ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JEAN MISCHO
της 6ης Φεβρουαρίου 1990 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Στις 7 Ιουνίου 1988, η Επιτροπή θέσπισε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1587/88 περί αναστολής του προκαθορισμού του ποσού της ενισχύσεως για τους κραμβόσπορους, τους γογγυλόσπορους και τους ηλιανθόσπορους ( EE L 141 της 8.6.1988, σ. 55 ) « για τα πιστοποιητικά για τα οποία η αίτηση υποβλήθηκε από τις 7 έως τις 11 Ιουνίου 1988». Οι προσφεύγουσες ζητούν την ακύρωση του κανονισμού αυτού καθόσον εφαρμόζεται στις αιτήσεις προκαθορισμού που κατατέθηκαν στνις 7 Ιουνίον 1988.
2.
Προς στήριξη του αιτήματος αυτού, επικαλούνται το γράμμα του άρθρου 8 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1594/83 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1983, περί της ενισχύσεως για τους ελαιούχους σπόρους, όπως το εν λόγω άρθρο τροποποιήθηκε εν συνεχεία ( 1 ), το οποίο συνιστά τη νομική βάση του προσβαλλομενου κανονισμού.
3.
Το άρθρο αυτό προβλέπει τα εξής:
« 1.
Σε περίπτωση ανώμαλης κατάστασης, η οποία έχει σαν αποτέλεσμα ή ενδέχεται να έχει σαν αποτέλεσμα διατάραξη της κοινοτικής αγοράς των ελαιούχων σπόρων, είναι δυνατόν να αποφασιστεί αναστολή του προκαθορισμού της ενίσχυσης για την περίοδο που είναι αναγκαία για την αποκατάσταση της ισορροπίας της αγοράς.
2.
Η αναστολή που αναφέρεται στην παράγραφο 1 μπορεί να αφορά και τα σχετικά με τον προκαθορισμό μέρη των πιστοποιητικών που αναφέρονται στο άρθρο 4, για τα οποία έχει υποβληθεί αίτηση αλλά που δεν έχουν ακόμη εκδοθεί στην περίπτωση:
α)
που υπάρχει τυπογραφικό λάθος στο ποσό της ενίσχυσης που δημοσιεύθηκε,
β)
που ορισμένοι παράγοντες μπορούν να δημιουργήσουν στρέβλωση των νομισματικών σχέσεων μεταξύ των κρατών μελών,
και όταν αυτές οι περιπτώσεις μπορούν να δημιουργήσουν διακρίσεις μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών.
3.
Η αναστολή του προκαθορισμού αποφασίζεται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 38 του κανονισμού 136/66/ΕΟΚ.
Εντούτοις, σε επείγουσα περίπτωση, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει την αναστολή αυτή· στην περίπτωση αυτή, η αναστολή δεν μπορεί να υπερβαίνει τις πέντε ημέρες. »
4.
Η Επιτροπή άσκησε ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής επικαλούμενη το γεγονός ότι δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης οι ιδιώτες μπορούν να ενεργούν μόνον εάν η προσβαλλομένη πράξη, παρόλο ότι θεσπίστηκε υπό τη μορφή κανονισμού, συνιστά στην πραγματικότητα απόφαση που τους αφορά άμεσα και ατομικά. Στηρίζεται στην πολύ γνωστή νομολογία του Δικαστηρίου ( 2 ), και ιδιαίτερα στις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 25ης Μαρτίου 1982, Moksel κατά Επιτροπής (45/81, Συλλογή 1982, σ. 1129), της 27ης Οκτωβρίου 1983, De Beste Boter κατά Produktschap voor Zuivel (276/82, Συλλογή 1983, σ. 3331 ) και της 21ης Νοεμβρίου 1989, « Les Usines coopératives de déshydratation du Vexin et autres » κατά Επιτροπής ( 244/88, Συλλογή 1989, σ. 3811, στο εξής: UCDV). Στις αποφάσεις αυτές, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι κανονισμοί της Επιτροπής περί αναστολής του προκαθορισμού ορισμένου είδους επιστροφής ή ενισχύσεως συνιστούν πράξεις γενικής ισχύος κατά την έννοια του άρθρου 189, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, οι οποίες δεν μπορούν να αφορούν ατομικά τα πρόσωπα που έχουν καταθέσει αίτηση προκαθορισμού πριν από τη θέσπιση των εν λόγω κανονισμών.
