ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
GIUSEPPE TESAURO
της 12ης Οκτωβρίου 1989 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Με Διάταξη που περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 16 Αυγούστου 1988, το Tariefcommissie του Άμστερνταμ υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς το κύρος της συμπληρωματικής σημειώσεως 6 α), αναφορικά με το κεφάλαιο 2 του κοινού δασμολογίου (στο εξής: ΚΔ), η οποία περιλαμβάνεται στο παράρτημα του κανονισμού 3400/84 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1984, για την τροποποίηση του κανονισμού 950/68 περί του κοινού δασμολογίου ( 1 ).
2.
Οι περιλαμβανόμενες σ' αυτό το παράρτημα κλάσεις του ΚΔ, οι οποίες τυγχάνουν εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση, είναι οι εξής: « πουλερικά ορνιθώνα σφαγμένα και παραπροϊόντα αυτών βρώσιμα (με εξαίρεση τα συκώτια ), νωπά, διατηρημένα με απλή ψύξη ή καταψυγμένα» (κλάση 02.02) και «άλλα παρασκευάσματα και κονσέρβες κρεάτων ή παραπροϊόντων σφαγίων » ( κλάση 16.02 ).
Όσον αφορά τη δασμολογική κλάση 16.02, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η σχετική επεξηγηματική σημείωση που συνέταξε το Συμβούλιο Τελωνειακής Συνεργασίας (NE/MJ 35, Φεβρουάριος 1982 ) ορίζει ότι περιλαμβάνονται στη διάκριση αυτή ιδίως «τα κρέατα και παραπροϊόντα σφαγίων κάθε είδους, μαγειρευμένα ή διατηρημένα με άλλες μεθόδους εκτός από τις προβλεπόμενες στο κεφάλαιο 2, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που είναι απλώς καλυμμένα με κουρκούτι αλευριού ή με παξιμαδόσκονη ( πανέ ) ή καρυκευμένα ( με πιπέρι και αλάτι, για παράδειγμα ) » ( 2 ).
Πρέπει επιπλέον να υπενθυμιστεί ότι το Δικαστήριο κλήθηκε να διευκρινίσει το περιεχόμενο της κλάσεως αυτής και αποφάνθηκε ότι:
« Η κλάση 16.02 του κοινού δασμολογίου ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει επίσης το κρέας πουλερικών στο οποίο έχει προστεθεί αλάτι και πιπέρι, έστω και αν το πιπέρι είναι δυνατό να διαπιστωθεί μόνο με το μικροσκόπιο » ( 3 ).
Με τον μεταγενέστερο από την απόφαση του Δικαστηρίου κανονισμό 3400/84, το Συμβούλιο προσέθεσε στο κεφάλαιο 2 του ΚΔ τη συμπληρωματική σημείωση 6 α), περί της οποίας πρόκειται στην υπό κρίση υπόθεση, κατά την οποία:
«Τα “κρέατα με προσθήκη καρυκευμάτων”, πουλερικών, χοιροειδών, καθώς και βοοειδών, με εξαίρεση τα προϊόντα που αναφέρονται στο στοιχείο γ), υπάγονται, αντίστοιχα, στις διακρίσεις 16.02 Β Ι, Β III α) και Β III β) 1 αα). Θεωρούνται ως “κρέατα με προσθήκη καρυκευμάτων” τα μη μαγειρευμένα κρέατα στα οποία η προσθήκη του καρυκεύματος έγινε σε βάθος ή στο σύνολο της επιφάνειας του προϊόντος και διακρίνεται με γυμνό μάτι ή σαφώς από τη γεύση τους. »
3.
Εφαρμόζοντας ακριβώς αυτή την τελευταία διάταξη, οι ολλανδικές τελωνειακές αρχές αρνήθηκαν να κατατάξουν το εμπόρευμα που εισήγαγε η εταιρία Van de Kolk στη διάκριση 16.02 Β Ι α) 1 ββ ), με την αιτιολογία ότι το εμπόρευμα αυτό δεν συμφωνούσε προς τα κριτήρια τα οποία έθετε η συμπληρωματική σημείωση 6α) ( 4 ), και ιδίως ότι η ύπαρξη καρυκεύματος δεν μπορούσε να διαπιστωθεί ούτε με γυμνό μάτι ούτε από τη γεύση.
