόμενο σύστημα γενικής εφαρμογής, πρέπει να θεωρείται ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 118 της Συνθήκης και όχι σε εκείνο του άρθρου 119 (6).
12. Αντίθετα, με την απόφαση Βilka το Δικαστήριο χαρακτήρισε ως αμοιβή τις συντάξεις επιχειρήσεως που οφείλονται βάσει συμφωνίας μεταξύ του εργοδότη και του συμβουλίου της επιχειρήσεως (7).
13. Εξάλλου, με την απόφαση Worrinhgam και Ηumphreys το Δικαστήριο χαρακτήρισε ως αμοιβή τα ποσά του ακαθάριστου μισθού που αφαιρούνται αμέσως από τον εργοδότη για να καταβληθούν, για λογαριασμό του εργαζομένου, σε ταμείο συντάξεως στα πλαίσια συνταξιοδοτήσεως επί συμβατικής βάσεως (8).
14. Τέλος, με την απόφαση Liefting, το Δικαστήριο χαρακτήρισε ως αμοιβή τις εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως που οφείλονται από τους εργαζομένους και προσδιορίζουν άμεσα τον υπολογισμό άλλων οφελών, συνδεομένων με το μισθό, όπως οι αποζημιώσεις λόγω εξόδου από την υπηρεσία, τα επιδόματα ανεργίας, τα οικογενειακά επιδόματα και οι πιστωτικές διευκολύνσεις (9).
15. Εν προκειμένω, η καταβολή του μισθού σε περίπτωση ασθενείας βαρύνει τον εργοδότη. Βέβαια, μέρος του μισθού αυτού του επιστρέφεται από τα ταμεία ασφαλίσεως υγείας, η διάταξη όμως αυτή έχει περιορισμένη εφαρμογή, διότι αφορά μόνο τις επιχειρήσεις που απασχολούν λιγότερο από είκοσι άτομα. Εξάλλου, η υποχρέωση καταβολής του μισθού αυτού απορρέει από τη σχέση εργασίας, αφού μόνον οι εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει ορισμένο χρόνο απασχολήσεως εβδομαδιαίως ή μηνιαίως μπορούν να τύχουν του εν λόγω συστήματος. Το ύψος των παροχών τελεί εξάλλου σε απευθείας συνάρτηση προς τον συνήθως καταβαλλόμενο μισθό. Ετσι, αν ακολουθήσει κανείς και αντιστρέψει τη διατύπωση της αποφάσεως Defrenne I, η οικονομική συμβολή του εργοδότη τελεί περισσότερο σε συνάρτηση με τη σχέση εργασίας παρά με λόγους κοινωνικής πολιτικής. Θεωρώ ότι τα ανωτέρω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω παροχή πρέπει να χαρακτηριστεί ως αμοιβή κατά την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ.
16. Στη συνέχεια θα εξετάσω αν η εν λόγω νομοθετική διάταξη συνιστά ή όχι διάκριση.
17. Θα υπενθυμίσω, για να μην επανέλθω πλέον στη συνέχεια, ότι το προδικαστικό ερώτημα αφορά τόσο το άρθρο 119 της Συνθήκης όσο και την οδηγία 75/117. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου η οδηγία αυτή
"έχει ως προορισμό να διευκολύνει τη συγκεκριμένη υλοποίηση της αρχής της ίσης αμοιβής, η οποία περιέχεται στο άρθρο 119 και ουδαμώς επηρεάζει, επομένως, το περιεχόμενο και την εννοιολογική έκταση αυτής της αρχής, όπως ορίζεται στην τελευταία αυτή διάταξη" (10).
18. Για το λόγο αυτό θα περιορίσω τις παρατηρήσεις μου στο άρθρο 119, αφού η διαφορά ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου φαίνεται ότι μπορεί να επιλυθεί στο πλαίσιο της ερμηνείας του άρθρου αυτού και μόνο.
