ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
GIUSEPPE TESAURO
της 6ης Ιουνίου 1990 ( *1 )
Κύριε Πρόεάρε,
Κύριοι δικαοτές,
1.
Με την παρούσα προδικαστική παραπομπή το εθνικό δικαστήριο θέτει στο Δικαστήριο δύο ερωτήματα σχετικά με το ζήτημα αν συμβιβάζεται προς το άρθρο 34 της Συνθήκης η ολλανδική νομοθεσία περί εφαρμογής της οδηγίας 68/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1968 ( 1 ).
Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η διαφορά αναφέρεται σε περίπτωση η οποία είναι σχετικώς περίπλοκη τόσο ως προς τα πραγματικά περιστατικά, όσο και ως προς το εθνικό κανονιστικό πλαίσιο. Ως εκ τούτου, θεωρώ σκόπιμο να παράσχω καταρχάς ορισμένες διευκρινίσεις ως προς τα ζητήματα αυτά, παραπέμποντας κατά τα λοιπά στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
2.
Δυνάμει της οδηγίας 68/414, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να δημιουργήσουν αποθέματα προϊόντων πετρελαίου προκειμένου να προλάβουν ενδεχόμενες κρίσεις εφοδιασμού σε προϊόντα παραγωγής ενεργείας. Τα αποθέματα, τα οποία ασφαλώς είναι ανάλογα με τον όγκο των εγχώριων αναγκών, πρέπει, βάσει του άρθρου 1, να ανέρχονται σε επίπεδο που αντιστοιχεί τουλάχιστον σε 65ημέρες (που αυξήθηκαν αργότερα σε 90ημέρες ) της μέσης ημερήσιας εσωτερικής καταναλώσεως του προηγούμενου ημερολογιακού έτους.
Επιβάλλοντας το αποτέλεσμα αυτό, η οδηγία αφήνει στα κράτη μέλη ευρεία εξουσία επιλογής όσον αφορά τα νομοθετικά, κανονιστικά και διοικητικά μέτρα που πρέπει να θεσπιστούν. Ειδικότερα, η οδηγία δεν αναφέρει αν η δημιουργία και η διαχείριση των αποθεμάτων πρέπει να γίνεται κατά τρόπο συγκεντρωτικό, από ειδικό προς τούτο οργανισμό και τελούντα υπό δημόσιο έλεγχο, ή αν τα αποθέματα μπορούν να δημιουργηθούν αποκεντρωτικώς — αν μπορώ να εκφραστώ έτσι — από τις επιχειρήσεις του δημοσίου τομέα. Εξάλλου, τίποτε δεν διευκρινίζεται όσον αφορά τις λεπτομέρειες και τις μορφές χρηματοδοτήσεως της δημιουργίας αποθεμάτων.
Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών εφάρμοσε την οδηγία με τον νόμο περί δημιουργίας αποθεμάτων προϊόντων πετρελαίου (Wet Vooraadvorming Aardolieprodukten, στο εξής: WVA) της 21ης Οκτωβρίου 1976.
Ο νόμος WVA καθιερώνει την υποχρέωση δημιουργίας αποθεμάτων για τους παραγωγούς ή εισαγωγείς προϊόντων πετρελαίου στις Κάτω Χώρες. Τα αποθέματα πρέπει να ανέρχονται σε επίπεδο που αντιστοιχεί σε δεδομένο ποσοστό (90/365) των προϊόντων που τίθενται σε κυκλοφορία στην εγχώρια αγορά των Κάτω Χωρών κατά το προηγούμενο έτος. Αντίθετα, οι ποσότητες που εξάγονται σε άλλες χώρες δεν λαμβάνονται υπόψη για τη δημιουργία αποθεμάτων.
Ο νόμος WVA ορίζει επίσης ότι, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει εκάστοτε ο Υπουργός Οικονομικών, η εν λόγω υποχρέωση μπορεί να εκπληρωθεί από τρίτο, ενόλω ή εν μέρει, με αποτέλεσμα την απαλλαγή του πρώτου υπόχρεου.