Η κατάταξη του προϊόντος στην κλάση αυτή είχε ως αποτέλεσμα την επιβολή στην εταιρία Van de Kolk γεωργικών εισφορών και νομισματικών εξισωτικών ποσών ύψους 50675,70 ολλανδικών φιορινιων ( HFL ).
Το Tariefcommissie του Άμστερνταμ, ενώπιον του οποίου προσέφυγε η εταιρία Van de Kolk, λαμβάνοντας υπόψη το ότι η Σύμβαση των Βρυξελλών της 15ης Δεκεμβρίου 1950, περί της ονοματολογίας για την κατάταξη των εμπορευμάτων στις δασμολογικές κλάσεις ( 5 ), η οποία δεσμεύει την Κοινότητα, ορίζει στο άρθρο II, στοιχείο β ), ιι ), ότι κάθε συμβαλλόμενο μέρος αναλαμβάνει την υποχρέωση, όσον αφορά το δασμολόγιό του, ... να μην τροποποιεί τις σημειώσεις των κεφαλαίων ή των τμημάτων κατά τρόπο ώστε να μεταβάλλεται το περιεχόμενο των κεφαλαίων, τμημάτων και κλάσεων της ονοματολογίας, έκρινε ότι η προαναφερθείσα συμπληρωματική σημείωση ήταν ικανή να επιφέρει μεταβολή στο περιεχόμενο της κλάσεως 16.02, όπως την ερμήνευσε το Δικαστήριο, καθόσον επιτρέπει να θεωρούνται ως « καρυκευμένα » μόνον τα κρέατα στα οποία η ύπαρξη καρυκεύματος μπορεί να διαπιστωθεί με γυμνό μάτι ή από τη γεύση και όχι επίσης, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο, με το μικροσκόπιο. Έτσι ζήτησε από το Δικαστήριο να εκδώσει προδικαστική απόφαση ως προς το κύρος αυτής της τροποποιήσεως.
4.
Η επιχειρηματολογία του εθνικού δικαστηρίου φαίνεται ότι βασίζεται σε σκέψεις των οποίων το βάσιμο αξίζει να εξεταστεί προσεκτικότερα.
Πράγματι το Tariefcommissie έκρινε, όπως ρητά αναφέρεται στη Διάταξη περί παραπομπής, ότι το Δικαστήριο αποφάνθηκε, με την απόφαση Dinter, ως προς μια συγκεκριμένη πλευρά της σχέσεως μεταξύ των κλάσεων 02.02 και 16.02, όπως αναφέρονται στη σύμβαση περί της ονοματολογίας και όπως μεταφέρθηκαν στον χώρο του κοινοτικού δικαίου με το ΚΔ. Έτσι, το Δικαστήριο καθόρισε έμμεσα εν προκειμένω το περιεχόμενο της βαρύνουσας την Κοινότητα υποχρεώσεως κατά την εφαρμογή της συμβάσεως.
5.
Η εξέταση του βάσιμου της απόψεως αυτής απαιτεί μια, σύντομη έστω, προκαταρκτική περιγραφή του συστήματος που θέσπισε η εν λόγω σύμβαση ( 6 ).
Με τη σύμβαση αυτή, η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 11 Σεπτεμβρίου 1959, τα συμβαλλόμενα μέρη, αφού διαπίστωσαν ότι η προοδευτική κατάργηση των ποσοτικών περιορισμών καθιστούσε όλο και σημαντικότερη τη θέση των δασμών στο διεθνές εμπόριο και επιθυμώντας να απλοποιήσουν τις σχετικές με τα δασμολόγια διεθνείς διαπραγματεύσεις, αποφάσισαν να θεσπίσουν ένα κοινό πλαίσιο για τη δασμολογική κατάταξη των εμπορευμάτων ( 7 ).
Το άρθρο II, στοιχείο α), αποτελεί τη βάση της συμφωνίας αυτής. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, τα συμβαλλόμενα μέλη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να θεσπίσουν τα δασμολόγιά τους σύμφωνα με την υπάρχουσα στο παράρτημα της συμβάσεως ονοματολογία, με την επιφύλαξη των απαραίτητων τυπικών προσαρμογών, ώστε να ισχύσει η ονοματολογία αυτή από την ημέρα ενάρξεως της ισχύος της συμβάσεως έναντι του ενδιαφερομένου κράτους.