19. Οπως προανέφερα, τη νομολογία του Δικαστηρίου απασχόλησαν ήδη οι δυσχέρειες που προκλήθηκαν από την εργασία με μειωμένο ωράριο. Με την απόφαση Jenkins το Δικαστήριο έκρινε ότι
"το γεγονός ότι η εργασία με μειωμένο ωράριο αμείβεται με ωριαία βάση κατώτερη από την αμοιβή της εργασίας με πλήρες ωράριο δεν συνιστά, καθαυτό, διάκριση που απαγορεύεται από το άρθρο 119, αν αυτή η ωριαία αμοιβή εφαρμόζεται χωρίς διάκριση φύλου στους εργαζόμενους που ανήκουν στη μια ή στην άλλη από τις δύο αυτές κατηγορίες μισθωτών" (11).
Το Δικαστήριο προσέθεσε ότι αυτή η διαφορά αμοιβής δεν προσκρούει στην αρχή της ισότητας των αμοιβών, εφόσον εξηγείται "από την παρεμβολή παραγόντων που δικαιολογούνται αντικειμενικά και είναι ξένοι προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο", αλλ' ότι, "αντίθετα, αν διαπιστώνεται ότι σημαντικά μικρότερο ποσοστό θηλέων αντί αρρένων παρέχουν τον ελάχιστο αριθμό ωρών εργασίας κατά εβδομάδα ο οποίος απαιτείται για να μπορούν να αξιώσουν τον πλήρη ωριαίο μισθό, η ανισότητα αμοιβής αντίκειται στο άρθρο 119 της Συνθήκης, όταν δεν μπορεί να εξηγηθεί "από παράγοντες που αποκλείουν διάκριση βασιζόμενη στο φύλο" (12). Η εκτίμηση του τελευταίου αυτού ζητήματος αφέθηκε στον εθνικό δικαστή.
20. Με την απόφαση Βilka, το Δικαστήριο ακολούθησε την προγενέστερη νομολογία του, κρίνοντας ότι:
"αν τυχόν προκύπτει ότι το ποσοστό των γυναικών που εργάζονται με πλήρες ωράριο είναι σημαντικά χαμηλότερο από το αντίστοιχο ποσοστό των ανδρών, ο αποκλεισμός των εργαζομένων με μειωμένο ωράριο από το συνταξιοδοτικό σύστημα επιχειρήσεως αντιβαίνει προς το άρθρο 119 της Συνθήκης, όταν, ενόψει των δυσχερειών που συναντούν οι εργαζόμενες γυναίκες για να μπορούν να εργάζονται με πλήρες ωράριο, το μέτρο αυτό δεν μπορεί να εξηγηθεί βάσει παραγόντων που αποκλείουν διάκριση βασιζόμενη στο φύλο" (13).
21. Το Δικαστήριο προέβη εντούτοις στο σημείο αυτό σε αντιστροφή του βάρους αποδείξεως, κρίνοντας στο διατακτικό της αποφάσεως αυτής ότι:
"υπάρχει παράβαση του άρθρου 119 της Συνθήκης από εταιρία πολυκαταστημάτων που αποκλείει τους απασχολούμενους με μειωμένο ωράριο από το σύστημα συντάξεων επιχειρήσεως, όταν το μέτρο αυτό πλήττει πολύ υψηλότερο αριθμό γυναικών παρά ανδρών, εκτός αν η επιχείρηση αποδείξει ότι το μέτρο αυτό εξηγείται από παράγοντες που δικαιολογούνται αντικειμενικά και είναι ξένοι προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο" (14).
Και στην περίπτωση αυτή το Δικαστήριο άφησε στην κρίση του εθνικού δικαστή το ζήτημα αν οι λόγοι που προβάλλονταν για να δικαιολογήσουν το επίδικο μέτρο ήταν ξένοι προς κάθε διάκριση.
22. Η νομολογία του Δικαστηρίου παρέχει σχετικά ενδείξεις - διστάζω να τις χαρακτηρίσω οδηγίες - στον εθνικό δικαστή για να τον οδηγήσει στη λογικότερη λύση. Το Δικαστήριο απαιτεί έτσι τα επιλεγόμενα μέσα να ανταποκρίνονται σε πραγματική ανάγκη της επιχειρήσεως, να είναι πρόσφορα αλλά και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου στόχου (15).