Προς τούτο, με πράξη της 7ης Σεπτεμβρίου 1978, δημιουργήθηκε ο Stichting Interim Centraal Orgaan Voorraadvorming Aardolieprodukten (οργανισμός — προσωρινό κεντρικό όργανο για τη δημιουργία αποθεμάτων προϊόντων πετρελαίου, στο εξής: ICOVA). Ο οργανισμός αυτός, μέλη του οποίου μπορούν να γίνουν οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, είχε ακριβώς ως έργο την ανάληψη της υποχρεώσεως δημιουργίας αποθεμάτων έναντι καταβολής μιας εισφοράς. Όπως έχω αναφέρει, εφόσον δεν υπήρχε καμιά υποχρέωση για τα εξαγόμενα προϊόντα, είναι προφανές ότι δεν οφειλόταν καμιά εισφορά για τα προϊόντα αυτά.
Είναι προφανές ότι o ICOVA τέθηκε υπό τον έλεγχο του δημοσίου: τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου διορίζονται από την εκτελεστική εξουσία· η πλειοψηφία των μελών του συμβουλίου διορίζεται απευθείας από τους αρμόδιους υπουργούς (τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και τον Υπουργό Οικονομικών), τα δε άλλα μέλη επιλέγονται μεταξύ των υποψηφίων που υποβάλλουν οι ενδιαφερόμενες οικονομικές τάξεις· οι πράξεις του οργανισμού υπόκεινται στην έγκριση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, ο οποίος διαθέτει επίσης εξουσίες προσανατολισμού, εποπτείας και, ενδεχομένως, λήψεως αποφάσεων.
Πρέπει ωστόσο να διευκρινιστεί ότι, μολονότι o ICOVA αντιπροσώπευε — στις προθέσεις του νομοθέτη — το πρώτο βήμα για μια μόνιμη και συγκεντρωτική δομή διαχειρίσεως των αποθεμάτων, η κατάσταση εξακολούθησε επί πολλά έτη να χαρακτηρίζεται από μια σημαντική ρευστότητα.'Αλλοι οργανισμοί προστέθηκαν στον ICOVA αναλαμβάνοντας την υποχρέωση δημιουργίας αποθεμάτων. Ορισμένες επιχειρήσεις δημιούργησαν αποθέματα για δικό τους λογαριασμό. Η υπουργική έγκριση για τη μεταβίβαση της υποχρεώσεως αυτής στον ICOVA χορηγήθηκε αρχικά, και εν μέρει, σε έξι επιχειρήσεις· μόνον αργότερα άλλες δεκαεπτά επιχειρήσεις έλαβαν την έγκριση. Ορισμένα μέλη του ICOVA έθεσαν τέρμα στη σχέση τους με τον οργανισμό αναλαμβάνοντας τη δημιουργία δικών τους αποθεμάτων.
Το ζήτημα της δημιουργίας αποθεμάτων οργανώθηκε κατά νέο και οριστικό τρόπο με την τροποποίηση του νόμου WVA που θεσπίστηκε στις 24 Δεκεμβρίου 1986 και άρχισε να ισχύει από 1ης Ιανουαρίου 1987. Δυνάμει της τροποποιήσεως αυτής, o ICOVA αντικαταστάθηκε από μόνιμο οργανισμό, αποκαλούμενο COVA, επιφορτισμένο με τη διαχείριση με χαμηλότερο κόστος των αποθεμάτων πετρελαίου των Κάτω Χωρών. Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι στο νέο σύστημα η χρηματοδότηση των αποθεμάτων εξασφαλίζεται με εισφορά, που έχει χαρακτήρα φορολογίας υπέρ τρίτων, στην οποία υπόκεινται όλα τα προϊόντα πετρελαίου στα οποία επιβάλλεται ο ειδικός φόρος καταναλώσεως επί των ορυκτελαίων, εισφορά η οποία αποδίδεται σε περίπτωση εξαγωγής του προϊόντος.
3.
Κατόπιν αυτού, θα εξετάσω τη διαφορά που ήχθη ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, θεωρώντας ότι τοποθετείται σε περίοδο προγενέστερη της τροποποιήσεως του 1986.