Η συμφωνία επιβάλλει στα συμβαλλόμενα μέρη, όσον αφορά τα δασμολόγιά τους, να μην παραλείπουν καμία κλάση της ονοματολογίας, να μην προσθέτουν νέες και να μη μεταβάλλουν τους αριθμούς των κλάσεων [βλέπε άρθρο ΙΙ, στοιχείο β)]. Επιπλέον, τα μέλη υποχρεούνται να θεσπίσουν στα δασμολόγιά τους τους κοινούς κανόνες για την ερμηνεία της ονοματολογίας και να μην επιφέρουν, όσον αφορά τις σημειώσεις των κεφαλαίων ή των τμημάτων, καμία αλλαγή έτσι ώστε να μεταβάλλεται το περιεχόμενο των κεφαλαίων, τμημάτων και κλάσεων της ονοματολογίας.
Κατόπιν, τα άρθρα III, IV και IX προβλέπουν ένα διαρκή θεσμικό μηχανισμό, αν και όχι δεσμευτικό, ο οποίος αποσκοπεί στην εξασφάλιση ενιαίας ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων της συμβάσεως, ιδίως όσον αφορά την εφαρμογή της ονοματολογίας.
Προς τούτο το άρθρο III προβλέπει τη δημιουργία από το Συμβούλιο Τελωνειακής Συνεργασίας ( 8 ) μιας επιτροπής ονοματολογίας (στο εξής: η επιτροπή), στην οποία αντιπροσωπεύονται τα συμβαλλόμενα μέρη.
Οι ανατιθέμενες στην επιτροπή αυτή αρμοδιότητες σύμφωνα με τις οδηγίες του Συμβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας και υπό την επίβλεψη του απαριθμούνται στο άρθρο IV, δυνάμει του οποίου η επιτροπή: α) συλλέγει και ανακοινώνει κάθε πληροφορία σχετική με την εφαρμογή της ονοματολογίας στα δασμολόγια των συμβαλλομένων μερών β) μελετά τις κανονιστικές ρυθμίσεις και πρακτικές αναφορικά με τη δασμολογική κατάταξη των εμπορευμάτων και προβαίνει, κατά συνέπεια, σε συστάσεις προς το Συμβούλιο Τελωνειακής Συνεργασίας ή στα συμβαλλόμενα μέρη, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται ενιαία ερμηνεία και εφαρμογή της ονοματολογίας · γ) συντάσσει επεξηγηματικές σημειώσεις για την ερμηνεία και την εφαρμογή της ονοματολογίας· δ) παρέχει πληροφορίες ή συμβουλές, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήσεως, εφ' όλων των ζητημάτων που αφορούν τη δασμολογική κατάταξη των εμπορευμάτων ε) υποβάλλει στο Συμβούλιο Τελωνειακής Συνεργασίας σχέδια προς τροποποίηση της συμβάσεως· ζ) ασκεί, όσον αφορά τη δασμολογική κατάταξη των εμπορευμάτων, τις εξουσίες ή αρμοδιότητες που της παρέχει το Συμβούλιο Τελωνειακής Συνεργασίας.
Τέλος, το άρθρο IX προβλέπει ότι οι διαφορές μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, όσον αφορά την ερμηνεία ή την εφαρμογή της συμβάσεως, πρέπει να διευθετούνται, στο μέτρο του δυνατού, με άμεσες διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών. 'Οταν μια τέτοια διευθέτηση δεν είναι δυνατή, τα μέρη οφείλουν να υποβάλουν τη διαφορά ενώπιον της επιτροπής, η οποία μπορεί να εκδίδει συστάσεις ή, αν αυτό καθίσταται αδύνατο, να υποβάλουν τη διαφορά ενώπιον του Συμβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας, που μπορεί με τη σειρά του να διατυπώσει συστάσεις. Τα εμπλεκόμενα στη διαφορά μέρη μπορούν να συμφωνήσουν εκ των προτέρων ότι θα δεχθούν τις συστάσεις της επιτροπής ή του Συμβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας.
6.
Κατά τη γνώμη μου, δυο στοιχεία προκύπτουν από το πλαίσιο που περιέγραψα.
Πρώτον, και αντίθετα προς την άποψη που υποστήριξε η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, είναι βέβαιον ότι ο ιδιώτης δεν βρίσκεται σε άμεση σχέση προς τις δασμολογικές κλάσεις, όπως αναφέρονται στην ονοματολογία που περιλαμβάνεται σε παράρτημα της συμβάσεως.
