ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
WALTER VAN GERVEN
της 12ης Ιουνίου 1990 ( *1 )
Κύριε Πρόεορε,
Κύριοι όικαοτές,
1.
Η Επιτροπή, με προσφυγή που άσκησε βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης, ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία, αρνούμενη να χορηγήσει ή να διατηρήσει το ευεργέτημα του συμπληρωματικού επιδόματος του Fonds national de solidarité στους δικαιούχους γαλλικής συντάξεως αναπηρίας, γήρατος ή επιζώντος συζύγου που κατοικούν ή μεταφέρουν την κατοικία τους σε άλλο κράτος μέλος της Κοινότητας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 48 έως 51 της Συνθήκης και το άρθρο 10 του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας ( 1 ).
Η υπόθεση αυτή παρουσιάζει στενή σχέση με την υπόθεση C-307/89, στην οποία η Επιτροπή άσκησε επίσης προσφυγή κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας ζητώντας την καταδίκη της τελευταίας, επειδή αρνήθηκε να χορηγήσει το ευεργέτημα του ίδιου συμπληρωματικού επιδόματος στους υπηκόους άλλων κρατών μελών που κατοικούν στη Γαλλία.
2.
Το άρθρο 10, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1408/71 έχει ως εξής:
« Εκτός αν ο παρών κανονισμός προβλέπει άλλως, οι εις χρήμα παροχές αναπηρίας, γήρατος ή επιζώντων, οι συντάξεις εργατικών ατυχημάτων ή επαγγελματικής ασθένειας και τα επιδόματα θανάτου που αποκτώνται δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών δεν δύνανται να υποστούν καμία μείωση, τροποποίηση, αναστολή, κατάργηση, κατάσχεση, επειδή ο δικαιούχος κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο, όπου ευρίσκεται ο φορέας οφειλέτης. »
Η υποχρέωση που βαρύνει τα κράτη μέλη προκύπτει σαφώς από το γράμμα του άρθρου 10. Ανακύπτει ωστόσο το ερώτημα αν το υπό κρίση συμπληρωματικό επίδομα του Fonds national de solidarité διέπεται από νομοθεσία επί της οποίας εφαρμόζεται ο κανονισμός 1408/71.
Οι συναφείς υπό το πρίσμα αυτό διατάξεις του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 4, του κανονισμού 1408/71 έχουν ως εξής:
« 1.
Ο παρών κανονισμός ισχύει για όλες τις νομοθεσίες που αφορούν τους ακόλουθους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως:
...
β)
παροχές αναπηρίας, περιλαμβανομένων εκείνων που προορίζονται για τη διατήρηση ή βελτίωση της ικανότητας βιοπορισμού·
γ)
παροχές γήρατος·
δ)
παροχές επιζώντων·
...
4.
Ο παρών κανονισμός δεν ισχύει για την κοινωνική και ιατρική πρόνοια, ούτε ... »
Το άρθρο 1, στοιχείο κ ), του κανονισμού δίνει ευρύ ορισμό των εννοιών « παροχή » και « σύνταξη » που νοούνται ως:
« Κάθε παροχή και σύνταξη, περιλαμβανομένων και όλων των τμημάτων τους που βαρύνουν το δημόσιο ταμείο, οι προσαυξήσεις αναπροσαρμογής ή τα συμπληρωματικά επιδόματα υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του τίτλου III, επίσης οι εφάπαξ παροχές οι οποίες δύνανται να υποκαταστήσουν τις συντάξεις, καθώς και οι καταβολές που πραγματοποιούνται λόγω επιστροφής εισφορών. »
3.
