ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 23ης Νοεμβρίου 1989 ( *1 )
Κύριε πρόεορε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Το προδικαστικό ερώτημα το οποίο υπέβαλε το γαλλικό cour de cassation, ζητώντας τον καθορισμό των ορίων της νομολογίας του Δικαστηρίου επί ζητημάτων διεθνούς δικαιοδοσίας, οδηγεί το Δικαστήριο στη διευκρίνιση του περιεχομένου της αποφάσεως του Mines de potasse d'Alsace ( 1 ), σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 5, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών ( 2 ) (στο εξής: η Σύμβαση), για την οποία σχεδόν ομόφωνα έχει υπογραμμίσει η θεωρία ότι αποτελεί απόφαση αρχής ( 3 ).
2.
Νομίζω ότι δεν χρειάζεται να εκθέσω διά μακρών τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης. Δύο γαλλικές εταιρίες, η Sceper και η Tracoba, στα δικαιώματα των οποίων έχουν υποκατασταθεί οι εταιρίες Dumez France και Oth Infrastructure, συνέστησαν θυγατρικές στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας για την ανέγερση ενός κτιρίου. Τον Ιούνιο του 1973 οι γερμανικές τράπεζες που επρόκειτο να χορηγήσουν τις πιστώσεις στο γερμανό εργολάβο (οι Hessische Landesbank, Gebrüder Röchling Bank και Lübecker Hypothekenbank) αποφάσισαν να καταγγείλουν τις συμβάσεις περί χορηγήσεως των πιστώσεων. Ο εργολάβος κηρύχθηκε σε πτώχευση, όπως και οι δύο γερμανικές θυγατρικές των εταιριών Sceper και Tracoba. Οι δύο γαλλικές εταιρίες ενήγαγαν τις γερμανικές τράπεζες με βάση την ευθύνη εξ αδικοπραξίας ενώπιον του tribunal de commerce του Παρισιού. Οι εναγόμενες, οι οποίες θεωρούσαν ότι η ζημία την οποία υπέστησαν οι εταιρίες Sceper και Tracoba επήλθε στη Γερμανία και όχι στο Παρίσι, όπου εδρεύουν, προέβαλαν ένσταση αναρμοδιότητας. Η ένσταση έγινε δεκτή από το tribūnai de commerce με απόφαση της 14ης Μαΐου 1985, την οποία επιβεβαίωσε το cour d'appel του Παρισιού στις 13 Δεκεμβρίου 1985. Οι εταιρίες Dumez και Tracoba άσκησαν αναίρεση, υποστηρίζοντας ότι η ζημία τους επήλθε στο Παρίσι, στον τόπο όπου έχουν την έδρα τους και στον οποίο διαπίστωσαν τις οικονομικές απώλειες που υπέστησαν λόγω της πτωχεύσεως των θυγατρικών τους.
3.
Τότε το cour de cassation υπέβαλε στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα, με το οποίο ερωτάται στην ουσία εάν τα έμμεσα θύματα της ζημίας μπορούν να επικαλεστούν την απόφαση Mines de potasse d'Alsace, όπου κρίθηκε ότι ο ενάγων που ασκεί αγωγή με βάση την ευθύνη εξ αδικοπραξίας έχει δικαίωμα επιλογής μεταξύ του δικαστηρίου του τόπου του ζημιογόνου γεγονότος και του τόπου όπου επήλθε η ζημία, πράγμα το οποίο θα επέτρεπε στα θύματα αυτά, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, κατά το παραπέμπον δικαστήριο, να προσφύγουν ενώπιον του δικαστηρίου της κατοικίας τους.
4.
Το ερώτημα αυτό έχει, κατά τη γνώμη μου, δύο πλευρές. Πράγματι, δεν νομίζω ότι η εφαρμογή στις έμμεσες ζημίες της λύσεως που συνάγεται από την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου οδηγεί αναγκαστικά στην αναγνώριση στα θύματα των ζημιών αυτών της δυνατότητας να προσφύγουν ενώπιον του δικαστηρίου της κατοικίας τους. Με άλλα λόγια, πρέπει άραγε να θεωρηθεί ότι ο τόπος όπου επέρχεται η ζημία σε βάρος του εμμέσως ζημιωθέντος είναι ο τόπος της κατοικίας του; Προς απάντηση του ερωτήματος αυτού, αφού εξετάσω, αν η λύση που συνάγεται από την απόφαση Mines de potasse d'Alsace πρέπει ή όχι να ισχύσει και στην περίπτωση έμμεσης ζημίας, θα αναλύσω το διάφορο ζήτημα του καθορισμού του τόπου όπου επέρχεται η ζημία του εμμέσως ζημιωθέντος.
5.
Όσον αφορά την πρώτη πλευρά του ζητήματος αυτού, τονίζω εξαρχής ότι, κατά την άποψη μου, από κανένα στοιχείο της αποφάσεως αυτής δεν μπορεί να συναχθεί ότι αποκλείεται η εφαρμογή έναντι των εμμέσως ζημιωθέντων της λύσεως που έγινε δεκτή σ' αυτή την απόφαση. Αντιθέτως, το Δικαστήριο έκρινε ότι:
« Ο καθορισμός ενός δικαστηρίου ως αποκλειστικώς αρμοδίου δεν είναι επιθυμητός, καθόσον μάλιστα με την ευρεία διατύπωση του το άρθρο 5, σημείο 3, καλύπτει μεγάλη ποικιλία ειδών ευθύνης » ( 4 ).
6.
Εξάλλου, η επιστήμη σχημάτισε τη γνώμη ότι η απόφαση αυτή τυγχάνει γενικής εφαρμογής.
7.
Στη Γαλλία ο Droz υπογραμμίζει στα σχόλια του ότι η παροχή στον ενάγοντα της δυνατότητας επιλογής μεταξύ συναρμοδίων δικαστηρίων δημιουργεί τον κίνδυνο πολλαπλασιασμού των δικαστηρίων που έχουν διεθνή δικαιοδοσία προς εκδίκαση υποθέσεων τροχαίων ατυχημάτων, όπου δεν είναι σπάνια η ύπαρξη «δευτερευόντων» θυμάτων ( 5 ). Την ίδια γνώμη έχει και o Bourel, ο οποίος όμως θεωρεί ότι το πρόβλημα που σημειώνει o Droz μπορεί να λυθεί με βάση τις διατάξεις περί συνάφειας τις οποίες προβλέπει η ίδια η Σύμβαση ( 6 ). Ο Huet συμμερίζεται αυτή την τελευταία άποψη επικρίνοντας τη μη θέσπιση, στο σύστημα της Συμβάσεως μιας γενικής δωσιδικίας με βάση τη συνάφεια ( 7 ).
8.
Οι σχολιαστές στο Ηνωμένο Βασίλειο έχουν επίσης θεωρήσει ότι η απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει να έχει γενική εφαρμογή ( 8 ). Εντούτοις, δεν διέφυγε της προσοχής μερικών ότι η λύση που δέχτηκε το Δικαστήριο δεν αποκλείει το ενδεχόμενο της θεσπίσεως ειδικών κανόνων για ορισμένα αδικήματα, για παράδειγμα όταν πρόκειται για δυσφήμιση διά του τύπου ( 9 ). Υπογραμμίστηκε επίσης η δυσχέρεια ως προς τον καθορισμό του τόπου της ζημίας όταν πρόκειται απλώς για οικονομικές απώλειες ( 10 ).
9.
Και στην Πορτογαλία ( 11 ) και στην Ισπανία ( 12 ) οι σχολιαστές της αποφάσεως του Δικαστηρίου δέχονται επίσης ότι η απόφαση έχει γενική εφαρμογή. Σημειώνω εντούτοις ότι, κατά την άποψη ορισμένων συγγραφέων, όπως o Desantes Real και η Jallès, η λύση που γίνεται δεκτή με την απόφαση του Δικαστηρίου συνδέεται κυρίως με το συγκεκριμένο πρόβλημα της επιλογής των κριτηρίων τα οποία πρέπει να λαμβάνονται ως βάση για τον προσδιορισμό του « ζημιογόνου γεγονότος » στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος και ειδικότερα όσον αφορά την καταπολέμηση της πέραν των συνόρων ρυπάνσεως των ποταμών. Πράγματι, οι εν λόγω συγγραφείς θεωρούν ότι η απόφαση Mines de potasse ď Alsace δεν μπορεί να διαχωρισθεί από τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως στην οποία εκδόθηκε ( 13 ).
10.
Με την επιφύλαξη αυτής της τελευταίας παρατηρήσεως, δεν υφίσταται καμία αμφιβολία στην επιστήμη ότι η απόφαση Mines de potasse d'Alsace πρέπει να ακολουθείται χωρίς καμία εξαίρεση στις αγωγές προς αποζημίωση για έμμεση βλάβη, έστω και αν η εφαρμογή αυτή δίνει λαβή στην επιστήμη μερικές φορές για να υπογραμμίζει τις δυσάρεστες συνέπειες που προκύπτουν από αυτήν.
11.