Όπως έχει αναφερθεί, η ονοματολογία αυτή δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα στοιχείο το οποίο τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν ως βάση για τη θέσπιση των δασμολογίων τους, μόνο δε οι κλάσεις των δασμολογίων αυτών αφορούν τους ιδιώτες και μόνο αυτές τις κλάσεις καλούνται κανονικά να εφαρμόσουν τα δικαστήρια.
Δεύτερον, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, λαμβανομένου υπόψη ακριβώς του πολύ τεχνικού χαρακτήρα της ερμηνείας των διαφόρων κλάσεων, καθώς και του γεγονότος ότι η ερμηνεία αυτή πρέπει να λαμβάνει υπόψη την πρακτική που ακολουθούν τα συμβαλλόμενα μέρη κατά την εφαρμογή του δασμολογίου, η σύμβαση προβλέπει ένα διαρκή θεσμικό μηχανισμό προς εξασφάλιση της ενιαίας ερμηνείας των κλάσεων της ονοματολογίας.
Σ' αυτό το πλαίσιο, η ερμηνεία του Δικαστηρίου αναφορικά με τις διάφορες δασμολογικές κλάσεις, όπως έχουν θεσπιστεί στο ΚΔ, αποτελεί απλώς και μόνο ένα ειδικότερο στοιχείο μιας γενικότερης πρακτικής, βάσει της οποίας πρέπει να ερμηνεύονται οι κλάσεις της ονοματολογίας. Παράλληλα, η ακολουθούμενη πρακτική αναφορικά με τις κανονιστικές ή νομοθετικές ρυθμίσεις που ισχύουν στις έννομες τάξεις των συμβαλλομένων μερών είναι επίσης σημαντική για την ερμηνεία των κλάσεων αυτών.
7.
Από τις παρατηρήσεις αυτές προκύπτει ότι είναι διαφορετικά πράγματα, αφενός, η ερμηνεία μιας κλάσεως του ΚΔ ελλείψει ειδικής συμπληρωματικής σημειώσεως που να επεξηγεί το περιεχόμενο της και, αφετέρου, η εκτίμηση του κύρους μιας ενδεχόμενης συμπληρωματικής σημειώσεως, μεταγενέστερης μιας αποφάσεως η οποία ερμήνευσε τη σχετική κλάση του ΚΔ, σε σχέση με την επιβαλλόμενη από τη σύμβαση υποχρέωση περί μη τροποποιήσεως του περιεχομένου της αντίστοιχης κλάσης που υπάρχει στην ονοματολογία.
Αντίθετα, το να θεωρείται ότι η συγκεκριμένη ερμηνεία από το Δικαστήριο μιας κλάσεως του ΚΔ μπορεί αυτομάτως να μεταφέρεται στην αντίστοιχη κλάση της ονοματολογίας που υπάρχει σε παράρτημα της συμβάσεως και ότι αποκλείεται εξ αυτού η θέσπιση από τον κοινοτικό νομοθέτη συμπληρωματικών σημειώσεων που να μεταβάλλουν το περιεχόμενο αυτής της ίδιας κλάσεως θα είχε ως αποτέλεσμα την παγίωση της ερμηνείας των κλάσεων της ονοματολογίας, δεσμεύοντας οριστικά τον νομοθέτη με συγκεκριμένη νομολογιακή ερμηνεία, αποτέλεσμα μη επιθυμητό, το οποίο, εξάλλου, είναι ξένο προς τη λογική ενός καθαυτό δυναμικού συστήματος.
8.
Η ως τώρα αναπτυχθείσα επιχειρηματολογία μου επιτρέπει να καθορίσω με μεγαλύτερη σαφήνεια το περιεχόμενο της αποφάσεως Dinter, με την οποία το Δικαστήριο ερμήνευσε την κλάση 16.02 του ΚΔ.
Στην απόφαση αυτή, καθώς δεν υφίστατο ειδική συμπληρωματική σημείωση, ενώ υπήρχε μόνο μια επεξηγηματική σημείωση, ομολογουμένως ελάχιστα διαφωτιστική, καθώς αναφέρεται σε κρέατα με προσθήκη άλατος και πιπεριού χωρίς να διευκρινίζει τι θα πρέπει να εννοηθεί με τον όρο « κρέατα με προσθήκη καρυκευμάτων », το Δικαστήριο περιορίστηκε να εφαρμόσει μια γενική ερμηνευτική αρχή, κατά την οποία το αποφασιστικό κριτήριο για την κατάταξη στις δασμολογικές κλάσεις των εμπορευμάτων σύμφωνα με το ΚΔ πρέπει να αναζητείται κατά κανόνα στα αντικειμενικά χαρακτηριστικά και τις αντικειμενικές ιδιότητες των προϊόντων ( 9 ).
