ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
WALTER VAN GERVEN
της 13ης Δεκεμβρίου 1989 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι αικαατές,
1.
Η παρούσα αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το High Court του Λονδίνου οδηγεί το Δικαστήριο να εξετάσει εκ νέου τις λεπτομέρειες εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς επί της παραγωγής γάλακτος που θέσπισε το Συμβούλιο για να αποκαταστήσει την ισορροπία στον γαλακτοκομικό τομέα. Η εισφορά αυτή θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 856/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984 ( 1 ), με την παρεμβολή του άρθρου 5γ στον βασικό κανονισμό ( ΕΟΚ ) 804/68 ( 2 ). Ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984 ( 3 ), καθόρισε τους γενικούς κανόνες για την εφαρμογή της εισφοράς.
Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά το σύστημα της εισφοράς που εφαρμόζεται στους παραγωγούς οι οποίοι πωλούν γάλα ή γαλακτοκομικά προϊόντα απευθείας στην κατανάλωση. Το σύστημα αυτό δεν εξετάστηκε ακόμη μέχρι σήμερα από το Δικαστήριο. To High Court επιθυμεί συγκεκριμένα να διευκρινιστεί αν:
« πρέπει η ποσότητα αναφοράς που χορηγείται σε παραγωγό γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων ... να υπολογίζεται με βάση το σύνολο των απευθείας πωλήσεων του παραγωγού κατά το σχετικό ημερολογιακό έτος ή με βάση μόνον τις κατά την εν λόγω περίοδο απευθείας πωλήσεις του παραγωγού γάλακτος δικής του παραγωγής; » Τοποθέτηση του προβλήματος
2.
Το σύστημα της συμπληρωματικής εισφοράς προβαίνει σε διάκριση μεταξύ δύο κατηγοριών παραγωγών γάλακτος ή άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων. Η πρώτη κατηγορία — η οποία είναι και η σημαντικότερη — είναι εκείνη των παραγωγών που παραδίδουν την παραγωγή τους σε επιχείρηση ή σε οργανισμό που αγοράζει το γάλα ή άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα προκειμένου να τα επεξεργαστεί ή να τα μεταποιήσει ( στη συνέχεια των υπό ανάπτυξη προτάσεων θα γίνεται λόγος για παραδόσεις στις γαλακτοβιομηχανίες). Οσον αφορά την κατηγορία αυτή παραγωγών, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να εφαρμόσουν την εισφορά σύμφωνα με μια από τις εξής εναλλακτικές λύσεις (βλέπε άρθρο 5γ, παράγραφος 1, του κανονισμού 804/68). Η εναλλακτική λύση Α συνίσταται στη χορήγηση σε κάθε παραγωγό γάλακτος ποσότητας αναφοράς η οποία καθορίζεται βάσει των ποσοτήτων γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που παρέδωσε σε γαλακτοβιομηχανία κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς. Όταν οι παραδοθείσες ποσότητες υπερβαίνουν την ποσότητα αναφοράς, επιβάλλεται στον παραγωγό συμπληρωματική εισφορά επί της υπερβάσεως αυτής. Η εναλλακτική λύση Β, την οποία επέλεξε το Ηνωμένο Βασίλειο, συνίσταται στη χορήγηση σε κάθε γαλακτοκομία ποσότητας αναφοράς η οποία καθορίζεται βάσει των ποσοτήτων γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που παρέδωσαν οι συνεργαζόμενοι μ' αυτήν παραγωγοί κατά τη διάρκεια συγκεκριμένης περιόδου αναφοράς. Όταν οι παραδοθείσες ποσότητες υπερβαίνουν την εν λόγω ποσότητα αναφοράς, η γαλακτοβιομηχανία υποχρεούται να καταβάλει συμπληρωματική εισφορά επί της υπερβάσεως αυτής, νοουμένου ότι η εισφορά μετακυλίεται επί εκείνων των παραγωγών οι οποίοι αύξησαν τις παραδόσεις τους, κατ' αναλογία της συμβολής τους στην υπέρβαση της ποσότητας αναφοράς της γαλακτοβιομηχανίας.
3.