Η άποψη μου είναι ότι μια τέτοια εξαίρεση θα είχε απρόβλεπτες συνέπειες σε έναν τομέα με τόση ποικιλία και τόσο περίπλοκο όπως η ευθύνη εξ αδικοπραξίας — καθώς η μία εξαίρεση φέρνει την άλλη — οι οποίες θα μπορούσαν να θίξουν την απλότητα και τη συνοχή της λύσεως που έγινε δεκτή στην απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1976.
12.
Υπενθυμίζω ότι, στην απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι:
« και ο τόπος του ζημιογόνου γεγονότος, και ο τόπος όπου επήλθε η ζημία μπορούν να αποτελέσουν, αναλόγως της περιπτώσεως, σημαντικό σημείο αναφοράς για τον καθορισμό της δικαιοδοσίας » ( 14 ).
13.
Η παρατήρηση αυτή, που βασίζεται στο στενό σύνδεσμο μεταξύ των στοιχείων τα οποία συνθέτουν κάθε ευθύνη, νομίζω ότι ισχύει επίσης και όσον αφορά τις έμμεσες ζημίες.
14.
Επομένως, αν και θεωρώ ότι είναι επιθυμητό να έχει γενική ισχύ η λύση που έγινε δεκτή στην απόφαση του Δικαστηρίου, εντούτοις πρέπει να εξετάσω εάν η δυνατότητα που παρέχεται στον εμμέσως ζημιωθέντα να προσφύγει ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου επήλθε η ζημία ( 15 ) έχει κατ' ανάγκη ως αποτέλεσμα το ότι του επιτρέπει να ασκήσει την αγωγή του ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου της κατοικίας του. Το ουσιώδες, κατά τη γνώμη μου ζήτημα είναι, δηλαδή, σε ποιο τόπο θεωρείται ότι επέρχεται η ζημία αυτή.
15.
Θα εξετάσω καταρχάς τα στοιχεία που μάχονται κατά της απόψεως ότι ο αμέσως ζημιωθείς υφίσταται τη ζημία στον τόπο κατοικίας του.
16.
Ο γενικός εισαγγελέας Warner είχε ήδη την ευκαιρία να εκφράσει σχετικά την άποψη του στις προτάσεις του στην υπόθεση Rüffer ( 16 ). Αφού παρατήρησε ότι στην υπόθεση Mines de potasse d'Alsace δεν συνέπιπτε ο τόπος του ζημιογόνου γεγονότος και ο τόπος στον οποίο επήλθε η ζημιά, πρόσθεσε:
« Ποτέ δεν προβλήθηκε ..., και ακόμη λιγότερο κρίθηκε από το Δικαστήριο, ότι ο τόπος επελεύσεως του ζημιογόνου γεγονότος μπορούσε να είναι ο τόπος, όπου η προσφεύγουσα εταιρία είχε την έδρα της, ή έστω ο τόπος όπου καθορίστηκε το ποσό της ζημίας που προκλήθηκε από τη δραστηριότητα της. »
Και συνεχίζει o Warner:
« Το να κριθεί εδώ ότι ο τόπος όπου έχει την έδρα του το κράτος ( 17 ) μπορεί να θεωρηθεί ως “ τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός ”, θα ισοδυναμούσε με τον ισχυρισμό ότι, δυνάμει της Συμβάσεως, ο αιτών αποζημίωση μπορεί να επιλέξει αν θα ασκήσει την αγωγή του ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου της κατοικίας του, πράγμα που θα ήταν απολύτως ασυμβίβαστο προς την οικονομία των άρθρων 2 και επομένων της Συμβάσεως » ( 18 ).
17.
Για λόγους τους οποίους παρέλκει να εκθέσω εδώ, το Δικαστήριο δεν χρειάστηκε, στην απόφαση Rüffer, να λάβει θέση επί του προβλήματος αυτού.
18.
Σε σχόλιο τους αναφορικά με την απόφαση αυτή, οι Bischoff και Huet επιδοκίμασαν τη λύση που πρότεινε ο γενικός εισαγγελέας, σημειώνοντας ότι « είναι αντίθετο προς την ως τώρα ακολουθούμενη νομολογιακή πολιτική το να γίνεται διάκριση μεταξύ της άμεσης υλικής ζημίας, η οποία, εντοπιζόμενη στο σημείο όπου έλαβε χώρα το αίτιο που την προκάλεσε, αποτελεί, μαζί με αυτό, το αναφερόμενο στο άρθρο 5, σημείο 3, “ζημιογόνο γεγονός ” και των μεταγενέστερων δαπανών ή της μεταγενέστερης απώλειας εσόδων που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν καθαυτές μια νέα διεθνή δικαιοδοσία, διότι δεν θα συμβαίνουν στον ίδιο τόπο » ( 19 ).
19.
Ενώ το Δικαστήριο δεν χρειάστηκε να λάβει θέση ρητά επί του σημείου αυτού, αντίθετα, ύστερα από την απόφαση Mines de potasse d'Alsace, πολλά εθνικά δικαστήρια έχουν αποφανθεί σχετικά.
20.
Έτσι το Gerechtshof του Hertogenbosch έκρινε, με απόφαση της 31ης Οκτωβρίου 1978 ( 20 ), ότι τα ολλανδικά δικαστήρια δεν ήταν αρμόδια να εκδικάσουν αγωγή αποζημιώσεως για ζημία την οποία υπέστη ολλανδική εταιρία λόγω της αρνήσεως μιας γερμανικής εταιρίας να συνάψει σύμβαση μαζί της, καθόσον το μόνο στοιχείο που συνέδεε την υπόθεση με τις Κάτω Χώρες ήταν η διαπίστωση των οικονομικών απωλειών οι οποίες προξενήθηκαν από την άρνηση προς σύναψη συμβάσεως. Το εθνικό δικαστήριο διέκρινε μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος, της ζημίας και της περιουσίας η οποία εθίγη οικονομικά εξαιτίας της ζημίας αυτής, για να διαπιστώσει, αφενός, ότι η απόφαση του Δικαστηρίου της 30ής Δεκεμβρίου 1976 δεν αφορούσε παρά μόνο τα δύο πρώτα στοιχεία και, αφετέρου, ότι η ζημιωθείσα περιουσία μπορεί να βρίσκεται σε οποιοδήποτε σημείο της υφηλίου.
21.
Το Oberlandesgericht του Hamm έλαβε την ίδια θέση με απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1978. Η υπόθεση αφορούσε μία γερμανική εταιρία, στην οποία επέβαλε απαγόρευση αγοράς αυτοκινήτων μια βελγική εταιρία, με την αιτιολογία ότι είχε συμπεριφορά αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού, στο Βέλγιο. Η πρώτη εταιρία θεωρούσε ότι τα γερμανικά δικαστήρια ήταν αρμόδια προς εκδίκαση της αγωγής αποζημιώσεως για τη ζημία που υπέστη. Το Oberlandesgericht διαπίστωσε ότι η ενδεχόμενη παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού διαπράχθηκε στο Βέλγιο και ότι η παράλειψη εφοδιασμού της ενάγουσας, η οποία αποτελούσε την αιτία της ζημίας της, συνέβη επίσης στο κράτος αυτό. Το δικαστήριο αυτό έκρινε επομένως ότι δεν μπορούσε να συναχθεί από την απόφαση Mines de potasse d'Alsace η αρμοδιότητα ενός δικαστηρίου που δεν είχε κανένα συνδετικό στοιχείο με την πραγματοποίηση της αδικοπραξίας και το οποίο βρίσκεται σε άσχετο τόπο, όπου επέρχεται η οικονομική βλάβη ( 21 ).
22.
Ανάλογες είναι οι λύσεις τις οποίες έχουν δεχτεί τα ιταλικά δικαστήρια. Έτσι, σε μία απόφαση του tribunale της Ρώμης της 15ης Μαρτίου 1978 ( 22 ) κρίθηκε ότι τα ιταλικά δικαστήρια δεν ήταν αρμόδια να εκδικάσουν αγωγή αποζημιώσεως λόγω ευθύνης εξ αδικοπραξίας αναφορικά με μεταβίβαση μετοχών από μια εταιρία σε μία άλλη, μεταβίβαση η οποία θεωρείτο αντίθετη προς ορισμένες προγενέστερες συμβάσεις και είχε πραγματοποιηθεί σε βρετανικό έδαφος. Κατά το Tribunale, ο τόπος όπου επήλθε η ζημία είναι ο τόπος στον οποίο διαπράχθηκε η παράβαση του προστατευομένου δικαιώματος.
23.
Επίσης, με απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 1979 το tribunale της Monza, αφού παρατήρησε ότι το Δικαστήριο έδωσε « σολομώντεια » λύση στο δίλημμα της επιλογής μεταξύ του τόπου του ζημιογόνου γεγονότος και του τόπου στον οποίο επήλθε η ζημία, δεν δέχτηκε να θεωρήσει ότι συνέπιπταν ο τόπος όπου επήλθε η ζημία και ο τόπος στον οποίο γίνεται αισθητή αυτή η ζημία. Η σχετική υπόθεση αφορούσε αγωγή μιας ιταλικής εταιρίας που θεωρούσε ότι ήταν θύμα της αντίθετης προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφοράς την οποία επέδειξαν ορισμένες γερμανικές εταιρίες στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και που είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση των πωλήσεων της στο κράτος αυτό. Το tribunale της Monza δέχτηκε ότι « che il danno insorge li dove si è realizzato quel fatto che si assume avere la caratteristica di esserne la causa, rimanendo del tutto ininfluente il luogo, coincidente o diverso, ove tale danno ha causato la diminuzione patrimoniale subita dal soggetto » ( 23 ).
