ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΊΑ
GIUSEPPE TESAURO
της 12ης Οκτωβρίου 1989 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Το Bundesfinanzhof ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων ( 1 ), ώστε να μπορέσει να εκδώσει απόφαση επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν του μεταξύ της εταιρίας Malt GmbH (στο εξής: προσφεύγουσα) και του Hauptzollamt ( Κεντρικού Τελωνείου ) του Düsseldorf ( στο εξής: Hauptzollamt).
2.
Τα πραγματικά περιστατικά τα οποία οδήγησαν στη διαφορά της κύριας δίκης είναι, εν συντομία, τα εξής.
Το φθινόπωρο του 1981η προσφεύγουσα εισήγαγε στην Κοινότητα βόειο κρέας από την Αργεντινή, χωρίς καταβολή εισφοράς λόγω εισαγωγής, στο πλαίσιο κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως που είχε ανοιχτεί, όσον αφορά τα βόεια κρέατα υψηλής ποιότητας, βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 217/81 του Συμβουλίου ( 2 ). Για να απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής της εισφοράς, η προσφεύγουσα προσκόμισε, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 263/81 της Επιτροπής ( 3 ), πιστοποιητικό γνησιότητας του εισαγόμενου κρέατος.
Κατά την εισαγωγή η προσφεύγουσα δήλωσε ως δασμολογητέα αξία την τιμή που αναφερόταν στο τιμολόγιο, χωρίς να συμπεριλάβει τα έξοδα στα οποία είχε υποβληθεί για την απόκτηση των πιστοποιητικών γνησιότητας.
Αντίθετα το Hauptzollamt, προκειμένου να υπολογίσει τη δασμολογητέα αξία, συμπεριέλαβε τα έξοδα αυτά στην τιμή του τιμολογίου.
Τόσο η διοικητική ένσταση την οποία υπέβαλε η προσφεύγουσα, όσο και η προσφυγή της απορρίφθηκαν. Η προσφεύγουσα άσκησε στη συνέχεια αναίρεση (Revision) ενώπιον του Bundesfinanzhof, ισχυριζόμενη ιδίως ότι τα σχετικά με το πιστοποιητικό έξοδα δεν αποτελούν μέρος της τιμής πωλήσεως του εμπορεύματος, η οποία αποτελεί αντικείμενο προηγουμένης και χωριστής διαπραγματεύσεως.
3.
Με Διάταξη της 26ης Μαΐου 1988, το Bundesfinanzhof υπέβαλε στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
'Εχει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 218 ), και συγκεκριμένα το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 3, στοιχείο α, την έννοια ότι κατά την εκτίμηση της δασμολογικής αξίας βοείου κρέατος Αργεντινής το οποίο τέθηκε σε ελεύθερη κυκλοφορία το 1981 ατελώς, στο πλαίσιο μιας κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως, πρέπει στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή (συναλλακτική αξία) να συνυπολογιστούν και τα ποσά που καταβλήθηκαν πέραν της τιμής του εμπορεύματος στον πωλητή για τα πιστοποιητικά γνησιότητας που ήταν αναγκαία για να ισχύσουν οι ευεργετικές διατάξεις της ρυθμίσεως περί ποσοστώσεως;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 1 :
έχει ο προαναφερθείς κανονισμός, και συγκεκριμένα το άρθρο 3, παράγραφος 4, στοιχείο β, την έννοια ότι τα ποσά που καταβλήθηκαν για τα πιστοποιητικά πρέπει να αντιμετωπίζονται, για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας, όπως ακριβώς οι επιβαρύνσεις που καταβάλλονται στην Κοινότητα λόγω της εισαγωγής;
3
) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 2:
έχει ο προαναφερθείς κανονισμός, και συγκεκριμένα το άρθρο 3, παράγραφος 4, την έννοια ότι, εφόσον στο τιμολόγιο αναγράφεται ένα συνολικό ποσό για το εμπόρευμα και για τα πιστοποιητικά, αλλά εμφαίνεται σαφώς και το ύψος των ποσών που καταβλήθηκαν για τα πιστοποιητικά αυτά, πληρούται η προϋπόθεση ότι τα ποσά αυτά πρέπει να διακρίνονται από την πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εισαγόμενα εμπορεύματα τιμή; »
4.