Η δεύτερη κατηγορία — στην οποία ανήκει η εταιρία Hall & Sons ( Dairy Farmers ) Ltd (στο εξής: Hall) — είναι η κατηγορία των παραγωγών που πωλούν το γάλα ή άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα απευθείας στην κατανάλωση. Οι παραγωγοί της κατηγορίας αυτής μπορούν επίσης να υπόκεινται στη συμπληρωματική εισφορά επί των ποσοτήτων που πώλησαν και οι οποίες υπερβαίνουν την ποσότητα αναφοράς που τους χορηγήθηκε ( βλέπε άρθρο 5γ, παράγραφος 2, του κανονισμού 804/68). Το άρθρο 6 του κανονισμού 857/84 περιλαμβάνει ορισμένο αριθμό διατάξεων που διέπουν την εφαρμογή του συστήματος εισφοράς της κατηγορίας αυτής παραγωγών. Η παράγραφος 1 καθορίζει τους κανόνες που επιτρέπουν να καθοριστεί η ποσότητα αναφοράς η οποία χορηγείται σε κάθε παραγωγό που πωλεί τα προϊόντα του απευθείας στην κατανάλωση:
« Σε κάθε παραγωγό γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων, που αναφέρεται στο άρθρο 5γ, παράγραφος 2, του κανονισμού 804/68, χορηγείται ποσότητα αναφοράς που αντιστοιχεί στις άμεσες πωλήσεις τις οποίες αυτός πραγματοποίησε κατά το ημερολογιακό έτος 1981, αυξανόμενες κατά 1 %. »
Η παράγραφος 2 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να μεριμνούν ώστε οι ποσότητες αναφοράς που χορηγούν δεν υπερβαίνουν ορισμένη καθοριζόμενη συνολική ποσότητα ( 4 ). Η παράγραφος 3 ορίζει ότι ορισμένα άρθρα του κανονισμού 857/84 που αναφέρονται στην πρώτη κατηγορία παραγωγών εφαρμόζονται επίσης στους παραγωγούς που αναφέρονται στο άρθρο 6 σύμφωνα με τους κανόνες που θα καθοριστούν κατά την ορισμένη διαδικασία. Πρόκειται για τα άρθρα 3 και 4 ( τα οποία παρέχουν στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να προσαρμόσουν τις ατομικές ποσότητες αναφοράς προκειμένου να ληφθεί υπόψη η ειδική κατάσταση ορισμένων παραγωγών ) καθώς και το άρθρο 7 ( το οποίο ρυθμίζει τη μεταφορά των ποσοτήτων αναφοράς σε περίπτωση πωλήσεως, εκμισθώσεως ή κληρονομικής διαδοχής μιας εκμεταλλεύσεως). Τέλος, το άρθρο 12 του κανονισμού 857/84 περιλαμβάνει ορισμένους ορισμούς. Στο στοιχείο η ), καθορίζει την έννοια του « γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που πωλούνται άμεσα στην κατανάλωση » ως εξής:
« το γάλα ή τα γαλακτοκομικά προϊόντα που μεταποιούνται σε ισοδύναμο γάλακτος και πωλούνται χωρίς τη μεσολάβηση επιχείρησης που επεξεργάζεται ή μεταποιεί γάλα ».
4.
Το άρθρο 6 του κανονισμού 857/84 τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 590/85 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 1985 ( 5 ). Ο κανονισμός αυτός εκδόθηκε αφού οι αρμόδιες αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου είχαν χορηγήσει στην Hall την ποσότητα αναφοράς που αυτή αμφισβητεί. Συνεπώς, φαίνεται ότι η ερμηνεία που ζητεί το High Court αφορά την αρχική διατύπωση του άρθρου 6 του κανονισμού 857/84 και όχι τη διατύπωση του άρθρου αυτού όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 590/85. Εξάλλου, οι τροποποιήσεις που έγιναν με τον τελευταίο αυτό κανονισμό δεν έχουν, κατά την άποψη μου, την ελάχιστη επίπτωση επί του ζητήματος ερμηνείας που τίθεται στο Δικαστήριο.
5.