24.
Νομίζω ότι πολύ ορθώς υπογράμμισε το tribunale της Monza τη διαφορά μεταξύ του τόπου όπου επέρχεται η ζημία και του τόπου όπου η ζημία αυτή γίνεται αισθητή. Πράγματι, νομίζω ότι η άποψη που δέχεται την αρμοδιότητα του δικαστηρίου του τόπου στον οποίο βρίσκεται η έδρα ενός νομικού προσώπου, θεωρώντας το ως το δικαστήριο του τόπου όπου επήλθε η ζημία, εφόσον πρόκειται για τον τόπο στον οποίο διαπιστώνονται οι ζημίες σε βάρος της περιουσίας, μαρτυρεί σύγχυση μεταξύ του τόπου επελεΰοεως της ζημίας και του τόπου όπου την υφίσταται ο ξημιούμενος.
25.
Εξάλλου μια παρόμοια διάκριση είχε προκαλέσει σφοδρή διαμάχη στη Γαλλία, που διαφωτίζει το πρόβλημα του οποίου έχει επιληφθεί σήμερα το Δικαστήριο. Πράγματι, το άρθρο 46, τρίτη περίπτωση, του νέου γαλλικού κώδικα πολιτικής δικονομίας αναφερόταν αρχικά στο δικαστήριο « στην περιφέρεια του οποίου το θύμα υφίσταται τη ζημία » ( « dans le ressort de laquelle le dommage est subi » ). Ορισμένα δικαστήρια είχαν συναγάγει από το στοιχείο διαρκείας που περιλαμβάνει ο όρος « υφίσταται » ( « est subi » ) ότι το θύμα μιας σωματικής βλάβης υφίσταται τη βλάβη αυτή στην κατοικία του και ότι, επομένως, ήταν αρμόδιο το δικαστήριο της περιφέρειας της κατοικίας του θύματος ( 24 ). Εντούτοις άλλα δικαστήρια αποφάσισαν διαφορετικά ( 25 ).
26.
Ένα διάταγμα της 12ης Μαΐου 1981 εξάλειψε κάθε δυνατότητα αμφιβολίας, τροποποιώντας το άρθρο 46, τρίτη περίπτωση, όπου αναφέρεται πλέον το δικαστήριο « της περιφερείας του τόπου όπου ο ζημιωθείς υπέοτη τη ζημία » ( « dans le ressort de laquelle le dommage a été subi » ), έτσι ώστε αναμφίβολα η εν λόγω διάταξη να αναφέρεται σε μια χρονική στιγμή ( 26 ).
27.
Διαπιστώνεται εξάλλου ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ζημιών με ιδιαίτερα λεπτές πτυχές, που καθιστούν δυσχερή την εκτίμηση τους για την εφαρμογή των κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας, τα εθνικά δικαστήρια απέκλεισαν την άποψη ότι ο τόπος της ζημίας είναι ο τόπος της κατοικίας του θύματος. Τούτο γίνεται δεκτό στις περιπτώσεις αγωγών αποζημιώσεως λόγω δυσφημιστικού δημοσιεύματος ( 27 ).
28.
Εξάλλου μερικές φορές τα δικαστήρια δεν δέχονται να λάβουν υπόψη τον τόπο όπου απλώς και μόνο διαπιστώνεται η υλοποίηση της ζημίας ( 28 ).
29.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο φαίνεται ότι η επιστήμη δέχεται την ίδια λύση. Συναφώς ο Collins αναφέρει στο βιβλίο του The Civil Jurisdiction and Judgments Act 1982:« Even though in one sense a plaintiff may suffer economic loss at the place of its business, that is not sufficient to confer jurisdiction on that place, for otherwise the place of business of the plaintiff would almost automatically become another basis of jurisdiction » ( 29 ).
30.
Ανάλογες είναι οι θέσεις της γερμανικής νομικής επιστήμης. Ο Kropholler υπογραμμίζει, στο βιβλίο του περί του ευρωπαϊκού δικονομικού δικαίου, ότι η προτίμηση προς τον τόπο όπου επέρχεται μεταγενέστερα η ζημία οδηγεί στην αποδοχή του « forum actoris » ( 30 ).
31.
Επομένως, ελάχιστη υποστήριξη έχει η λύση η οποία αναγνωρίζει το « forum actoris ». Εξάλλου, η ίδια η φύση της αγωγής του εμμέσως ζημιωθέντος αποτελεί λόγο ώστε να είμαστε ακόμα πιο κατηγορηματικοί στον αποκλεισμό της αρμοδιότητας, στην περίπτωση αυτή, του δικαστηρίου της κατοικίας του ζημιωθέντος ( 31 ).
32.
Εντούτοις δεν πρέπει να παραλείψω να αναφέρω ότι πρόκειται, στην περίπτωση αυτή, για ένα από τα λεπτότερα και τα πλέον εριζόμενα ζητήματα του δικαίου της ευθύνης: για τη φύση της έμμεσης ζημίας. Πρόκειται άραγε, για να χρησιμοποιήσω την έκφραση ορισμένων σχολιαστών, για ζημία η οποία δεν είναι παρά μόνο «η επίπτωση στον εμμέσως ζημιωθέντα μιας ζημίας την οποία υπέστη ο αρχικώς ζημιωθείς » ( 32 ) ή, αντίθετα, για αυτόνομη ζημία ( 33 );
33.
Κατά τα άλλα το ζήτημα αυτό δεν τίθεται στα πολυάριθμα κράτη μέλη που δεν αναγνωρίζουν δικαίωμα αποκαταστάσεως στον εμμέσως ζημιωθέντα και αγνοούν, επομένως, την έννοια της έμμεσης ζημίας ( 34 ).
34.
'Ετσι στις Κάτω Χώρες μπορούν να εναγάγουν τον τρίτο υπαίτιο μόνο οι ασφαλιστές και οι οργανισμοί κοινωνικής ασφαλίσεως ( 35 ), αποκλειομένων των ιδιωτών.
35.
Η Ελλάδα και η Δανία αγνοούν, καθώς φαίνεται, αυτή την έννοια της έμμεσης ζημίας, καθόσον τα νομικά τους συστήματα δεν δέχονται, καταρχήν, το δικαίωμα προς αποκατάσταση της έμμεσης ζημίας, εκτός αν πρόκειται, μερικές φορές, για το Δημόσιο ή τους εργοδότες ( 33 ).
36.
Κατά το γερμανικό δίκαιο οι εμμέσως ζημιωθέντες δεν μπορούν, κατά κανόνα, να ζητήσουν αποζημίωση ( 36 ). Αντίθετα, τα άρθρα 844 και 845 του BGB εισάγουν εξαίρεση από την αρχή αυτή αναγνωρίζοντας δικαίωμα προς αποζημίωση, αφενός, στα άτομα ενάντια των οποίων ο αμέσως ζημιωθείς είχε υποχρέωση διατροφής, εκτός αν η υποχρέωση αυτή αναλήφθηκε με σύμβαση, και, αφετέρου, στο άτομα έναντι των οποίων ο αμέσως ζημιωθείς είχε υποχρέωση παροχής βάσει του νόμου.
37.
Όσον αφορά το Ηνωμένο Βασίλειο, το άτομο που υπέστη σοβαρό ψυχολογικό σοκ εξαιτίας του θανάτου ή του τραυματισμού μέλους της οικογενείας του, ή ακόμα και προσώπου προς το οποίο δεν συνδέεται με σχέση συγγενείας ( 37 ), μπορεί μεν να ζητήσει αποζημίωση από τον υπαίτιο του ζημιογόνου γεγονότος, πλην όμως τα δικαστήρια απαιτούν με αυστηρότητα την ύπαρξη σωματικών ή ψυχικών συνεπειών που να μπορούν να διαπιστωθούν αντικειμενικά, ενώ δεν επιδικάζουν αποζημίωση λόγω απλής ψυχικής οδύνης ( « grief or sorrow » ) όταν δεν συνοδεύεται από δυνάμενο να διαπιστωθεί σωματικό αντίκτυπο ( 38 ). Εντούτοις ύστερα από τον Fatal Accidents Act του 1846 και τους νόμους που εκδόθηκαν στη συνέχεια, τα μέλη της οικογενείας μπορούν να ζητήσουν αποζημίωση λόγω του θανάτου του συγγενούς τους, κατ' εξαίρεση της αρχής του Common Law η οποία ορίζει ότι « in a civil court the death of a human being could not be complained of as an injury » ( 39 ). Πρέπει να προστεθεί ότι, κατά το άρθρο 5 του Fatal Accidents Act του 1976 ( 40 ), όταν η ευθύνη για το θάνατο ενός ατόμου βαρύνει κατά ένα μέρος το ίδιο και κατά ένα μέρος έναν τρίτο, η αποζημίωση που μπορεί να επιδικαστεί με βάση τον Fatal Accidents Act πρέπει να μειώνεται αναλόγως ( 41 ).