5.
Επομένως, εκ πρώτης όψεως μπορεί να θεωρηθεί ότι αρκεί η αναφορά στις αποφάσεις αυτές για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η παρούσα προσφυγή είναι επίσης απαράδεκτη.
6.
Εντούτοις, συμβαίνει οι Διατάξεις για τις οποίες επρόκειτο στις τρεις προαναφερθείσες υποθέσεις να είναι κατ' ουσίαν διαφορετικές από αυτήν που χρησίμευσε ως νομική βάση για την προσβαλλομένη εν προκειμένω απόφαση.
7.
Στην υπόθεση Moksel, 45/81, επρόκειτο για το άρθρο 5, του κανονισμού (ΕΟΚ) 885/68 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1968, περί θεσπίσεως στον τομέα του βοείου κρέατος των γενικών κανόνων για τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή και των κριτηρίων καθορισμού του ύψους αυτών, όπως τροποποιήθηκε με το κανονισμό (ΕΟΚ) 1504/76 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 1976 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/015, σ. 171 ). Η παράγραφος 4 της διατάξεως αυτής προβλέπει τα εξής:
« 4.
Όταν μετά από εξέταση της καταστάσεως της αγοράς διαπιστώνεται η ύπαρξη δυσχερειών που οφείλονται στην εφαρμογή των διατάξεων για τον εκ των προτέρων καθορισμό της επιστροφής, ή αν υπάρχει κίνδυνος να προκύψουν τέτοιες δυσχέρειες, δύναται να αποφασίζεται κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 27 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 805/68, η αναστολή εφαρμογής των διατάξεων αυτών για το απόλυτα αναγκαίο χρονικό διάστημα.
Σε περιπτώσεις άκρως επείγουσες, η Επιτροπή δύναται, αφού εξετάσει την κατάσταση βάσει όλων των πληροφοριών που διαθέτει, να αποφασίσει την αναστολή του προκαθορισμού για τρεις εργάσιμες ημέρες, κατ' ανώτατο όριο.
Οι αιτήσεις περί χορηγήσεως πιστοποιητικών συνδυαζόμενες με αιτήσεις περί καθορισμού εκ των προτέρων οι οποίες υποβάλλονται κατά την περίοδο αναστολής δεν γίνονται δεκτές. »
8.
Στην υπόθεση De Beste Boter, η σχετική διάταξη είχε συνταχθεί με ταυτόσημη διατύπωση με αυτήν της διατάξεως που μόλις αναφέραμε [ βλ. άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2429/72 του Συμβουλίου, της 21ης Νοεμβρίου 1972, περί αναστολής της εφαρμογής των διατάξεων που προβλέπουν τον εκ των προτέρω καθορισμό των εισφορών και των επιστροφών σε διαφόρους τομείς της κοινής οργανώσεως αγοράς ( ειδ. έκδ. 03/008, σ. 176)].
9.
Στην περίπτωση της πλέον πρόσφατης απόφασης του Δικαστηρίου, αυτής που εκδόθηκε στην υπόθεση UCDV, C-244/88 ( αναφέρθηκε πιο πάνω ), το κύριο χωρίο του κειμένου στο οποίο βασίστηκε η Επιτροπή για να αναστείλει τον προκαθορισμό ήταν διατυπωμένο ως εξής:
« 1.
Σε περίπτωση υπάρξεως ανώμαλης καταστάσεως στην αγορά των αποξηραμένων ζωοτροφών στην Κοινότητα, ιδίως όταν ο αριθμός των αιτήσεων για τον εκ των προτέρω καθορισμό δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται προς την κανονική κατανάλωση αυτών των ζωοτροφών είναι δυνατόν να αποφασισθεί, στην περίπτωση που το πιστοποιητικό που αναφέρεται δεν έχει ακόμα παραδοθεί, να ανασταλεί ο εκ των προτέρω καθορισμός για την αναγκαία για την αποκατάσταση της ισορροπίας στην αγορά περίοδο » ( 3 ).
