ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JEAN MISCHO
της 14ης Ιουνίου 1990 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Καθ' όλη τη διάρκεια του ενεργού του βίου, ο Η. C Μ. Daalmeijer, Ολλανδός υπήκοος, υπαγόταν στο ολλανδικό σύστημα γενικής ασφαλίσεως γήρατος, και τούτο ακόμα και για τα έτη κατά τα οποία ήταν τοποθετημένος σε θέσεις στο εξωτερικό, ως υπάλληλος του Υπουργείου 'Αμυνας.
2.
Κατά την εποχή των πραγματικών περιστατικών, το άρθρο 3, παράγραφος 4, του νόμου περί γενικής ασφαλίσεως γήρατος (Algemene Ouderdomswet, στο εξής: AOW ) προέβλεπε τα εξής:
« Ολλανδός υπήκοος που κατοικεί εκτός του Βασιλείου [των Κάτω Χωρών] και απασχολείται σε ολλανδικό νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου καθώς και η σύζυγος και τα τέκνα του, για τα οποία δικαιούται οικογενειακά επιδόματα βάσει του Algemene Kinderbijslagwet (ολλανδικός νόμος περί των γενικών κανόνων περί οικογενειακών επιδομάτων), λογίζονται ότι κατοικούν εντός του Βασιλείου [ των Κάτω Χωρών ]. »
3.
Συνεπώς, η υπαγωγή του Daalmeijer στο σύστημα του AOW προέκυπτε από διάταξη του νόμου αυτού και όχι από διάταξη του κοινοτικού δικαίου. Εξάλλου, η τελευταία παραμονή του Daalmeijer στην αλλοδαπή, υπό την ιδιότητα του ως υπαλλήλου του ολλανδικού Υπουργείου Αμυνας, ήταν σε χώρα μη μέλος της Κοινότητας, ήτοι στη Γιουγκοσλαβία.
4.
Την 1η Μαΐου 1974, ο Daalmeijer συνταξιοδοτήθηκε πρόωρα και, τότε, ο ίδιος και η σύζυγος του εγκαταστάθηκαν στη Γαλλία, όπου κανείς από τους δύο δεν άσκησε πλέον δραστηριότητα είτε ως « μισθωτός » είτε ως « μη μισθωτός ». Έως το 65ο έτος της ηλικίας του, ο Daalmeijer εισέπραττε επιδόματα βάσει του ολλανδικού νόμου περί των κοινωνικών παροχών των αποστράτων.
5.
Όταν, στις 5 Οκτωβρίου 1982, συμπλήρωσε το 65ο έτος, ο Daalmeijer διαπίστωσε ότι οι αρμόδιες αρχές των Κάτω Χωρών δεν δέχονταν να λάβουν υπόψη, για τον υπολογισμό της συντάξεως του βάσει του AOW, τα έτη κατά τα οποία ο ίδιος και η σύζυγος του είχαν διαμείνει στη Γαλλία.
6.
Ο ολλανδικός νόμος περί γενικής ασφαλίσεως γήρατος προβλέπει πράγματι ότι, εκτός των εν ενεργεία δημοσίων υπαλλήλων οι οποίοι είναι τοποθετημένοι στο εξωτερικό, ασφαλισμένοι βάσει του νόμου αυτού είναι μόνον όσοι κατοικούν στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών και όσοι, χωρίς να κατοικούν στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών, υπόκεινται στη χώρα αυτή στον φόρο επί των αποδοχών εκ μισθωτής εργασίας εντός του Βασιλείου.
7.
Για τον λόγο αυτό, κατά τον υπολογισμό της συντάξεως του Daalmeijer αφαιρέθηκε ποσό το οποίο αντιστοιχούσε στην περίοδο αυτή. Τον υπολογισμό αυτό αμφισβητεί ο Daalmeijer στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης.
8.
1. Το πρώτο ερώτημα που υπέβαλε στο Δικαστήριο το Centrale Raad van Beroep της Ουτρέχτης έχει ως εξής:
« Εφαρμόζεται η νομοθεσία κράτους μέλους, η διοίκηση του οποίου απασχόλησε τελευταία υπάλληλο, επί του πρώην αυτού υπαλλήλου δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο δ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, ακόμη και αν αυτός και η σύζυγος του μετοίκησαν σε άλλο κράτος μέλος, εντός του οποίου κανένας από τους δύο δεν είχε — πραγματική — απασχόληση υπό την έννοια του εν λόγω άρθρου 13, παράγραφος 2, αλλ' ούτε υπήχθη για άλλο λόγο, βάσει αυτής της διατάξεως, στη νομοθεσία του άλλου αυτού κράτους μέλους; »
9.