38.
Θα εξετάσω τώρα τα δίκαια των κρατών που δέχονται χωρίς περιορισμούς την έννοια της έμμεσης ζημίας.
39.
Στο πορτογαλικό δίκαιο, τα άτομα που μπορούσαν να ζητήσουν διατροφή από το θύμα, έχουν δικαίωμα προς αποζημίωση εάν, λόγω του σωματικού τραυματισμού του, το θύμα αυτό δεν μπορεί πλέον να καλύπτει τις ανάγκες τους ( 42 ). Αντίθετα, όσον αφορά τη μη περιουσιακή ζημία, μόνο ο αμέσως ζημιωθείς και οι κληρονόμοι του δικαιούνται αποζημιώσεως ( 43 ). Πρέπει να σημειωθεί ότι τα άρθρα 494 και 496 του πορτογαλικού αστικού κώδικα ορίζουν ότι το ίδιο πταίσμα του αρχικού θύματος μπορεί να ληφθεί υπόψη σε βάρος των εμμέσων θυμάτων ( 44 ).
40.
Στο ιταλικό δίκαιο, το άρθρο 1227 του αστικού κώδικα προβλέπει μείωση της αποζημιώσεως « se il fatto colposo del creditore ha concorso a cagionare il danno ». Η επιστήμη είναι διχασμένη επί του ζητήματος αν μπορεί να αντιταχθεί έναντι των εμμέσων θυμάτων το ίδιο πταίσμα του αρχικού θύματος του ζημιογόνου γεγονότος. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι το αναφερόμενο στο άρθρο 1227 πταίσμα δεν είναι άλλο παρά εκείνο του αρχικώς ζημιωθέντος και όχι του εμμέσως ζημιωθέντος, το οποίο δεν βαρύνεται με πταίσμα που συνέβαλε στην επέλευση της ζημίας ( 45 ). 'Αλλοι έχουν αντίθετη γνώμη ( 46 ). Η ίδια η ιταλική νομολογία φαίνεται ότι είναι διχασμένη όσον αφορά την αυτονομία της έμμεσης ζημίας ( 47 ).
41.
Στην Ισπανία, αναφορικά με την ίδια την ύπαρξη της έμμεσης ζημίας έχουν εκδοθεί αντίθετες μεταξύ τους δικαστικές αποφάσεις. Πράγματι, ενώ το ποινικό τμήμα του Tribunal Supremo δέχεται τη μεταβίβαση στους κληρονόμους του θύματος των ενδεχομένων δικαιωμάτων προς αποζημίωση, το πρώτο τμήμα του ανωτάτου αυτού δικαστηρίου αναγνωρίζει το δικαίωμα προς αποζημίωση σε όλα τα άτομα που υφίστανται υλική ζημία ή ηθική βλάβη λόγω της στενής συγγένειας προς τον αμέσως ζημιωθέντα, χωρίς να ζητείται να αποδείξουν ότι είναι κληρονόμοι του αποβιώσαντος ( 48 ).
42.
Η επιστήμη είναι διχασμένη μεταξύ αυτών των δύο τάσεων της νομολογίας ( 49 ). Το ζήτημα της αυτονομίας της έμμεσης ζημίας και ιδίως το αν μπορεί να ληφθεί υπόψη σε βάρος των εμμέσως ζημιουμένων το ίδιο πταίσμα του αρχικώς ζημιωθέντος παραμένει, καθώς φαίνεται, ανοικτό. Η επιστήμη δείχνει ότι προτιμά να λαμβάνεται υπόψη το μερίδιο της ευθύνης που βαρύνει τον υπαίτιο του ζημιογόνου γεγονότος όταν πρόκειται για την αποζημίωση των εμμέσως ζημιωθέντων ( 50 ).
43.
Στο Βέλγιο, το ζήτημα της έμμεσης ζημίας έχει δημιουργήσει πολλά ερωτήματα τόσο στην επιστήμη, όσο και στη νομολογία, και έχει οδηγήσει στην έκδοση σειράς αποφάσεων αρχής του cour de cassation που έκρινε ότι η έκταση της οφειλόμενης από τον υπαίτιο μιας αδικοπραξίας αποζημιώσεως είναι ανάλογη της βαρύτητας του ιδίου πταίσματος του ζημιωθέντος, προς το οποίο ο ζητών την αποζημίωση συνδεόταν με οικογενειακούς δεσμούς ή δεσμούς οικειότητας. Το εν λόγω ανώτατο δικαστήριο υπογράμμισε ότι η ζημία αυτή αποτελεί βλάβη « η οποία είναι έμμεσο αποτέλεσμα μιας άλλης ή που επέρχεται εξ αντανακλάσεως », προκύπτει δε αποκλειστικά βάσει των δεσμών που συνέδεαν τον αρχικώς ζημιωθέντα προς τον αιτούντα την αποζημίωση ( 51 ). Η θεωρία, δηλαδή, της αυτονομίας της έμμεσης ζημίας δεν γίνεται δεκτή στο βελγικό δίκαιο.
44.
Στο Λουξεμβούργο, το cour de cassation δέχτηκε, με απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 1988 ( 52 ), ότι μπορεί να ληφθεί υπόψη κατά του τρίτου, ο οποίος έχει την ιδιότητα του εμμέσως ζημιωθέντος, το ίδιο πταίσμα του αμέσως ζημιωθέντος της ζημίας, κρίνοντας ότι « αν και η αγωγή αυτού του τρίτου έχει διαφορετικό αντικείμενο, ακόμα και όταν ο τρίτος είναι συγχρόνως κληρονόμος του θύματος, από το αντικείμενο της αγωγής που θα μπορούσε να ασκήσει το εν λόγω θύμα, εντούτοις πηγάζει από τα ίδια αρχικά πραγματικά περιστατικά θεωρούμενα από κάθε άποψη ». Η απόφαση αυτή έθεσε τέλος σε ορισμένους δισταγμούς της νομολογίας, καθώς από τις σχετικές με το θέμα αυτό αποφάσεις των δικαστηρίων του Λουξεμβούργου φαίνεται ότι η πλειοψηφία τους έκλινε ήδη κατά της αυτονομίας της έμμεσης ζημίας και, κατά συνέπεια, υπέρ της δυνατότητας να λαμβάνεται υπόψη το ίδιο πταίσμα του αμέσως ζημιωθέντος της ζημίας ( 53 ).
45.
Στο γαλλικό δίκαιο, μετά από πολλές διαμάχες στην επιστήμη και τη νομολογία, με απόφαση της ολομέλειας της 19ης Ιουνίου 1981 το cour de cassation έκρινε ότι, και αν ακόμα η αγωγή του εμμέσως ζημιωθέντος έχει διαφορετικό αντικείμενο από την αγωγή την οποία θα μπορούσε να ασκήσει ο αμέσως ζημιωθείς, « εντούτοις προκύπτει από τα ίδια αρχικά πραγματικά περιστατικά θεωρούμενα από κάθε άποψη » ( 54 ).
46.
Σημειώνω λοιπόν ότι, στα κράτη της Κοινότητας τα οποία αναγνωρίζουν την έννοια της έμμεσης ζημίας, ποτέ δεν έγινε δεκτή η αυτονομία της ζημίας αυτής σε σχέση με τη βλάβη που υπέστη ο αρχικώς ζημιωθείς — αυτονομία την οποία οι διάδικοι θα μπορούσαν να επικαλεστούν προς δικαιολόγηση της υπάρξεως αυτόνομων βάσεων διεθνούς δικαιοδοσίας.
47.
Η γενική φιλοσοφία της Συμβάσεως με οδηγεί να προτείνω την απόρριψη της απόψεως ότι είναι αρμόδιο το δικαστήριο του τόπου όπου ο εμμέσως ζημιωθείς υφίσταται τη ζημία, δηλαδή το δικαστήριο του τόπου κατοικίας του.
48.
Πράγματι, αν και η τάση αυτή φαίνεται ελκυστική, διότι ευνοεί τον ζημιωθέντα, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, στο γενικό σύστημα της Συμβάσεως, η μέριμνα της αποφυγής του « forum actoris » και, συνεπώς, δεδομένου ότι είναι πολύ εύκολη η αλλαγή της κατοικίας, του « forum shopping » είναι πολύ πιο αισθητή από την ιδέα της εύνοιας προς τον ζημιούμενο ( 55 ). Κατά τα λοιπά, η απόφαση Mines de potasse d'Alsace βασίζεται ουσιαστικά στην ανάγκη για ορθή απονομή της δικαιοσύνης ( 56 ).
49.