23. Δεν αμφισβητείται εν προκειμένω ότι στα περισσότερα κράτη μέλη η εργασία με μειωμένο ωράριο πραγματοποιείται στις περισσότερες περιπτώσεις από πολύ μεγαλύτερο αριθμό εργαζομένων γυναικών παρά ανδρών. Τα στρογγυλοποιημένα ποσοστά για το έτος 1987 που προσκόμισε η Επιτροπή απαντώντας στην ερώτηση του Δικαστηρίου έχουν ως εξής:
- Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας: 89%
- Γαλλία 88%
- Ισπανία 86%
- Ηνωμένο Βασίλειο 85%
- Κάτω Χώρες 83%
- Ιταλία 62%
- Δανία 54%
24. Ασφαλώς, η δανική κυβέρνηση, παρεμβαίνουσα στην παρούσα δίκη υπογράμμισε τις ειδικές συνθήκες που επικρατούν στη Δανία. Επέμεινε, εξάλλου, στη δυσχέρεια που υφίσταται ως προς την κήρυξη νομοθετικής διατάξεως ως αντίθετης προς τη Συνθήκη για το μόνο λόγο ότι, στην πράξη, αφορά περισσότερο τις εργαζόμενες γυναίκες παρά τους εργαζόμενους άνδρες, καθόσον, αφενός, η κατάσταση μπορεί να εξελιχθεί από το ένα έτος στο άλλο και, αφετέρου, δεν είναι δυνατό το ίδιο μέτρο σε ένα κράτος να συμβιβάζεται προς τη Συνθήκη ενώ σε άλλο κράτος να είναι ασυμβίβαστο προς αυτή ή να είναι συγχρόνως συμβιβαστό και ασυμβίβαστο στο ίδιο κράτος, ανάλογα με τους τομείς της οικονομικής δραστηριότητας.
25. Η παρατήρηση αυτή με οδηγεί σε γενικότερες σκέψεις. Μπορεί η νομολογία του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Jenkins και Βilka να εφαρμοστεί στην παρούσα περίπτωση; Η Επιτροπή και η ενάγουσα της κύριας δίκης το θεωρούν αυτό ως δεδομένο. Ομολογώ ότι είμαι διστακτικότερος στο σημείο αυτό. Πράγματι, στην πρώτη από τις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις αυτές επρόκειτο για μισθοδοτική πρακτική επιχειρήσεως, ενώ στη δεύτερη για συνταξιοδοτικό σύστημα επί συμβατικής βάσεως που δημιουργήθηκε από όμιλο επιχειρήσεων. Σήμερα, αντίθετα, ενώπιον του Δικαστηρίου ανακύπτει το ζήτημα αν νομοθετική διάταξη είναι σύμφωνη προς τις αρχές του κοινοτικού δικαίου. Τίθεται, επομένως, το ερώτημα αν είναι δυνατό να αντιταχθεί σε διάταξη όχι πλέον συμβατικής φύσεως, αλλά κρατικής προελεύσεως ένα τεκμήριο ασυμβιβάστου, όπως το συναγόμενο από την απόφαση Βilka, το οποίο μπορεί να ανατραπεί μόνο αν αποδειχθεί ότι τα επίδικα μέτρα δικαιολογούνται από λόγους που μπορούν να θεωρηθούν ως "οικονομικοί λόγοι που δικαιολογούνται αντικειμενικά" (15).
26. Η εφαρμογή στο ακέραιο της νομολογίας αυτής στον εν λόγω τομέα θα οδηγούσε στην κήρυξη εθνικής νομοθετικής διατάξεως ως συμβιβαστής ή ασυμβίβαστης προς τη Συνθήκη, εφόσον συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις, ανάλογα με την αιτιολογία της διατάξεως αυτής και μόνο. Αυτό είναι άλλωστε το νόημα της ερωτήσεως του Δικαστηρίου προς τη γερμανική κυβέρνηση κατά την έγγραφη διαδικασία. Δεν υφίσταται κίνδυνος, ενόψει της ανάγκης της ασφάλειας του δικαίου, να εξαρτηθεί το συμβιβαστό εθνικής διατάξεως από τους λόγους που οδήγησαν στη θέσπισή της και μόνο; Η απάντηση της γερμανικής κυβερνήσεως δείχνει εξάλλου τις δυσχέρειες στις οποίες προσκρούει ενίοτε η διάγνωση της αιτιολογίας μιας νομοθετικής μεταρρυθμίσεως, προπάντων όταν αυτή ανάγεται σε πρωτοβουλία του κοινοβουλίου. Δεν θεωρώ φρόνιμο να κρίνω έτσι την τύχη ενός γενικού κανόνα σε συνάρτηση με υποκειμενικές σκέψεις σχετικές με τους περισσότερο ή λιγότερο βέβαιους, περισσότερο ή λιγότερο δεδηλωμένους λόγους που οδήγησαν στη θέσπισή του.