Ο ορισμός που μόλις προηγουμένως ανέφερα της εννοίας του « γάλακτος που πωλείται απευθείας στην κατανάλωση » δεν ορίζει ρητά την καταγωγή του πωλουμένου γάλακτος. Ειδικότερα, η διάταξη αυτή δεν ορίζει με σαφείς όρους ότι το πωλούμενο γάλα πρέπει να έχει παραχθεί στην εκμετάλλευση του γαλακτοπαραγωγού, δηλαδή από τα ζώα του. Οι άλλες διατάξεις που διέπουν τη συμπληρωματική εισφορά και, ειδικότερα, το άρθρο 6 του κανονισμού 857/84, το οποίο ρυθμίζει τον τρόπο υπολογισμού της χορηγητέας ατομικής ποσότητας αναφοράς, δεν διευκρινίζουν ούτε αυτά κατά τρόπο ρητό ότι η εν λόγω ποσότητα αναφοράς χορηγείται βάσει της ίδιας γαλακτοκομικής παραγωγής. Η αίτηση ερμηνείας που υπέβαλε το High Court αποβλέπει ακριβώς στο να διευκρινιστεί το ζήτημα αν, για τη χορήγηση ποσότητας αναφοράς σε παραγωγό ο οποίος πωλεί γάλα απευθείας στην κατανάλωση, πρέπει να ληφθεί αποκλειστικά υπόψη η ίδια παραγωγή της εκμεταλλεύσεως του παραγωγού (όπως έκρινε το Dairy Produce Quota Tribunal for England and Wales κατά την εκδίκαση της ουσιαστικής διαφοράς, άποψη που συμμερίζεται το Ηνωμένο Βασίλειο και η Επιτροπή, όπως προκύπτει από τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν στο πλαίσιο της προδικαστικής διαδικασίας) ή αν πρέπει ( όπως ισχυρίζεται η Hall ) να ληφθούν υπόψη όλες οι απευθείας πωλήσεις στις οποίες προβαίνει ο παραγωγός, περιλαμβανομένων και των πωλήσεων των ποσοτήτων γάλακτος που αγόρασε από τρίτους.
6.
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση εκτίθενται λεπτομερέστερα το κανονιστικό πλαίσιο και τα επίμαχα περιστατικά στη διαφορά της κύριας δίκης, η εξέλιξη της δίκης και οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται στις επόμενες σελίδες παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Εκτίμηση
7.
Η άποψη της Hall ισοδυναμεί ουσιαστικά με το ότι, δεδομένου ότι καμιά διάταξη δεν διευκρινίζει σαφώς ότι το γάλα που πωλείται απευθείας στην κατανάλωση πρέπει να έχει παραχθεί στην εκμετάλλευση του παραγωγού, το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η ποσότητα αναφοράς που χορηγείται σε κάθε παραγωγό αντιστοιχεί στο ovvoL των απευθείας πωλήσεων του στην κατανάλωση, περιλαμβανομένων και των πωλήσεων των ποσοτήτων γάλακτος που αγόρασε από τρίτους.
Δεν νομίζω ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, δεν επιδέχεται καμιά άλλη ερμηνεία. Η διάταξη αυτή ορίζει σαφώς ότι πρέπει να πρόκειται για παραγωγό ο οποίος πωλεί απευθείας στην κατανάλωση. Από τη συνδυασμένη ανάγνωση του ορισμού της έννοιας « παραγωγός » που περιλαμβάνεται στο άρθρο 12, στοιχείο γ ), του κανονισμού 857/84 και του ορισμού της έννοιας « εκμετάλλευση » του άρθρου 12, στοιχείο δ), προκύπτει ότι παραγωγός είναι ο κάτοχος γεωργικής εκμεταλλεύσεως που διαχειρίζεται ένα σύνολο μονάδων (γαλακτοκομικής) παραγωγής. Η γραμματική ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 1, υπό την έννοια ότι η απονεμηθείσα ποσότητα αναφοράς σε παραγωγό του χορηγήθηκε βάσει της παραγωγής που αυτός πώλησε απευθείας ως παραγωγός μου φαίνεται, επομένως, ότι επιβάλλεται εξίσου, αν όχι περισσότερο, από την ερμηνεία κατά την οποία η ποσότητα αναφοράς καθορίζεται βάσει των πωλήσεων στις οποίες ο παραγωγός παρενέβη όχι ως παραγωγός, αλλά αποκλειστικά ως διαμεσολαβητής.
8.