Εξάλλου, νομίζω ότι οι δυσμενείς συνέπειες αυτής της λύσεως είναι πολύ σοβαρές για να μπορεί να γίνει δεκτή. Σε περίπτωση πληθώρας εμμέσων θυμάτων θα υφίστανται τόσα αρμόδια δικαστήρια όσοι και τόποι κατοικίας. Ασφαλώς οι αγωγές θα είναι συναφείς, αλλά ακριβώς, όπως παρατηρεί ο Huet, η Σύμβαση των Βρυξελλών « δεν θεωρεί τη συνάφεια ως γενική βάση διεθνούς δικαιοδοσίας βάσει της οποίας να μπορεί να συγκεντρωθούν σε ένα δικαστήριο οι συναφείς μεταξύ τους αγωγές» ( 57 ). Έτσι, όπως υπογραμμίζει επίσης ο Droz, «το δικαστήριο της κατοικίας ή της παρανόμου πράξεως ή της επελεύσεως μιας ζημίας θα αποφεύγει να αναστείλει τη διαδικασία ή να κηρύξει εαυτό αναρμόδιο υπέρ ενός άλλου δικαστηρίου άλλης χώρας, όπου μοναδικό στοιχείο που δικαιολογεί την αρμοδιότητα είναι η ύπαρξη ζημίας την οποία υπέστη ένας τρίτος και που συνδέεται τοπικά μόνο με τη χώρα αυτή » ( 58 ). Επιπλέον, η προβλεπόμενη στο άρθρο 22 της Συμβάσεως ένσταση λόγω συνάφειας προϋποθέτει ότι τα επιλαμβανόμενα συναφών υποθέσεων δικαστήρια έχουν συντρέχουσα αρμοδιότητα, οπότε τίθεται το ερώτημα αν η αρμοδιότητα του δικαστηρίου που επελήφθη της υποθέσεως με βάση τον τόπο επελεύσεως της ζημίας περιορίζεται ή όχι στην αποκατάσταση των ζημιών που επήλθαν στην περιφέρεια του. Ορισμένοι συγγραφείς προβληματίστηκαν επ' αυτού ( 59 ). Το λεπτό αυτό πρόβλημα δεν τίθεται σήμερα προς επίλυση ενώπιον του Δικαστηρίου, μπορεί όμως λογικά να λεχθεί ότι ενυπάρχει στη λύση που έγινε δεκτή στην απόφαση Mines de potasse d'Alsace και ότι, αργά ή γρήγορα, θα υποβληθεί στο Δικαστήριο ( 60 ).
50.
Νομίζω ότι αυτός ο πολλαπλασιασμός των αρμοδίων δικαστηρίων έχει επιπτώσεις και αναφορικά με την άλλη πλευρά της Συμβάσεως, δηλαδή την αναγνώριση και την εκτέλεση των αποφάσεων. Από την άποψη αυτή, η λύση βάσει της οποίας κάθε « δευτερεύον» θύμα μπορεί να προσφύγει ενώπιον του δικαστηρίου της κατοικίας του ευνοεί τον επιμερισμό των αγωγών και, για το λόγο αυτόν, αυξάνει τους κινδύνους εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, πράγμα που αποτελεί λόγο μη αναγνωρίσεως ή μη εκτελέσεως βάσει του άρθρου 27, παράγραφος 3, της Συμβάσεως.
51.
Εξάλλου, πολλά προβλήματα τα οποία ορισμένοι σχολιαστές θεωρούν ότι προκύπτουν από την απόφαση Mines de potasse d'Alsace προέρχονται από το γεγονός ότι οι σχολιαστές αυτοί θεωρούν, εσφαλμένα κατά την άποψη μου ( 61 ), ότι η λύση που έγινε δεκτή στην απόφαση αυτή οδηγεί στη δυνατότητα αναγνωρίσεως της αρμοδιότητας του δικαστηρίου στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η κατοικία του θύματος. Η άποψη αυτή, η οποία φαίνεται ότι οφείλεται σε σύγχυση μεταξύ του τόπου επελεύσεως της ζημίας — κατά τη φρασεολογία της αποφάσεως του Δικαστηρίου — και του τόπου όπου το θύμα υφίσταται τη ζημία, καταλήγει στο δυσάρεστο αποτέλεσμα ότι έρχεται σε αντίθεση με τη λύση η οποία προτιμάται συνήθως στη νομολογία των δικαστηρίων των κρατών μελών.
52.
Επομένως, αυτές οι διαφορετικές απόψεις με οδηγούν στο να θεωρήσω ερμηνευτικά ότι ο τόπος επελεύσεως της ζημίας είναι, για τους εμμέσως ζημιωθέντες, ο τόπος όπου εμφανίστηκε η αρχική ζημία, με άλλα λόγια ο τόπος όπου επήλθε η ζημία του αμέσως ζημιωθέντος. Πράγματι, η ανάγκη αποφυγής πολλαπλασιασμού των πιθανών βάσεων διεθνούς δικαιοδοσίας, με όλα τα προβλήματα που προαναφέρθηκαν, απαιτεί να λαμβάνεται υπόψη ως βάση ένα συνδετικό στοιχείο που να είναι κοινό για όλους τους εμμέσως ζημιωθέντες, δηλαδή είτε ο τόπος του ζημιογόνου γεγονότος, είτε ο τόπος όπου επήλθε η αρχική ζημία. Αυτή η λύση έχει επίσης το πλεονέκτημα ότι δεν ανατρέπει τις γενικά παραδεδεγμένες λύσεις στα κράτη που δέχονται την έννοια της έμμεσης ζημίας και τα οποία θεωρούν ότι αυτή η ζημία δεν είναι αυτόνομη σε σχέση με την άμεση ζημία. Συναφώς οι Geimer και Schütze παρατηρούν, στο βιβλίο τους περί της ερμηνείας της Συμβάσεως, ότι τα δικαιώματα αποζημιώσεως των εμμέσως ζημιωθέντων είναι επικουρικά σε σχέση με εκείνα του αρχικώς ζημιωθέντος, τούτο δε πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για την εφαρμογή των κανόνων καθορισμού της διεθνούς δικαιοδοσίας ( 62 ).
53.
Εξάλλου, ο τόπος όπου εκδηλώθηκε η αρχική ζημία έχει συνήθως στενή σχέση με τα άλλα στοιχεία που συνθέτουν την ευθύνη, πράγμα το οποίο τις περισσότερες φορές δεν συμβαίνει με την κατοικία του εμμέσως ζημιωθέντος. Ακριβώς η ύπαρξη μιας τέτοιας σχέσεως ήταν ο λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο δέχτηκε στην απόφαση Mines de potasse d'Alsace σωρευτικά τον τόπο του ζημιογόνου γεγονότος και τον τόπο επελεύσεως της ζημίας ( 63 ).
54.
Τελευταίο και σπουδαιότερο, η λύση αυτή είναι, νομίζω, πολύ πιο σύμφωνη προς τους γενικούς στόχους της Συμβάσεως διότι δεν συμβάλλει στη θέσπιση ενός « forum actoris », λύσεως που οι συντάκτες της θέλησαν, εκτός ρητών εξαιρέσεων, να αποκλείσουν.
55.
Καταλήγοντας προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
«1)
0 κανόνας διεθνούς δικαιοδοσίας ο οποίος παρέχει στον ενάγοντα, για την εφαρμογή του άρθρου 5, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ του δικαστηρίου του τόπου του ζημιογόνου γεγονότος και του τόπου στον οποίο επήλθε η ζημία εφαρμόζεται και στους εμμέσως ζημιωθέντες.
2)
Ως τόπος όπου επέρχεται η ζημία αυτών των θυμάτων πρέπει να θεωρηθεί ο τόπος όπου επέρχεται η ζημία την οποία υπέστη ο αρχικώς ζημιωθείς. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1976 (21/76, Rec. 1976, σ. 1735).
( 2 ) Σύμβαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.
( 3 ) Βλέπε εντούτοις την άποψη του J. D. González Campos ( 8η ημερίδα των καθηγητών διεθνούς δικαίου και διεθνών υποθέσεων, Βαρκελώνη, Ιούλιος 1984), κατά τον οποίο η απόφαση αυτή αποτελεί απλώς μια « sentencia puente », την οποία μπορούν να ακολουθήσουν αποφάσεις που θα διίστανται από τη νομολογία, στον οποίο παραπέμπει o Desantes Real στο έργο του «La competencia judicial en ia Comunidad europea», 1986, σ. 295.
( 4 ) Προαναφερθείσα απόφαση 21/76, σκέψη 18.
( 5 ) Dalloz Sirey, 1977, Β 54, σ. 613.
( 6 ) Renie critique de droit international privé, 1977, «Jurisprudence », σ. 563.
( 7 ) Journal du droit international, 1977, σ. 728. Ο συγγραφέας αυτός θεωρεί, σε επισκόπηση της νομολογίας too Δικαστηρίου, μαζί με τον J. Μ. Bischoff, ότι « μία από τις κύριες κατευθυντήριες γραμμές της νομολογίας του Δικαστηρίου κατά την ερμηνεία της Συμβάσεως είναι η προσπάθεια να αποφεύγεται η διαίρεση σε επί μέρους τμήματα των προβλημάτων των οποίων επιλαμβάνεται (και η κατάτμηση της διεθνούς δικαιοδοσίας που θα μπορούσε να προκύψει από αυτήν)· αντίθετα, το Δικαστήριο έχει την τάση να προτιμά μια σχετικά ενιαία ρύθμιση, συνάπτοντας τα επικουρικά στοιχεία στα κύρια, την πράξη ή το αποτέλεσμα στο αίτιο » ( « Chronique de jurisprudence de la Cour de justice des Communautés Européennes », Journal du droit international, 1982, σ. 463).