Το νομικό πλαίσιο. Κατόπιν των υποχρεώσεων που ανέλαβε η Κοινότητα στο πλαίσιο της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου ( στο εξής: GATT), το Συμβούλιο εξέδωσε στις 20 Ιανουαρίου 1981 τον κανονισμό 217/81, περί ανοίγματος κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως βοείων κρεάτων υψηλής ποιότητος, νωπών, διατηρημένων δι' απλής ψύξεως ή κατεψυγμένων, για 21000 συνολικά τόνους.
Ο προαναφερθείς κανονισμός προέβλεπε τη θέσπιση ενός συστήματος χρησιμοποιήσεως της κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως, το οποίο βασιζόταν στην επίδειξη ενός πιστοποιητικού γνησιότητας που να βεβαιώνει τη φύση, την προέλευση και την καταγωγή των προϊόντων, τούτο δε για να εξασφαλιστεί ιδίως η υπό ίσους όρους συνεχής πρόσβαση όλων των ενδιαφερομένων εισαγωγέων της Κοινότητας στην ποσόστωση αυτή και η χωρίς διακοπή επιβολή του προβλεπόμενου για την ποσόστωση δασμολογικού συντελεστή για όλες τις εισαγωγές των εν λόγω προϊόντων σε όλα τα κράτη μέλη μέχρις εξαντλήσεως της ποσοστώσεως ( 4 ).
Ο τρόπος εφαρμογής του κανονισμού 217/81 καθορίστηκε με τον κανονισμό 263/81 της Επιτροπής, της 21ης Ιανουαρίου 1981. Αυτός ο τελευταίος κανονισμός προέβλεπε ιδίως ότι η πλήρης αναστολή της καταβολής της εισφοράς κατά την εισαγωγή των εν λόγω κρεάτων εξαρτάτο από την επίδειξη, κατά τη θέση τους σε ελεύθερη κυκλοφορία, ενός πιστοποιητικού γνησιότητας που να βεβαιώνει την καταγωγή και την ποιότητα των κρεάτων και υπό την προϋπόθεση ότι το πιστοποιητικό αυτό είχε συμπληρωθεί και θεωρηθεί από έναν από τους οργανισμούς οι οποίοι αναφέρονταν σε παράρτημα του κανονισμού.
Στην πράξη τα πιστοποιητικά χορηγούνται και κατανέμονται μεταξύ των σφαγείων από τις εθνικές αρχές των οικείων τρίτων χωρών, σύμφωνα με τις διαδικασίες τις οποίες θεσπίζουν οι ίδιες.
Έτσι, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, σε κάθε σφαγείο στην Αργεντινή παραχωρείται μία ποσόστωση, η μεταφορά της οποίας σε άλλο σφαγείο δεν επιτρέπεται, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει σε άλλα κράτη.
Εντούτοις γίνονται μεταφορές εμμέσως, υπό την έννοια ότι ένα σφαγείο που έχει μεν ζώα προς σφαγή, αλλά έχει εξαντλήσει την ποσόστωση του, αναθέτει τη σφαγή σε ένα άλλο σφαγείο, το οποίο έχει διαθέσιμη ποσόστωση. Αυτό το τελευταίο αναλαμβάνει συγχρόνως τη χορήγηση του πιστοποιητικού γνησιότητας, για το οποίο του καταβάλλεται το αναλογούν τίμημα.
Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί τη νομιμότητα αυτής της πρακτικής σε σχέση με τις εφαρμοστέες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου.
5.
Η διάταξη την οποία καλείται να ερμηνεύσει το Δικαστήριο, δηλαδή το άρθρο 3 του κανονισμού 1224/80, εντάσσεται σε ένα εντελώς διαφορετικό νομικό πλαίσιο.
Εκδίδοντας τον προαναφερθέντα κανονισμό, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων, ο οποίος έχει ως στόχο να προωθήσει το παγκόσμιο εμπόριο καθιερώνοντας ένα σύστημα τελωνειακής εκτιμήσεως δίκαιο, ομοιόμορφο και ουδέτερο, το οποίο να αποκλείει τη χρησιμοποίηση αυθαιρέτων ή πλασματικών δασμολογητέων αξιών ( 5 ), το Συμβούλιο εφάρμοσε στην πραγματικότητα τη συμφωνία περί εφαρμογής του άρθρου VII της GATT ( 6 ), η οποία εγκρίθηκε, εν ονόματι της Κοινότητας, με την απόφαση 80/271/ΕΟΚ, της 10ης Δεκεμβρίου 1979, περί της συνάψεως των πολυμερών συμφωνιών που προκύπτουν από τις εμπορικές διαπραγματεύσεις των ετών 1973-1979 ( 7 ).