Κατ' εμέ, η άποψη της Hall δεν ευσταθεί εφόσον ληφθούν υπόψη όχι μόνον οι όροι, αλλά και ο σκοπός και η οικονομία των διατάξεων σχετικά με τη συμπληρωματική εισφορά.
Το άρθρο 5γ, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 804/68 ορίζει ως εξής τον στόχο της συμπληρωματικής εισφοράς που θεσπίζει:
« Η εισφορά αυτή έχει σαν στόχο τον έλεγχο της αύξησης της γαλακτοπαραγωγής, καθιστώντας συγχρόνως δυνατές τις αναγκαίες διαρθρωτικές εξελίξεις και προσαρμογές, λαμβάνοντας υπόψη την ποικιλία των καταστάσεων που επικρατούν στα κράτη μέλη, στις περιοχές ή στις ζώνες συγκέντρωσης της Κοινότητας. »
Με την απόφαση που εξέδωσε στις 17 Μαΐου 1988, στην υπόθεση Erpelding ( 6 ), το Δικαστήριο καθόρισε τον στόχο του θεσπισθέντος συστήματος ως εξής:
«... το σύστημα της συμπληρωματικής εισφοράς αποβλέπει στην αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ προσφοράς και ζητήσεως στην αγορά γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων όπου σημειώνονται διαρθρωτικά πλεονάσματα, μέσω του περιορισμού της γαλακτοκομικής παραγωγής. Επομένως το μέτρο αυτό εντάσσεται στο πλαίσιο των επιμέρους στόχων της ορθολογικής ανάπτυξης της γαλακτοκομικής παραγωγής και του στόχου της διατήρησης δίκαιου βιοτικού επιπέδου για τον γεωργικό πληθυσμό καθόσον συμβάλλει στη σταθεροποίηση του εισοδήματος του πληθυσμού αυτού » ( σκέψη 26 ).
9.
Για την πραγματοποίηση του περιγραφόμενου πιο πάνω στόχου, το Συμβούλιο επέλεξε ένα σύστημα στο οποίο οι ποσότητες αναφοράς (κοινώς αποκαλούμενες ποσοστώσεις παραγωγής} χορηγούνται στους κατ' ιδίαν παραγωγούς ή στα γαλακτοκομεία τους. Η συμπληρωματική εισφορά οφείλεται σε περίπτωση υπερβάσεως των εν λόγω ποσοτήτων αναφοράς. Η φύση της επιλεγείσας μεθόδου, καθώς και ο στόχος που επιδιώκεται με τη μέθοδο αυτή συνεπάγονται ότι οι ποσότητες αναφοράς καθορίζονται βάσει των στοιχείων της πρωτογενούς αγοράς της γαλακτοκομικής παραγωγής και όχι βάσει των στοιχείων της δευτερογενούς αγοράς όπου το παραγόμενο γάλα διατίθεται στο εμπόριο. Υπό την οπτική αυτή — παράλληλα με την κανονιστική ρύθμιση που διέπει τις παραδόσεις στα γαλακτοκομεία — το Συμβούλιο επεξεργάστηκε το σύστημα για την απευθείας πώληση στην κατανάλωση το οποίο αφορά αποκλειστικά την πρωτογενή γαλακτοκομική παραγωγή.
Ο ακρογωνιαίος λίθος του συστήματος αυτού είναι η υποχρέωση για τα κράτη μέλη να μην υπερβούν ορισμένη συνολική ποσότητα καθορισθείσα για κάθε κράτος μέλος όταν προβαίνουν στη χορήγηση των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς ( 7 ). Αυτό το ανώτατο απόλυτο όριο καθορίστηκε αυξάνοντας κατά 1 % την ποσότητα αναφοράς που αντιστοιχούσε στο ημερολογιακό έτος 1981 ( 8 ). Μολονότι η εν λόγω ολική ποσότητα αναφοράς δεν καθορίστηκε κατά τρόπο περισσότερο ακριβή, η φύση και ο στόχος της συμπληρωματικής εισφοράς, καθώς και οι αριθμοί που αναφέρονται στο παράρτημα του κανονισμού 857/84 δείχνουν ότι το ανώτατο αυτό όριο καθορίστηκε αφού λήφθηκε υπόψη η ολική παρα-χθείαα ποσότητα από το σύνολο των ενδιαφερόμενων παραγωγών που πωλήθηκε απευθείας στην κατανάλωση το 1981. Εντός των ορίων αυτής της εθνικής ποσότητας αναφοράς, χορηγείται σε κάθε παραγωγό ατομική ποσότητα αναφοράς η οποία, καταρχήν, αντιστοιχεί επίσης στους αριθμούς του έτους 1981, αυξανόμενους κατά 1 % ( 9 ).