( 8 ) T. Harvey: « The place of commission of a tort », European Law Review, τόμος 2/1977, no 2, σ. 143. J. Κ. Bentil: « Delictual liability within the EEC », Hie Scots Law Times, 1978, no 2, σ. 13. P. M. North και J. J. Fawcett: « Jurisdiction under the Brussels Convention », στο Cheshire and North: Private International Law, 1987, σ. 301. D. Lasok και P. Α. Stone: Conflict of Laws in the European Community, 1987, σ. 232.
( 9 ) Οι D. Lasok και P. A. Stone στο Conflict of Laws in the European Community, όπ.π., αναφέρουν: «... it is thought that the Bier decision does not preclude the eventual adoption of specific rules for particular torts· e. g. a rule that for the purposes of defamation by a single publication, the relevant place is that of the publication to the third person. »
( 10 ) Oi D. Lasok και Ρ. Α. Stone, όπ.π., θεωρούν ότι «... in the case of purely financial loss, determination of the place of injury is likely to present particular difficulties ».
( 11 ) M. I. Jallès: « O afloramente da supranacionalidade num caso de poluição transfronteiras », Revista de direito e economia, Ano H/1976, no 2, σ. 409· Βλέπε, κυρίως, σ. 428 και επόμενες.
( 12 ) M. Desantes Real: La competencia judicial en la Comunidad europea, σσ. 310 και 311.
( 13 ) « Α sentença em apreciação é significativa na medida em que está conexada com una questão que começa a pôr-se com frequência nos nossos dias e relativamente à qual é escassa, senão mesmo nula a jurisprudência que poderemos encontrar: referimo-nos à questão da responsabilidade civil por danos resultantes da poluição do meio ambiente quando essa poluição assume carácter internacional », M. J. Jallès, όπ.π., σ. 428. « Quizá, en fin, la utilización de la vía propuesta, aún por explorar, pudiera servirnos de punto de partida para reflexionar sobre el concreto problema planteado al Tribunal comunitatio: qué criterios deben presidir la calificación del concepto hecho dañoso en el artículo 5.3, en lo que respecta a la protección general del medio ambiente y, en particular, a la lucha contre la polución fluvial international», M. Desantes Real, όπ.π., σ. 305.
( 14 ) Προαναφερθείσα απόφαση 21/76, σκέψη 15.
( 15 ) Πρέπει να σημειωθεί ότι το γαλλικό cour de cassation, κρίνοντας με βάση το εσωτερικό δίκαιο, δέχτηκε σε απόφαση της 1 Ιης Ιανουαρίου 1984 ( JCP 1984, IV. 85 ), ότι το έμμεσο θύμα υπέστη τη ζημία στον ίδιο τον τόπο του ζημιογόνου γεγονότος. 'Ετσι, εάν με τον τρόπο αυτό αποκλείστηκε ασφαλώς το «forum actoris», η απόφαση αυτή θα μπορούσε να αποκλείσει την ύπαρξη δυνατότητας επιλογής ανάλογης προς εκείνης περί της οποίας πρόκειται στην απόφαση Mines de potasse d' Alsace. Βλέπε, για τη συνολική εξέταση του ζητήματος, G. Legier: La compétence du tribunal du lieu où le dommage est subi, Dalloz Sirey, 1979, « Chronique », σ. 161. Βλέπε, επίσης, J. Normand: « Jurisprundence française en matière de droit judiciaire privé », Revue trimestrielle de droit civil, 1984, σ. 360, ο οποίος γράφει ότι: « Στην πραγματικότητα, η λύση του δευτέρου πολιτικού τμήματος επιβάλλεται διά της εις άτοπον απαγωγής, ενόψει των ελάχιστα δίκαιων αποτελεσμάτων στα οποία θα κατέληγε μια υπερβολικά θεωρητική ανάλυση. Πράγματι, στον τομέα αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός της υπάρξεως ζημιών που δεν εμφανίζονται πάντοτε στον ίδιο τόπο, καθώς και η περίπτωση υπάρξεως πολλών ζημιωθέντων, πράγμα το οποίο αποτελεί έναν επιπρόσθετο παράγοντα κατακερματισμού των σχετικών υποθέσεων. Η υλική ζημία ( απώλεια εσόδων ) γεννάται στον τόπο αποβιώσεως του ατόμου, ενώ η ηθική βλάβη στον τόπο όπου οι οικείοι του αποβιώσαντος πληροφορούνται το γεγονός αυτό. Όμως και οι δύο εξαρτώνται από τις περιστάσεις. Ο θάνατος δεν είναι πάντοτε ακαριαίος. Επέρχεται κατά τη μετακίνηση, στο νοσοκομείο, στην κατοικία... Οι οικείοι δεν είναι κατ' ανάγκη παρόντες στον ίδιο τόπο. Λαμβάνουν γνώση των γεγονότων στον τόπο που τυχαίνει να βρίσκεται ο καθένας, ο οποίος εξαρτάται από τυχαίους παράγοντες, όπως ο τρόπος διαβιώσεως, οι επαγγελματικές μετακινήσεις ή τα ταξίδια αναψυχής. Η κατά τόπον αρμοδιότητα δεν μπορεί να βασίζεται σε τόσο ασταθή στοιχεία. »
( 16 ) Απόψκση της 16ης Δεκεμβρίου 1980(814/79, Rec. 1980, σ. 3807 ).
( 17 ) Evayov στη διαφορά της κύριας δίκης.
( 18 ) Προαναφερθείσα υπόΟεσΐ] 814/79, προτάσεις σ. 3836.
( 19 ) « Chronique dc jurisprudence de la Cour de justice des Communautés européennes », Journal du droit international, 1982, σσ. 463,472.
( 20 ) Mecoma BV/Stahlhandcl GmbH, Répertoire de jurisprudence de droit communautaire, I-5.3-B7.
( 21 ) Répertoire de jurisprudence de droit communautaire, I-5.3-B9.
( 22 ) AGIP SpA/The British Petroleum Company Ltd (BP) Kat Oil Chemical and Transport Finance Corporation ( OCT) SA, Répertoire de jurisprudence de droit communautaire, I-5.3-B6, Rivista di diritto internazionale privato e processuale, 1979, σ. 96.
( 23 ) Tribunale της Monza, 28 Σεπτεμβρίου 1979, Candy SpA/Schell και Stoecker Reinshagen GmbH, Il foro padano, 1979,1, σ. 225, σχόλιο του S. Magelli « Concorrenza sleale e competenza internationale», ο οποίος σχολιάζει την απόφαση ως εξής: « Ľ evento dannoso infatti, allo scopo di stabilire la competenza giurisdizionale, consiste nelle perdite subite della concorrente nella sua attività ( cosi per esempio nel diminuito giro di affari ma non può coincidere con il danno patrimoniale misurabile nei fondi della sede dell' impresa. »
( 24 ) Cour d'appel de Toulouse, 20 ΔεκεμΡρΙου 1976, Gazelte du Palals, 1977.2.607. Tribunal de grande instance της Rouen, 8 Δεκεμβρίου 1977, JCP 1978, II. 18861. Aix-cn-Provcnce, 12 Ιανουαρίου 1979, Dalloz Sirey, 1980.70, σχόλιο του Υ. Lobin. 5 Οκτωβρίου 1979, Gazelle du Palais, 1979.2.633.
( 25 ) Ιδίως, του Παρισιού, 9 Ιουνίου 1978, Gazelle du Palals, 1978.2.347, σχόλιο του F. Dubois. Rouen, 28 Φεβρουαρίου 1978, Gazelle du Palais, 1978.1.238. Βερσαλλιών, 6 Νοεμβρίου 1978, Gazelle du Palais, 1979.1, sommaire σ. 547.
( 26 ) Σε μια απόφαση εξάλλου της 27ης Ιανουαρίου 1982 ( Gazelle du Palais, 1982, « Jurisprudence », σ. 365 ), το γαλλικό cour de cassation, κρίνοντας με βάση την παλαιότερη διατύπωση του άρθρου 46 του νέου κώδικα πολιτικής δικονομίας δέχτηκε ότι ο τόπος όπου ο ζημιωθείς υφίσταται τη ζημία είναι εκείνος στον οποίο υπέστη τη σωματική βλάβη και όχι ο τόπος της κατοικίας του, στην οποία ενδεχομένως συνεχίζει να υποφέρει από τα τραύματα του. Έτσι, το γαλλικό δίκαιο αρνείται γενικά να αναγνωρίσει ότι ο ζημιωθείς υφίσταται τη ζημία στην κατοικία του.