Συνεπώς, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται κατ' ουσίαν μήπως, κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του AOW, πρέπει να θεωρηθεί ότι, δυνάμει των κοινοτικών κανόνων προσδιορισμού της εφαρμοστέας νομοθεσίας, ο Daalmeijer και η σύζυγος του εξακολούθησαν να είναι υποχρεωτικώς ασφαλισμένοι βάσει του AOW και μετά την αναχώρηση τους για τη Γαλλία. Η βασική ιδέα της συλλογιστικής αυτής είναι ότι, αν η ολλανδική νομοθεσία θεωρηθεί ότι εξακολουθούσε να ισχύει για τους συζύγους Daalmeijer και κατά το διάστημα της παραμονής τους στη Γαλλία, τότε δεν μπορεί να τους αντιταχθεί η ανωτέρω αναφερθείσα ρήτρα κατοικίας.
10.
Το άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας ( 1 ), προβλέπει τα εξής:
« 1)
Με την επιφύλαξη του άρθρου 14γ, τα πρόσωπα για τα οποία ισχύει ο παρών κανονισμός υπόκεινται στη νομοθεσία ενός μόνου κράτους μέλους. Η νομοθεσία αυτή προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος τίτλου.
2)
Με την επιφύλαξη των άρθρων 14 μέχρι 17:
(...)
δ)
οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι προς αυτούς εξομοιούμενοι υπόκεινται στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο υπάγεται η υπηρεσία που τους απασχολεί. »
11.
Εκ πρώτης όψεως, δεν είναι σαφές πώς το άρθρο αυτό θα μπορούσε να επηρεάσει τη διαφορά της κύριας δίκης, δεδομένου ότι πρόκειται προφανώς για διάταξη η οποία αποσκοπεί στην αποφυγή των συγκρούσεων νόμων, από τη διατύπωση δε αυτού καθαυτό του πρώτου ερωτήματος του Centrale Raad van Beroep προκύπτει ότι στην υπό κρίση περίπτωση δεν υπάρχει τέτοια σύγκρουση.
12.
Στην πραγματικότητα, το ερώτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο εξηγείται μόνον από την ύπαρξη της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 12ης Ιουνίου 1986 στην υπόθεση Ten Holder (302/84, Συλλογή 1986, σ. 1821), η οποία αφορούσε το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο α, του κανονισμού (ΕΟΚ.) 1408/71. Το Δικαστήριο, με το διατακτικό της αποφάσεως αυτής, αποφάνθηκε ότι
« ο εργαζόμενος ο οποίος παύει να εργάζεται στο έδαφος κράτους μέλους και δεν εργάζεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους εξακολουθεί να υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους μέλους της τελευταίας απασχολήσεως του, ανεξάρτητα από τον χρόνο που παρήλθε από τη λήξη της απασχολήσεως και το τέλος της εργασιακής σχέσης ».
13.
Τίθεται, συνεπώς, το ερώτημα κατά πόσον αυτό το χωρίο της αποφάσεως Ten Holder μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ένας εργαζόμενος ( εν προκειμένω, δημόσιος υπάλληλος ) που έχει υπαχθεί στο σύστημα ασφαλίσεως γήρατος κράτους μέλους και ο οποίος εγκαταλείπει το έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους, χωρίς να υπαχθεί στη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, εξακολουθεί να υπάγεται στο σύστημα αυτό και μπορεί να προσμετρήσει νέες περιόδους ασφαλίσεως και, επομένως, να αποκτήσει νέα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, ακόμα και αν δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις υπαγωγής στο ασφαλιστικό σύστημα τις οποίες προβλέπει το ίδιο.
14.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, αν από την απόφαση Ten Holder απέρρεε η αρχή αυτή, θα είχε εφαρμογή τόσο έναντι των χωρών όπου η υπαγωγή στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως εξαρτάται από την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας (όπως ακριβώς συνέβαινε στην περίπτωση της υποθέσεως Ten Holder) όσο και έναντι των χωρών όπου η υπαγωγή αυτή εξαρτάται αποκλειστικά και μόνον από τον τόπο κατοικίας.