Επιπροσθέτως, μπορεί να παρατηρηθεί ότι οι άλλες διατάξεις του κανονισμού 857/84 είναι συνάρτηση της παραγωγής γάλακτος. Υπενθυμίζω ότι τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να προσαρμόσουν τις ατομικές ποσότητες αναφοράς για να λάβουν υπόψη την ειδική κατάσταση ορισμένων παραγωγών. Έτσι, οι παραγωγοί οι οποίοι εντάχθηκαν σε σχέδιο αναπτύξεως της γαλακτοκομικής παραγωγής μπορούν να επιτύχουν ειδική ή συμπληρωματική ποσόστωση αναφοράς ( 10 ). Για τους παραγωγούς, των οποίων η γαλακτοκομική παραγωγή, κατά το έτος αναφοράς που λαμβάνεται υπόψη, έχει επηρεαστεί αισθητά από εξαιρετικά γεγονότα, μπορεί να ληφθεί υπόψη άλλο έτος αναφοράς ( 11 ). Προκειμένου να επιτευχθεί η αναδιάρθρωση της γαλακτοκομικής παραγωγής, τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ορισμένους ειδικούς κανόνες που να προβλέπουν, ιδίως, τη χορήγηση αποζημιώσεως στους παραγωγούς οι οποίοι αναλαμβάνουν την υποχρέωση να εγκαταλείψουν οριστικά την παραγωγή γάλακτος ( 12 ).
10.
Οι όροι που χρησιμοποιούνται στην υπό εξέταση κανονιστική ρύθμιση, ο σκοπός που επιδιώκεται μ' αυτήν, καθώς και η γενική της οικονομία με οδηγούν, επομένως, στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η ποσότητα αναφοράς χορηγείται στον παραγωγό βάσει της ποσότητας γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϊόντων που πώλησε απευθείας στην κατανάλωση κατά τη διάρκεια του οικείου έτους αναφοράς και που προέρχονται από γάλα παραγόμενο από τα ζώα της δικής του εκμεταλλεύσεως.
11.
Κατά την άποψη μου, η ερμηνεία που προτείνει η Hall δεν συμβιβάζεται με τον στόχο και την οικονομία του θεσπισθέντος συστήματος. Όπως αναγνωρίζει η ίδια η Hall με τις παρατηρήσεις της που κατέθεσε στο Δικαστήριο, η ερμηνεία που προτείνει έχει ως συνέπεια ότι η ίδια ποσότητα παραχθέντος γάλακτος μπορεί να ληφθεί υπόψη δύο φορές — ή και περισσότερες, κατά την άποψη μου — για τη χορήγηση της ατομικής ποσότητας αναφοράς. Μια τέτοια ερμηνεία θα πρόσφερε στον παραγωγό τη δυνατότητα να δημιουργεί συμπληρωματικές ποσότητες αναφοράς μέσω πράξεων αγοράς και πωλήσεως, πράγμα που είναι ήδη ασυμβίβαστο καθεαυτό με τον σκοπό του συστήματος αυτού, ο οποίος συνίσταται στον περιορισμό της παραγωγής.