Έτσι το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η κλάση 16.02 του ΚΔ ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει επίσης το κρέας πουλερικών στο οποίο έχει προστεθεί αλάτι και πιπέρι, έστω και αν το πιπέρι είναι δυνατό να διαπιστωθεί μόνο με το μικροσκόπιο.
9.
Προσθέτοντας ύστερα τη συμπληρωματική σημείωση 6 α), το Συμβούλιο διευκρίνισε ότι θεωρούνται ως « κρέατα με προσθήκη καρυκευμάτων » τα μη μαγειρεμένα κρέατα στα οποία η προσθήκη του καρυκεύματος έγινε σε βάθος ή στο σύνολο της επιφάνειας του προϊόντος και διακρίνεται με γυμνό μάτι ή σαφώς από τη γεύση τους.
Στην προκειμένη περίπτωση όμως το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί όχι περί του αν αυτή η συμπληρωματική σημείωση είναι σύμφωνη προς την ερμηνεία της κλάσεως 16.02 του ΚΔ στην οποία προέβη με την απόφαση του, ζήτημα το οποίο είναι άνευ αντικειμένου καθόσον δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Συμβούλιο μπορεί ελεύθερα να νομοθετεί, αλλά μάλλον — και το ζήτημα είναι εντελώς διαφορετικό — περί του αν το Συμβούλιο, ύστερα από την προσθήκη αυτής της σημειώσεως, τροποποίησε αναγκαστικά το περιεχόμενο της αντίστοιχης δασμολογικής κλάσεως που περιλαμβάνεται στην ονοματολογία της συμβάσεως, την οποία κλάση το Δικαστήριο, όπως προαναφέρθηκε, δεν ερμήνευσε στην απόφαση Dinter.
10.
Επ' αυτού πρέπει να υπογραμμιστεί καταρχάς ότι το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να αποφανθεί περί του κύρους της θεσπίσεως, ως αποφασιστικού κριτηρίου για τη δασμολογική κατάταξη των 'εμπορευμάτων, της δυνατότητας να γίνεται αντιληπτή μία ουσία με γυμνό μάτι.
Στην υπόθεση 317/81 ( 10 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι ο όρος « καταφανής διά γυμνού οφθαλμού » [ « που διακρίνεται με γυμνό μάτι » ] της σημειώσεως 2 Α α ) του κεφαλαίου 59 του ΚΔ έχει την έννοια ότι η εμπότιση, η επίχριση ή η επικάλυψη ενός υφάσματος πρέπει να είναι άμεσα ορατές με απλή οπτική εξέταση. Επιπλέον, επιβεβαίωσε ότι εναπόκειται στα κράτη μέλη να ορίζουν τις αρχές και τα πρόσωπα που έχουν ως έργο τη δασμολογική κατάταξη των προϊόντων, καθώς και να αποφασίζουν τα της εκπαιδεύσεως των προσώπων αυτών, προκειμένου να εκπληρώνουν τα καθήκοντά τους κατά τρόπο ορθό.
Αφού δέχθηκε ότι οι δυσχέρειες της εφαρμογής μιας κοινοτικής διατάξεως είναι δυνατόν μεν να έχουν σημασία για την ερμηνεία της διατάξεως, δεν είναι όμως ικανές να επηρεάσουν το κύρος της, το Δικαστήριο προσέθεσε ότι η εφαρμογή της σημειώσεως, όπως ερμηνεύθηκε πιο πάνω, δεν φαινόταν ότι παρουσίαζε ιδιαίτερες δυσχέρειες.