15.
Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα ότι στη Γερμανία, π.χ., ο υπήκοος άλλου κράτους μέλους ο οποίος έχει εργαστεί στη χώρα αυτή και την εγκαταλείπει, χωρίς να αρχίσει νέα επαγγελματική δραστηριότητα αλλού, θα εξακολουθούσε να υπάγεται στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως της χώρας αυτής και να προσμετρά νέες περιόδους ασφαλίσεως, ενώ ο Γερμανός εργαζόμενος ο οποίος παραμένει στη χώρα του μετά το τέλος του ενεργού βίου του θα έπαυε να είναι υποχρεωτικά ασφαλισμένος. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα ήταν προφανώς απαράδεκτο.
16.
Αυτό, όμως, δεν είναι το μόνο στοιχείο που αποδεικνύει ότι στο υποβληθέν ερώτημα προσήκει αρνητική απάντηση και ότι, με την απόφαση Ten Holder, το Δικαστήριο αναφερόταν, στην πραγματικότητα, μόνο στα πρόσωπα τα οποία « παύουν » προσωρινά τις δραστηριότητες τους, π.χ. λόγω ασθενείας, και όχι εκείνα τα οποία παύουν οριστικά κάθε επαγγελματική δραστηριότητα.
17.
Πράγματι, το άρθρο 13 καθιερώνει την αρχή ότι η lex loci laboris πρέπει να υπερισχύει κάθε άλλης νομοθεσίας που θα ήταν δυνατό να ληφθεί υπόψη. Αυτό προϋποθέτει την πραγματική άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας. Η διάταξη αυτή δεν αφορά κατ' ουδένα τρόπο την περίπτωση κατά την οποία η σύγκρουση νόμων παύει να υφίσταται διότι ο ενδιαφερόμενος έπαυσε οριστικά να είναι εν ενεργεία.
18.
Το Δικαστήριο, για να καλύψει ένα κενό του κανονισμού, ορθώς επεξέτεινε, με την απόφαση Ten Holder, το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 13 στα πρόσωπα τα οποία παύουν προσωρινώς τη δραστηριότητα τους, διότι, όπως τονίζει το Sociale Verzekeringsbank, έπρεπε να αποφευχθούν οι περιπτώσεις στις οποίες ο διακινούμενος εργαζόμενος, που εγκαθίσταται σε άλλο κράτος μέλος παύοντας προσωρινώς τις δραστηριότητες του, υπάγεται στη νομοθεσία του άλλου αυτού κράτους μέλους, ή στις οποίες ο μεθοριακός εργαζόμενος παύει καταρχήν να είναι ασφαλισμένος στο κράτος μέλος όπου εργάζεται με κάθε διακοπή των δραστηριοτήτων του λόγω ασθενείας ή λόγω τοκετού.
19.
Ασφαλώς, όμως, το Δικαστήριο δεν είχε την πρόθεση να καθιερώσει ένα είδος « αρχής της απεριόριστης υπαγωγής». Πράγματι, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι
« εναπόκειται στη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους να καθορίσει τους όρους του δικαιώματος ή της υποχρεώσεως υπαγωγής σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, συμπεριλαμβανομένων των προϋποθέσεων παύσεως της υποχρεώσεως υπαγωγής στο σύστημα, εφόσον σχετικά δεν γίνεται διάκριση μεταξύ των υπηκόων του οικείου κράτους και των υπηκόων των άλλων κρατών μελών » ( 2 ).
20.
Εξάλλου, το Δικαστήριο, με τις αποφάσεις Perenboom ( 3 ) και Luijten ( 4 ), ακόμα δε και με την απόφαση Ten Holder, κατέστησε σαφές ότι το άρθρο 13 έχει ως σκοπό την αποφυγή καταστάσεων στις οποίες ο εργαζόμενος είναι «ασφαλισμένος, για την ίδια περίοδο, δυνάμει των διατάξεων νομοθεσιών περισσοτέρων rov ενός κρατών μελών». Το πρόβλημα που τίθεται, όμως, στην υπό κρίση περίπτωση είναι εντελώς διαφορετικό: πρόκειται για την εφαρμογή της νομοθεσίας ενός και τον αντού κράτονς μέλους σε δύο διαδοχικές περιόδονς της ζωής ενός προσώπου.
21.