27. Στην υπόθεση Βilka, η Επιτροπή πρότεινε να γίνει διάκριση μεταξύ της προθέσεως διακριτικής μεταχειρίσεως και των αντίστοιχων αποτελεσμάτων του μέτρου, με σκοπό να οδηγήσει το Δικαστήριο να κρίνει ασυμβίβαστα όχι μόνο τα μέτρα που συνιστούν διάκριση εκ προθέσεως αλλά και τα μέτρα τα οποία, ελλείψει κάθε σχετικής αναφοράς, έχουν ως αποτέλεσμα μια τέτοια διάκριση. Το Δικαστήριο δεν απάντησε ρητά στο σημείο αυτό? φαίνεται όμως ότι η σκέψη 30 της αποφάσεως του Δικαστηρίου, κατά την οποία δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί παράβαση του άρθρου 119
"αν η επιχείρηση είναι σε θέση να αποδείξει ότι η μισθοδοτική της πρακτική μπορεί να εξηγηθεί από παράγοντες που δικαιολογούνται αντικειμενικά και είναι ξένοι προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο",
περιέχει σιωπηρή απόρριψη της διασταλτικής απόψεως της Επιτροπής.
28. Δεν μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί ασυμβίβαστο προς τη Συνθήκη ένα μέτρο μόνο και μόνο διότι συνεπάγεται διακρίσεις, εφόσον το μέτρο αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς παράγοντες και δεν ενέχει πρόθεση διακρίσεως.
29. Είναι άλλωστε ευκταίο να εφαρμόζει το Δικαστήριο τεκμήριο περί ασυμβιβάστου του εθνικού δικαίου λόγω του γεγονότος και μόνο ότι μια διάταξη του δικαίου αυτού πλήττει πολύ μεγαλύτερο αριθμό γυναικών απ' ό,τι ανδρών; Ενα τέτοιο τεκμήριο δικαιολογείται πλήρως προκειμένου για την πρακτική μιας επιχειρήσεως ή τη συμφωνία μεταξύ εργοδοτών, δηλαδή για κανόνες δικαίου με χαμηλή θέση στην ιεραρχία των νομικών κανόνων και, προπάντων, πολύ περιορισμένο πεδίο εφαρμογής. Δεν νομίζω ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο προκειμένου για νομοθετική διάταξη. Πράγματι, υφίσταται μια ουσιώδης διαφορά μεταξύ του εργοδότη, για τον οποίο η μισθοδοτική πολιτική συνιστά έναν από τους ζωτικότερης σημασίας τομείς της επιχειρήσεώς του και του νομοθέτη που ενεργεί χάριν του γενικού συμφέροντος και οφείλει να λάβει υπόψη του μεγάλο αριθμό κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών συνθηκών, μεταξύ των οποίων και την αναλογία μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών. Συνεπώς, μολονότι δικαιολογημένα μπορεί να συνάγει κανείς ότι μια επιχείρηση δεν μπορεί να αγνοεί την άνιση κατανομή των εργαζομένων ανδρών και γυναικών σε ορισμένες θέσεις της και, επομένως, να εφαρμόζει ένα τεκμήριο ασυμβιβάστου έναντι ενός μισθοδοτικού μέτρου της, αυτό δεν συμβαίνει με τον εθνικό νομοθέτη που υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του έναν αρκετά μεγάλο αριθμό δεδομένων και έναντι του οποίου δεν μπορεί να προβληθεί το τεκμήριο της διακριτικής μεταχειρίσεως. Οι περισσότερες δυσχέρειες που επισημάνθηκαν σχετικά με την ανασφάλεια δικαίου στο σημείο αυτό θα αποφεύγονταν, αν το Δικαστήριο δεν προέβαινε σε αντιστροφή του βάρους αποδείξεως στον εν λόγω τομέα.
