ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΊΑ
F. G. JACOBS
της 17ης Οκτωβρίου 1989 ( *1 )
Κύριε πρόεορε,
Κύριοι δικαονές,
1.
Οι υποθέσεις αυτές υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο κατόπιν αιτήσεων για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλαν, στην υπόθεση C-228/88, το Bayerisches Landessozialgericht και, στην υπόθεση C-12/89, το Bundessozialgericht της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Παρόλον ότι τα πραγματικά περιστατικά των δύο υποθέσεων διαφέρουν ελαφρώς μεταξύ τους, κατ' ουσίαν θέτουν το ίδιο πρόβλημα, οπότε για αυτό τον λόγο το Δικαστήριο αποφάσισε τη συνεκδίκασή τους την ίδια ημέρα. Η γερμανική κυβέρνηση αποδίδει μεγάλη σημασία στις υποθέσεις αυτές και οι απαντήσεις που θα δώσει το Δικαστήριο στα υποβληθέντα ερωτήματα θα επηρεάσουν αρκετές παρόμοιες υποθέσεις. Ορισμένες από αυτές εκκρεμούν ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου.
2.
Το ερώτημα που τίθεται στις δύο υποθέσεις συνίσταται, κατ' ουσίαν, στο αν ο διακινούμενος εργαζόμενος έχει δικαίωμα να λαμβάνει οικογενειακές παροχές από το κράτος υποδοχής για άνεργο τέκνο που κατοικεί στη χώρα καταγωγής του εργαζομένου, όταν το κράτος υποδοχής εξαρτά το δικαίωμα επί των παροχών από την προηγούμενη εγγραφή στον οργανισμό απασχολήσεως του κράτους αυτού και όταν το εν λόγω τέκνο είναι στη πραγματικότητα εγγεγραμμένο στον οργανισμό απασχολήσεως του κράτους κατοικίας του.
3.
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως C-228/88 είναι τα ακόλουθα. Ο Bronzino, ιταλός υπήκοος, εργάστηκε επί πολλά έτη ως μισθωτός στο Augsburg της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Η σύζυγός του και τα επτά του τέκνα κατοικούν στο Ercolano στην επαρχία της Νάπολης ( Ιταλία ). Από τον Ιανουάριο 1985 ελάμβανε οικογενειακές παροχές από το Kindergeldkasse ( ταμείο οικογενειακών παροχών) για τέσσερα από τα τέκνα του. Τον Μάρτιο 1985 ζήτησε να του χορηγηθούν οικογενειακές παροχές για τα άλλα τρία τέκνα του που γεννήθηκαν αντίστοιχα το 1964, 1966 και 1967. Προσκόμισε πιστοποιητικά του οργανισμού απασχολήσεως του Ercolano που αποδεικνύουν ότι τα τρία τέκνα του είχαν εγγραφεί στον οργανισμό αυτό ως μαθητευόμενοι ή ως αναζητούντες εργασία, δηλαδή ως άνεργοι.
4.
Η αίτηση του Bronzino απορρίφθηκε στις 11 Απριλίου 1985. Στις 21 Αυγούστου 1986, το Sozialgericht του Augsburg δέχθηκε την προσφυγή του Bronzino και υποχρέωσε το καθού να του χορηγήσει τις οικογενειακές παροχές που ζητούσε. Το καθού άσκησε έφεση ενώπιον του Bayerisches Landessozialgericht, το οποίο ανέστειλε τη διαδικασία και ζήτησε από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί του ακολούθου ερωτήματος:
«Έχουν το άρθρο 73, παράγραφος 1, και το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 ή άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου την έννοια ότι ο διακινούμενος εργαζόμενος έχει δικαίωμα επί των οικογενειακών παροχών στον τόπο απασχολήσεως ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία το μέλος της οικογένειας είτε δεν μπορεί να αρχίσει ή να συνεχίσει στη χώρα μόνο που κατοικεί και σύμφωνα με τις διατάξεις της χώρας αυτής την επαγγελματική του επιμόρφωση λόγω ελλείψεως σχετικής θέσεως, είτε εξαρτάται ως άνεργος από τον οργανισμό απασχολήσεως, το εθνικό όμως δίκαιο του κράτους απασχολήσεως απαιτεί τη συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών στο εσωτερικό του κράτους αυτού; »
5.