Τέλος, το Δικαστήριο, με πρόσφατη απόφαση της 3ης Μαΐου 1990, G. J. Kits van Heijningen (C-2/89, Συλλογή 1990, σ. I-1755), αποφάνθηκε ότι
« πρέπει να τονιστεί ότι το άρθρο 13, παράγραφος 2, περίπτωση α, του κανονισμού 1408/71 έχει ως αποκλειστικό σκοπό ( 5 ) τον προσδιορισμό της εθνικής νομοθεσίας που εφαρμόζεται επί των ασκούντων έμμισθη δραστηριότητα στο έδαφος κράτονς μέλους. Υπό την έννοια αυτή, δεν σκοπείται ο καθορισμός των προϋποθέσεων για τη σύσταση του δικαιώματος ή την υποχρέωση υπαγωγής σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως ή έναν από τους κλάδους παρόμοιου συστήματος. Όπως έκρινε επανειλημμένα το Δικαστήριο, εναπόκειται στη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους να καθορίζει τις προϋποθέσεις αυτές (βλ. ιδίως απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 1982, Koks, 275/81, Συλλογή 1982, σ. 3013 ). »
22.
Για την πλήρη ανάπτυξη του θέματος, θα ήθελα να αναφέρω δύο άλλες διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, οι οποίες επιβεβαιώνουν την άποψη μου, τουλάχιστον όσον αφορά τις ιδιαίτερες περιπτώσεις των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως η υπαγωγή στα οποία βασίζεται στον τόπο της κατοικίας.
23.
Πρόκειται, πρώτον, για το άρθρο 9, παράγραφος 1, το οποίο προβλέπει ότι
« οι διατάξεις της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους, κατά τις οποίες η υπαγωγή στην προαιρετική ασφάλιση ή στην προαιρετική συνέχιση της ασφαλίσεως εξαρτάται από την κατοικία στο έδαφος του κράτους αυτού, δεν ισχύουν για τα πρόσωπα τα οποία κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους (... ) ».
24.
Κατά τη γνώμη μου, από τη διάταξη αυτή προκύπτει εξ αντιδιαστολής ότι η μεταφορά της κατοικίας στο έδαφος άλλου κράτους μέλους μπορεί πράγματι να έχει επιπτώσεις ως προς την υπαγωγή ενός προσώπου σε σύστημαυποχρεωτικής ασφαλίσεως βασιζόμενο μόνο στον τόπο της κατοικίας και να προκαλέσει τη λήξη της υπαγωγής αυτής.
25.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού,
« εκτός αν ο παρών κανονισμός προβλέπει άλλως, οι εις χρήμα παροχές αναπηρίας, γήρατος ή επιζώντων, οι συντάξεις εργατικών ατυχημάτων ή επαγγελματικής ασθένειας και τα επιδόματα θανάτου που αποκτώνται δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών δεν δύνανται να υποστούν καμία μείωση, τροποποίηση, αναστολή, κατάργηση ή κατάσχεση επειδή ο δικαιούχος κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο όπου ευρίσκεται ο οφειλέτης φορέας ».
26.
Θεωρώ ότι, εκτός των όλως ιδιαιτέρων περιπτώσεων τις οποίες αφορούν οι αποφάσεις του Δικαστηρίου της 7ης Νοεμβρίου 1973, Śmieja (51/73, Rec. 1973, σ. 1213), της 10ης Ιουνίου 1982, Camera (92/81, Συλλογή 1982, σ. 2213) και της 2ας Μαΐου 1990, Winter-Lutzins (C-243/88, Συλλογή 1990, σ. I-1623), το ανεφάρμοστο της ρήτρας κατοικίας, το οποίο προβλέπει η διάταξη αυτή, πρέπει να εκληφθεί υπό την έννοια που του αποδόθηκε με την απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 1977, Giuliani (32/77, Rec. 1977, σ. 1857), ήτοι ότι « δεν έχει επιπτώσεις ως προς την απόκτηση δικαιώματος επί παροχής ».
27.