Το Δικαστήριο, αναφερόμενο στους ευρείς αυτούς ορισμούς, έκρινε ήδη επανειλημμένα ότι η υπό κρίση στην παρούσα υπόθεση παροχή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 και δεν εντάσσεται στα συστήματα προνοίας που αποκλείονται με το άρθρο 4, παράγραφος 4. Το Δικαστήριο, ιδίως με την απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 1974, Biason ( 2 ), και με την απόφαση Giletti ( 3 ), διατύπωσε τις εξής σκέψεις σχετικά με το συμπληρωματικό επίδομα του Fonds national de solidarité:
« Με την απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 1974 ( Biason, 24/74, Rec. 1974, σ. 999 ), το Δικαστήριο δέχτηκε ότι ναι μεν είναι ευκταίο, από άποψη εφαρμογής της κοινοτικής κανονιστικής ρύθμισης περί κοινωνικής ασφαλίσεως, να γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ των νομοθετικών συστημάτων που εμπίπτουν στην κοινωνική ασφάλιση και εκείνων που εμπίπτουν στην κοινωνική πρόνοια, δεν μπορεί όμως να αποκλειστεί η πιθανότητα, λόγω του κύκλου των προσώπων στα οποία εφαρμόζεται, των σκοπών της και του τρόπου εφαρμογής της, μια εθνική νομοθεσία να συνδέεται ταυτόχρονα και προς τις δύο αυτές κατηγορίες» ( σκέψη 9 ).
« Οι σκέψεις αυτές ισχύουν και εν προκειμένω. Μια νομοθεσία σαν αυτή που αποτελεί αντικείμενο του προδικαστικού ερωτήματος επιτελεί, πράγματι, διττή λειτουργία, που συνίσταται, αφενός, στην εξασφάλιση ενός ελαχίστου ορίου μέσων διαβιώσεως σε πρόσωπα που τη χρειάζονται και, αφετέρου, στην παροχή συμπληρώματος του εισοδήματος στους δικαιούχους ανεπαρκών παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως » ( σκέψη 10 ).
« Κατά το μέτρο που μια τέτοια νομοθεσία απονέμει δικαίωμα επί συμπληρωματικών παροχών που αποσκοπούν στην προσαύξηση του ύψους συντάξεων που εμπίπτουν στην κοινωνική ασφάλιση, χωρίς οποιαδήποτε στάθμιση των αναγκών και των ατομικών καταστάσεων, η οποία αποτελεί χαρακτηριστικό της κοινωνικής πρόνοιας, η νομοθεσία αυτή εμπίπτει στο σύστημα της κοινωνικής ασφαλίσεως κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71. Το γεγονός ότι ένας και ο αυτός νόμος ενδέχεται να αφορά και ευεργετήματα που μπορούν να χαρακτηριστούν ως παροχές κοινωνικής πρόνοιας δεν μεταβάλλει, από τη σκοπιά του κοινοτικού δικαίου, τον εγγενή κοινωνικοασφαλιστικό χαρακτήρα μιας παροχής που συναρτάται προς σύνταξη αναπηρίας, γήρατος ή επιζώντος συζύγου, της οποίας αποτελεί αυτοδικαίως παρεπόμενο στοιχείο » ( σκέψη 11 ).
« Επομένως, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 1408/71 έχει την έννοια ότι δεν αποκλείει από το καθ' ύλη πεδίο εφαρμογής του κανονισμού το συμπληρωματικό επίδομα που καταβάλλεται από φορέα όπως το Fonds national de solidarité, χρηματοδοτείται από φορολογικά έσοδα και χορηγείται στους δικαιούχους συντάξεως γήρατος, επιζώντος συζύγου ή αναπηρίας για να τους εξασφαλίσει ένα ελάχιστο όριο μέσων διαβιώσεως, εφόσον οι ενδιαφερόμενοι έχουν έννομη αξίωση προς χορήγηση του επιδόματος αυτού » ( σκέψη 12).
Το Δικαστήριο, με την απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1987 στην υπόθεση Zaoui, επιβεβαίωσε τη νομολογία αυτή σχετικά με το ίδιο συμπληρωματικό γαλλικό επίδομα ( 4 ).
4.