Παρόμοια είναι τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως C-12/89. Ο Gatto είναι ιταλός υπήκοος που κατοικεί στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Εντούτοις, σε αντίθεση με τον Bronzino, είναι άνεργος και λαμβάνει από το 1976 επίδομα ανεργίας ή αρωγή. Η σύζυγος και τα τρία τέκνα του κατοικούν στην Ιταλία. Η κόρη του Antonia, που γεννήθηκε το 1968, είναι άνεργη και τα δύο νεότερα τέκνα του φοιτούν στο σχολείο. Στις 6 Μαΐου 1985 ο Gatto ζήτησε από το καθού τη χορήγηση οικογενειακών παροχών κατά το γερμανικό δίκαιο για τη κόρη του Antonia. Για να στηρίξει την αίτηση του προσκόμισε πιστοποιητικό του αρμόδιου ιταλικού οργανισμού απασχολήσεως που αποδεικνύει ότι η Antonia είναι άνεργη. Η αίτηση του Gatto απορρίφθηκε όπως και η προσφυγή που άσκησε ενώπιον του Sozialgericht κατά της αποφάσεως του καθού. Η έφεση που άσκησε ο Gatto ενώπιον του αρμόδιου Landessozialgericht απορρίφθηκε. Στη συνέχεια ο Gatto άσκησε αναίρεση ενώπιον του Bundessozialgericht, το οποίο αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:
« Το άρθρο 74, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, που αναφέρεται στην κατά πλάσμα κατοικία σημαίνει, επίσης, ότι η κατά την νομοθεσία του ( τελευταίου ) κράτους απασχολήσεως του εργαζομένου απαιτουμένη προϋπόθεση της ανεργίας του μέλους της οικογένειας για το οποίο ζητείται η καταβολή οικογενειακού επιδόματος θεωρείται ότι συντρέχει όταν το μέλος αυτό της οικογένειας τίθεται στη διάθεση του οργανισμού απασχολήσεως του κράτους της κατοικίας του; »
Η εθνική νομοθεσία
6.
Η άρνηση των γερμανικών αρχών να χορηγήσουν στον Bronzino και στον Gatto τις αιτούμενες παροχές στηρίζεται κυρίως στο άρθρο 2, παράγραφος 4, του Bundeskindergeldgesetz (ομοσπονδιακού νόμου περί των οικογενειακών παροχών για τα συντηρούμενα τέκνα, στο εξής: BKGG) που ορίζει στο σχετικό τμήμα του:
« Τα τέκνα τα οποία έχουν συμπληρώσει το δέκατο έκτο έτος της ηλικίας τους αλλά όχι το εικοστό πρώτο μπορούν επίσης να λαμβάνονται υπόψη εφόσον, εντός του πεδίου εδαφικής εφαρμογής του νόμου αυτού,
1)
δεν μπορούν να αρχίσουν ή να συνεχίσουν την επαγγελματική τους εκπαίδευση ελλείψει θέσεων, ή
2)
έχουν τεθεί, ως άνεργοι, στη διάθεση του οργανισμού απασχολήσεως... »
Επομένως οι παροχές καταβάλλονται μόνο για τέκνα ηλικίας 16 έως 21 ετών που αναζητούν εργασία, εφόσον κατοικούν στο έδαφος εφαρμογής του BKGG και δεν μπόρεσαν να βρουν θέση σε μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως ή τίθενται στη διάθεση του ομοσπονδιακού οργανισμού απασχολήσεως. Το πρόβλημα επί του οποίου πρέπει να αποφανθεί το Δικαστήριο είναι το αν η εγγραφή στον φορέα απασχολήσεως άλλου κράτους μέλους πρέπει να εξομοιωθεί προς την εγγραφή στον φορέα απασχολήσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στην περίπτωση τέκνων προσώπου που εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71.
Η κοινοτική νομοθεσία
7.