10.
Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι πριν από την τροποποίηση του, το 1986, το άρθρο 8 του κανονισμού 1594/83 είχε ταυτόσημη σύνταξη, κατ' ουσίαν, με αυτήν της διατάξεως για την οποία πρόκειται στην υπόθεση UCDV. Όπως προκύπτει και από την τελευταία αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 935/86, το άρθρο 8 τροποποιήθηκε επειδή:
« η πείρα έχει δείξει, σε περίπτωση ανώμαλης κατάστασης στην κοινοτική αγορά για τους ελαιούχους σπόρους, ότι είναι αναγκαίο να διασαφηνιστούν οι όροι για την αναστολή του προκαθορισμού της ενίσχυσης ».
11.
Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η νέα σύνταξη του άρθρου 8 εξαρτά την έκταση της αναστολής στα ήδη ζητηθέντα πιστοποιητικά από διαφορετικά κριτήρια από αυτά που καθιστούν δυνατή μία αναστολή του προκαθορισμού μόνο για το μέλλον. Επομένως, οι προσφεύγουσες έχουν δίκαιο να τονίζουν ότι ένας κανονισμός που καλύπτει ταυτόχρονα και τις δύο περιπτώσεις, συνιστά, στην πραγματικότητα, μια πράξη που αποτελείται από δύο ξεχωριστά τμήματα: ένα τμήμα σχετικό με τις εκκρεμείς αιτήσεις και ένα άλλο σχετικό με τις μέλλουσες αιτήσεις.
12.
Αυτό έπρεπε κανονικά να φαίνεται στις αιτιολογικές σκέψεις. Όμως ακόμη και αν οι αιτιολογικές σκέψεις δεν είναι σαφείς ως προς το σημείο αυτό, από τη σύνταξη του άρθρου 8 του κανονισμού 1594/83, που συνιστά τη νομική βάση του προσβαλλομένου κανονισμού, προκύπτει σαφώς ότι δεν είναι δυνατό να αναγνωριστεί στη παρούσα περίπτωση, όπως το Δικαστήριο μπόρεσε να πράξει στις αποφάσεις Moksel και UCDV, ότι η αναστολή του προκαθορισμού αφορά αδιακρίτως τις εκκρεμείς αιτήσεις και τις αιτήσεις που θα μπορούσαν ενδεχομένως ακόμη να υποβληθούν, αν δεν είχε επέλθει το μέτρο της αναστολής.
13.
Ερωτάται ακόμη αν ο προσβαλλόμενος κανονισμός, καθόσον αφορά τις αιτήσεις που κατατέθηκαν στις 7 Ιουνίου 1988, συνιστά στην πραγματικότητα απόφαση που αφορά άμεσα και ατομικά τους συντάκτες των εν λόγω αιτήσεων.
14.
Όσον αφορά προηγούμενες περιπτώσεις, τρεις υποθέσεις εμφανίζουν αρκετά αποφασιστικές ομοιότητες με την υπόθεση που μας απασχολεί. Πρόκειται για τις υποθέσεις International Fruit Company (απόφαση της 13ης Μαΐου 1971, 41/70-44/70, Rec. 1971, σ. 411 ), Töpfer ( απόφαση της 1ης Ιουλίου 1965, 106/63 και 107/63, Rec. 1971, σ. 526) και Bock (απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 1971, 62/70, Rec. 1965, σ. 897), στις οποίες το Δικαστήριο δέχθηκε το παραδεκτό των προσφυγών.
15.