30. Κατά την προφορική διαδικασία η Επιτροπή ανέφερε κατά τα λοιπά την πρότασή της προς το Συμβούλιο για έκδοση οδηγίας σχετικά με το βάρος της αποδείξεως στον τομέα της ισότητας των αμοιβών και της ίσης μεταχείρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών (16). Το άρθρο 3 της προτάσεως αυτής ορίζει ότι "στις περιπτώσεις που ένα πρόσωπο ... προσκομίζει ενώπιον δικαστηρίου ... στοιχεία από τα οποία συνάγεται τεκμήριο για την ύπαρξη διακρίσεως, ο εναγόμενος πρέπει να αποδείξει τη μη παραβίαση της αρχής της ισότητας". Κατά την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού, "τεκμήριο διακρίσεως υπάρχει εφόσον ο ενάγων αποδείξει ένα πραγματικό περιστατικό ή σειρά πραγματικών περιστατικών, τα οποία, εάν δεν αντικρουστούν, ισοδυναμούν με άμεση ή έμμεση διάκριση". Δεν πρόκειται να ερμηνεύσω τις διατάξεις αυτής της προτάσεως οδηγίας, θεωρώ όμως ότι μεταξύ των περιστατικών που στοιχειοθετούν ένα τεκμήριο αριθμεί και το προφανώς δυσανάλογο ποσοστό των εργαζομένων ανδρών και γυναικών που θίγονται από το επίμαχο μέτρο. Μολονότι η Επιτροπή προέτεινε διά του τεκμηρίου αυτού την αναστροφή του βάρους της αποδείξεως με οδηγία, το ισχύον κοινοτικό δίκαιο ασφαλώς δεν προβλέπει την ύπαρξη τέτοιου μηχανισμού. Θεωρώ, επομένως, ότι το Δικαστήριο, τελειοποιώντας τη νομολογία του, χωρίς να τη μεταβάλει, θα μπορούσε να κρίνει ότι μία νομοθετική διάταξη που θίγει στην πράξη πολύ υψηλότερο αριθμό γυναικών απ' ό,τι ανδρών συμβιβάζεται προς το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ, εκτός αν αποδειχθεί ότι το εν λόγω μέτρο εξυπηρετεί σκοπούς που δεν είναι ξένοι προς κάθε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο, αφήνοντας στον εθνικό δικαστή να εκτιμήσει το τελευταίο αυτό ζήτημα, βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που θα του προσκομίσουν οι διάδικοι, και να συναγάγει τα αναγκαία συμπεράσματα.
31. Εν προκειμένω, όσον αφορά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η πρώτη προϋπόθεση που απαιτείται από τη νομολογία του Δικαστηρίου ως προς την ύπαρξη σημαντικής δυσαναλογίας μεταξύ εργαζομένων γυναικών και ανδρών είναι δεδομένη, αφού το 89% των εργαζομένων με μειωμένο ωράριο στο εν λόγω κράτος είναι γυναίκες.
32. Οσον αφορά το δεύτερο ζήτημα, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου στον εθνικό δικαστή απόκειται να προσδιορίσει αν η επίδικη διάταξη εξυπηρετεί ή όχι σκοπούς που δεν είναι ξένοι προς κάθε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο.
33. Δυνάμει του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 119 της Συνθήκης, το οποίο είχε αναγνωριστεί από το Δικαστήριο, εφόσον οι διακρίσεις μπορούν να διαπιστωθούν με τη βοήθεια των κριτηρίων της όμοιας εργασίας και της ισότητας των αμοιβών και μόνο, χωρίς, για την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων, να είναι αναγκαία κοινοτικά ή εθνικά μέτρα που να τα προσδιορίζουν ειδικότερα (17), ο εθνικός δικαστής νομιμοποιείται να εφαρμόσει το εθνικό δίκαιο σύμφωνα με τις επιταγές του κοινοτικού δικαίου και, κατά περίπτωση, να μη εφαρμόσει τους αντίθετους εθνικούς κανόνες (18).