Στη Διάταξη περί παραπομπής, το Δικαστήριο αναφέρει ότι οι επιχειρήσεις μέλη του ICOVA κατά γενικό κανόνα μετακύλιαν επί της τιμής πωλήσεως στην εγχώρια αγορά την εισφορά που κατέβαλλαν για τη δημιουργία αποθεμάτων. Οι έμποροι, οι οποίοι αγόραζαν από τις επιχειρήσεις αυτές, υπέστησαν αυτή την αύξηση της τιμής, τόσο για τα προϊόντα τα οποία εν συνεχεία μεταπωλούσαν στην εγχώρια αγορά, όσο και για τα επανεξαγόμενα προϊόντα. Στην πράξη, επομένως, κατά την εξαγωγή βρίσκονταν σε μειονεκτική θέση σε σχέση με τις πωλήτριες επιχειρήσεις μέλη του ICOVA: ενώ οι τελευταίες αυτές επιχειρήσεις — όπως ανέφερα ήδη — δεν υπόκεινται σε καμιά επιβάρυνση για τα εξαγόμενα προϊόντα, οι διαμεσολαβητές έμποροι επιβαρύνθηκαν, και για τα προϊόντα αυτά, με την πρόσθετη τιμή που προέκυψε από τη μετακύλιση κατά το προηγούμενο στάδιο της εισφοράς την οποία είχαν καταβάλει ήδη στον ICOVA οι προμηθευτές τους. Κατά το εθνικό δικαστήριο πάντοτε, η ζημία αυτή ήταν τέτοια ώστε να οδηγήσει ορισμένους επιχειρηματίες, όπως τον προσφεύγοντα, να αναστείλουν τις εξαγωγές τους.
Πρέπει να παρατηρηθεί ότι η Διάταξη περί παραπομπής περιορίζεται να αναφέρει τη διαφορετική κατάσταση στην οποία βρίσκονται, όσον αφορά τις εξαγωγές, αφενός τα μέλη του ICOVA και αφετέρου οι αγοράζοντες απ' αυτούς προϊόντα. Ωστόσο, όπως προκύπτει επίσης από τις παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, το φαινόμενο είναι ευρύτερο. Αφορά υπό τους ίδιους όρους οποιονδήποτε Ολλανδό έμπορο ο οποίος αγόρασε προϊόντα πετρελαίου από επιχείρηση, μέλος ή όχι του ICOVA, υποχρεωμένη κατά νόμο να δημιουργήσει αποθέματα και, επομένως, να επιβαρυνθεί με ένα στοιχείο του συμπληρωματικού κόστους το οποίο μετακυλίεται εν συνεχεία, κατά κάποιο μέτρο, επί των τιμών πωλήσεως.
Τελικά, η υπόθεση στην οποία φαίνεται ότι αναφέρεται το εθνικό δικαστήριο είναι εκείνη της άνισης ανταγωνιστικής καταστάσεως που δημιουργείται εντός της ίδιας χώρας μεταξύ δύο κατηγοριών επιχειρηματιών που βρίσκονται σε διαφορετικά επίπεδα εμπορίας. Με τη σειρά της, η ανισότητα αυτή έχει εν συνεχεία επίπτωση επί των δυνατοτήτων εξαγωγής της μιας κατηγορίας σε σχέση με την άλλη.
Το ερώτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο είναι κατά πόσον παρόμοια κατάσταση συνεπάγεται παράβαση του άρθρου 34 και αν μια τέτοια παράβαση εξαφανίζεται στην περίπτωση που έχουν προβλεφθεί μηχανισμοί συμψηφισμού υπέρ της κατηγορίας η οποία θεωρεί ότι τίθεται σε μειονεκτική θέση.
4.