Η Γαλλική Δημοκρατία, στο υπόμνημα αντικρούσεως και στο υπόμνημα ανταπαντήσεως που κατέθεσε, δεν αναφέρει κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει την εφαρμογή της νομολογίας αυτής στην παρούσα υπόθεση. Θεωρώ, επομένως, ότι η προσφυγή της Επιτροπής είναι βάσιμη. Για λόγους πληρότητας θα εξετάσω όμως ακόμη, με συντομία, τα επιχειρήματα που επικαλέστηκε η Γαλλική Δημοκρατία στο υπόμνημα αντικρούσεως και ανταπαντήσεως.
5.
Η Γαλλική Δημοκρατία αναφέρει, καταρχάς, τις προτάσεις τροποποιήσεως που κατέθεσε η Επιτροπή ενώπιον του Συμβουλίου και που θα συνεπάγονταν την τροποποίηση των ισχυόντων κανόνων του κανονισμού 1408/71.
Δεν είναι, ωστόσο, δυνατόν να προβλεφθεί η εξέλιξη των συζητήσεων στο πλαίσιο του Συμβουλίου ούτε η ενδεχόμενη αναδρομικότητα τυχόν μελλοντικών ( ερμηνευτικών ) διατάξεων. Θα μπορούσε, εξάλλου, να ανακύψει το ζήτημα αν δικαιώματα στηριζόμενα στην κοινοτική κοινωνικοασφαλιστική νομοθεσία μπορούν να αφαιρεθούν αναδρομικά από τους ιδιώτες.
Το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να προκαταλάβει ενδεχόμενες τροποποιήσεις της κοινοτικής νομοθεσίας.
Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί, επομένως, να γίνει δεκτό.
6.
Η Γαλλική Δημοκρατία επισημαίνει, στη συνέχεια, ορισμένα πρακτικά προβλήματα που θα ανέκυπταν από την ερμηνεία του Δικαστηρίου και που δεν θα μπορούσαν να επιλυθούν ικανοποιητικά με τις διατάξεις του κανονισμού 1408/71. Τα πρακτικά αυτά ζητήματα αφορούν, ιδίως, τη δυνατότητα προσδιορισμού του πραγματικού εισοδήματος προσώπων κατοικούντων σε άλλο κράτος μέλος, εγγραφής υποθήκης επί τυχόν ακινήτων τους, κλπ.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου,
« ot “ πρακτικές ” δυσχέρειες που μπορεί να ανακύψουν κατά την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας επί των διατάξεων αυτών δεν μπορούν να θίξουν τα δικαιώματα που αντλούν οι εργαζόμενοι που αναφέρονται στο άρθρο 1, στοιχείο α), του κανονισμού 1408/71 από τις αρχές της κοινωνικής νομοθεσίας της Κοινότητας » ( 5 ).
Αναφέρει, συναφώς, τη δυνατότητα επιλύσεως των σχετικών προβλημάτων στο πλαίσιο της διοικητικής επιτροπής για την κοινωνική ασφάλιση των διακινουμένων εργαζομένων που προβλέπεται ειδικά προς τούτο στο άρθρο 8, στοιχείο δ), του κανονισμού 1408/71. Παρατηρεί, εξάλλου, ότι παρόμοιες πρακτικές δυσχέρειες, κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη και το άρθρο 10 του κανονισμού, μπορούν να ανακύψουν και υπό διαφορετικές συνθήκες.
Θεωρώ ότι η άποψη της Επιτροπής είναι ορθή.
7.