Η εν λόγω συμφωνία, η οποία θεσπίζει ένα σύνολο διατάξεων για τη διευκόλυνση των διεθνών συναλλαγών και την αποφυγή της παρεμποδίσεώς τους λόγω της εφαρμογής διαφορετικών μεθόδων τελωνειακής εκτιμήσεως, καθιερώνει ως βάση της εκτιμήσεως αυτής τη συναλλακτική αξία των εμπορευμάτων.
Πράγματι, το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1224/80 ορίζει ότι η δασμολογητέα αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων είναι η συναλλακτική αξία, δηλαδή η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή, όταν πωλούνται προς εξαγωγή με προορισμό το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητος.
Το άρθρο 3, παράγραφος 3, στοιχείο α, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3193/80 ( 8 ), ορίζει τα εξής:
« Η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή είναι η συνολική πληρωμή που έγινε ή πρόκειται να γίνει από τον αγοραστή προς τον πωλητή, ή υπέρ του πωλητού, για τα εισαγόμενα εμπορεύματα, περιλαμβάνει δε όλα τα ποσά που καταβάλλει ή πρέπει να καταβάλει ο αγοραστής σε έναν τρίτο προς εκπλήρωση υποχρεώσεως του πωλητή και των οποίων η καταβολή αποτελεί προϋπόθεση για πώληση των εισαγομένων εμπορευμάτων. Η πληρωμή δεν είναι αναγκαίο να γίνει σε χρήμα. Μπορεί να γίνει με πιστωτική επιστολή ή διαπραγματεύσιμους τίτλους και να πραγματοποιηθεί άμεσα ή έμμεσα. »
6.
Το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί επί μιας υποθέσεως ανάλογης προς αυτήν που μας απασχολεί.
Αναφορικά με τα έξοδα για την απόκτηση ποσοστώσεως εξαγωγής, το Δικαστήριο έκρινε μεταξύ άλλων ότι:
« τα έξοδα ποσόστωσης, που απαιτούνται για την απόκτηση ποσοστώσεων εξαγωγής, δεν αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων που εισάγονται στην Κοινότητα, κατά την έννοια των διατάξεων του κανονισμού 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 3193/80 του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1980» ( 9 ).
Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό υπογραμμίζοντας ότι το σύστημα των αδειών εξαγωγής και εισαγωγής αποτελεί τμήμα του κοινοτικού συστήματος χορήγησης αδειών και ποσοτικών περιορισμών των εισαγωγών εντός της Κοινότητας υφαντουργικών προϊόντων από τρίτες χώρες και ότι η κανονιστική αυτή ρύθμιση, η οποία προσβλέπει μόνο στον έλεγχο των εισαγόμενων ποσοτήτων υφαντουργικών προϊόντων από ορισμένες τρίτες χώρες, έχει στόχο εντελώς διαφορετικό από τον στόχο του κανονισμού 1224/80, ο οποίος αποσκοπεί στη θέσπιση ενός δίκαιου, ομοιόμορφου και ουδέτερου συστήματος για τον υπολογισμό της δασμολογητέας αξίας κατά την εφαρμογή του κοινού δασμολογίου. Ο τελευταίος αυτός κανονισμός πρέπει επομένως να ερμηνεύεται χωρίς αναδρομή στην κανονιστική ρύθμιση περί του συστήματος αδειών εξαγωγής και εισαγωγής ( 10 ).
7.
Εντούτοις, κατά την άποψη της Επιτροπής, η αναλογία μεταξύ της υπό κρίση περιπτώσεως και της προαναφερθείσας υποθέσεως Ospig είναι φαινομενική μόνο, διότι το πιστοποιητικό γνησιότητας έχει μία σημαντική διαφορά από το πιστοποιητικό εξαγωγής το οποίο απαιτείται στο πλαίσιο του συστήματος που ισχύει για τα υφαντουργικά προϊόντα.