Η αποδοχή της ερμηνείας σύμφωνα με την οποία ένα πρόσωπο, καίτοι έπαυσε να κατοικεί στις Κάτω Χώρες εξακολουθεί, δυνάμει του άρθρου 13, να πραγματοποιεί νέες περιόδους ασφαλίσεως, θα είχε ως αποτέλεσμα όχι μόνο να μη μπορεί το κράτος μέλος αυτό να βασίσει το σύστημα γενικής ασφαλίσεως του στην προϋπόθεση της κατοικίας, αλλά και να θεσπιστεί, μέσω της διασταλτικής ερμηνείας του άρθρου 13, μια αρχή την οποία ουδόλως θέλησαν να περιλάβουν στο άρθρο 10 οι συντάκτες του κανονισμού 1408/71.
28.
Τέλος, θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή σας στις αρνητικές συνέπειες που θα είχε, για τα κράτη μέλη στα οποία προβλέπεται σύστημα γενικευμένης κοινωνικής ασφαλίσεως, η αποδοχή της απόψεως της « απεριόριστης υπαγωγής », και οι οποίες συνοψίζονται στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση στο τέλος των παρατηρήσεων του Sociale Verzekeringsbank επί του πρώτου ερωτήματος.
29.
Για όλους αυτούς τους λόγους, νομίζω ότι μπορώ να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι το ζήτημα κατά πόσον οι σύζυγοι Daalmeijer εξακολουθούσαν να είναι ασφαλισμένοι βάσει του ολλανδικού νόμου AOW αφότου εγκατέστησαν την κατοικία τους στη Γαλλία πρέπει να κριθεί αποκλειστικώς και μόνον κατά την ολλανδική νομοθεσία.
30.
Κατά συνέπεια, στο πρώτο ερώτημα του Centrale Raad van Beroep προτείνω να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
« Όταν ένας πρώην δημόσιος υπάλληλος εγκαθίσταται με τη σύζυγο του στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο η διοίκηση του οποίου απασχόλησε τελευταία τον υπάλληλο και όταν, στο έδαφος αυτό, ούτε ο υπάλληλος ούτε η σύζυγος του άσκησαν — πραγματικές — δραστηριότητες υπό την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, ούτε υπήχθησαν για άλλο λόγο δυνάμει της διατάξεως αυτής στη νομοθεσία του άλλου αυτού κράτους μέλους, το κατά πόσον η νομοθεσία του κράτους μέλους καταγωγής εξακολουθεί να εφαρμόζεται στο ζεύγος αυτό πρέπει να κρίνεται υπό το φως των διατάξεων της νομοθεσίας αυτής και όχι υπό το φως του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο δ, του κανονισμού 1408/71.»
31.
II. Το δεύτερο ερώτημα, το κείμενο του οποίου παρατίθεται στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, υποβλήθηκε μόνο για την περίπτωση που θα δοθεί στο πρώτο ερώτημα καταφατική απάντηση.
32.
Καθώς προτείνω να δοθεί αρνητική ουσιαστικά απάντηση στο πρώτο ερώτημα, δεν χρειάζεται να δοθεί απάντηση στο δεύτερο ερώτημα.
33.
III. Το τρίτο ερώτημα έχει ως εξής:
« Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο και/ή καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα, τι ισχύει αν ο ενδιαφερόμενος που αναφέρεται στο πρώτο ερώτημα είχε δικαίωμα, κατά την περίοδο κατά την οποία κατοίκησε σε κράτος μέλος εκτός των Κάτω Χωρών, προς παροχή εκ μέρους των Κάτω Χωρών, συναρτώμενη με τη λήξη της τελευταίας απασχολήσεως του στο Βασίλειο [των Κάτω Χωρών] (η οποία, άλλωστε, παροχή δεν συνεπαγόταν, κατά το εθνικό δίκαιο, ασφάλιση βάσει του AOW); »
34.
Υπενθυμίζω ότι, από τη στιγμή που έπαυσε τις επαγγελματικές του δραστηριότητες έως τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του, ο Daalmeijer ελάμβανε επίδομα βάσει του ολλανδικού νόμου περί των κοινωνικών παροχών των αποστράτων. Αν επρόκειτο για πρόσοδο λόγω αναπηρίας, ο Daalmeijer θα εξακολουθούσε αυτοδικαίως να είναι ασφαλισμένος βάσει του AOW ( 6 ) όμως, όπως επισημαίνει το εθνικό δικαστήριο, η παροχή την οποία ελάμβανε ο εφεσείων της κύριας δίκης δεν έχει καμία συνέπεια του είδους αυτού.
35.