Τέλος, δεν μπορώ να συνταχθώ με το επιχείρημα της Γαλλικής Δημοκρατίας ότι το υπό κρίση συμπληρωματικό επίδομα δεν μπορεί να εξαχθεί εκτός της επικράτειας κράτους μέλους, επειδή το ύψος του συνδέεται στενά προς ορισμένο οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον. Πράγματι, η Συνθήκη ΕΟΚ, και ιδίως τα άρθρα 48 έως 51, καθώς και το προαναφερθέν άρθρο 10 του κανονισμού 1408/71, έχουν ως σκοπό να διευκολύνουν τη διακίνηση των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας και αποβλέπουν, επομένως, στη διατήρηση αμεταβλήτων των παροχών προς τους διακινούμενους εργαζομένους και τα μέλη των οικογενειών τους, ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας τους στην Κοινότητα και, επομένως, ανεξαρτήτως των διαφορών του οικονομικού και κοινωνικού περιβάλλοντος ( 6 ). Εξάλλου, το επιχείρημα ότι το οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον, που περιλαμβάνει, για παράδειγμα, τα έξοδα συντηρήσεως, διαφέρει κατά τόπους είναι εξίσου ευλογοφανές προκειμένου για διαφορετικά κράτη μέλη όσο και προκειμένου για διαφορετικές περιοχές του ίδιου κράτους μέλους. Εξάλλου, η επιχειρηματολογία αυτή δεν λαμβάνει υπόψη τα έξοδα που συνδέονται με την ίδια τη διακίνηση. Η συζήτηση των επιχειρημάτων αυτών που αντλούνται από παρόμοιες γενικές οικονομικές καταστάσεις και ο καθορισμός των πολιτικών που πρέπει να ακολουθηθούν δεν απόκειται στο Δικαστήριο, αλλά στα πολιτικά όργανα.
Συμπέρασμα
8.
Για τους λόγους που προαναφέρθηκαν προτείνω στο Δικαστήριο να δεχθεί την προσφυγή της Επιτροπής και να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
( 1 ) Όπως συμπληρώθηκε με τον κανονισμό 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6, παράρτημα Ι).
( 2 ) Απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 1974, Biason, σκέψεις 9 έως 12 ( 24/74, Rec. 1974, σ. 999 ).
( 3 ) Απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 1987, Giletti ( 379/85 έως 381/85 και 93/86, Συλλογή 1987, σ. 955 ).
( 4 ) Απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1987, Zaoui, σκέψη 9 (147/87, Συλλογή 1987, σ. 5511). Μπορεί επίσης να αναφερθεί η απόφαση της 5ης Μαΐου 1983, Piscitello ( 139/82, Συλλογή 1983, σ. 1427 ), με την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε στην ίδια κατεύθυνση σχετικά με ανάλογο ιταλικό επίδομα προοριζόμενο για τους ηλικιωμένους.
( 5 ) Απόφαση της 28ης Matou 1974, Callemeyn, σκέψη 12 ( 187/73, Jurispr. 1974, σ. 553 ).
( 6 ) Στην υπόθεση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, Lenoir, σκέψη 16 (313/86, Συλλογή 1988, σ. 5391), το Δικαστήριο έκρινε, βέβαια, σχετικά με επιδόματα για συντηρούμενο τέκνο δικαιούχων συντάξεων (άρθρο 77 του κανονισμού 1408/71 ), ότι παροχή προοριζόμενη να καλύψει συγκεκριμένα έξοδα των τέκνων λόγω ενάρξεως του σχολικού έτους συνδέονται κατά κανόνα στενά με το κοινωνικό περιβάλλον και, συνακόλουθα, με την κατοικία των ενδιαφερομένων. Το Δικαστήριο έκρινε, ωστόσο, με την Ιδια σκέψη, ότι ο τόπος κατοικίας δεν έχει σημασία προκειμένου για συνήθη οικογενειακά επιδόματα χορηγούμενα σε συνάρτηση προς τον αριθμό και την ηλικία των μελών της οικογενείας. Η απόφαση Lenoir ακολουθεί επομένως, την (δια κατεύθυνση με την προαναφερθείσα νομολογία, με την οποία το Δικαστήριο υπάγει το υπό κρίση συμπληρωματικό επίδομα στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71.
Full & Egal Universal Law Academy