Πράγματι, το πιστοποιητικό εξαγωγής αναφέρεται όχι σε συγκεκριμένα εμπορεύματα, αλλά σε μια συγκεκριμένη κατηγορία. Το εμπόρευμα και το πιστοποιητικό μπορούν να αποκτώνται χωριστά, και μάλιστα από διαφορετική πηγή το καθένα, ενώ είναι επίσης δυνατόν, όπως έγινε στην υπόθεση Ospig, το πιστοποιητικό να δίδεται συγχρόνως από τον πωλητή.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, στο πλαίσιο των εισαγωγών βοείου κρέατος υψηλής ποιότητας, η απόκτηση του εμπορεύματος δεν μπορεί να διαχωριστεί από την απόκτηση του πιστοποιητικού γνησιότητας, αφού το τελευταίο αφορά ένα συγκεκριμένο εμπόρευμα. Από τη διατύπωση του πιστοποιητικού ( « Ο υπογεγραμμένος πιστοποιώ ότι το βόειο κρέας που περιγράφεται στο παρόν πιστοποιητικό ανταποκρίνεται στους ορισμούς που εμφαίνονται στην πίσω σελίδα » ) προκύπτει ότι είναι αδύνατη η χορήγηση ενός τέτοιου πιστοποιητικού χωρίς να έχει γίνει προηγουμένως έλεγχος των βοοειδών που προορίζονται προς σφαγή, ώστε να εξακριβωθεί η ορθότητα των στοιχείων που αναφέρονται στο πιστοποιητικό σχετικά με την εκτροφή, την τροφή τους κ.λπ.
Συνεπώς, αφού το πιστοποιητικό αφορά ένα εμπόρευμα προς το οποίο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο, τα σχετικά έξοδα πρέπει να θεωρούνται ως μέρος της τιμής πωλήσεως και της συναλλακτικής αξίας: κατά τη γνώμη της Επιτροπής, τα καταβαλλόμενα για το πιστοποιητικό ποσά είναι πληρωμές που πραγματοποιούνται για το εμπόρευμα, έστω και αν αναφέρονται χωριστά στο τιμολόγιο.
8.
Πρέπει να ομολογήσω ευθύς εξαρχής ότι δεν θεωρώ πειστικά τα επιχειρήματα αυτά.
Προτού προβώ σε εμπεριστατωμένη εξέταση των αναλογιών και των διαφορών που υφίστανται μεταξύ της υπό κρίση υποθέσεως και της υποθέσεως Ospig, θεωρώ ότι είναι απαραίτητο να καθοριστεί η ratio της προαναφερθείσας αποφάσεως. Αυτή η ratio πρέπει να αναζητηθεί, κατά την άποψη μου, στην ανάγκη να αποφεύγεται το ενδεχόμενο ο συνυπολογισμός στη δασμολογητέα αξία των εξόδων αγοράς των αδειών εξαγωγής, η λειτουργία των οποίων συνίσταται αποκλειστικά στον έλεγχο των ποσοτήτων των υφαντουργικών προϊόντων που εισάγονται από ορισμένες τρίτες χώρες, να προκαλεί αύξηση των εισαγωγικών δασμών και επομένως να επιτείνει τον προστατευτισμό, καταλήγοντας έτσι σε αποτέλεσμα αντίθετο προς το σκοπό που επιδιώκεται με τον κανονισμό 1224/80, περί της δασμολογητέας αξίας, δηλαδή την ανάπτυξη του διεθνούς εμπορίου.
Όμως νομίζω ότι είναι αναμφισβήτητο ότι το σύστημα περί του ανοίγματος και της χρησιμοποιήσεως της δασμολογικής ποσοστώσεως βοείων κρεάτων, κατ' αναλογία προς το κοινοτικό σύστημα παροχής αδειών και ποσοτικού περιορισμού των εισαγωγών στην Κοινότητα υφαντουργικών προϊόντων, αποβλέπει κατά τον έλεγχο των εισαγωγών σε έναν εντελώς διαφορετικό στόχο από ό,τι οι διατάξεις περί καθορισμού της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων και ότι, από την άποψη αυτή, την οποία ακριβώς δέχτηκε το Δικαστήριο στην υπόθεση Ospig, οι δύο υποθέσεις δεν διαφέρουν.
9.