Σχετικώς, πρέπει να υπομνηστεί καταρχάς ότι, μολονότι η οδηγία για την οποία γίνεται λόγος — βασιζόμενη στο άρθρο 103 — προβλέπει την υποχρέωση για τα κράτη να δημιουργήσουν ενεργειακά αποθέματα συγκεκριμένου όγκου, δεν ορίζει τίποτε όσον αφορά τις λεπτομέρειες δημιουργίας, διαχειρίσεως και χρηματοδοτήσεως των αποθεμάτων αυτών για παράδειγμα, τίποτε δεν εμποδίζει ένα κράτος να αναθέσει τη δημιουργία αποθεμάτων σε δημόσιο οργανισμό, επιδοτώντας τη σχετική επιβάρυνση με επιχορήγηση λαμβανόμενη από τον γενικό προϋπολογισμό (κατάσταση η οποία — όπως προκύπτει από τα έγγραφα που προσκόμισε η Επιτροπή αιτήσει του Δικαστηρίου — παρατηρείται άλλωστε στη Γερμανία και στην Ιταλία για ένα τμήμα τουλάχιστον του εθνικού αποθέματος). Εν συνεχεία, πρέπει ειδικότερα να παρατηρηθεί ότι η οδηγία δεν περιλαμβάνει καμιά διάταξη σχετική με τον τρόπο με τον οποίο το ενδεχόμενο κόστος δημιουργίας αποθεμάτων, το οποίο επιβαρύνει συγκεκριμένες κατηγορίες επιχειρήσεων, πρέπει ή μπορεί να μετακυλίεται επί των τιμών πωλήσεως στην εγχώρια αγορά ή επί των τιμών εξαγωγής.
Ασφαλώς, ακόμη και σ' αυτό το πλαίσιο ευρείας διακριτικής εξουσίας, η διάταξη του άρθρου 34 της Συνθήκης επιβάλλεται στα κράτη. Ωστόσο, η διάταξη, όπως ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο, αφορά μόνον τα « εθνικά μέτρα που έχουν ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα να περιορίσουν ειδικώς τα ρεύματα των εξαγωγών και να δημιουργήσουν με αυτό τον τρόπο διαφορά μεταχειρίσεως μεταξύ του εσωτερικού εμπορίου κράτους μέλους και του εξαγωγικού του εμπορίου, έτσι ώστε να διασφαλίζουν ιδιαίτερο πλεονέκτημα στην εθνική παραγωγή ή στην εσωτερική αγορά του ενδιαφερόμενου κράτους » ( 2 ).
5.
Δεν νομίζω όμως ότι η ολλανδική κανονιστική ρύθμιση μπορεί να θεωρηθεί ως αντίθετη προς την αρχή αυτή. Όπως συμβαίνει στα περισσότερα από τα άλλα κράτη μέλη, στις Κάτω Χώρες επίσης η κανονιστική ρύθμιση επιβάλλει σε συγκεκριμένη κατηγορία πετρελαϊκών επιχειρήσεων την υποχρέωση να έχουν αποθέματα, ανάλογα με τις ποσότητες που πωλούν στην εγχώρια αγορά. Η διαχείριση των αποθεμάτων αυτών, στις Κάτω Χώρες όπως και αλλού, συνεπάγεται προφανώς επιβάρυνση η οποία, όπως ορθώς παρατήρησε η Επιτροπή, περιλαμβάνεται στο συνολικό κόστος των επιχειρήσεων. Ασφαλώς, η κατάσταση στις Κάτω Χώρες, όπως και εκείνη ορισμένων άλλων κρατών μελών, χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι οι υπόχρεες επιχειρήσεις έχουν την ευχέρεια να μεταβιβάσουν την υποχρέωση σε οργανισμό ελεγχόμενο από το κράτος. Στην περίπτωση αυτή, η διαχείριση των αποθεμάτων χρηματοδοτείται από την καταβολή εισφοράς (η οποία υπολογίζεται βάσει σταθερού ποσοστού επί των πωλήσεων που πραγματοποιούνται στην εσωτερική αγορά ). Πάντως, η εισφορά αυτή εμφανίζεται πάντοτε ως στοιχείο του κόστους των επιχειρήσεων. Κατά