Επιπλέον, πρέπει να ληφθεί υπόψη η υποχρέωση των κρατών μελών να μην υπερβαίνουν την εθνική ποσότητα αναφοράς όταν προβαίνουν στη χορήγηση των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς. Όπως έχω ήδη αναφέρει προηγουμένως, αυτή η εθνική ποσότητα αναφοράς καθορίστηκε βάσει του συνόλου των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς του ημερολογιακού έτους 1981 ή, ακριβέστερον, βάσει της ολικής ποσότητας παραχθέντος γάλακτος στην εκμετάλλευση των παραγωγών το οποίο πωλήθηκε απ' αυτούς απευθείας στην κατανάλωση κατά το έτος 1981. Το να λαμβάνεται δύο φορές υπόψη η ποσότητα αυτή, όπως προκύπτει από την ερμηνεία που προτείνει η Hall, θα έχει ως συνέπεια ότι στους παραγωγούς οι οποίοι πωλούν αποκλειστικά τη δική τους παραγωγή γάλακτος ( δηλαδή η μεγάλη πλειοψηφία των παραγωγών που πωλούν την παραγωγή τους απευθείας στην κατανάλωση) θα έπρεπε να χορηγηθούν μικρότερες ατομικές ποσότητες αναφοράς, ώστε να μην παρατηρηθεί υπέρβαση της εθνικής ποσότητας ανα^ φοράς. Επομένως, η ερμηνεία που υποστηρίζει η Hall θα ευνοούσε τη διαμεσολαβητική δραστηριότητα εις βάρος της καθαρά γεωργικής δραστηριότητας που είναι η κτηνοτροφία. Συνεπώς, μια τέτοια ερμηνεία μου φαίνεται ασυμβίβαστη και προς τους κοινωνικούς στόχους της κοινής γεωργικής πολιτικής.
12.
Τέλος, ας μου επιτραπεί να αναφέρω ότι, στο καθεστώς που εφαρμόζεται στους παραγωγούς οι οποίοι παραδίδουν την παραγωγή τους στα γαλακτοκομεία, δεν απαντώνται ρητές διατάξεις που να διευκρινίζουν ότι η ατομική ποσότητα αναφοράς καθορίζεται βάσει της δικής τους παραγωγής. Η ερμηνεία που προτείνει η Hall θα είχε, επομένως, όχι μόνο επίπτωση στον τομέα των απευθείας πωλήσεων στην κατανάλωση, της οποίας η σημασία είναι μικρότερη σε απόλυτους αριθμούς, αλλά θα μπορούσε επίσης να διαταράξει το σύνολο του τομέα εξουδετερώνοντας το σύστημα ελέγχου της γαλακτοκομικής παραγωγής.
Συμπέρασμα
13.
Για τους λόγους που μόλις προηγουμένως εξέθεσα, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα ως εξής:
« Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι σε κάθε παραγωγό γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων που προβλέπεται στο άρθρο 5γ, παράγραφος 2, του κανονισμού 804/68, χορηγείται ποσότητα αναφοράς υπολογιζόμενη βάσει της ποσότητας του γάλακτος ή των γαλακτοκομικών προϊόντων που ο παραγωγός πώλησε απευθείας στην κατανάλωση κατά τη διάρκεια του οικείου έτους αναφοράς και η οποία παρήχθη από τα ζώα της δικής του εκμεταλλεύσεως. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
( 1 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 856/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων ( ΕΕ L 90, σ. 10).
( 2 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82 ).
( 3 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων ( ΕΕ L 90, σ. 13 ).
( 4 ) Για το Ηνωμένο Βασίλειο, η συνολική αυτή ποσότητα ανέρχεται σε 187000 τόνους ( βλέπε το παράρτημα του κανονισμού 857/84 ). Προς σύγκριση, η συνολική ποσότητα που χορηγήθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο για το πρώτο έτος εφαρμογής της εισφοράς, όσον αφορά τις παραδόσεις στις γαλακτοβιομηχανίες, ανέρχεται σε 15698000 τόνους ( βλέπε άρθρο 5γ, παράγραφος 3, του κανονισμού 804/68 ).
( 5 ) Κανονισμός 590/85 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 1985, για την τροποποίηση του κανονισμού 857/84 περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων ( ΕΕ L 68, σ. 1 ).
( 6 ) Απόφαση της 17ης Matou 1988, Erpelding ( 84/87, Συλλογή 1988, α 2647 ).
( 7 ) Άρθρο 6, παράγραφος 2, και παράρτημα του κανονισμού 857/84.
( 8 ) Βλέπε πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 857/84.
( 9 ) Αρθρο 6, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 857/84.
( 10 ) Άρθρο 3, παράγραφος 1, και άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β ), του κανονισμού 857/84.
( 11 ) Άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 857/84.
( 12 ) Άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α), του κανονισμού 857/84.
Full & Egal Universal Law Academy