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, όπως τροποποιήθηκε, αφορά την εφαρμογή των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους ανεξαρτήτους εργαζομένους και στα μέλη της οικογένειας τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας. Η τελευταία κωδικοποίηση του περιέχεται στην ΕΕ 1983, L 230 (σ. 6 και επ. ) Τα άρθρα 73, παράγραφος 1, και 74, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού ορίζουν τα εξής:
Άρθρο 73, παράγραφος 1 : « Ο μισθωτός που υπάγεται στη νομοθεσία κράτους μέλους, εκτός της Γαλλίας, δικαιούται οικογενειακών παροχών για τα μέλη της οικογένειας του που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους κατά τη νομοθεσία του πρώτου κράτους, σαν να κατοικούσαν τα μέλη αυτά στο έδαφος του. »
Άρθρο 74, παράγραφος 1 : « Ο σε ανεργία μισθωτός, ο οποίος λαμβάνει παροχές ανεργίας δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους εκτός της Γαλλίας, δικαιούται οικογενειακών παροχών για τα μέλη της οικογένειάς του που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, σύμφωνα με τη νομοθεσία του πρώτου κράτους, σαν να κατοικούσαν τα μέλη αυτά στο έδαφός του. »
Πρέπει παρεμπιπτόντως να σημειωθεί ότι, με την απόφαση του της 2ας Μαρτίου 1989 επί της υποθέσεως Pinna κατά Caisse d'allocations familiales της Σαβοΐας ( 359/87, Συλλογή 1989, σ. 585), το Δικαστήριο είπε ότι η φράση « εκτός της Γαλλίας » στο άρθρο 73, παράγραφος 1 πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει κηρυχθεί σιωπηρώς ανίσχυρη με την προηγούμενη απόφαση του επί της υποθέσεως 41/84 μεταξύ των αυτών διαδίκων ( βλέπε Συλλογή 1986, σ. 1 ). Κατά την άποψη μου το ίδιο ισχύει για την αντίστοιχη διατύπωση που χρησιμοποιείται στο άρθρο 74, παράγραφος 1.
8.
Ως « οικογενειακή παροχή » ορίζεται στο άρθρο 1, στοιχείο κα), υπό i), του κανονισμού « κάθε παροχή εις είδος ή εις χρήμα προορισμένη να αντισταθμίσει τα οικογενειακά βάρη στο πλαίσιο των διατάξεων του άρθρου 4, παράγραφος 1, περίπτωση η... ». Το άρθρο 4, παράγραφος 1, ορίζει τους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού. Το στοιχείο η) του άρθρου 4, παράγραφος 1, αναφέρει απλώς τις « οικογενειακές παροχές ».
9.
Τέλος το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού ορίζει:
« Τα πρόσωπα που κατοικούν στο έδαφος ενός από τα κράτη μέλη, και για τα οποία ισχύουν οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού, υπόκεινται στις υποχρεώσεις και απολαύουν των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του, υπό την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού. »
Τα υποβληθέντα ερωτήματα
10.
Τα υποβληθέντα ερωτήματα θέτουν κατ' ουσίαν τρία προβλήματα. Τα δύο πρώτα αναφέρονται στο αν οι παροχές που ζήτησαν οι Bronzino και Gatto αποτελούν οικογενειακές παροχές κατά την έννοια, αντιστοίχως, των άρθρων 73 και 74 του κανονισμού και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζουν τα άρθρα αυτά για τη θεμελίωση του δικαιώματος επί των παροχών. Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά μπορεί να επηρεαστεί από το τρίτο τιθέμενο πρόβλημα, δηλαδή από το αν η άρνηση των γερμανικών αρχών να χορηγήσουν τις παροχές στους Bronzino και Gatto παραβιάζει την αρχή απαγορεύσεως κάθε διακρίσεως λόγω ιθαγενείας, που καθιερώνεται με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 και αποτελεί ειδική έκφραση της γενικότερης αρχής των άρθρων 7 και 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης.
11.
Η γερμανική κυβέρνηση, με την άποψη της οποίας συμφωνεί, στην υπόθεση C-228/88, και η ολλανδική κυβέρνηση, θεωρεί ότι στα δύο αυτά ερωτήματα πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση. Υποστηρίζει ότι οι παροχές που ζήτησαν οι προσφεύγοντες αποτελούν, κατ' ουσίαν, μέτρο προστασίας της εργασίας που εφαρμόζεται, χωρίς να τίθεται ζήτημα ελεύθερης κυκλοφορίας μεταξύ των κρατών μελών, σε κάθε πρόσωπο που έχει την εν λόγω ηλικία. Παρόλον ότι η σχετική γερμανική νομοθεσία χαρακτηρίζει το μέτρο ως οικογενειακές παροχές, τούτο οφείλεται, όπως υποστηρίζει η γερμανική κυβέρνηση, αποκλειστικά σε λόγους διοικητικής απλοποιήσεως. Ο λόγος για τον οποίο το άρθρο 2, παράγραφος 4, του BKGG απαιτεί να κατοικούν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας τα τέκνα για τα οποία ζητούνται παροχές είναι ότι μόνον έτσι οι γερμανικές αρχές μπορούν να τους βρουν θέσεις εργασίας ή θέσεις επαγγελματικής εκπαιδεύσεως. Η εξάρτηση της χορηγήσεως των παροχών από την παρουσία στο εθνικό έδαφος δικαιολογείται επομένως από τον σκοπό που επιδιώκει ο νομοθέτης, να προστατεύσει την εργασία.