Η απόφαση International Fruit Company διακρίνεται εντούτοις κατά τρόπο θεμελιώδη από την προκειμένη περίπτωση. Στο πλαίσιο του συστήματος για το οποίο πρόκειται στην εν λόγω υπόθεση, τα κράτη μέλη έπρεπε πράγματι, στο τέλος κάθε εβδομάδας, να ανακοινώνουν στην Επιτροπή τις ποσότητες για τις οποίες είχαν ζητηθεί τίτλοι εισαγωγών, η δε Επιτροπή εκαλείτο να εκτιμήσει την κατάσταση και να αποφασίσει για τη χορήγηση των τίτλων, ιδίως βάσει των ανακοινώσεων αυτών. Το Δικαστήριο αναγνώρισε, στη σκέψη 20 της εν λόγω αποφάσεως, ότι η Επιτροπή « αποφάσισε σχετικά με τη συνέχεια που πρέπει να δοθεί σε κάθε αίτηση που έχει κατατεθεί». Οπωσδήποτε, δεν συνέβη αυτό στην παρούσα περίπτωση.
16.
Όσον αφορά τις αποφάσεις Töpfer και Bock, μία επιπόλαιη ανάγνωση αυτών θα μπορούσε να δημιουργήσει την εντύπωση ότι αφορούσαν ταυτόσημη κατάσταση με αυτή για την οποία πρόκειται στην παρούσα περίπτωση. Εντούτοις, η ομοιότητα αυτή είναι φαινομενική και μόνο. Στις υποθέσεις αυτές, τα κράτη μέλη είχαν στην πραγματικότητα θεσπίσει, σε μια πρώτη φάση, ένα μέτρο διασφαλίσεως ή είχαν αρνηθεί τη χορήγηση ενός τίτλου εισαγωγής και η Επιτροπή είχε δώσει στη συνέχεια, μόνο μερικές ημέρες αργότερα, αναδρομική ισχύ στα εν λόγω μέτρα.
17.
Στην απόφαση Töpfer, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι
« ο αριθμός και το όνομα αυτών των εισαγωγέων μπορούσε να εξακριβωθεί ήδη πριν από τις 4 Οκτωβρίου, ημέρα εκδόσεως της προσβαλλόμενης απόφασης ».
Στην απόφαση Bock, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι
«η εξουσιοδότηση αυτή ζητήθηκε ενόψει ακριβώς των αιτήσεων οι οποίες είχαν ήδη τότε υποβληθεί στις (εθνικές) υπηρεσίες αυτές » ( σκέψη 7 ).
Και στις δύο περιπτώσεις το Δικαστήριο τόνισε ότι η Επιτροπή ήταν, επομένως, σε θέση να γνωρίζει ότι η επίμαχη διάταξη θα επηρέαζε αποκλειστικά τα συμφέροντα και τη θέση των εισαγωγέων αυτών.
18.
Ο κανονισμός για τον οποίον πρόκειται στην παρούσα υπόθεση θεσπίστηκε κατά τη διάρκεια της 7ης Ιουνίου 1988 και δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα στις 8 Ιουνίου 1988. Οι επιχειρηματίες έλαβαν γνώση αυτού μόλις κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία και είναι πιθανό ότι, κατά τον χρόνο που ο επίμαχος κανονισμός υπεγράφη από τον αντιπρόεδρο της Επιτροπής, οι αιτήσεις εξακολουθούσαν να εισρέουν στα αρμόδια όργανα των κρατών μελών και ότι η Επιτροπή δεν γνώριζε τον ακριβή αριθμό ούτε την ταυτότητα των επιχειρηματιών τους οποίους έθιγε η απόφαση της. 'Ομως, ακόμη και αν υποτεθεί ότι αυτό συνέβη, αυτό δεν μπορεί να είναι αρκετό για να κριθεί ότι ο επίμαχος κανονισμός έχει αποτελέσει, τουλάχιστον εν μέρει, μία δέσμη αποφάσεων που αφορούν ατομικά τις προσφεύγουσες. Συμμερίζομαι τη γνώμη του γενικού εισαγγελέα G. Tesauro, ότι η ύπαρξη αυτού του « ορισμένου αριθμού »
« είναι μεν απαραίτητη προϋπόθεση για να γίνει δεκτό ότι η πράξη δεν έχει κανονιστικό χαρακτήρα, αλλά δεν αποτελεί προϋπόθεση που αρκεί αφ' εαυτής » ( 4 ).
19.