Υπάρχει άλλωστε και ένα άλλο στοιχείο το οποίο πρέπει να ληφθεί υπόψη. Πράγματι, μετά από προσεκτικότερη ανάλυση διαπιστώνεται ότι η καταβαλλόμενη για το πιστοποιητικό τιμή δεν αποτελεί το τίμημα για το εμπόρευμα, αλλά πληρωμή για την κτήση του δικαιώματος εισαγωγής του εμπορεύματος στην Κοινότητα χωρίς καταβολή εισφοράς.
Θεωρητικά το εν λόγω εμπόρευμα θα μπορούσε ασφαλώς να εισαχθεί στην Κοινότητα ακόμα και χωρίς το πιστοποιητικό αυτό. Στην περίπτωση αυτή βέβαια το εμπόρευμα δεν θα περιλαμβανόταν στη δασμολογική ποσόστωση που έχει παραχωρήσει η Κοινότητα και ο εισαγωγέας θα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει τη σχετική εισφορά.
Με άλλα λόγια, το τίμημα για τη χορήγηση του πιστοποιητικού δεν αποτελεί καταβολή η οποία είναι προϋπόθεση για την πώληση του εμπορεύματος, αλλά το αντάλλαγμα που καταβάλλεται για την υπαγωγή σε μια ιδιαίτερη έννομη κατάσταση αναφορικά με τις κοινοτικές δασμολογικές διατάξεις.
Η ορθότητα της απόψεως αυτής επιβεβαιώνεται επιπλέον από το γεγονός ότι η τιμή του πιστοποιητικού γνησιότητας όχι μόνο αναφέρεται χωριστά στο τιμολόγιο, αλλά αποτελεί πράγματι αντικείμενο χωριστής διαπραγματεύσεως, τα κριτήρια δε βάσει των οποίων διαμορφώνεται και οι διακυμάνσεις στις οποίες υπόκειται δεν εξαρτώνται από την αγοραία τιμή των κρεάτων.
10.
Εξάλλου, νομίζω ότι το στοιχείο ότι μεταξύ του εν λόγω πιστοποιητικού και του εισαγομένου κρέατος υφίσταται πολύ πιο στενός δεσμός από ό,τι μεταξύ των αδειών εξαγωγής και των αντίστοιχων υφαντουργικών προϊόντων δεν μπορεί να επηρεάσει τα δεδομένα του προβλήματος.
Πράγματι, η στενή σχέση που υφίσταται μεταξύ του πιστοποιητικού γνησιότητας και του κρέατος το οποίο συνοδεύει προκύπτει από το σύστημα που θεσπίστηκε με τους κανονισμούς 217/81 και 263/81, βάσει των οποίων η προνομιακή μεταχείριση που απορρέει από το άνοιγμα της δασμολογικής ποσοστώσεως αφορά μόνο το βόειο κρέας υψηλής ποιότητας.
Η λειτουργία του εν λόγω πιστοποιητικού είναι ακριβώς η βεβαίωση του ότι το συγκεκριμένο κρέας ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές που θέτουν οι κοινοτικές διατάξεις, νομίζω δε ότι από αυτό δεν μπορεί να συναχθεί ότι η τιμή του πιστοποιητικού αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της δασμολογητέας αξίας των εισαγομένων εμπορευμάτων.
11.
Κατόπιν των προηγουμένων παρατηρήσεων, προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στο ερώτημα που του υπέβαλε το Bundesfinanzhof:
« Τα ποσά που έχουν καταβληθεί στον πωλητή για τα πιστοποιητικά γνησιότητας τα οποία απαιτούνται για την εφαρμογή των ευεργετικών διατάξεων της περί ποσοστώσεων κοινοτικής ρυθμίσεως δεν αποτελούν μέρος της δασμολογητέας αξίας των εισαγόμενων στην Κοινότητα εμπορευμάτων κατά την έννοια των διατάξεων του κανονισμού 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
( 1 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 02/08, σ. 218.
( 2 ) EE L 38, a. 1.
( 3 ) EE L 27, σ. 52.
( 4 ) Βλ. τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΟΚ) 217/81.
( 5 ) Βλ. την έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80.
( 6 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 11/019, σ. 110.
( 7 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 11/019, σ. 3.
( 8 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 02/010.
( 9 ) Βλ. απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1984, Ospig, σκέψη 18 ( 7/83, Συλλογή 1984, σ. 609).
( 10 ) Βλ. προαναφερθείσα απόφαση, σκέψεις 13 και 14.
Full & Egal Universal Law Academy