12.
Η Επιτροπή διατυπώνει την αντίθετη άποψη, με την οποία συμφωνούν, στην υπόθεση C-228/88, ο Bronzino καθώς και η ιταλική και πορτογαλική κυβέρνηση και, στην υπόθεση C-12/89, η βελγική και η ιταλική κυβέρνηση. Κατά την άποψη της Επιτροπής, τα άρθρα 73 και 74 του κανονισμού 1408/71 αποσκοπούν, αμφότερα, να προστατεύσουν τους εργαζομένους και τα μέλη της οικογένειάς τους από τις δυσάρεστες συνέπειες που μπορεί να έχει για αυτούς το γεγονός ότι κάνουν χρήση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας μεταξύ των κρατών μελών. Η εξάρτηση του δικαιώματος του αναζητούντος εργασία προς οικογενειακές παροχές από την εγγραφή του στο γερμανικό οργανισμό απασχολήσεως συνιστά ακριβώς το είδος εμποδίων που τα άρθρα 73 και 74 αποσκοπούν να καταργήσουν. Κατά την άποψη της Επιτροπής το εμπόδιο αυτό θα εκλείψει μόνον αν η εγγραφή σε άλλο κράτος μέλος εξομοιωθεί με εγγραφή στο κράτος στο οποίο ζητείται η χορήγηση της παροχής.
13.
Κατά την άποψή μου οι παροχές που ζήτησαν οι Bronzino και Gatto αποτελούν προφανώς « οικογενειακές παροχές » κατά την έννοια των άρθρων 73 και 74 του κανονισμού. Ας σημειωθεί εξαρχής ότι παρόμοιος είναι ο χαρακτηρισμός τους όχι μόνο από το γερμανό νομοθέτη αλλά και από τα παραπέμποντα δικαστήρια. Εξάλλου, στη δήλωση που έκανε η γερμανική κυβέρνηση κατ' εφαρμογή του άρθρου 5 του κανονισμού, το οποίο υποχρεώνει τα κράτη μέλη να αναφέρουν, μεταξύ άλλων, τις νομοθεσίες και τα συστήματα που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, αναφέρεται ρητά ο νόμος δυνάμει του οποίου ζητούνται οι παροχές αυτές ( βλέπε JO 1980, C 139, σ. 6, σημείο 5 ).
14.
Εν πάση περιπτώσει θεωρώ ότι ο ορισμός των « οικογενειακών παροχών » στο άρθρο 1, στοιχείο κα ), υπό i ), του κανονισμού μπορεί να καλύψει τις εν λόγω παροχές που μπορούν πράγματι να θεωρηθούν ως « προορισμένες να αντισταθμίσουν τα οικογενειακά βάρη ». Οπως δέχεται η ίδια η γερμανική κυβέρνηση στις παρατηρήσεις της, οι νέοι άνεργοι που δεν έχουν ακόμη αποκτήσει δικαίωμα επιδόματος ανεργίας ζουν, συνήθως, στην κατοικία των γονέων τους και συντηρούνται από αυτούς. Είναι χρήσιμο να παρατηρηθεί σχετικά ότι οι παροχές που προβλέπει ο, BKGG καταβάλλονται στους γονείς και όχι στο τέκνο. Τόσο η φύση των παροχών όσο και ο τρόπος καταβολής τους επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι οι παροχές αυτές προορίζονται να αντισταθμίζουν τα έξοδα στα οποία υποβάλλονται οι γονείς για τα άνεργα τέκνα τους. Οι παροχές αυτές εμπίπτουν επομένως σαφώς στον ορισμό των « οικογενειακών παροχών » του άρθρου 1, στοιχείο κα ), υπό i ).
15.