συνέπεια, ανεξάρτητα από το επιλεγέν σύστημα — μέλος του ICOVA, ίδια διαχείριση αποθεμάτων ή ανάληψη της υποχρεώσεως από τρίτο πλην του ICOVA — δεν υπάρχει κανένας λόγος να θεωρηθεί ότι η εφαρμογή της οικείας νομοθεσίας συνεπάγεται συγκεκριμένο περιορισμό των εξαγωγικών ρευμάτων. Το κόστος δημιουργίας αποθεμάτων που υφίστανται άμεσα ή έμμεσα οι επιχειρήσεις μετακυλίεται επί των τιμών πωλήσεως στην εσωτερική και εξωτερική αγορά αποκλειστικά βάσει θεωρήσεων εμπορικής φύσεως. Καλύτερα ακόμη, όπως αυτό φαίνεται να προκύπτει από τη Διάταξη περί παραπομπής, κατά το μέτρο που φαίνεται ότι τουλάχιστον οι επιχειρήσεις μέλη του ICOVA τείνουν (χωρίς ωστόσο να υποχρεούνται προς τούτο από καμιά διάταξη ) να μεταφέρουν το κόστος δημιουργίας αποθεμάτων αποκλειστικά ή κυρίως στις εσωτερικές πωλήσεις, τις μόνες που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του ύψους των αποθεμάτων, θα πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το κόστος για τη δημιουργία αποθεμάτων στην πραγματικότητα επιβαρύνει περισσότερο τις πωλήσεις αυτές παρά τις εξαγωγές. Επομένως, δεν δικαιολογείται ο φόβος ότι δημιουργείται στο επίπεδο αυτό σημαντική στρέβλωση των εμπορικών ροών κατά την έννοια του άρθρου 34 της Συνθήκης.
6.
Όσον αφορά τη συγκεκριμένη κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι έμποροι οι οποίοι αγόρασαν προϊόντα πετρελαίου από επιχειρήσεις οι οποίες υπέχουν υποχρέωση να έχουν αποθέματα, η κατάσταση που περιγράφει το εθνικό δικαστήριο σχετικά με την ολλανδική αγορά φαίνεται καθόλα ανάλογη με εκείνη που υπάρχει στα άλλα κράτη μέλη. Οι έμποροι αυτοί, όπως παρατηρεί η Επιτροπή, κανονικά θεωρούν ότι στην τιμή αγοράς περιλαμβάνεται το μέρος του κόστους για τη δημιουργία αποθεμάτων που οι πωλητές όφειλαν να καταβάλουν και ότι, κατά το μέτρο που επιτρέπουν οι συνθήκες της αγοράς, επεδίωξαν εν συνεχεία να μετακυλίσουν στο μεταγενέστερο στάδιο.
Πρόκειται πάντως για φαινόμενο το οποίο ανταποκρίνεται σε μια προφανή οικονομική λογική· η επίπτωση που έχει επί των τιμών πωλήσεως η οικονομική επιβάρυνση δεν διαφέρει από την επίπτωση άλλων επιβαρύνσεων οι οποίες απορρέουν επίσης από νομικές διατάξεις όπως, για παράδειγμα, οι επιβαρύνσεις κοινωνικής ασφαλίσεως ή εκείνες που προκύπτουν από την τήρηση κανονιστικών ρυθμίσεων που αφορούν (την προστασία) του περιβάλλοντος. Αυτό όμως που προέχει περισσότερο είναι το ότι η επίπτωση αυτή είναι εντελώς ανεξάρτητη από τον μεταγενέστερο προορισμό των προϊόντων. Με άλλα λόγια, ανεξάρτητα από την τιμή αγοράς που καταβάλλουν οι έμποροι, η κατάσταση τους παραμένει η ίδια είτε αυτοί αποφασίζουν να μεταπωλήσουν στην εσωτερική αγορά είτε αποφασίζουν να προβούν σε εξαγωγές. Κατά συνέπεια, για μια ακόμη φορά θεωρώ ότι δεν είναι δυνατό, έστω και έμμεσα, να διαπιστωθεί συγκεκριμένα ότι θίγονται οι εξαγωγές.
7.