( 27 ) Για παράδειγμα, το cour d'appel του Παρισιού έκρινε ότι τα γαλλικά δικαστήρια δεν ήταν αρμόδια « να αποφανθούν επί αιτήματος ( ενός ατόμου ) προς αποκατάσταση του συνόλου της ζημίας του, καθόσον ο τόπος της κατοικίας του, ο οποίος είναι το Παρίσι, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ο τόπος όπου το άτομο αυτό υπέστη βλάβη λόγω της κυκλοφορίας στο εξωτερικό του επίμαχου περιοδικού» (Παρίσι, 19 Μαρτίου 1984, Revue critique de droit international privé, 1985, «Jurisprudence», σ. 141, σχόλιο H. Gaudemet-Tallon ). To Tribunal του Παρισιού έδωσε την ίδια λύση (29 Σεπτεμβρίου 1982 και 27 Απριλίου 1983, Revue critique de droit international privé, 1983, « Jurisprudence », σ. 670. 30 Ιουνίου 1984, idem, 1985, «Jurisprudence», σ. 141 ). H. Gaudemet-Tallon επικρίνει τη λύση αυτή σε δύο σχόλια τόσο επί των προαναφερΟεισών αποφάσεων, όσο και στις αποφάσεις του Cour d' appel, και τάσσεται υπέρ της απόψεως ότι το θύμα υφίσταται τη βλάβη σε βάρος του προσώπου του στον τόπο όπου « υπάρχει » νομικώς, δηλαδή στην κατοικία του. Εντούτοις η συντάκτρια των σχολίων αυτών αναγνωρίζει ότι αυτή η συλλογιστική οδηγεί στην αναγνώριση του « forum actoris ».
( 28 ) Έτσι, στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ ενός γάλλου καλλιτέχνη, ο οποίος είχε δανείσει πίνακές του για μια έκθεση στην Ιταλία και διαμαρτυρόταν για την κατάσταση στην οποία του επιστράφηκαν, το Tribunal de grande instance του Παρισιού δεν δέχτηκε να κρίνει εαυτό αρμόδιο μόνο για το λόγο ότι οι ζημίες διαπιστώθηκαν στο Παρίσι ( 18 Οκτωβρίου 1978, Vasarely, ο επονομαζόμενος « Yvaral » κατά Caramel και Ratti, Répertoire de jurisprudence du droit communautaire, I-5.3-B-10).
( 29 ) Vie Civil Jurisdiction and Judgments Act I9S2, 1983, κεφάλαιο 4, σ. 60.
( 30 ) Europäisches Zivilprozeßrecht, Kommentar zum EuGVÜ, Hambourg, 1987, άρθρο 5, σημείο 45, ιδίως: « Es spricht viel dafür, den Ort des (weiteren) Schadenseintritts nach erfolgter Rechtgutverletzung für die Zuständigkeitsbegründung nicht ausreichen zu lassen. Denn sonst würde die Deliktszuständigkeit auf Kosten des in Art. 2 verankerten Grundsatzes des Beklagtenwohnsitzes stark ausgedehnt und einem Klägergerichtsstand angenähert. »
( 31 ) Βλέπε, εντούτοις, το σχόλιο του G. Droz στην απόφαση Mines de potasse d'Alsace, όπου, καθώς φαίνεται, θεωρεί ως δεδομένο το ότι το « δευτερεύον » θύμα υφίσταται τη ζημία στον τόπο κατοικίας του (όπ.π., σ. 613).
( 32 ) Y. Lambert-Faivre: Commentaire sous Cass. 2e Civ., 27 Ιανουαρίου 1965, D. 1965, 619.
( 33 ) G. Viney: « L' autonomie du droit à réparation de la vietime par ricochet par rapport à celui de la victime initiale », D. 1974, Chronique, II, σσ. 3 έως 6.
( 34 ) Βλέπε συνέδριο στο cour d'appel του Παρισιού, « L'évaluation du préjudice corporel dans les pays de la Communauté », προκαταρκτική έκθεση του À. Dessertine, Οκτώβριος 1988.
( 35 ) Ziektewet, Wet op de arbeidsongeschiktheidsverzekering.
( 36 ) Staudinger, Komm, sub § 844 BGB, σ. 1357: « Das Recht der unerlaubten Handlungen ist von dem Grundsatz beherrscht, daß nur der unmittelbar Verletzte Ansprüche auf Ersatz des daraus entstandenen Schadens hat... ». Βλέπε, επίσης, BGB NJW 1979, 1501.
( 37 ) Chadwick v. British Ry. Board ( 1967 ), 1 WLR, 912, 914.
( 38 ) J. Pauli, στο έργο Schneider ν. Eisovitch ( I960) 2 QB 430, 441. Hinz v. Berry ( 1970 ) 2 QB 40, 42: « In English Law no damages arc awarded for grief or sorrow caused by a person's death. No damages are to be given for the worry about the children, or for the financial strain or stress, or the difficulties of adjusting to a new life. Damage arc, however, recouverable for nervous shock, or, to put it in medical terms, for any recognisable psychiatric illness caused by the breach of duty by the defendant. » Σημειώνω επίσης, ύστερα από τον Administration of Justice Act του 1982, την καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως για το « bereavement » ( ψυχική οδύνη που προξενείται λόγω του θανάτου συζύγου ή τέκνου ), που καθορίζεται κατ' αποκοπή σε 3500 λίρες Αγγλίας, βλέπε G. Viney και Β. Μαρκεζίνη: La répara-lion du dommage corporel, essai île comparaison ties droits anglais et français, 1985, σ. 78.
( 39 ) Backer v. Bolton ( 1808 ), I Camp. 493.
( 40 ) Που τροποποιήθηκε με to άρθρο 3( 2 ) του Administration of Justice Act του 1982.
( 41 ) Επ' αυτού βλέπε G. Viney και U. Μαρκεζίνη: La répara-lion dn dommage corporel, essai de comparaison des droits anglais et français, 1985, σ. 74 και επόμενες.
( 42 ) 'Αρθρο 495.3 του αστικού κώδικα ( indemnização a terceiros em caso de morte ou lesão corporal ).
( 43 ) 'Αρθρο 496.2 ( danos não patrimoniais ).
( 44 ) 'Αρθρο 496.3 ( danos não patrimoniais ).
( 45 ) A. De Cupis: « Il danno», teoria generale della responsabilità civile, τόμος Ι, σ. 255, « In tema di concorso del fatto colposo del danneggiato », Foro it., 1959, I, 966-967, Teoria e pratica del diritto civile, σ. 544 και επόμενες· Forchelli: Il rapporto di causalità iteli' illecito civile, a. 151, σημείωση 51.
( 46 ) Andrioli: Colpa della villima e risarcimento dei danno dovuto ai congiunti iure proprio, Milan, 1964, Scritti giuridici in memoria di M. Barberio Corsetti. Duni: « Responsabilità da fatti illeciti », Giusi, civ., 1966, IV, σ. 57 και επόμενες.
( 47 ) Υπέρ της απόψεως αυτής: Tribunale του Livorno, 12 Δεκεμβρίου 1961, Giur. il., 1962, I, 2, 610, σχόλιο Μ. Berti. Corte ď appello του Μιλάνου, 28 Νοεμβρίου 1961, Ginst, civ., 1962,1, σ. 974. Tribunale του Udine, 12 Απριλίου 1963, Gim. il., 1964, I, 2, 224. Tribunale της Genova, 22 Μαΐου 1974, Rep. Ciur. it., 1974, Resp. civ. 127. Κατά: Corte di cassazione, 20 Μαρτίου 1959, Foro it., 1959,1, 966.
( 48 ) Tribunal Supremo, Sala I, 20 Δεκεμβρίου 1930, 8 Απριλίου 1936, 27 Απριλίου 1953, 9 Ιουνίου 1969, 26 Ιανουαρίου 1972, που αναφέρονται από τους L. Diez-Picazo και Α. Gullon: Sistema de derecho civil, τόμος II, Μαδρίτη, 1985, σ. 625. Βλέπε, επίσης, R. De Angel Yágüez: La responsabilidad civil, Bilbao, 1988, σσ. 317 και 318. L. Diez-Picazo: Estudios sobre la jurisprudencia civil, τόμος I, Μαδρίτη, 1979, no 123, σ. 296.
( 49 ) Ορισμένοι θεωρούν ότι ο ισπανικός νόμος της 6ης Οκτωβρίου 1980 περί της συμβάσεως ασφαλίσεως καταδικάζει τη νομολογία του πρώτου τμήματος του Tribunal Supremo, καθώς το άρθρο 73 δεν αναγνωρίζει τη δυνατότητα ασκήσεως ευθείας αγωγής κατά του ασφαλιστή παρά μόνο στον ζημιωθέντα και τους κληρονόμους του (βλέπε για περισσότερες λεπτομέρειες, L. Diez-Picazo και Α. Gullon: Sistema de derecho civil, τόμος II, Μαδρίτη, 1985, σ. 625 ).
