ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JEAN MISCHO
της 9ης Οκτωβρίου 1990 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Η προσφυγή την οποία άσκησε η Επιτροπή κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας έχει ως αντικείμενο να αναγνωρισθεί ότι, παραλείποντας να ανακοινώσει, εντός των προβλεπομένων προθεσμιών, ορισμένες πληροφορίες σχετικά με τις ποσότητες και τις τιμές των ιχθύων, είτε έχουν αλιευθεί από τα ελληνικά αλιευτικά πλοία είτε έχουν εισαχθεί από τρίτες χώρες, η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 3, το άρθρο 15, παράγραφος 2 και το άρθρο 21, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3796/81 του Συμβουλίου, της 29ης Δεκεμβρίου 1981, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των προϊόντων αλιείας (ΕΕ L 379, σ. 1, στο εξής: βασικός κανονισμός), καθώς και από ορισμένες διατάξεις των κανονισμών εκτελέσεως (ΕΟΚ) 3191/82 και (ΕΟΚ) 3598/83 της Επιτροπής. Όσον αφορά το κανονιστικό πλαίσιο, παραπέμπω στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
2.
Η Ελληνική Δημοκρατία, παρόλο ότι τονίζει την προοδευτική βελτίωση της διαβιβάσεως των πληροφοριών στην Επιτροπή, αναγνωρίζει ότι κατά τη διάρκεια της περιόδου πριν από την άσκηση της προσφυγής, δεν απέστειλε στην Επιτροπή πληροφορίες ανταποκρινόμενες, από την άποψη του περιεχομένου τους, της μορφής τους και της περιοδικότητας τους, στις απαιτήσεις της κοινοτικής ρυθμίσεως.
3.
Εντούτοις, με το υπόμνημα αντικρούσεως της η Ελληνική Δημοκρατία κάλεσε την Επιτροπή « να αναλογιστεί κατά πόσο είναι σκόπιμο να επιβαρύνει το ήδη εξαιρετικά βεβαρυμένο πινάκιο του Δικαστηρίου με υποθέσεις, όπως συμβαίνει με την εν λόγω υπόθεση, που δεν έχουν νομική βαρύτητα αλλά πραγματικό περιεχόμενο ».
4.
Εντούτοις, ως προς αυτό επιβάλλεται να διαπιστωθεί ότι οι εν λόγω πληροφορίες είναι αναγκαίες ενόψει του προσήκοντος καθορισμού των τιμών προσανατολισμού, των τιμών αναγωγής και των τιμών ελεύθερο στα σύνορα οι οποίες, από την πλευρά τους, διαδραματίζουν ουσιώδη ρόλο στο πλαίσιο των διαφόρων μέτρων στηρίξεως της αγοράς που μπορούν να ληφθούν προκειμένου να προστατευτούν τα συμφέροντα των αλιέων της Κοινότητας.
5.
Επιπλέον, κατά πάγια νομολογία η Επιτροπή σταθμίζει αυτή μόνη τη σκοπιμότητα της ασκήσεως, ενώπιον του Δικαστηρίου, των προσφυγών λόγω παραβάσεως ( 1 ).
6.
Η Ελληνική Δημοκρατία εξηγεί ότι προσέκρουσε σε διαρθρωτικές δυσχέρειες κατά την οργάνωση των υπηρεσιών της που την παρεμπόδισαν να εκπληρώσει ορθώς όλες της τις υποχρεώσεις.
7.
Ασφαλώς, μπορεί να υπάρξει κατανόηση για το γεγονός ότι ένα νέο κράτος μέλος μπορεί να αντιμετωπίσει δυσκολίες κατά τη συμμόρφωση του προς τις απαιτήσεις μιας κοινοτικής ρυθμίσεως περί επιβολής πολύ επαχθών διοικητικών επιβαρύνσεων και χωρίς αμφιβολία υπερβολικά επαχθών, όπως το απέδειξε η θέσπιση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1106/90 της Επιτροπής, της 18ης Απριλίου 1990 ( 2 ), με τον οποίο μετριάστηκαν, με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 1991, οι υποχρεώσεις των κρατών μελών σε σχέση προς αυτές που προκύπτουν από τον κανονισμό 3598/83.
8.