Πράγματι, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι στην απόφαση της 11ης Ιουλίου 1968, Zuckerfabrik Watenstedt GmbH κατά Συμβουλίου (6/68, Rec. 1968, σ. 595, συγκεκριμένα σ. 605 ), και αναρίθμητες φορές στη συνέχεια, το Δικαστήριο αποφάνθηκε:
« Η κανονιστική φύση, εξάλλου, μιας πράξεως δεν τίθεται σε αμφιβολία από τη δυνατότητα περισσότερο ή λιγότερο ακριβούς προσδιορισμού του αριθμού ή ακόμη και της ταυτότητας των υποκειμένων δικαίου, επί των οποίων εφαρμόζεται σε δεδομένη στιγμή, εφόσον είναι βέβαιο ότι η εφαρμογή αυτή που πραγματοποιείται δυνάμει αντικειμενικής νομικής ή πραγματικής κατάστασης, οριζόμενης από την πράξη σε σχέση με τον σκοπό της τελευταίας. »
20.
Επομένως, όπως το έχει πει και o Tesauro, πρέπει
« τα δεδομένα που καθιστούν δυνατό τον προσδιορισμό των αποδεκτών της πράξεως να είχαν, κατά τον έναν ή τον άλλο τρόπο, καθοριστική σημασία για την ενέργεια του κοινοτικού οργάνου και να περιλαμβάνονται, επομένως, στον λόγο υπάρξεως της ιδίας της πράξεως ».
21.
Όμως, κατά το άρθρο 8 του κανονισμού 1594/83, η επέκταση της αναστολής του προκαθορισμού στις ήδη κατατεθείσες αιτήσεις είναι δυνατή μόνο αν ορισμένες αντικειμενικές περιστάσεις, εντελώς ανεξάρτητες από την ταυτότητα και ακόμη τον αριθμό των ενδιαφερομένων επιχειρηματιών έχουν επέλθει. Αυτή η επέκταση είναι δυνατή στην πραγματικότητα μόνο στην περίπτωση:
« α)
που υπάρχει τυπογραφικό λάθος στο ποσό της ενίσχυσης που δημοσιεύθηκε·
β )
που ορισμένοι παράγοντες μπορούν να δημιουργήσουν στρέβλωση των νομισματικών σχέσεων μεταξύ των κρατών μελών και όταν αυτές οι περιπτώσεις μπορούν να δημιουργήσουν διακρίσεις μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών ».
22.
Ακόμη και το τελευταίο αυτό κριτήριο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αναφορά στην ταυτότητα των επιχειρηματιών που έχουν καταθέσει μία αίτηση. Κατά τη γνώμη μου, αποβλέπει μόνο στο να αποφευχθεί η δυνατότητα για την κατηγορία αυτή των επιχειρηματιών να επωφεληθεί ενός μη οφειλομένου πλεονεκτήματος, σε περίπτωση που η αναστολή του προσδιορισμού δεν την αφορά.
23.
Είναι αληθές ότι η Επιτροπή, στον επίμαχο κανονισμό, δεν αναφέρθηκε καθόλου στα κριτήρια α και β και ότι υπενθύμισε μόνο ότι
« το άρθρο 8 του προαναφερθέντος κανονισμού ( 1594/83) προβλέπει τη δυνατότητα αναστολής της εφαρμογής των διατάξεων των σχετικών με τον προκαθορισμό όταν ορισμένοι παράγοντες μπορούν να δημιουργήσουν στρέβλωση των νομισματικών σχέσεων μεταξύ των κρατών μελών [ενδιαφερομένων μερών] στην περίπτωση κατά την οποία το απαιτούμενο πιστοποιητικό δεν έχει ακόμη χορηγηθεί »
και ότι
«η διατήρηση του παρόντος καθεστώτος, λαμβάνοντας υπόψη την αβεβαιότητα που κυριαρχεί στις αγορές, υπάρχει κίνδυνος να οδηγήσει σε κερδοσκοπικές ενέργειες ».
24.
Αν το Δικαστήριο αποφασίσει να εξετάσει τις παρούσες προσφυγές επί της ουσίας, και εν πάση περιπτώσει, όταν θα απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί από πολλά εθνικά δικαστήρια ως προς το θέμα της ισχύος του κανονισμού 1587/88, θα πρέπει να εξετάσει το ερώτημα αν, εν προκειμένω, συνέτρεξαν πράγματι οι προϋποθέσεις του άρθρου 8, του κανονισμού 1594/83.