Η γερμανική κυβέρνηση επικαλείται σειρά αποφάσεων του Δικαστηρίου οι οποίες, κατά την άποψη της, αποδεικνύουν ότι το Δικαστήριο κατατάσσει τις παροχές ανάλογα με τον σκοπό τους χωρίς να ακολουθεί την τυπική τους κατάταξη. Αναφέρει σχετικά την υπόθεση 94/84, Office national de 1' emploi κατά Deak ( Συλλογή 1985, σ. 1873 ), την υπόθεση 375/85, Campana κατά Bundesanstalt für Arbeit (Συλλογή 1987, σ. 2387) και την υπόθεση 313/86, Lenoir κατά Caisse ď allocations familiales des Alpes-Maritimes (απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, Συλλογή 1988, σ. 5391 ). Αν και δέχομαι ότι το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τον τυπικό χαρακτηρισμό της παροχής από την εθνική νομοθεσία, δεν νομίζω ότι οι υποθέσεις αυτές ενισχύουν περισσότερο την επιχειρηματολογία της γερμανικής κυβερνήσεως.
16.
Η υπόθεση Deak αναφερόταν στην αίτηση υπαγωγής στο πλεονέκτημα ειδικού επιδόματος ανεργίας για νέους εργαζομένους που προβλέπει η βελγική νομοθεσία, την οποία είχε υποβάλει ούγγρος υπήκοος, ο οποίος κατοικούσε στο Βέλγιο με την ιταλίδα μητέρα του, που εργαζόταν στη χώρα αυτή. Η αρμόδια βελγική αρχή απέρριψε την αίτηση λόγω της ουγγρικής ιθαγένειας του αιτούντος. Ο αιτών υποστήριξε ότι, ως μέλος της οικογενείας εργαζομένου που είναι υπήκοος άλλου κράτους μέλους, είχε δικαίωμα επί της αιτουμένης παροχής δυνάμει του κανονισμού 1408/71. Το Δικαστήριο εντούτοις, εφαρμόζοντας την αρχή που έθεσε με την υπόθεση 40/76, Kermaschek κατά Bundesanstalt für Arbeit (Rec 1976, σ. 1669 ), έκρινε ότι πρόσωπο ευρισκόμενο στη κατάσταση του αιτούντος δεν μπορούσε να επικαλεστεί τον κανονισμό 1408/71. Ο λόγος ήταν ότι τα μέλη της οικογενείας διακινουμένου εργαζομένου δεν δικαιούνται, δυνάμει του κανονισμού αυτού, παρά τις παροχές που προβλέπουν οι εθνικές νομοθεσίες λόγω της ιδιότητας τους ως μελών της οικογενείας του εργαζομένου, ενώ το εν λόγω ειδικό επίδομα ανεργίας εχορηγείτο στους νέους που αναζητούν εργασία όχι λόγω του ότι είναι μέλη της οικογενείας του εργαζομένου, αλλά λόγω της προσωπικής καταστάσεώς τους. Στην προκειμένη όμως περίπτωση τα εν λόγω δικαιώματα ανήκουν στους Bronzino και Gatto και όχι στα τέκνα τους, οπότε δεν είναι κρίσιμες οι παρατηρήσεις αυτές.
17.
Η υπόθεση Campana παρέχει ένα ακόμη παράδειγμα για τη θέληση του Δικαστηρίου να εξετάσει την ουσία της παροχής για να καθορίσει πώς πρέπει να χαρακτηριστεί για τους σκοπούς του κανονισμού 1408/71. Στην υπόθεση αυτή το Δικαστήριο ρωτήθηκε αν η εθνική παροχή που προορίζεται για την πρόληψη μελλοντικής ανεργίας, και όχι για την αντιμετώπιση των συνεπειών υπάρχουσας ανεργίας, αποτελεί επίδομα ανεργίας κατά την έννοια των άρθρων 67, παράγραφος 1, και 4, παράγραφος 1, στοιχείο ζ), του κανονισμού. Το Δικαστήριο θεώρησε ότι θα ήταν αντίθετο προς τον σκοπό του άρθρου 51 της Συνθήκης να αποκλειστούν από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων αυτών όλες οι παροχές που αποβλέπουν στην πρόληψη μελλοντικής ανεργίας. Όταν όμως, όπως συνέβαινε στην υπόθεση που ήταν εκκρεμής ενώπιον του παραπέ-μποντος δικαστηρίου, η παροχή έχει λάβει τη μορφή ενισχύσεως της επαγγελματικής επιμορφώσεως, δεν αποτελεί επίδομα ανεργίας κατά την έννοια του κανονισμού παρά μόνο στις περιπτώσεις που αφορούν εργαζομένους που βρίσκονται ήδη σε ανεργία ή που αντιμετωπίζουν πράγματι απειλή ανεργίας.
18.