34. Στο συγγενή τομέα της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, το Δικαστήριο έκρινε ομοίως ότι:
"Στην περίπτωση που το εθνικό δικαστήριο, μόνο αρμόδιο για να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά και για να ερμηνεύσει την εθνική νομοθεσία, διαπιστώσει ότι προσαυξήσεις ... είναι ικανές να επιτύχουν το στόχο ... και είναι απαραίτητες γι' αυτό το σκοπό, το γεγονός ότι αυτών των προσαυξήσεων επωφελείται αριθμός σαφώς μεγαλύτερος εγγάμων ανδρών παρά εγγάμων γυναικών δεν επαρκεί για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η χορήγηση τέτοιων προσαυξήσεων συνεπάγεται παράβαση της οδηγίας. " (19)
35. Προτείνω να δοθεί ταυτόσημη απάντηση στο υπό κρίση προδικαστικό ερώτημα.
36. Συμπερασματικά προτείνω επομένως να αποφανθεί το Δικαστήριο ως εξής:
"Νομοθετική διάταξη που αποκλείει τους απασχολουμένους με μειωμένο ωράριο από την εξακολούθηση της καταβολής του μισθού σε περίπτωση ασθενείας, όταν η διάταξη αυτή θίγει πολύ μεγαλύτερο αριθμό γυναικών απ' ό,τι ανδρών, συμβιβάζεται προς το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ, εκτός αν αποδειχθεί ενώπιον του εθνικού δικαστή ότι η διάταξη αυτή εξυπηρετεί σκοπούς που δεν είναι ξένοι προς κάθε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
(1)
Περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 42)
(2) Υπόθεση 149/77, απόφαση της 15ης Ιουνίου 1978, Rec. 1978, σ. 1365, σκέψεις 19 και 20.
(3) Υπόθεση 149/77, Rec. 1978, σ. 1381.
(4) Υπόθεση 12/81, απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1982, Συλλογή 1982, σ. 359, σκέψη 5.
(5) Υπόθεση 80/70, απόφαση της 25ης Μαΐου 1971, Rec. 1971, σ. 445, σκέψη 8.
(6) Υπόθεση 192/85, απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1987, Συλλογή 1987, σ. 4753, σκέψη 15.
(7) Υπόθεση 170/84, απόφαση της 13ης Μαΐου 1986, Συλλογή 1986, σ. 1607, σκέψεις 20, 21 και 22.
(8) Υπόθεση 69/80, απόφαση της 11ης Μαρτίου 1981, Συλλογή 1981, σ. 767, σκέψη 15.
(9) Υπόθεση 23/83, απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 1984, Συλλογή 1984, σ. 3225, σκέψεις 12 και 13.
(10) Υπόθεση 192/85, όπ.π., σκέψη 20? βλέπε επίσης υπόθεση 96/80, Jenkins, απόφαση της 31ης Μαρτίου 1981, Συλλογή 1981, σ. 911, σκέψη 22.
(11) Υπόθεση 96/80, όπ.π. σκέψη 10, υπογράμμιση δική μου.
(12) Οπ.π., σκέψη 11 και 13.
(13) Υπόθεση 170/84, όπ.π. σκέψη 29.
(14) Οπ.π., διατακτικό, η υπογράμμιση δική μου.
(15) Οπ.π., σκέψη 36.
(15) Οπ.π., σκέψη 36.
(16) ΕΕ C 176 της 5.7.1988, σ. 5.
(17) Υπόθεση 96/80, όπ.π., σκέψη 17? υπόθεση 43/75, Defrenne II, απόφαση της 8ης Απριλίου 1976, Rec. 1976, σ. 455, σκέψη 18? υπόθεση 129/79, Μacarthys, απόφαση της 27ης Μαρτίου 1980, Rec. 1980, σ. 1275, σκέψη 10? υπόθεση 69/80, Woringham και Ηumphreys, όπ.π. σκέψη 23.
(18) Υπόθεση 157/86, Μurphy, απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 1988, Συλλογή 1988, σ. 673, σκέψη 11.
(19) Υπόθεση 30/85, Τeuling, απόφαση της 11ης Ιουνίου 1987, Συλλογή 1987, σ. 2497, σκέψη 18.
Full & Egal Universal Law Academy