25.
Όσον αφορά το παραδεκτό των προκειμένων προσφυγών, είναι πάντως δυνατό να συναχθεί ότι η αναστολή του προκαθορισμού, όσον αφορά τις αιτήσεις που κατατέθηκαν στις 7 Ιουνίου 1988, δεν επήλθε λόγω των ατομικών αιτήσεων που υπεβλήθησαν την ημέρα εκείνη αλλά δυνάμει μιας αντικειμενικής νομικής και πραγματικής καταστάσεως που καθορίζεται από την επίμαχη πράξη σε σχέση με τον σκοπό αυτής της τελευταίας. Πράγματι, ο επίμαχος κανονισμός απέβλεψε στο να μη μπορούν οι εν λόγω αιτούντες, όποιοι και αν είναι αυτοί, να τύχουν υπερβολικά υψηλού επιπέδου όσον αφορά το ποσό της ενισχύσεως σε σχέση προς τους σκοπούς του εν λόγω συστήματος και να μη γίνει κατά τον τρόπο αυτό δυσμενής διάκριση σε βάρος των επιχειρηματιών που επρόκειτο να καταθέσουν αιτήσεις προκαθορισμού μετά τη λήξη της ισχύος του κανονισμού περί αναστολής του προκαθορισμού ( 11 Ιουνίου 1988), δεδομένου ότι εν τω μεταξύ, με κανονισμό που επίσης θεσπίστηκε στις 7 Ιουνίου και άρχισε να ισχύει στις 8 Ιουνίου 1988, το ύψος της ενισχύσεως είχε μειωθεί.
26.
Επομένως, δικαίως μπορεί να συναχθεί ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός εφαρμόζεται σε μία αντικειμενικά καθορισμένη κατάσταση και ότι παράγει νομικά αποτελέσματα έναντι μιας κατηγορίας προσώπων που προβλέπεται κατά τρόπο αόριστο. Επομένως έχει γενική ισχύ κατά την έννοια του άρθρου 189, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης και δεν μπορεί να αφορά ατομικώς τις προσφεύγουσες κατά την έννοια του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης.
27.
Συνοψίζοντας, προτείνω το Δικαστήριο να απορρίψει τις προσφυγές αυτές ως απαράδεκτες και να καταδικάσει τις προσφεύγουσες εταιρίες στα δικαστικά έξοδα συμπεριλαμβανομένων αυτών της διαδικασίας για τη λήψη προσωρινών μέτρων.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Κανονισμός ( ΕΟΚ ) 935/86 του Συμβουλίου, της 25ης Μαρτίου 1986, που τροποποιεί τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 1594/83 περί της ενισχύσεως για τους ελαιούχους σπόρους ( ΕΕ L 87, σ. 5 ) και διορθωτικό που δημοσιεύθηκε στην EEL 181 της 12.8.1988, σ. 51).
( 2 ) Βλ., ιδίως, απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982, Alusuisse, σκέψεις 8 και 11, 307/81, Συλλογή 1982, σ. 1987· απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 1987, Deutz und Gcldermann, σκέψεις 7 και 8, 26/86, Συλλογή 1987, σ. 941· και, τέλος, απόφαση της 29ης Ιουνίου 1989, RAR, σκέψεις 8 και 9, 250/86 και 11/87, Συλλογή 1989, σ. 2045 ).
( 3 ) 'Αρθρο 12 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1417/78, της 19ης Ιουνίου 1978, περί του καθεστώτος ενισχύσεως στις αποξηραμένες ζωοτροφές ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/021, σ. 204 ).
( 4 ) Προτάσεις το γενικού εισαγγελέα G. Tesauro, της 26ης Σεπτεμβρίου 1989, στην υπόθεση UCDV και λοιποί κατά Επιτροπής, σημείο 4 (244/88, Συλλογή 1989, σ. 3811).
Full & Egal Universal Law Academy