Νομίζω ότι το μόνο που προσφέρει η υπόθεση Campana για την απάντηση στο ερώτημα αν οι παροχές τις οποίες αφορούν οι παρούσες υποθέσεις αποτελούν οικογενειακές παροχές κατά την έννοια των άρθρων 73 και 74 του κανονισμού είναι η διαπίστωση ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό εξαρτάται από την ουσία και όχι από το είδος των παροχών, διαπίστωση την οποία σε καμιά περίπτωση δεν αμφισβητώ.
19.
Θα εξετάσω τώρα την υπόθεση Lenoir, που διακρίνεται νομίζω από τις παρούσες υποθέσεις για δύο λόγους: έναν τεχνικό και έναν ουσιαστικό. Καταρχάς, η υπόθεση Lenoir αναφερόταν στον ειδικό ορισμό των παροχών του άρθρου 77, παράγραφος 1, του κανονισμού σχετικά με τον οποίον το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι αντιστοιχεί στον ορισμό των « οικογενειακών παροχών » του άρθρου 1, στοιχείο κα), υπό ii), του κανονισμού. Στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται βέβαια για το άρθρο 1, στοιχείο κα), υπό i). Εντούτοις από περισσότερο ουσιαστική ίσως άποψη το Δικαστήριο στην υπόθεση Lenoir διέκρινε μεταξύ των παροχών σε χρήμα που χορηγούνται με γνώμονα αποκλειστικά τον αριθμό ή την ηλικία των μελών της οικογένειας και άλλων παροχών, όπως η παροχή που προορίζεται να καλύψει τα έξοδα λόγω ενάρξεως του σχολικού έτους. Ενώ η χορήγηση των πρώτων δικαιολογείται ανεξαρτήτως της κατοικίας του δικαιούχου και της οικογένειάς του, οι δεύτερες συνδέονται στενά με το κοινωνικό περιβάλλον και, συνακόλουθα, με την κατοικία των ενδιαφερομένων. Ήταν επομένως σύμφωνη προς το άρθρο 77η άρνηση του αρμόδιου κράτους να καταβάλει το δεύτερο είδος παροχών σε αιτούντα που είχε εγκατασταθεί με την οικογένειά του σε άλλο κράτος μέλος.
20.
Κατά την άποψη μου οι παρούσες υποθέσεις δεν αφορούν παροχές που ανταποκρίνονται σε ανάγκες που αντιμετωπίζουν μόνον οι εργαζόμενοι των οποίων οι οικογένειες κατοικούν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Ένας νέος που αναζητεί εργασία μπορεί να συνιστά οικονομική επιβάρυνση για την οικογένειά του ανεξαρτήτως του κράτους μέλους στο οποίο κατοικεί. Παρόλον ότι μπορεί ενδεχομένως να είναι ευκολότερο για τους νέους να βρουν εργασία στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας απ' ό,τι στη νότια Ιταλία, θα ήταν αντίθετο προς την εύρυθμη λειτουργία της κοινής αγοράς να θεωρηθεί αυτό λόγος μη χορηγήσεως παροχών στους αιτούντες σε περιπτώσεις όπως αυτές που μας απασχολούν, διότι ένας από τους στόχους της Συνθήκης είναι να καταστήσει δυνατό σε εργαζόμενους όπως οι Bronzino και Gatto να επωφεληθούν από ευνοϊκότερες συνθήκες που επικρατούν σε κράτη μέλη διάφορα της πατρίδας τους.
21.