Όσον αφορά τις εξαγωγές, ασφαλώς οι έμποροι βρίσκονται σε διαφορετική κατάσταση από εκείνη των προμηθευτών τους, ιδίως αν οι τελευταίοι προσπαθούν να μετακυ-λίσουν τις επιβαρύνσεις για τη δημιουργία αποθεμάτων κυρίως στις εσωτερικές πωλήσεις ( οι οποίες άλλωστε είνα εκείνες που καθορίζουν το ύψος των επιβαρύνσεων ). Αυτή όμως η διαφορετική κατάσταση εξαρτάται όχι από το κανονιστικό πλαίσιο που θέσπισε ο ολλανδός νομοθέτης, αλλά από τις ελεύθερες επιλογές των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων επιπλέον, φαίνεται ότι αυτό είναι κανονική συνέπεια του γεγονότος ότι οι εν λόγω επιχειρηματίες κατέχουν διαφορετικά επίπεδα στο δίκτυο εμπορίας. Σχετική επιβεβαίωση μπορεί να αντληθεί από το γεγονός ότι η κατάσταση που περιγράφει το παραπέμπον δικαστήριο, όπως ανέφερα, είναι καθόλα ανάλογη με εκείνη που δημιουργήθηκε σε άλλα κράτη μέλη όπου οι επιχειρηματίες στο μεταγενέστερο στάδιο εμπορίας υφίστανται επίσης αύξηση της τιμής λόγω των επιβαρύνσεων για τη δημιουργία ενεργειακών αποθεμάτων που βαρύνουν τους προμηθευτές τους, χωρίς να διαθέτουν καμιά δυνατότητα συμψηφισμού σε περίπτωση επανεξαγωγής των προϊόντων.
Προφανώς, αυτό δεν σημαίνει ότι παρόμοιος συμψηφισμός δεν μπορεί να προβλεφθεί. Αυτό συνέβη στις Κάτω Χώρες με τη μεταρρύθμιση που τέθηκε σε ισχύ το 1987. Πάντως, το νέο σύστημα μεταβάλλει ριζικά το προηγούμενο, καθόσον προβλέπει συγκεντρωτική διαχείριση των εθνικών αποθεμάτων και καθόσον προβαίνει στη χρηματοδότηση μέσω οιονεί φορολογικής εισφοράς η οποία προστίθεται στον ειδικό φόρο καταναλώσεως που πλήττει ήδη τα προϊόντα πετρελαίου και η οποία αποδίδεται σε περίπτωση εξαγωγής των προϊόντων αυτών, από οποιονδήποτε και αν πραγματοποιείται η εξαγωγή. Επομένως, το σύστημα ρυθμίζει ειδικά τη μετακύλιση της επιβαρύνσεως για τη δημιουργία αποθεμάτων και εξασφαλίζει συγχρόνως την πλήρη « ουδετερότητα » της ίδιας της επιβαρύνσεως όσον αφορά τις εξαγωγές.
Με το νέο σύστημα ο νομοθέτης επεδίωξε αναμφισβήτητα να προστατέψει την εμπορική θέση των εξαγωγέων και ιδίως των επιχειρηματιών οι οποίοι βρίσκονται σε μεταγενέστερο στάδιο της παραγωγικής διαδικασίας. Ωστόσο, πρόκειται για μέτρο το οποίο θεσπίστηκε μόνο στις Κάτω Χώρες και είναι πλήρως κατανοητό αν ληφθεί υπόψη ο « εξαγωγικός προσανατολισμός» της πετρελαϊκής βιομηχανίας της χώρας αυτής. Με άλλα λόγια, πρόκειται για παρέμβαση προοριζόμενη να ευνοήσει τις εξαγωγές σε όλα τα επίπεδα. Πάντως, δεν μπορεί να συναχθεί απ' αυτό ότι, ελλείψει παρόμοιου μηχανισμού, βρισκόμαστε ενώπιον καταστάσεως ασυμβίβαστης προς το άρθρο 34 της Συνθήκης. Πράγματι, από τη διάταξη αυτή προκύπτει όχι υποχρέωση εξασφαλίσεως σε κάθε επιχειρηματία άριστων εξαγωγικών ευκαιριών και ακόμη λιγότερο πανομοιότυπων ευκαιριών με εκείνες του επιχειρηματία ο οποίος εργάζεται σε διαφορετικό επίπεδο εμπορίας, αλλά αποκλειστικά η υποχρέωση να αποφεύγεται κατάσταση όπου οι εξαγωγές, στο σύνολο τους, να βρίσκονται ειδικά σε μειονεκτική θέση σε σχέση με την εσωτερική αγορά.
Συνοπτικά, νομίζω ότι προς εκτέλεση της οδηγίας, και λαμβάνοντας υπόψη τα σημαντικά περιθώρια διακριτικής εξουσίας που προβλέπει, τα κράτη μέλη υποχρεούνται αποκλειστικά, δυνάμει του άρθρου 34, να μη θεσπίζουν σύστημα δημιουργίας αποθεμάτων πετρελαίου κατά το οποίο οι σχετικές επιβαρύνσεις πλήττουν κυρίως τις εξαγωγές, επιβάλλοντας σ' αυτές διακριτική μεταχείριση. Αντίθετα, το άρθρο 34 δεν επιβάλλει ρύθμιση κατά την οποία οι εξαγωγές απαλλάσσονται από οποιαδήποτε επιβάρυνση συναφή με τη δημιουργία αποθεμάτων: παρόμοια ρύθμιση, όπως εκείνη που ισχύει στις Κάτω Χώρες από το 1987, έστω και αν εμπνέεται από την προφανή πρόφαση προωθήσεως των εξαγωγών, δεν είναι ωστόσο νομικώς αναγκαία. Επομένως, δεν θεωρώ ότι η διαφορετική κανονιστική ρύθμιση, η οποία ίσχυσε στις Κάτω Χώρες πριν από την ημερομηνία αυτή, πρέπει να θεωρηθεί ως αντίθετη προς την προαναφερθείσα διάταξη της Συνθήκης.
8.
Τέλος, μια τελευταία παρατήρηση. Η Επιτροπή, ιδίως με τις γραπτές της παρατηρήσεις, διερωτήθηκε αν η επίδικη εθνική κανονιστική ρύθμιση ( δηλαδή αυτή που ίσχυε πριν από την τροποποίηση του 1986 ) δεν μπορούσε ενδεχομένως να αναλυθεί από τη σκοπιά του άρθρου 95 της Συνθήκης.
Οφείλω πάντως να παρατηρήσω ότι η άποψη αυτή, η οποία άλλωστε δεν αναφέρθηκε από το εθνικό δικαστήριο, δεν φαίνεται να ασκεί επιρροή για την εκτίμηση της προκειμένης περιπτώσεως. 'Οπως παρατήρησαν οι άλλοι διάδικοι, κατά την περίοδο στην οποία αναφέρονται τα περιστατικά, η εθνική νομοθεσία περιορίστηκε να θεσπίσει υποχρέωση δημιουργίας αποθεμάτων βαρύνουσα τις επιχειρήσεις οι οποίες διαθέτουν στην αγορά τα προϊόντα πετρελαίου. Ανεξαρτήτως του αν η δημιουργία αποθεμάτων γινόταν από κάθε επιχείρηση προς ίδιο λογαριασμό ή αν η υποχρέωση αναλαμβανόταν από τρίτο (ενδεχομένως τον ICO VA ), το κόστος της δεν είχε ούτε τα οργανικά χαρακτηριστικά ούτε τη λειτουργία μιας φορολογικής εισφοράς. Επομένως, δεν νομίζω ότι το άρθρο 95 έχει εφαρμογή.
9.
Ως συμπέρασμα, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στο παραπέμπον δικαστήριο:
« Το άρθρο 34 της Συνθήκης δεν εμποδίζει την εφαρμογή της ολλανδικής νομοθεσίας που ίσχυσε έως την 1η Ιανουαρίου 1987, με την οποία τέθηκε σε εφαρμογή η οδηγία 68/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
( 1 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 12/001, σ. 39.
( 2 ) Βλέπε απόφκση της 7ης Φεβρουαρίου 1984, Jongeneel Kass ( 237/82, Συλλογή 1984, σ. 483 ).
Full & Egal Universal Law Academy