Μολονότι ενδεχομένως ο κανόνας αυτός εκπλήσσει, δύσκολα μπορεί να υποστηριχθεί ότι, δυνάμει κάποιας διατάξεως του κοινοτικού δικαίου, το Sociale Verzekeringsbank ήταν υποχρεωμένο να εξακολουθήσει να θεωρεί τους συζύγους Daalmeijer ως υποχρεωτικά ασφαλισμένους κατά τον AOW μετά τη μεταφορά της κατοικίας τους στη Γαλλία.
36.
Πράγματι, όπως επεσήμανα σχετικά με την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο πρώτο ερώτημα, εναπόκειται στη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους να καθορίσει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες παύει η υπαγωγή ενός προσώπου σε ένα σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως.
37.
Για τους λόγους αυτούς, προτείνω να δοθεί στο τρίτο ερώτημα η ακόλουθη απάντηση:
« Το κατά πόσον ένας κοινωνικώς ασφαλισμένος εξακολούθησε να υπάγεται στο σύστημα ασφαλίσεως γήρατος της χώρας καταγωγής του μετά την εγκατάσταση του σε άλλο κράτος μέλος, λόγω του ότι, κατά τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος κατοικούσε στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, ελάμβανε παροχή βαρύνουσα τη χώρα καταγωγής του, πρέπει να κρίνεται βάσει της νομοθεσίας της εν λόγω χώρας καταγωγής του. »
Συμπέρασμα
38.
Οι απαντήσεις που προτείνω να δοθούν στα ερωτήματα που υπέβαλε το Centrale Raad van Beroep της Ουτρέχτης μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:
« 1)
Όταν ένας πρώην δημόσιος υπάλληλος εγκαθίσταται με τη σύζυγο του στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο η διοίκηση του οποίου απασχόλησε τελευταία τον υπάλληλο και όταν, στο έδαφος αυτό, ούτε ο υπάλληλος ούτε η σύζυγος του άσκησαν — πραγματικές — δραστηριότητες υπό την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 2, του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1408/71, ούτε υπήχθησαν για άλλο λόγο δυνάμει της διατάξεως αυτής στη νομοθεσία του άλλου αυτού κράτους μέλους, το κατά πόσον η νομοθεσία του κράτους μέλους καταγωγής εξακολουθεί να εφαρμόζεται στο ζεύγος αυτό πρέπει να κρίνεται υπό το φως των διατάξεων της νομοθεσίας αυτής και όχι υπό το φως του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο δ, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1408/71.
2)
Το κατά πόσον ένας κοινωνικώς ασφαλισμένος εξακολούθησε να υπάγεται στο σύστημα ασφαλίσεως γήρατος της χώρας καταγωγής του μετά την εγκατάσταση του σε άλλο κράτος μέλος, λόγω του ότι, κατά τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος κατοικούσε στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, ελάμβανε παροχή βαρύνουσα τη χώρα καταγωγής του, πρέπει να κρίνεται βάσει της νομοθεσίας της εν λόγω χώρας καταγωγής του. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Ο κανονισμός αυτός ενημερώθηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 2001/83 ( ΕΕ L 230, σ. 6 ) και τροποποιήθηκε έκτοτε επανειλημμένως, γω τελευταία δε φορά με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 3427/89 του Συμβουλίου, της 30ής Οκτωβρίου 1989 ( ΕΕ L 331, σ. 1 ).
( 2 ) Απόφαση της 12ης Ιουλίου 1979, Brunori (266/78, Rec. 1979, σ. 2705, συγκεκριμένα σ. 2711 επ. )· απόφαση της 24ης Αυγούστου 1980, Coonan (110/79, Rec. 1980, σ. 1445 ) απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 1987, de Rijke ( 43/86, Συλλογή 1987, σ. 3611, συγκεκριμένα σ. 3629 ).
( 3 ) Απόφαση της 5ης Μαΐου 1977, σκέψη 11 ( 102/76, Rec. 1977, σ. 815, συγκεκριμένα σ. 822 ).
( 4 ) Απόφαση της 10ης Ιουλίου 1986, σκέψη 15 (60/85, Συλλογή 1986, σ. 2365, συγκεκριμένα σ. 2373 ).
( 5 ) Δεν υπάρχει υπογράμμιση στο πρωτότυπο.
( 6 ) Βλ. έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση στην απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 1987, de Rijke (43/86, Συλλογή 1987, σ. 3611, συγκεκριμένα σ. 3614 ).
Full & Egal Universal Law Academy