Εντούτοις, γεγονός είναι ότι το κείμενο του κανονισμού περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της αλιείας, για το οποίο πρόκειται εδώ, και οι σχετικοί με αυτόν κανονισμοί εκτελέσεως θεσπίστηκαν μετά την προσχώρηση της Ελλάδας, η οποία άρχισε να έχει αποτελέσματα από την 1η Ιανουαρίου 1981. Επιπλέον, η Επιτροπή κίνησε μόλις στις 7 Οκτωβρίου 1986, με την αποστολή του εγγράφου οχλήσεως, τη διαδικασία παραβάσεως, η οποία κατέληξε στην παρούσα προσφυγή. Η εν λόγω προσφυγή ασκήθηκε μόλις στις 21 Ιουλίου 1988. Με αυτόν τον τρόπο, η Ελληνική Δημοκρατία είχε στη διάθεση της σημαντικό χρονικό διάστημα για την πραγματοποίηση των αναγκαίων διοικητικών διαρθρώσεων και δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι είχε μία στάση που « δεν συμβιβάζεται με την αρχή της συνεργασίας που πρέπει να διέπει τις σχέσεις των κρατών μελών με τα κοινοτικά όργανα » ( στο τέλος της σ. 3 του υπομνήματος αντικρούσεως ).
9.
Οπωσδήποτε, καθόσον χρόνον το κύρος και το εφαρμοστέο των διατάξεων που έχει αναφέρει η Επιτροπή δεν αμφισβητούνται, και αυτό συμβαίνει εν προκειμένω, το Δικαστήριο υποχρεούται να λαμβάνει γνώση των υποχρεώσεων που αυτές επιβάλλουν και να αναγνωρίζει ότι αυτές δεν έχουν τηρηθεί.
10.
Επομένως, πρέπει να προτείνω στο Δικαστήριο να εφαρμόσει την πάγια νομολογία του, κατά την οποία:
« κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής του έννομης τάξης για να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που απορρέουν από τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου » ( 3 ).
11.
Πολύ πρόσφατα ακόμη, το Δικαστήριο έδωσε την ίδια απάντηση σε παρόμοιο επιχείρημα, με την απόφαση της 14ης Ιουνίου 1990, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας ( C-48/89, Συλλογή 1990, σ. I-2425 ), όπου η καθής είχε, όπως εν προκειμένω, προβάλει τις δυσχέρειες εφαρμογής της πράξεως που της επέβαλε την ανακοίνωση ορισμένων πληροφοριών στην Επιτροπή. Η νομολογία αυτή επικυρώνει προηγούμενες αποφάσεις του Δικαστηρίου από τις οποίες προκύπτει ότι:
« δυσκολίες εφαρμογής που εφαρμόζονται στο στάδιο της εκτελέσεως μιας κοινοτικής πράξεως δεν θα μπορούσαν να επιτρέψουν σε κράτος μέλος να αποφύγει μονομερώς την τήρηση των υποχρεώσεων του » ( 4 ).
12.
Καταλήγοντας, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι, παραλείποντας να ανακοινώσει, εντός των προβλεπομένων προθεσμιών, ορισμένες πληροφορίες στον τομέα της αλιείας, η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 3, το άρθρο 15, παράγραφος 2 και άρθρο 21, παράγραφος 3, του κανονισμού ( ΕΟΚ) 3796/81 του Συμβουλίου, από το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3191/82 της Επιτροπής και από τα άρθρα 1 έως 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3598/83 της Επιτροπής και να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Βλ., ιδίως, την απόφαση της 21ης Ιουνίου 1988, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκέψη 9 (416/85, Συλλογή 1988, σ. 3127).
( 2 ) Κανονισμός σχετικά με τις ανακοινώσεις που αναφέρονται στην κοινή οργάνωση αγορών στον τομέα των προϊόντων αλιείας (EEL 111, σ. 50).
( 3 ) Βλ., ιδίως, την απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1984, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας (254/83, Συλλογή 1984, α 3395).
( 4 ) Βλ., ιδίως, την απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1979, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου ( 128/78, Rec. 1979, α 419 ), και την απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1973, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας (39/72, Rec. 1973, σ. 101).
Full & Egal Universal Law Academy