Πράγματι η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, στην πραγμάτωση της οποίας αποσκοπεί ο κανονισμός 1408/71, αποτελεί μία από τις βάσεις της Κοινότητας. Για τον λόγο αυτόν οι διατάξεις του κανονισμού δεν θα έπρεπε να ερμηνεύονται περιοριστικά, αλλά απαιτούν μάλλον ευρεία ερμηνεία, σύμφωνη με τους σκοπούς που επιδιώκει ο κανονισμός. Η άρνηση χορηγήσεως των παροχών σε αιτούντες όπως οι Bronzino και Gatto υπό περιστάσεις παρόμοιες με αυτές των προκειμένων περιπτώσεων θα μπορούσε να έχει σημαντικές αποτρεπτικές συνέπειες όσον αφορά την άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και νομίζω ότι τα άρθρα 73 και 74 του κανονισμού αποσκοπούν ακριβώς στο να εμποδίσουν αυτού του είδους τις αποτρεπτικές συνέπειες. Επομένως, κατά την άποψη μου, η έννοια της « κατά πλάσμα κατοικίας » που καθιερώνουν τα άρθρα αυτά δεν απαιτεί απλώς και μόνο από τα κράτη μέλη να αντιμετωπίζουν τα μέλη της οικογενείας των διακινουμένων εργαζομένων σαν να κατοικούσαν στο κράτος υποδοχής. Έχει επίσης την έννοια ότι υποχρεώνει τα κράτη μέλη να θεωρούν ότι πληρούνται και άλλες προϋποθέσεις χορηγήσεως των παροχών, εφόσον αυτές πληρούνται στη χώρα όπου κατοικούν τα μέλη της οικογενείας του διακινουμένου εργαζομένου. Διαφορετικά ένα κράτος μέλος θα μπορούσε να αποφύγει την εφαρμογή του κανόνα της κατά πλάσμα κατοικίας ορίζοντας προϋποθέσεις χορηγήσεως του δικαιώματος επί των παροχών μη δυνάμενες, στη πράξη, να πληρωθούν παρά μόνο απ' όσους κατοικούν στο έδαφός του. Με τον τρόπο αυτό θα καθιερωνόταν κρυφά η προϋπόθεση της κατοικίας, αλλά ο σκοπός των άρθρων 73 και 74 δεν ήταν να επιτρέψουν κάτι τέτοιο.
22.
Η άποψη μου ότι οι παροχές που ζήτησαν οι Bronzino και Gatto αποτελούν « οικογενειακές παροχές » κατά την έννοια, αντιστοίχως, των άρθρων 73 και 74 του κανονισμού 1408/71 ενισχύεται από το γεγονός ότι διαφορετική ερμηνεία θα οδηγούσε εμμέσως σε διάκριση εις βάρος τους, λόγω της ιθαγενείας τους. Παρόλον ότι το άρθρο 2, παράγραφος 4, του BKGG δεν αναφέρεται ρητά στην ιθαγένεια αυτού που αναζητεί εργασία, ορίζει μια προϋπόθεση που μπορεί να πληρωθεί πολύ ευκολότερα από τους γερμανούς υπηκόους παρά από τους υπηκόους άλλων κρατών μελών. Όπως αποφάνθηκε ρητά το Δικαστήριο στην πρώτη απόφαση Pinna, που προαναφέρθηκε, « ο κανόνας της ίσης μεταχείρισης δεν απαγορεύει μόνο τις εμφανείς δυσμενείς διακρίσεις που στηρίζονται στην ιθαγένεια, αλλά και όλες τις συγκεκαλυμμένες μορφές δυσμενούς διακρίσεως, οι οποίες, με την εφαρμογή άλλων κριτηρίων διακρίσεως, καταλήγουν στη πράξη στο ίδιο αποτέλεσμα » ( σκέψη 23 ). Για την περίπτωση που θα υπήρχε αμφιβολία ως προς το γεγονός ότι το άρθρο 2, παράγραφος 4, θίγει περισσότερο τους υπηκόους άλλων κρατών μελών απ' ό,τι τους γερμανούς υπηκόους, η Επιτροπή προσκόμισε αριθμητικά στοιχεία που της παρέσχαν οι γερμανικές αρχές, από τα οποία προκύπτει ότι κατά τα τέλη του έτους 1984 περισσότερο από το 17 ο/ο των τέκνων υπηκόων άλλων κρατών μελών που κατοικούσαν στη Γερμανία και είχαν δικαίωμα για οικογενειακές παροχές σύμφωνα με το γερμανικό δίκαιο ζούσε στο εξωτερικό, ενώ οι γερμανοί υπήκοοι τα τέκνα των οποίων ζούσαν στην αλλοδαπή αντιπροσώπευαν μόνο το 0,03 % του συνόλου των Γερμανών που είχαν δικαίωμα για οικογενειακές παροχές.
23.