Πράγματι το Δικαστήριο έκρινε ότι σε όσες περιπτώσεις τα πρόσωπα, στα οποία έχουν αναθέσει το καθήκον αυτό τα κράτη μέλη, δεν δύνανται να διαπιστώσουν την επεξεργασία του υφάσματος με απλή οπτική εξέταση, συνάγεται από τη σημείωση ότι η επεξεργασία αυτή, ακόμη και αν έχει πραγματοποιηθεί, δεν αρκεί για την υπαγωγή του υφάσματος σε άλλη ειδικώς προβλεπομένη κλάση αντί για την κλάση στην οποία κανονικώς θα υπήγετο αυτού του είδους το ύφασμα. Επομένως, η σημείωση αποκλείει, προκειμένου να διαπιστωθεί αν το ύφασμα έχει υποστεί τέτοια επεξεργασία, ακριβώς κάθε έλεγχο που θα υπερέβαινε τις ικανότητες των προσώπων αυτών.
11.
Όσον αφορά, στη συνέχεια, την επιλογή του κριτηρίου της γεύσεως ως μεθόδου για τη δασμολογική κατάταξη των προϊόντων, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως ορθά υπενθύμισε η Επιτροπή, η επιστήμη της αναλύσεως διά των αισθήσεων έχει εξελιχθεί σταδιακά και καθίσταται όλο και περισσότερο ένα σύνηθες μέσο της αναλύσεως των τροφίμων.
Αναφορικά με αυτό το μέσο αναλύσεως έχουν θεσπιστεί κανόνες στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας με την προδιαγραφή DIN 10954, αυτό δε το μέσο έτυχε διεθνούς αναγνωρίσεως το 1983 με τη θέσπιση της προδιαγραφής ISO 4120 από τον Διεθνή Οργανισμό Τυποποιήσεως ( Γενεύη ).
Όταν τυγχάνουν επιστημονικής εφαρμογής οι μέθοδοι της αναλύσεως διά των αισθήσεων έχουν μεγάλο βαθμό ακρίβειας. Πράγματι, οι τέσσερις βασικές γεύσεις — γλυκιά, ξυνή, αλμυρή και πικρή — μπορούν να γίνουν αντιληπτές ήδη σε μικρές ποσότητες.
12.
Τέλος, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η Επιτροπή εξήγησε τους λόγους που δικαιολογούν την επιλογή τέτοιων αυστηρών μεθόδων για τη δασμολογική κατάταξη των εμπορευμάτων.
Πράγματι, με την προσθήκη ενός οποιουδήποτε καρυκεύματος, έστω και σε ελάχιστη ποσότητα και μόνο σε ορισμένα μέρη της επιφανείας, στα υπαγόμενα στο κεφάλαιο 2 κρέατα, θα ήταν δυνατή η αλλαγή της υπαγωγής του προϊόντος από το κεφάλαιο 2 στο κεφάλαιο 16, ενώ παράλληλα θα είναι δυνατή η μεταγενέστερη επαναφορά του στην αρχική του κατάσταση, με όλους τους σοβαρούς κινδύνους εκτροπής του ρεύματος του εμπορίου που θα δημιουργούνταν με τον τρόπο αυτό.
Επιπλέον, οι λόγοι που δικαιολογούν την επιλογή του κριτηρίου της γεύσεως ως εναλλακτικής λύσεως σε σχέση με το κριτήριο της δυνατότητας διαπιστώσεως μιας ουσίας με γυμνό μάτι, πρέπει να αναζητηθούν στην όλο και πιο τρέχουσα χρησιμοποίηση υγρών καρυκευμάτων, επομένως μη δυναμένων να διαπιστωθούν με γυμνό μάτι.
13.
Ενόψει των ανωτέρω σκέψεων, καθώς και α) του γενικού χαρακτήρα της δασμολογικής κλάσεως 16.02 («άλλα παρασκευάσματα και κονσέρβες κρεάτων ή παραπροϊόντων σφαγίων») του κεφαλαίου 16 (σχετικού με τα παρασκευάσματα κρεάτων, ψαριών, μαλακοστράκων και μαλακίων) της ονοματολογίας που περιλαμβάνεται στο παράρτημα της συμβάσεως, β) των ανεπαρκών βοηθητικών στοιχείων που παρέχονται, για την ερμηνεία της εν λόγω κλάσεως, από την προαναφερθείσα επεξηγηματική σημείωση NE/MJ 35, του Φεβρουαρίου 1982, καθώς η σημείωση αυτή δεν διευκρινίζει τι εννοεί με τον όρο « κρέατα με προσθήκη καρυκευμάτων », γ ) της ανάγκης περαιτέρω διευκρινίσεως της έννοιας της προσθήκης καρυκεύματος, καθώς είναι λογικό να γίνει δεκτό ότι απλώς η προσθήκη μερικών κόκκων αλατιού ή πιπεριού δεν αποτελεί πραγματική προσθήκη καρυκευμάτων, θεωρώ ότι μπορώ να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι, από την εξέταση του υποβληθέντος στο Δικαστήριο ερωτήματος, δεν προέκυψαν στοιχεία βάσει των οποίων να μπορεί να θεωρηθεί ότι μια διευκρίνιση όπως αυτήπου δίδεται στην επίμαχη σημείωση είναι ικανή να τροποποιήσει το περιεχόμενο της δασμολογικής κλάσεως 16.02 σε σχέση με την κλάση 02.02 της περιλαβανομένης σε παράρτημα της συμβάσεως ονοματολογίας.
Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο υποβληθέν από το Tariefcommissie του Άμστερνταμ ερώτημα ότι, από την εξέταση της συμπληρωματικής σημειώσεως 6 α ) του κεφαλαίου 2 του ΚΔ, που προστέθηκε από το Συμβούλιο στο παράρτημα του κανονισμού 3400/84, δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος της εν λόγω σημειώσεως.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
( 1 ) ĖE L 320, σ. 1.
( 2 ) Όπως είναι γνωστό, οι επεξηγηματικές σημειώσεις της ονοματολογίας του ΚΔ, αν και δεν μπορούν να τροποποιήσουν το κείμενο του δασμολογίου, εντούτοις αποτελούν σημαντικά ερμηνευτικά στοιχεία, τα οποία παρέχουν τη δυνατότητα εξειδικεύσεως ή ειδικότερου καθορισμού του περιεχομένου των διαφόρων δασμολογικών κλάσεων και διακρίσεων. Βλέπε απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1980, Hako-Schuh, σκέψη 6 ( 54/79, Racc. 1980, σ. 311).
( 3 ) Βλέπε απόφαση της 17ης Μαρτίου 1983, Dinter, σκέψη 11 ( 175/82, Συλλογή 1983, σ. 969).
( 4 ) Ειδικότερα, ο επιθεωρητής τελωνείων κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό εφαρμόζοντας κατά λάθος διάταξη με το Ιδιο περιεχόμενο η οποία περιλαμβανόταν στον κανονισμό 3678/83 της Επιτροπής ( ΕΕ L 366, σ. 53 ).
( 5 ) Βλέπε Ηνωμένα 'Εθνη, Recueil des traités, τόμος 347, σ. 127 ( επίσημα κείμενα στα αγγλικά και γαλλικά).
( 6 ) Δεν αμφισβητείται εξάλλου ότι η Κοινότητα έχει υποκαταστήσει τα κράτη μέλη όσον αφορά τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την εν λόγω σύμβαση και δεσμεύεται από αυτές. Βλέπε απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1975, Nederlandse Spoonvegcn, σκέψεις 21 έως 23 (38/75, Racc. 1975, σ. 1439). Επ' αυτού σημειώνω ότι, με την απόφαση 87/369/ΕΟΚ της 7ης Απριλίου 1987 ( ΕΕ L 198, σ. 1 ), το Συμβούλιο ενέκρινε, εξ ονόματος της Κοινότητας, τη διεθνή σύμβαση για το εναρμονισμένο σύστημα περιγραφής και κωδικοποίησης των εμπορευμάτων, που καταρτίστηκε στις Βρυξέλλες στις 14 Ιουνίου 1983 και η οποία προορίζεται να αντικαταστήσει τη σύμβαση των Βρυξελλών του 1950, ως διεθνή βάση για τα δασμολόγια και τις στατιστικές ονοματολογίας.
( 7 ) Βλέπε προοίμιο της συμβάσεως.
( 8 ) Το οποίο συστάθηκε με τη σύμβαση ad hoc που καταρτίστηκε στις Βρυξέλλες στις 15 Δεκεμβρίου 1950 (βλέπε Ηνωμένα 'Εθνη, Recueil des traités, τόμος 157, σ. 129 ).
( 9 ) Βλέπε σκέψη 10 της προαναφερθείσας αποφάσεως Dinter.
( 10 ) Βλέπε απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1982, Howe & Bainbridge BV, σκέψεις 14, 17, 19 και 20 (317/81, Συλλογή 1982, σ. 3257 ).
Full & Egal Universal Law Academy