( 50 ) L. Diez-Picazo: Estudios sobre la jurisprudencia civil, όπ. π., σ. 300, αναφέρει: « Asi como en el caso de demanda del heredero hay una relación directa conducta-daño ( muerte ), en el caso de demanda de un no heredero la relación es ya indirecta conducta-muerte-repercusión de la muerte en el actor, lo cual nos debe llevar a valorar decisivamente la participación del agente en el hecho, pues si fue doloso ( homicidio ) debe responder de todas sus consecuencias (cfr. arts. 1107, 2, del CC y 104 del Código penal), mientras que si fue debido a culpa o negligencia sólo debe responder del daño que sea “ consequência necesaria ” ( cfr. 1107,1o, del CC ). »
( 51 ) Απόφαση ολομέλειας, 19 Δεκεμβρίου 1962, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Dūmon, Revue de droit pénal, 1962,63, σ. 568· J. T. 1963, σ. 673· RGAR 1963, no 7105 και 7092, σχόλιο Dalcq. Απόφαση της 17ης Ιουνίου 1963, J. Τ. 1963, σ. 710, RCJB 1964, 446, σχόλιο Kirkpatrick. Απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 1967, Pas. 1968,537. Αποφάσεις της 19ης Οκτωβρίου 1976 ( Pas. 1977, 213 ), της 15ης Απριλίου 1980 ( Pas. 1004, RGAR 1982,10499 ), της 6ης Ιανουαρίου 1981 (RGAR 1983, 10682), της 10ης Φεβρουαρίου 1981 (Pas. 623) και της Ι4ης Απριλίου 1981 ( Pas. 915 ), αποφάσεις μνημονευόμενες από τον R. André: La réparation du préjudice corporel, σ. 301.
( 52 ) 34/88, SNCFL/Gillet, Burg και Trasolux.
( 53 ) Υπέρ της απόψεως αυτής: cour d'appel, 18 Φεβρουαρίου 1987, no 8582· cour d'appel, 1η Φεβρουαρίου 1984· tribunal d'arrondissement της πόλης του Λουξεμβούργου, 21 Ιουνίου 1972, Pasicrisie L.22, 299· cour d'appel, 6 Δεκεμβρίου 1983, Μ. Ρ. Reckinger· tribunal d'arrondissement της πόλης του Λουξεμβούργου, 9 Οκτωβρίου 1984, Baltes/Thinnes· cour d'appel, 10 Ιουλίου 1985, no 8109, Bulletin St Yves, no 65, σ. 50· cour d'appel, 5 Ιανουαρίου 1987, no 7660· cour d'appel, 1η Φεβρουαρίου 1985, Pasicrisie 26, 147· cour d'appel, 19 Δεκεμβρίου 1984, Pasicrisie 26, 241· tribunal d'arrondissement της πόλης του Λουξεμβούργου, 30 Οκτωβρίου 1987, no 1775/87· cour d'appel, 14 Ιουλίου 1987, no 266/87· cour d'appel, 17 Φεβρουαρίου 1989, no 45/89 U. Κατά: Tribunal d'arrondissement του Diekirch, 11 Φεβρουαρίου 1988, no 50/88· cour d'appel, 22 Νοεμβρίου 1984, no 6347.
( 54 ) Cour de cassation, ολομέλεια, 19 Ιουνίου 1981, JCP 1982, no 19712, έκθεση του conseiller Ponsard.
( 55 ) Βλέπε J. Μ. Bischoff και Α. Huet: Chronique de jurisprudence de la Cour de Justice des Communautés européennes, όπ.π., σ. 472, οι οποίοι αναφέρουν τα εξής: « 'Εστω και αν γίνει δεκτό ότι η τάση της ευνοίας προς τον ζημιωθέντα δεν εξέλιπε ποτέ εντελώς από την ειδική βάση διεθνούς δικαιοδοσίας που θεσπίζεται στο άρθρο 5, σημείο 3..., θεμελιώδης κανόνας της Συμβάσεως εξακολουθεί να είναι παρ' όλα αυτά η αρμοδιότητα του forum rei. » Βλέπε, επίσης, Ρ. Golhot και D. Ηοlleaux: la convention de Bruxelles de 27 septembre 1968, σημείο 89, σ. 50, οι οποίοι παρατηρούν ότι « αν και ορισμένοι, κατά τη διάρκεια της συζητήσεως της υποθέσεως Mines des potasse d'Alsace ενώπιον του Δικαστηρίου, θεώρησαν ότι το άρθρο 5, σημείο 3, διαπνέεται από την ιδέα της ευνοίας προς το θύμα ..., η απόφαση δεν αφήνει καθόλου να διαγνωστεί η ύπαρξη αυτής της ιδέας, βασίζεται δε κυρίως στην ανάγκη ορθής απονομής της δικαιοσύνης». Βλέπε, επίσης, την άποψη του Desames Real, ο οποίος αναφέρει ότι: « Este objectivo general de protección a la víctima de “ poluciones trasfronterizas ” no aparece claramente reflejado ni en la letra ni en el espíritu del articulo 5.3, precepto que, a mi modo de ver, se explica únicamente por consideraciones de buena administración de justicia, “para facilitar la instrucción de la causa por el juez más próximo a los hechos del litigio”: nada impide que, por ejemplo, esta parte “ débil ” perjudicada sea una poderosa multinacional o incluso un Estado », στο βιβλίο La competencia judicial en la Communidad europea, 1986, σ. 297. Λντίθειη άποψη, βλέπε Ρ. Bourel: Revue critique de droit international privé, 1977, σ. 571, ο οποίος θεωρεί ότι το ενδιαφέρον για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης θα οδηγούσε τους συντάκτες της Συμβάσεως, εάν είχε ληφθεί μόνο αυτό υπόψη, να θεσπίσουν σχετικά μια υποχρεωτική και αποκλειστική βάση διεθνούς δικαιοδοσίας.
( 56 ) Βλέπε επ' αυτού, T. C Hartley: Civil Jurisdiction and Judgements, ο οποίος προβληματίζεται αναφορικά με την ιδέα της εύνοιας προς τον ζημιωθέντα και καταλήγει στο εξής: « The two main areas in which this problem is likely to arise are pollution and products liability: in both cases modern opinion tends to favour the plaintiff », 1984, κεφάλαιο 4, σ. 52.
( 57 ) Journal de droit international, 1977, σ. 728, σχόλιο στη σ. 733.
( 58 ) Σχόλιο σε απόφαση του « Tribunal de grande instance του Παρισιού», 19 Ιουνίου 1974, Dalloz Sirey, 1975, σ. 638. Επί του γενικότερου προβλήματος της συναφειας, καθώς και της εκκρεμοδικίας, βλέπε: F. Pontonio: Problemi di competenza e di litispendenza nel diritto processuale internazionale con riferimento alla Convenzione di Bruxelles del 27 settembre 196S, Giuffrè, 1978, τόμος XLIII, no 6, σ. 811· M. Desantes Real: «La litispendence internacional: consideraciones sobre su regulación convencional y futura aplicación en España », Justicia, 1983, no IV, σ. 845· E. Blackburn: «Lis alibi pendens and forum non conveniens in collision actions after the Civil Instruction and Judgments Act 1982», Maritime and Commercial Law Quarterly, 1988. P. W. L. Bogaert: « lus vigilantibus: tactics of Forum shopping under the EEC Judgments Convention », European Competition Law Review, 1988, τόμος 9, άρθρο της συντάξεως του περιοδικού.
( 59 ) Η. Gaudemet-Tallon: Revue critique de droit international privé, 1983, « Jurisprudence », σ. 670.
( 60 ) Βλέπε επίσης, επ' αυτού, υπέρ του περιορισμού της αρμοδιότητας στις ζημίες που επήλθαν στην περιφέρεια του δικάζοντος δικαστηρίου, G. Droz, Dalloz Sirey, 1977, σ. 613 και, υπέρ της γενικής αρμοδιότητας του δικαστηρίου του τόπου όπου το θύμα υφίσταται τη ζημία, Ρ. Bourel: Revue critique de droit international privé, 1977, σ. 563.
( 61 ) Βλέπε προαναφερθέντα σχόλια του G. Droz και της Η. Gaudemet-Tallon. Όπως έχω ήδη αναφέρει, θεωρώ ότι δεν υπάρχουν στοιχεία στην απόφαση του Δικαστηρίου της 30ής Νοεμβρίου 1976 που να επιτρέπουν τη συναγωγή ενός τέτοιου συμπεράσματος. 'Εναντι των νομικών προσώπων, μια τέτοια θεώρηση θα κατέληγε στην αναγνώριση της αρμοδιότητας του δικαστηρίου του τόπου στον οποίο βρίσκεται η έδρα τους για κάθε ζήτημα ευθύνης εξ αδικοπραξίας, καθόσον το νομικό πρόσωπο θα μπορεί πάντοτε να ισχυρίζεται ότι εκεί διαπιστώνει τις οικονομικές του απώλειες και ότι, συνεπώς, σ' αυτό τον τόπο υφίσταται τη ζημία του. Είναι περιττό να δείξω πόσο θα αναγνωριζόταν γενικώς το « forum actoris » σε μια τέτοια περίπτωση.
( 62 ) Das EWG-Übereinkonimeti über die gerichtliche Zuständigkeit mul die Vollstreckimg gerichtlicher Entscheindungen in Zivil· und Handelssachen, Systematischer Kommentar von Dr R. Geimer und Prof. Dr R. Α. Schütze, Μόναχο, 1983, XVI σ. 633: « Gleiches gilt für Ersatzansprüche mittelbar Geschädigter. Deren Ansprüche sind akzessorisch zu denen der unmittelbar Geschädigten. Dies wirkt sich auch zuständigkeitsrechtlich aus. »
( 63 ) Σκέψη 17.
Full & Egal Universal Law Academy