Κατά την άποψη της γερμανικής κυβερνήσεως έμμεση ή συγκεκαλυμμένη διάκριση στηριζόμενη στην ιθαγένεια υπάρχει μόνον όταν ο εν λόγω κανόνας δεν αφορά, καταρχήν, παρά μόνο τους αλλοδαπούς. Η έννοια όμως της έμμεσης διάκρισης δεν είναι σε καμμία περίπτωση τόσο περιορισμένη, και αρκεί η παραπομπή στην πρώτη απόφαση Pinna για να διαπιστωθεί ότι η άποψη της γερμανικής κυβερνήσεως δεν μπορεί να συμβιβαστεί με τη νομολογία του Δικαστηρίου. Η υπόθεση αυτή αφορούσε το δικαίωμα εργαζομένου υποκειμένου στη γαλλική νομοθεσία επί οικογενειακών παροχών για τα μέλη της οικογενείας του που κατοικούσαν σε άλλο κράτος μέλος. Κατά το άρθρο 73, παράγραφος 2, του κανονισμού όπως ίσχυε τότε, το πρόσωπο αυτό δικαιούταν τις οικογενειακές παροχές που προβλέπονταν όχι στη Γαλλία, αλλά στο κράτος μέλος στο οποίο κατοικούσε η οικογένεια του. Το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι, « μολονότι η γαλλική νομοθεσία εφαρμόζει, κατά γενικό κανόνα, τό ίδιο κριτήριο για τον προσδιορισμό του δικαιώματος επί οικογενειακών παροχών γάλλου εργαζομένου που απασχολείται στο γαλλικό έδαφος, το κριτήριο αυτό δεν έχει καθόλου την ίδια σημασία για την εν λόγω κατηγορία εργαζομένων, διότι το πρόβλημα της κατοικίας των μελών της οικογένειας εκτός της Γαλλίας τίθεται ουσιαστικά για τους διακινουμενους εργαζομένους » ( σκέψη 24 ). Επομένως, το γεγονός ότι ορισμένοι γάλλοι υπήκοοι βρέθηκαν ενδεχομένως στην ίδια κατάσταση με τους διακινούμενους εργαζομένους που κατοικούν στη Γαλλία δεν αναιρεί το γεγονός ότι το άρθρο 73, παράγραφος 2, θεσπίζει εμμέσως διάκριση, δεδομένου ότι τα περισσότερα από τα θιγόμενα πρόσωπα είναι υπήκοοι άλλων κρατών μελών.
24.
Η γερμανική κυβέρνηση παρατηρεί ότι το Δικαστήριο δεν έθεσε γενικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο τα γεγονότα που συμβαίνουν στο εξωτερικό πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν να είχαν συμβεί στο αρμόδιο κράτος. Για να υποστηρίξει την άποψη αυτή επικαλείται την υπόθέση20/75, D' Amico ( Rec. 1975, σ. 891 ), και την υπόθεση 266/78, Brunori (Rec. 1979, σ. 2705 ).
25.
Τα αιτήματα όμως των Bronzino και Gatto δεν εξαρτώνται από την ύπαρξη ενός τόσο γενικού κανόνα. Νομίζω ότι οι παρούσες υποθέσεις μπορούν να κριθούν μόνο με αναφορά στα άρθρα 73 και 74, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα των σκοπών του κανονισμού. Βάσει αυτών πρέπει, κατ' ουσίαν, να δοθούν καταφατικές απαντήσεις, για τους λόγους που εκτέθηκαν προηγουμένως. Όσον αφορά τη διατύπωσή τους, οι απαντήσεις θα είναι πιο σαφείς αν διατυπωθούν κατά παρόμοιο τρόπο και στις δύο υποθέσεις, παρόλον ότι τα σχετικά ερωτήματα ήταν διαφορετικά διατυπωμένα.
26.
Κατά συνέπεια προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο ερώτημα που του υπέβαλε το Bayerisches Landessozialgericht στην υπόθεση C-228/88:
«Το άρθρο 73, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, έχει την έννοια ότι ο διακινούμενος εργαζόμενος έχει δικαίωμα επί των οικογενειακών παροχών στο κράτος απασχολήσεως για τα μέλη της οικογενείας του που είναι, εγγεγραμμένα στον οργανισμό απασχολήσεως άλλου κράτους μέλους, ακόμη και αν η νομοθεσία του κράτους απασχολήσεως απαιτεί να πληρούνται οι προϋποθέσεις χορηγήσεως τους εντός του εδάφους του. »
27.
Προτείνω να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο ερώτημα που του υπέβαλε το Bundessozialgericht στην υπόθεση C-12/89:
«Το άρθρο 74, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, έχει την έννοια ότι ο αναζητών εργασία έχει δικαίωμα επί των οικογενειακών παροχών, στο κράτος στο οποίο εργάστηκε τελευταία, για τα μέλη της οικογενείας του που είναι εγγεγραμμένα στον οργανισμό απασχολήσεως άλλου κράτους μέλους, ακόμα και αν η νομοθεσία του πρώτου κράτους απαιτεί να πληρούνται οι προϋποθέσεις χορηγήσεως τους εντός του εδάφους του. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy