ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
WALTER VAN GERVEN
της 8ης Ιουλίου 1992 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Οι παρούσες υποθέσεις αφορούν και πάλι το κατά πόσο συμβιβάζεται η απαγόρευση λειτουργίας καταστήματος την Κυριακή στην Αγγλία και στην Ουαλλία (στο εξής: απαγόρευση λειτουργίας καταστημάτων την Κυριακή ή βρετανική ρύθμιση για την Κυριακή) με τους κανόνες της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Πρόκειται για τρεις βασικές διαδικασίες, που εκκρεμούν ενώπιον των αγγλικών δικαστηρίων κατά προσώπων που κατηγορούνται ότι παρέβησαν την απαγόρευση λειτουργίας των καταστημάτων την Κυριακή.
Το Δικαστήριο αντιμετώπισε για πρώτη φορά το πρόβλημα αυτό με την απόφαση Β & Q ( 1 ). Οι αποφάσεις του Conforama ( 2 ) και Marchandise ( 3 ), που αφορούσαν αντιστοίχως μία γαλλική και μία βελγική εργασιακή ρύθμιση, που απαγόρευαν την απασχόληση μισθωτών την Κυριακή και την Κυριακή μετά τις 12 το μεσημέρι αντιστοίχως, προσεγγίζουν επίσης την προβληματική της παρούσης υποθέσεως.
Το κανονιστικό και πραγματικό πλαίσιο
2.
Ως γνωστόν, το άρθρο 47 του Shops Act 1950 (στο εξής: Shops Act) περιέχει την ακόλουθη απαγορευτική διάταξη:
«Τα καταστήματα παραμένουν κλειστά για την εξυπηρέτηση του κοινού τις Κυριακές, εκτός αν ορίζεται άλλως στο παρόν τμήμα του νόμου αυτού. Τα καταστήματα μπορούν πάντως να παραμένουν ανοικτά για το κοινό τις Κυριακές για τις συναλλαγές που αναφέρονται στο παράρτημα V του παρόντος νόμου.»
Το παράρτημα V του Shops Act περιέχει κατάλογο των ειδών για την πώληση των οποίων μπορούν τα καταστήματα να ανοίξουν την Κυριακή. Έτσι τα καταστήματα μπορούν να πωλούν την Κυριακή, μεταξύ άλλων, οινοπνευματώδη ποτά, καπνό και είδη καπνιστών, εφημερίδες, ορισμένα τρόφιμα και άλλα προϊόντα τρέχουσας κατανάλωσης.
Οι παραβάσεις της απαγορευτικής αυτής διάταξης τιμωρούνται δυνάμει του άρθρου 59 του Shops Act:
«Σε περίπτωση παραβάσεως κάποιας από τις παραπάνω διατάξεις του παρόντος τμήματος του νόμου, ο έμπορος λιανικής πωλήσεως τιμωρείται με πρόστιμο που δεν υπερβαίνει το επίπεδο 4 της κλίμακας των προστίμων.»
Το πρόστιμο ανέρχεται επομένως σε 1 000 λίρες στερλίνες κατ' ανώτατο όριο για κάθε παράβαση. Η απαγόρευση λειτουργίας των καταστημάτων την Κυριακή δεν εφαρμόζεται στη Σκωτία.
3.
Όπως είναι επίσης γνωστό, η απαγόρευση λειτουργίας των καταστημάτων την Κυριακή, όπως επιβάλλεται με τον Shops Act, αποτελεί εριζόμενο ζήτημα στη Μεγάλη Βρετανία. Όπως παρατήρησε το House of Lords με τη διάταξη του περί παραπομπής στην υπόθεση C-169/91, οξύνει τα πάθη. Η βρετανική κοινή γνώμη είναι διχασμένη: το ένα τρίτο του πληθυσμού επιθυμεί τη διατήρηση του νόμου και τα δύο τρίτα επιθυμούν την κατάργηση ή την τροποποίηση του, αν και δεν υπάρχει συμφωνία ως προς τη μορφή που θα έπρεπε να λάβει μία τέτοια τροποποίηση. Από το 1936, η βρετανική ρύθμιση για την Κυριακή επιβίωσε πολλών προσπαθειών καταργήσεως ή τροποποιήσεως με προτάσεις νόμων, και σε μία μάλιστα περίπτωση με σχέδιο νόμου. Πρέπει ακόμη να προστεθεί ότι, ήδη από αρκετό καιρό, ο νόμος παραβιάζεται ευρύτατα και οι παραβάσεις δεν διώκονται συστηματικά.
Η απόφαση Β & Q φαίνεται ότι οδήγησε τα εθνικά δικαστήριο σε διιστάμενες ερμηνείες. Έτσι υπήρξαν, τόσο στη Μεγάλη Βρετανία (όσον αφορά την απαγόρευση λειτουργίας των καταστημάτων την Κυριακή) όσο και στη Γαλλία (όοσν αφορά τη ρύθμιση για την οποία επρόκειτο στην υπόθεση Conforama), σε ορισμένες περιπτώσεις απαλλαγές και σε άλλες καταδίκες. Εξακολούθησε έτσι να υφίσταται μετά τις αποφάσεις Marchandise και Conforama μεγάλη αβεβαιότητα, τουλάχιστον στη Μεγάλη Βρετανία, ως προς το κατά πόσο ο Shops Act συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο. Για τον λόγο αυτό πρόσφατα το High Court of Justice ανέστειλε τις ποινικές διώξεις που κίνησαν τοπικές αρχές για παραβάσεις του Shops Act λόγω του ότι, για την εκδίκαση των υποθέσεων αυτών, έπρεπε πρώτα να διευκρινιστεί η κατάσταση από πλευράς κοινοτικού δικαίου. Για τους ίδιους λόγους η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ζήτησε επίμονα από το Δικαστήριο να δώσει προτεραιότητα στην υπόθεση C-169/91.
4.
Η παλαιότερη από τις τρεις υποθέσεις, δηλαδή η υπόθεση C-306/88, αφορά διαδικασία που κίνησε το Rochdale Borough Council (στο εξής: Rochdale Council) κατά του Stewart John Anders. O Anders διώκεται διότι άνοιξε το ευρισκόμενο στο Dale Mill κατάστημά του την Κυριακή για συναλλαγές διαφορετικές από αυτές που απαριθμούνται στο παράρτημα V του Shops Act. To Rochdale Council ζητεί από το High Court of Justice, Queen's Bench Division (στο εξής: High Court), να απαγορεύσει στον Anders, στο προσωπικό του ή τους εκπροσώπους του να ανοίγουν το κατάστημά του την Κυριακή, αν δεν πρόκειται για τις συναλλαγές που αναφέρονται στο παράρτημα V του Shops Act. Ο Anders δέχεται ότι παρέβη την απαγόρευση λειτουργίας των καταστημάτων την Κυριακή, αντιτάσσει όμως ότι η απαγόρευση αυτή είναι αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο, δεδομένου ότι αποτελεί μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος, απαγορευό-μενο από το άρθρο 30 της Συνθήκης και μη καλυπτόμενο από τους δικαιολογητικούς λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 36 ή από οποιονδήποτε άλλο δικαιολογητικό λόγο.
To High Court υπέβαλε στο Δικαστήριο, με αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, τέσσερα ερωτήματα σχετικά με την προβληματική αυτή. Αφού έλαβε γνώση των αποφάσεων Β & Q, Conforama και Marchandise, ενέμεινε μόνο στο τέταρτο ερώτημα ( 4 ). Το ερώτημα αυτό έχει ως εξής:
«Αν η απαγόρευση στην οποία αναφέρεται το ερώτημα 1 (δηλαδή η απαγόευση λειτουργίας των καταστημάτων την Κυριακή) αντιβαίνει στο άρθρο 30 και δεν δικαιολογείται βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΟΚ, είναι γενικώς αδύνατο να αντιταχθεί αυτή στους εμπόρους εντός κράτους μέλους, ή είναι αδύνατο να εφαρμοστεί μόνο στο μέτρο που απαγορεύει συναλλαγές που αφορούν προϊόντα παραγόμενα σε άλλα κράτη μέλη ή εισαγόμενα από τα κράτη αυτά;»
5.
Στην υπόθεση C-304/90, το Reading Borough Council (στο εξής: Reading Council) υπέβαλε είκοσι μηνύσεις κατά των πέντε κατηγορουμένων στην κυρία δίκη [(Payless DIY Ltd, Wickes Building Supplies Ltd, Great Mills (South) Ltd., Homebase Ltd, αφενός, και Β & Q plc, αφετέρου — στο εξής αντιστοίχως Payless DIY και Β & Q) ( 5 ), πάθε μία από τις οποίες κατηγορείται ότι άνοιξε το κατάστημά της Κυριακή για συναλλαγές διαφορετικές από αυτές που αναφέρονται στο παράρτημα V του Shops Act. Αν και δεν διαφωνούν ως προς το γεγονός ότι η απαγόρευση λειτουργίας των καταστημάτων την Κυριακή αποτελεί μέτρο ιδοσυνάμου αποτελέσματος, οι διάδικοι διαφωνούν ως προς τον δικαιολογημένο χαρακτήρα της απαγορεύσεως αυτής. To Reading and Sonning Magistrates Court (στο εξής: Magistrates Court) υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα, που αφορούν σε μεγάλο βαθμό το περιεχόμενο της αποφάσεως Β & Q:
«1)
Όταν η νομοθεσία ενός κράτους μέλους απαγορεύει στα καταστήματα λιανικής πωλήσεως να παραμένουν ανοιχτά τις Κυριακές για την εξυπηρέτηση πελατών με σκοπό να εξασφαλιστεί κατά το μέτρο του δυνατού ότι οι υπάλληλοι των καταστημάτων δεν θα υποχρεώνονται να εργάζονται τις Κυριακές, ώστε να διατηρηθεί αυτό που πολλοί θεωρούν ως παραδοσιακή αγγλική Κυριακή, δικαιολογείται ο σκοπός αυτός κατά το κοινοτικό δίκαιο και συγκεκριμένα κατά την έννοια των σκέψεων 12 έως 14 της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 23ης Νοεμβρίου 1989 Β & Q (C-145/88);
2)
Όταν το εθνικό δικαστήριο εφαρμόζει στην εν λόγω νομοθεσία την προϋπόθεση που διατύπωσε το Δικαστήριο στη σκέψη 15 της αποφάσεως Β & Q (την προϋπόθεση της αναλογικότητας),
α)
οφείλει να εφαρμόσει τις προϋποθέσεις του άρθρου 3 της οδηγίας 70/50;
β)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, πρέπει το εθνικό μέτρο να πληροί κάθε μία από τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στις περιπτώσεις της δευτέρας παραγράφου του άρθρου 3;
γ)
Οφείλει το εθνικό δικαστήριο να εξετάζει τα πραγματικά περιστατικά (όπως αποδεικνύονται) και να καταλήξει στη δική του πεποίθηση όσον αφορά την εφαρμογή των εν λόγω προϋποθέσεων ή το καθήκον του εθνικού δικαστηρίου περιορίζεται στο να κρίνει αν ο νομοθέτης, υπό κανονικές συνθήκες, μπορούσε να θεσπίσει το υπό κρίση νομοθετικό μέτρο λαμβάνοντας υπόψη τις εν λόγω προϋποθέσεις;
δ)
Όταν το εθνικό δικαστήριο εκτιμά τα περιοριστικά αποτελέσματα της εθνικής νομοθεσίας επί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων καθώς και όταν συγκρίνει τα περιοριστικά επί του εμπορίου αποτελέσματα (αν υπάρχουν) των διαφόρων μέσων που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την επίτευξη του σκοπού του νόμου, πρέπει να λαμβάνει υπόψη μόνο τον βαθμό κατά τον οποίο τα αποτελέσματα επί των εισαγομένων προϊόντων υπερβαίνουν τα αποτελέσματα επί των εγχωρίων ή μπορεί να λάβει υπόψη όλα τα περιοριστικά αποτελέσματα επί του ενδοκοινοτικού εμπορίου;
ε)
Πρέπει τα περιοριστικά επί του εμπορίου αποτελέσματα να εξεταστούν σε σχέση με το συνολικό αποτέλεσμα επί του ενδοκοινοτικού εμπορίου αγαθών και/ή υπηρεσιών ή το αποτέλεσμα στους τομείς εντός των οποίων κινείται η συγκεκριμένη επιχείρηση ή το αποτέλεσμα επί της επιχειρήσεως αυτής;
στ)
Πώς πρέπει να σταθμίσει το εθνικό δικαστήριο τα περιοριστικά αποτελέσματα της εθνικής νομοθεσίας επί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων με τον σκοπό της νομοθεσίας αυτής;
3)
Έχει το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΟΚ εφαρμογή σε μία εθνική διάταξη όπως η υπό κρίση και, σε περίπτωση καταφατικής απαιτήσεως, σε τι συνίσταται η εφαρμογή αυτή;
4)
Επηρεάζεται η οποιαδήποτε απάντηση σε κάποιο από τα ανωτέρω ερωτήματα από το γεγονός ότι υπάρχουν εξαιρέσεις στην εκ του νόμου απαγόρευση της εμπορίας κατά τις Κυριακές;»
6.
Στην πιο πρόσφατη υπόθεση, δηλαδή στην υπόθεση C-169/91, το Hause of Lords υποβάλλει ορισμένα ερωτήματα με σκοπό να διευκρινιστεί η σχέση των αποφάσεων Conforama και Marchandise με την απόφαση Β & Q. Όπως ακριβώς και στην απόφαση Β & Q και τώρα στην υπόθεση C-304/90, κατηγορούμενος της κυρίας δίκης είναι και πάλι η Β & Q που είναι μία από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις καταστημάτων ειδών μαστορέματος και κέντρων κηπουρικής στο Ηνωμένο Βασίλειο. Τα περισσότερα από τα είδη κηπουρικής και μαστορέματος που πωλούνται στα καταστήματά της δεν αναφέρονται στο παράρτημα V του Shops Act. Έπειτα από την απόφαση Β & Q, το Council Stoke-on-Trent και το Council Norwich (στο εξής: Councils Stoke-on-Trent και Norwich) άσκησαν διώξεις κατά της Β & Q με σκοπό να κριθεί οριστικά ότι αυτή πρέπει να σέβεται την απαγόρευση λειτουργίας των καταστημάτων την Κυριακή. To High Court, στις 18 Ιουλίου 1990, έκρινε ότι ήταν δυνατό να εκδοθεί τέτοια απόφαση, δεν την εξέδωσε όμως διότι η Β & Q παρέσχε επαρκείς εγγυήσεις. Η Β & Q άσκησε έφεση ενώπιον του Hause of Lords βάσει ενός νομικού ζητήματος γενικού ενδιαφέροντος, σχετικά με το ρόλο του εθνικού δικαστή στην εκτίμηση της απαγορεύσεως λειτουργίας των καταστημάτων την Κυριακή, υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας.
Σύμφωνα με το Hause of Lords, οι διάδικοι της κυρίας δίκης φαίνεται ότι διαφωνούν ιδίως ως προς δύο συγκεκριμένα σημεία: ως προς την ερμηνεία και τα αποτελέσματα της αποφάσεως Β & Q, ιδίως όσον αφορά τον ρόλο του εθνικού δικαστή στον καθορισμό των «αποτελεσμάτων που προσιδιάζουν σε εμπορικές ρυθμίσεις», και ως προς την εφαρμογή των αποφάσεων Conforama και Marchandise επί της βρετανικής νομοθεσίας.
Το Hause of Lords υπέβαλε τα ακόλουθα τρία ερωτήματα στο Δικαστήιρο:
«1)
Προκύπτει από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις υποθέσεις C-312/89, Conforama, και C-332/89, Marchandise, ότι η απαγόρευση του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν εφαρμόζεται επί εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως όπως η επίδικη στην υπόθεση C-145/88η οποία απαγορεύει στα καταστήματα λιανικής πωλήσεως να λειτουργούν την Κυριακή προκειμένου να πωλούν στους πελάτες τους ορισμένα προϊόντα;
2)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο προηηγούμενο ερώτημα, είναι ωστόσο πρόδηλον, ασχέτως του αν προσκομιστούν ή όχι αποδεικτικά στοιχεία, ότι τα περιοριστικά αποτελέσματα επί των ενδοκοινοτικών συναλλαγών που μπορεί ενδεχομένως να απορρέουν από εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως αυτή που αποτελεί το αντικείμενο του ανωτέρω ερωτήματος 1, δεν υπερακοντίζουν “τα αποτελέσματα που προσιδιάζουν σε ρυθμίσεις αυτού του είδους”, υπό την έννοια που δίδεται στη φράση αυτή με την απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην υπόθεση C-145/88;
3)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, βάσει ποιων κριτηρίων και ποιων ενδεχομένως αποδεικτικών, πραγματικών ή άλλων στοιχείων, πρέπει το εθνικό δικαστήριο να επιλύσει το πρόβλημα αν τα περιοριστικά αποτελέσματα επί των ενδοκοινοτικών συναλλαγών που μπορεί ενδεχομένως να απορρέουν από την εθνική ρύθμιση όπως διαλαμβάνεται στο ανωτέρω ερώτημα 1 υπερακοντίζουν “τα αποτελέσματα που προσιδιάζουν σε ρυθμίσεις αυτού του είδους”, υπό την έννοια που η φράση αυτή χρησιμοποιείται στην απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην υπόθεση C-145/88;»
7.
Στις προτάσεις μου θα ομαδοποιήσω τα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο ως εξής: καταρχάς, θα εξετάσω το πρώτο ερώτημα του House of Lords, που αφορά τη σημασία των αποφάσεων Conformila και Marchandise για τη βρετανική ρύθμιση για την Κυριακή. Προς τούτο θα εξετάσω πρώτα τις διαφορές μεταξύ της αποφάσεως Β & Q και των αποφάσεων Conforama και Marchandise και στη συνέχεια θα εντάξω αυτές τις τρεις αποφάσεις στο πλαίσιο της πρόσφατης νομολογίας του Δικαστηρίου σχετικά με την εφαρμογή της αρχής του άρθρου 30 (σημεία 8 έως 17). Πριν εξετάσω τα ερωτήματα που αφορούν την εκτίμηση των δικαιολογητικών λόγων και της αναλογικότητας, θα ερευνήσω πρώτα σε ποιον εναπόκειται η εκτίμηση αυτή, στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή στο εθνικό δικαστήριο (σημεία 18 έως 20). Στη συνέχεια θα εξετάσω το πρώτο ερώτημα του Magistrates Court που αφορά τη δικαιολόγηση της απαγορεύσεως της λειτουργίας των καταστημάτων την Κυριακή υπό το πρίσμα του κοινοτικού δικαίου (σημεία 21 έως 26). Κατόπιν, θα ασχοληθώ με το κριτήριο της αναλογικότητας, εξετάζοντας το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα του House of Lords και τα πολυάριθμα υποερωτήματα που περιέχονται στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα του Magistrates Court (σημεία 26 έως 32). Τέλος, στο μέτρο που είναι αναγκαίο, θα εξετάσω τα υπόλοιπα ερωτήματα του Magistrates Court καθώς και το μοναδικό ερώτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήιο στην υπόθεση C-306/88 (σημεία 33 και 34).
Η σύγκριση μεταξύ των αποφάσεων Τοrfaen, Conforama και Marchandise
8.
Τόσο η Payless DIY (στην υπόθεση C-304/90) όσο και η Β & Q (στην υπόθεση C169/91) υποστηρίζουν ότι πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των γαλλικών και βελγικών εργασιακών ρυθμίσεων, τις οποίες αφορούν αντίστοιχα η υπόθεση Conforama και Marchandise, και της βρετανικής ρυθμίσεως για την Κυριακή, την οποία αφορά η υπόθεση Β & Q (καθώς και οι παρούσες υποθέσεις).
Σύμφωνα με την Payless DIY και την Β & Q, οι πρώτες ρυθμίσεις έχουν εντελώς γενικό περιεχόμενο, διότι αφορούν την προστασία των εργαζομένων, οπότε ο γενικός κανόνας είναι ότι οι μισθωτοί δεν μπορούν να εργάζονται την Κυριακή. Αντίθετα, στην Αγγλία και στην Ουαλλία, ο πληθυσμός είναι ελεύθερος να εργασθεί ή να μην εργασθεί την Κυριακή, εκτός από το προσωπικό των καταστημάτων λιανικής πωλήσεως. Ενώ οι νομοθεσίες της Γαλλίας και του Βελγίου απαγορεύουν την απασχόληση των μισθωτών σε καταστήματα την Κυριακή, δεν επηρεάζουν, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες επιχειρήσεις, τα καταστήματα λιανικής πωλήσεως, τα οποία εκμεταλλεύονται οι ιδιοκτήτες τους: τα καταστήματα αυτά μπορούν να παραμένουν ανοικτά όλη την ήμερα της Κυριακής στη Γαλλία και στο Βέλγιο. Είναι αλήθεια ότι και οι ρυθμίσεις της Γαλλίας και του Βελγίου προβλέπουν αποκλίσεις, οι αποκλίσεις όμως αυτές δεν έχουν σε καμιά περίπτωση, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες επιχειρήσεις, τόσο ασυνάρτητα αποτελέσματα όσο οι αποκλίσεις από τη βρετανική απαγόρευση λειτουργίας των καταστημάτων την Κυριακή. Τέλος, οι νομοθεσίες της Γαλλίας και του Βελγίου εφαρμόζονται σε ολόκληρη την επικράτεια, έστω και αν, στη Γαλλία, οι τοπικές αρχές έχουν περιορισμένη αρμοδιότητα να χορηγούν περιφερειακές αποκλίσεις. Αντίθετα, όπως προαναφέρθηκε, το άρθρο 47 του Shops Act δεν εφαρμόζεται στη Σκωτία.
9.
Όπως παρατήρησα ήδη στις προτάσεις μου επί των υποθέσεων Conforama και Marchandise, οι προαναφερθείσες διαφορές μεταξύ των εν λόγω εθνικών ρυθμίσεων δεν είναι, νομίζω, καθοριστικές για την εφαρμογή του άρθρου 30 της Συνθήκης. Αυτό που έχει σημασία είναι η επίδραση που ασκούν οι δύο ρυθμίσεις στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, η επίδραση δε αυτή παρουσιάζει μεγάλη ομοιότητα ( 6 ). Πράγματι, μια συγκεκριμένη ρύθμιση, που εμπίπτει είτε στο εργατικό είτε στο εμπορικό δίκαιο, συνεπάγεται και στις δύο περιπτώσεις το κλείσιμο πολλών καταστημάτων την Κυριακή στην περιφέρεια όπου εφαρμόζεται η εν λόγω ρύθμιση. Παρά τις διαφορές των εν λόγω ρυθμίσεων ως προς το πεδίο και τον τρόπο εφαρμογής, από το γενικό περιεχόμενό τους προκύπτει ότι οι ρυθμίσεις αυτές έχουν κάποια επίδραση (αναλογικά) τόσο στην πώληση εγχωρίων προϊόντων όσο και στην πώληση εισαγομένων προϊόντων.
Λαμβανομένης υπόψη της σημασίας του στοιχείου αυτού, θέλω να προσθέσω ακόμη τα εξής: Η συγκριτική εξέταση της καταστάσεως που επικρατεί στα άλλα κράτη μέλη οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το κλείσιμο των καταστημάτων την Κυριακή αποτελεί γενική πραγματικότητα στην Κοινότητα ( 7 ). Από την εξέταση αυτή προκύπτουν αναρίθμητες διαφορές ως προς το κατά τόπον και το χρονικό πεδίο εφαρμογής (σε ορισμένα κράτη μέλη τα καταστήματα πρέπει να κλείνουν από το Σάββατο απόγευμα, ενώ σε άλλα μόνο το απόγευμα της Κυριακής), ως προς τον τρόπο εφαρμογής (συμπεριλαμβανομένων των αποκλίσεων από τον κανόνα) και ως προς τη νομική βάση (νομοθετικές διατάξεις εμπορικού ή εργατικού δικαίου, διοικητική απόφαση, συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση επαγγελματικής ενώσεως, ακόμη και έθιμο). Το κλείσιμο των καταστημάτων την Κυριακή εμποδίζει επομένως, σε κάθε κράτος μέλος, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, την πώληση εγχωρίων και εισαγομένων προϊόντων. Είναι, νομίζω, αδύνατον να γίνει διάκριση μεταξύ των εθνικών — και μάλιστα περιφερειακών — ρυθμίσεων ή μεταξύ των εθίμων, που υπάρχουν σχετικά στα κράτη μέλη, για να καθοριστεί αν η μία ή άλλη περίπτωση καλύπτεται από την απαγόρευση του άρθρου 30 της Συνθήκης. Είναι επομένως, νομίζω, απολύτως δικαιολογημένο να προβώ σε μία γενική, ως έναν βαθμό, εκτίμηση των κανόνων και εθίμων αυτών στο πλαίσιο της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
10.
Η Β & Q επιχειρεί επίσης να αποδείξει ότι πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των αποφάσεων αυτών βάσει ορισμένων διαφορών μεταξύ των πραγματικών περιστατικών, στα οποία στηρίχθηκαν οι αποφάσεις αυτές. Υποστηρίζει ότι αν το Δικαστήριο είχε στη διάθεση του, στις υποθέσεις Conforama και Marchandise, τα πραγματικά αποδεικτικά στοιχεία που διέθετε στην υπόθεση Β & Q, ακόμη και αν ληφθούν οι διαφορές μεταξύ των οικείων εθνικών ρυθμίσεων, θα κατέληγε πιθανώς σε διαφορετικό συμπέρασμα.
Στο σημείο αυτό μπορώ να είμαι σύντομος. Στις προτάσεις μου επί των υποθέσεων Conforama και Marchandise, διαπίστωσα ότι η πραγματική κατάσταση στην υπόθεση C-312/89 (Conforama), όπως ρητώς την εξέθεσε το αιτούν δικαστήριο στην υπόθεση αυτή, ήταν ανάλογη προς αυτή της υποθέσεως Β & Q: και στις δυο περιπτώσεις, επρόκειτο για επιχειρήσεις που δρουν σε τομέα δραστηριοτήτων όπου ο κύριος όγκος των σχετικών προϊόντων εισάγεται από άλλα κράτη της Κοινότητας, ένα τμήμα του κύκλου εργασιών επραγματοποιείτο την Κυριακή και η μη λειτουργία την Κυριακή μπορούσε να μειώσει τον κύκλο εργασιών και, κατά συνέπεια, τον όγκο εισαγωγών από άλλα κράτη μέλη ( 8 ). Δεν μου φαίνεται επομένως δικαιολογημένη ούτε η διάκριση μεταξύ των υποθέσεων Β & Q, αφενός, και Conforama και Marchandise, αφετέρου, λόγω διαφοράς των πραγματικών γεγονότων.
Η δυνατότητα εφαρμογής της αρχής του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ και η πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου
11.
Με το πρώτο ερώτημά του, το Hause of Lords ζητεί διευκρινίσεις ως προς τις συνέπειες των αποφάσεων Conforama και Marchandise επί της βρετανικής ρυμίσεως για την Κυριακή. Με τις αποφάσεις αυτές το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι:
«Το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η απαγόρευση που προβλέπει δεν εφαρμόζεται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση που απαγορεύει την απασχόληση των μισθωτών την Κυριακή (μετά τις 12.00 το μεσημέρι).» ( 9 )
Το συμπέρασμα αυτό δημιούργησε σύγχυση στη Μεγάλη Βρετανία, στο μέτρο που διαφέρει από τη διατύπωση που χρησιμοποίησε το Δικαστήριο στην υπόθεση Β & Q. Στην απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι
«το άρθρο 30 της Συνθήκης έχει την έννοια ότι η θεσπιζόμενη με αυτό απαγόρευση δεν αφορά εθνικές διατάξεις οι οποίες απαγορεύουν σε καταστήματα λιανικής πωλήσεως να λειτουργούν την Κυριακή, εφόσον τα περιοριστικά αποτελέσματα που ενδέχεται να συνεπάγονται οι εν λόγω διατάξεις για το κοινοτικό εμπόριο δεν υπερακοντίζουν τα αποτελέσματα που προσιδιάζουν σε ρυθμίσεις τέτοιου είδους» ( 10 ).
Προς τούτο, το Δικαστήριο παρέπεμψε στο εθνικό δικαστήριο:
«Η απάντηση στο ερώτημα αν τα αποτελέσματα συγκεκριμένης εθνικής ρυθμίσεως υπερβαίνουν πράγματι το κατά τα ανωτέρω επιτρεπτό μέτρο εξαρτάται από την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών η οποία υπάγεται στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστή.» ( 11 )
12.
Κατά την άποψη της Β & Q, από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι, όπως ορθά υπογράμμισε το Δικαστήριο στην απόφαση Β & Q, η απαγορευτική διάταξη του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ έχει κατ' αρχήν εφαρμογή: πράγματι η απαγόρευση λειτουργίας των καταστημάτων την Κυριακή, όπως προβλέπεται από τον Shops Act, συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος κατά την έννοια του άρθρου 30. Ορθά στη συνέχεια το Δικαστήριο αναγνώρισε στον εθνικό δικαστή την αρμοδιότητα να εκτιμήσει τον ανάλογο χαρακτήρα της ρυθμίσεως αυτής, τον πραγματικό σκοπό της και την κοινοτική δικαιολόγηση του σκοπού αυτού.
Τα Councils Stoke-on-Trent και Norwich καθώς και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου απαντούν ότι από τις αποφάσεις Conforama και Marchandise προκύπτει ότι η απαγορευτική διάταξη του άρθρου 30 δεν εφαρμόζεται στους κανόνες εθνικού δικαίου οι οποίοι, όπως συμβαίνει στην υπόθεση Β & Q, απαγορεύουν στους εμπόρους λιανικής πωλήσεως να ανοίγουν τα καταστήματά τους την Κυριακή για να πωλούν στους πελάτες τους συγκεκριμένα προϊόντα. Οι αρχές που αναφέρθηκαν πρώτες υποστηρίζουν ότι, για να δοθεί απάντηση στο ζήτημα αυτό, δεν μπορεί να γίνει διάκριση μεταξύ της βρετανικής ρυθμίσεως για την Κυριακή και της ρυθμίσεως για την οποία επρόκειτο στις υποθέσεις Conforama και Marchandise. Κατά συνέπεια, οι αποφάσεις αυτές εφαρμόζονται αυτούσια στη βρετανική ρύθμιση για την Κυριακή. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου θεωρεί μάλιστα ότι, στις τελευταίες αυτές υποθέσεις, το Δικαστήριο εφάρμοσε σιωπηρώς το κριτήριο της αναλογικότητας στη βρετανική ρύθμιση για την Κυριακή, όπως αυτή αποτελούσε το αντικείμενο της υποθέσεως Β & Q.
Ωσαύτως, η Επιτροπή θεωρεί ότι, σύμφωνα με τις αποφάσεις Conforama και Marchandise, η απαγορευτική διάταξη του άρθρου 30 δεν εφαρμόζεται στη βρετανική ρύθμιση για την Κυριακή.
13.
Θεωρώ ότι, όσον αφορά την εφαρμογή της αρχής του άρθρου 30 σε ρύθμιση όπως αυτή της βρετανικής απαγορεύσεως λειτουργίας των καταστημάτων την Κυριακή, δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ των αποφάσεων Conforama και Marchandise, αφενός, και της αποφάσεως Β & Q, αφετέρου. Το γεγονός ότι το Δικαστήριο διατύπωσε διαφορετικά τα διατακτικά των αποφάσεων αυτών οφείλεται αποκλειστικά στο γεγονός ότι στις υποθέσεις που αναφέρθηκαν πρώτες προβαίνει το ίδιο σε εκτίμηση της αναλογικότητας ( 12 ), ενώ στην υπόθεση Β & Q αναθέτει την εκτίμηση αυτή στο εθνικό δικαστήριο. Αν το Δικαστήριο, στις υποθέσεις που αναφέρθηκαν πρώτες, έκρινε ότι οι εργασιακές ρυθμίσεις της Γαλλίας και του Βελγίου δεν εμπίπτουν σε καμιά περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 30, θα μπορούσε να το πει εξ αρχής. Όπως αναφέρθηκε, οι προαναφερθείσες αποφάσεις παρουσιάζουν εντούτοις μία διαφορά ως προς την εφαρμογή του κριτηρίου της αναλογικότητας. Για το ζήτημα αυτό πρέπει να παρασχεθεί στα αιτούντα δικαστήρια σαφές πλαίσιο αναφοράς ως προς τα κριτήρια που πρέπει να χρησιμοποιηθούν και ως προς την αρχή που πρέπει να τα εφαρμόσει. Μόνον έτσι μπορεί να διαφυλαχθεί η συνέπεια της νομολογίας του Δικαστηρίου όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Πράγματι, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι τα εθνικά δικαστήρια καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι μία και μόνη διάταξη, η παράβαση της οποίας επισύρει ποινικές κυρώσεις, είναι σε μία περίπτωση έγκυρη από πλευράς κοινοτικού δικαίου (και επομένως καταδικάζουν τον παραβάτη του νόμου) ενώ σε άλλη περίπτωση είναι άκυρη (και επομένως καταλήγουν γενικώς σε αθώωση).
14.
Από την εξέταση της πρόσφατης νομολογίας του Δικαστηρίου σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων προκύπτουν, κατά την άποψη μου, οι ακόλουθες κατευθυντήριες γραμμές.
Καταρχάς, είναι βέβαιο ότι η ευρεία διατύπωση που χρησιμοποίησε το Δικαστήριο στις αποφάσεις Dassonville και Cassis de Dijon εξακολουθεί να ισχύει πλήρως. Το Δικαστήριο εξακολουθεί να βασίζει την ανάλυση του στον κανόνα ότι «κάθε εμπορική ρύθμιση (...) που είναι ικανή να επηρεάσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο» ( 13 ) πρέπει να θεωρείται ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς, έστω και «αν το εμπόδιο είναι μικρό ή αν υπάρχουν και άλλες δυνατότητες διαθέσεως των εισαγομένων προϊόντων» ( 14 ). Καταρχήν, μόνον ο «rule of reason» της αποφάσεως Cassis de Dijon παραλλάσσει τον κανόνα αυτό: ελλείψει κοινοτικής ρυθμίσεως (σχετικά με την παραγωγή αλλά και την εμπορία των εν λόγω προϊόντων), τα εμπόδια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας που ανακύπτουν από τις διαφορές των εθνικών νομοθεσιών πρέπει να γίνουν δεκτά, εφόσον οι ρυθμίσεις αυτές εφαρμόζονται αδιακρίτως στα εγχώρια και στα εισαγόμενα προϊόντα, αν ο κανόνας αποσκοπεί στην ικανοποίηση επιτακτικών αναγκών που δικαιολογούνται στο κοινοτικό δίκαιο ( 15 ) εξάλλου, οι ρυθμίσεις αυτές πρέπει επίσης να είναι απαραίτητες για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών και ανάλογες προς τους σκοπούς αυτούς, αν δε τα κράτη μέλη μπορούν να επιλέξουν μεταξύ διαφόρων μέσων για την επίτευξη των σκοπών αυτών, πρέπει να επιλέξουν αυτό που έχει τα λιγότερο περιοριστικά αποτελέσματα για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων ( 16 ). Το διατακτικό της αποφάσεως Oosthoek, όπου το Δικαστήριο εφαρμόζει τον κανόνα Cassis de Dijon σε ρύθμιση που αφορά τις μεθόδους εμπορίας ενός προϊόντος (καθώς και στις ρυθμίσεις που αφορούν τη σύνθεση, τα χαρακτηριστικά και την παρουσίαση του ίδιου του προϊόντος), επιβεβαιώθηκε και αυτό επανειλημμένα προσφάτως: το άρθρο 30 αφορά επομένως και τις ρυθμίσεις που μπορούν να περιορίσουν την έκταση του διακρατικού εμπορίου θίγοντας τις δυνατότητες εμπορίας των εισαγομένων προϊόντων, μέσω περιορισμού ή απαγορεύσεως ορισμένων μορφών διαφημίσεως ή μέσω πωλήσεως ή προωθήσεως των πωλήσεων ( 17 ).
15.
Στη συνέχεια, από πρόσφατη νομολογία προκύπτει ότι το Δικαστήριο ερευνά αν η εθνική ρύθμιση επιδιώκει δικαιολογημένο σκοπό από πλευράς κοινοτικού δικαίου, δεί-χοντας κατανόηση προς τις ρυθμίσεις που αποτελούν έκφραση νόμιμης κοινωνικοοικονομικής ή κοινωνικοπολιτιστικής επιλογής, σύμφωνης προς τους σκοπούς γενικού συμφέροντος που επιδιώκονται με τη Συνθήκη. Αυτό προκύπτει μεταξύ άλλων από τις αποφάσεις Oebel και Cinéthèque. Στην πρώτη υπόθεση, η εθνική ρύθμιση αποσκοπούσε στη βελτίωση των ωρών εργασίας (προστασία των εργαζομένων στα μικρά και μεσαία αρτοποιεία από τη συνεχή νυκτερινή εργασία, που δύναται να βλάψει την υγεία τους) και στην προστασία των μικρών βιοτεχνικών επιχειρήσεων από τον καταστρεπτικό ανταγωνισμό των βιομηχανοποιημένων επιχειρήσεων μεγαλυτέρου μεγέθους ( 18 ). Με την απόφαση Cinéthèque το Δικαστήριο έκρινε ότι είναι δικαιολογημένο υπό το πρίσμα του κοινοτικού δικαίου ένα εθνικό σύστημα, το οποίο, προκειμένου να ενθαρρύνει τη δημιουργία κινηματογραφικών έργων αδιακρίτως καταγωγής, επιδιώκει να εξασφαλίσει ότι η κυκλοφορία των έργων αυτών θα πραγματοποιείται αρχικά και επί περιορισμένο χρονικό διάστημα, κατά προτεραιότητα, με προβολή στις αίθουσες κινηματογράφου ( 19 ).
Η προσέγγιση αυτή συναντάται επίσης στη νομολογία του Δικαστηρίου που αφορά την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών: έχω εν προκειμένω υπόψη μου ιδίως τις αποφάσεις Koestier (με την οποία το Δικαστήριο έκρινε παραδεκτή κανονιστική ρύθμιση που απέκλειε τη δικαστική επιδίωξη των απαιτήσεων από παίγνια «για λόγους αναγόμένους στην κοινωνική τάξη», δηλαδή για λόγους πολιτικής ηθικής), ( 20 ) Debauve (με την οποία το Δικαστήριο δέχθηκε μία απαγόρευση καλωδιακής τηλεοπτικής μεταδόσεως διαφημιστικών μηνυμάτων για να διασφαλίσει τον πλουραλισμό του Τύπου) ( 21 ) και Webb (με την οποία το Δικαστήριο δέχθηκε ένα σύστημα χορηγήσεως αδειών για τη διάθεση εργατικού δυναμικού εντός του εδάφους κράτους μέλους ώστε να διασφαλιστούν οι «αγαθές σχέσεις στην αγορά εργασίας» ή τα «έννομα συμφέροντα των εργαζομένων για τους οποίους πρόκειται») ( 22 ).
16.
Τέλος, όσον αφορά ειδικότερα το κριτήριο της αναλογικότητας, φαίνεται ότι το Δικαστήριο δέχεται ότι μια εθνική κανονιστική ρύθμιση πληροί το κριτήριο αυτό όταν δεν έχει προφανή σχέση, ή συνδέεται μόνον εντελώς έμμεσα ή αόριστα, με τις εισαγωγές από άλλα κράτη μέλη και/ή όταν δεν θίγει τις εισαγωγές και τις εξαγωγές ( 23 ) ( 24 ).
Η επαρκής σχέση με τους περιορισμούς των εισαγωγών, τους οποίους αφορά το άρθρο 30, θα ελλείπει εύκολα — όπως προκύπτει μεταξύ άλλων από τις αποφάσεις Cinéthèque, Krantz και Quietlynn — αν η εν λόγω ρύθμιση δεν έχει προφανώς ως αντικείμενο τη ρύθμιση των ρευμάτων του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών ( 25 ). Έτσι μία ρύθμιση, το πεδίο εφαρμογής της οποίας περιορίζεται στην εμπορία προϊόντων στο επίπεδο του τοπικού λιανικού εμπορίου και/ή του καταστήματος (ρύθμιση του χρόνου διανομής του άρτου στους μεμονωμένους πελάτες και στους εμπόρους λιανικής πωλήσεως στην υπόθεση Oebel, απαγόρευση πωλήσεως ποτών υψηλής περιεκτικότητος σε αλκοόλη «προς επιτόπια κατανάλωση» στην υπόθεση Blesgen απαγόρευση της πωλήσεως πορνογραφικού υλικού χωρίς άδεια στην υπόθεση Quietlynn) δεν θεωρείται ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος, διότι είναι προφανές ότι δεν είναι ικανή να εμποδίσει τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές.
Από τις αποφάσεις αυτές, καθώς και από άλλες αποφάσεις, προκύπτει εξάλλου ότι το Δικαστήριο εκτιμά το ιδιο την αναλογικότητα εφόσον δεν είναι δυνατή ως προς το θέμα αυτό αμφισβήτηση βάσει των στοιχείων που του παρέχει το αιτούν δικαστήριο ( 26 ).
17.
Οι αποφάσεις Β & Q, Conforama και Marchandise πρέπει να ενταχθούν στο πλαίσιο αυτής της πρόσφατης νομολογίας. Οι τρεις αυτές αποφάσεις δέχονται εμμέσως, πλην σαφώς, ότι οι εν λόγω ρυθμίσεις πρέπει να θεωρηθούν ως εμπορικές ρυθμίσεις που υπάγονται στον κανόνα Dassonville. Εξάλλου, το Δικαστήριο σε κάθε μία από τις αποφάσεις αυτές διαπιστώνει ότι η εν λόγω κανονιστική ρύθμιση δεν αποσκοπεί στη ρύθμιση των συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών ( 27 ), ότι ισχύει
χωρίς διάκριση για τα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα και ότι η εμπορία των εισαγομένων από άλλα κράτη μέλη προϊόντων δεν καθίσταται δυσχερέστερη σε σχέση με την εμπορία των εγχωρίων προϊόντων ( 28 ). Στη συνέχεια, το Δικαστήριο αποφαίνεται ρητώς με τις τρεις αυτές αποφάσεις ότι οι εν λόγω ρυθμίσεις συμβιβάζονται με το άρθρο 30 μόνον όταν τα εμπόδια που προκαλούν στις κοινοτικές συναλλαγές δεν υπερβαίνουν το μέτρο που είναι αναγκαίο για τη διασφάλιση του επιδιωκομένου σκοπού (κριτήριο της αναλογικότητας) και ο σκοπός αυτός είναι θεμιτός από πλευράς κοινοτικού δικαίου (κριτήριο της δικαιολογήσεως) ( 29 ).
Τέλος, το Δικαστήριο εξετάζει τα δύο προαναφερθέντα κριτήρια. Όσον αφορά το κριτήριο των δικαιολογητικών λόγων, δέχεται σε κάθε μία από τις τρεις αποφάσεις ότι με τις εν λόγω ρυθμίσεις επιδιώκεται σκοπός θεμιτός από πλευράς κοινοτικού δικαίου: οι ρυθμίσεις αυτές αποτελούν την έκφραση ορισμένων πολιτικών και οικονομικών επιλογών, καθόσον αποσκοπούν στην εξασφάλιση μιας κατανομής εργασίας και αναπαύσεως προσαρμοσμένης στις εθνικές ή τοπικές, κοινωνικές και πολιτιστικές ιδιομορφίες, η εκτίμηση των οποίων στην παρούσα φάση εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου εναπόκειται στα κράτη μέλη ( 30 ). Όσον όμως αφορά το κριτήριο της αναλογικότητας, οι τρεις αποφάσεις παρουσιάζουν μία σημαντική διαφορά, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω (σημείο 13): αντίθετα απ' ό,τι στην απόφαση Β & Q (βλ. το απόσπασμα στο σημείο 11), στις αποφάσεις Conforama και Marchandise το Δικαστήριο εκτιμά το ίδιο την αναλογικότητα ως εξής:
«Δεύτερον, διαπιστώνεται ότι τα περιοριστικά αποτελέσματα στις συναλλαγές που μπορεί ενδεχομένως να απορρέουν από μια τέτοια ρύθμιση δεν φαίνονται υπερβολικά ενόψει του επιδιωκομένου σκοπού.» ( 31 )
Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι το Δικαστήριο απαντά το ίδιo στο ερώτημα αν ο επιδιωκόμενος από μία εθνική ρύθμιση σκοπός είναι θεμιτός υπό το πρίσμα του κοινοτικού δικαίου και ότι απάντησε ήδη καταφατικά στο ερώτημα αυτό στην απόφαση Β & Q όσον αφορά τη βρετανική ρύθμιση για την Κυριακή (βλ. κατωτέρω σημείο 22). Αντίθετα, δεν αποφάνθηκε σαφώς επί του ερωτήματος ποιος πρέπει να εκτιμά την αναλογικότητα.
Ποιος είναι αρμόδιος να εκτιμήσει τη δικαιολόγηση και την αναλογικότητα από πλευράς κοινοτικού δικαίου;
18.
Τα αιτούντα δικαστήρια δεν υποβάλλουν αυτούσιο αυτό το ερώτημα αρχής. Το ερώτημα αυτό έχει όμως καθοριστική σημασία. Όπως προκύπτει ιδίως από τα προδικαστικά ερωτήματα στην υπόθεση C-304/90, τα αγγλικά δικαστήρια συνήγαγαν από την απόφαση Β & Q ότι είναι αρμόδια τουλάχιστον για την εκτίμηση της αναλογικότητας της βρετανικής ρυθμίσεως για την Κυριακή. Η Β & Q προχωρεί ακόμη περισσότερο ερμηνεύοντας την απόφαση Β & Q: εκτός από την εκτίμηση της αναλογικότητας, ο καθορισμός του πραγματικού σκοπού μιας ρυθμίσεως και η απάντηση στο ερώτημα αν ο σκοπός αυτός είναι σύμφωνος προς τους καθοριζόμενους από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σκοπούς που είναι θεμιτοί υπό το πρίσμα του κοινοτικού δικαίου εναπόκεινται, κατά την άποψη της Β & Q, στο εθνικό δικαστήριο. Κατά την άποψή της, πρόκειται για ζητήματα εθνικού δικαίου που εκφεύγουν της αρμοδιότητος του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ιδίως όταν ο σκοπός της εν λόγω ρυθμίσεως είναι αβέβαιος ή αμφισβητείται.
Αντίθετα, το Reading Council, τα Councils Stoke-on-Trent και Norwich, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι το ζήτημα της δικαιολο-γήσεως και της αναλογικότητας μιας εθνικής ρυθμίσεως από πλευράς κοινοτικού δικαίου δεν μπορούν να εναπόκεινται στο εθνικό δικαστήριο. Το αντίθετο θα έπληττε την ενότητα εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου.
19.
Είναι απολύτως βέβαιον ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, η εκτίμηση του κατά πόσον μία εθνική ρύθμιση συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο εναπόκειται από κοινού στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και στο εθνικό δικαστήριο. Η άποψη αρχής που υιοθετεί στο ζήτημα αυτό το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είναι σαφέστατη και υπογραμμίστηκε εκ νέου στην αρχή των αποφάσεων Conforama και Marchandise:
«Προκαταρκτικώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, καίτοι το Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία, στο πλαίσιο του άρθρου 177 της Συνθήκης, να αποφαίνεται επί του συμβιβαστού μιας εθνικής διατάξεως με τη Συνθήκη, είναι, αντιθέτως, αρμόδιο να παρέχει στα εθνικά δικαστήριο όλα τα στοιχεία ερμηνείας που προκύπτουν από το κοινοτικό δίκαιο και τους επιτρέπουν να εκτιμούν το συμβιβαστό αυτό για την έκδοση της αποφάσεως επί της υποθέσεως που έχει υποβληθεί στην κρίση τους.» ( 32 )
Κατά την άποψη μου, η συνεργασία μεταξύ του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του εθνικού δικαστηρίου μπορεί να διευκρινισθεί ως εξής: καταρχάς στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να παράσχει με τα ερωτήματα του στο Δικαστήριο όλα τα πραγματικά στοιχεία καθώς και το εθνικό νομικό πλαίσιο ( 33 ), ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων να σχηματίσει γνώμη γνωρίζοντας την κατάσταση. Αντίθετα, το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δεν μπορεί να αποφανθεί σχετικά με την αρκίβεια του πλαισίου και των στοιχείων αυτών ( 34 ). Στη συνέχεια εναπόκειται στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο όλα τα κρίσιμα από πλευράς κοινοτικού δικαίου στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων που είναι απαραίτητα για την εκτίμηση των δικαιολογητικών λόγων και της αναλογικότητας. Τέλος, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να καθορίσει, βάσει της απαντήσεως του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αν η εθνική ρύθμιση συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο ή όχι και να συναγάγει τις επιβαλλόμενες συνέπειες εθνικού δικαίου.
20.
Η συνεργασία, την οποία εξέθεσα σε γενικές γραμμές προηγουμένως, έχει, κατά την άποψη μου, την ακόλουθη έννοια όσον αφορά το κριτήριο της δικαιολογήσεως και της αναλογικότητας στο κοινοτικό δίκαιο.
Όσον αφορά την εκτίμηση της όικαιολογή-σεως, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο, αφού λάβει πληροφορίες από τους διαδίκους, να καθορίσει όσο το δυνατόν καλύτερα τους σκοπούς μιας εθνικής ρυθμίσεως και να τους γνωστοποιήσει στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( 35 ). Αντίθετα, στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εναπόκειται να αποφασίζει σε τελευταίο βαθμό αν οι σκοποί, όπως καθορίστηκαν, είναι σύμφωνοι προς τους επιδιωκόμενους από το κοινοτικό δίκαιο σκοπούς ή εάν — εφόσον πρόκειται για τομείς που, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, υπάγονται στα κράτη μέλη — το κοινοτικό δίκαιο συνιστά σε οποιοδήποτε μέτρο εμπόδιο για τους επιδιωκόμενους με την εθνική ρύθμιση σκοπούς.
Όσον αφορά την εκτίμηση της αναλογικότητας, εναπόκειται κατά την άποψη μου αποκλειστικά και μόνον στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων να υποδείξει με τη νομολογία του, κατά τρόπο σαφή και επιτακτικό, τα κριτήρια της εκτιμήσεως αυτής (βλ. κατωτέρω τα σημεία 28 έως 31). Στη συνέχεια εναπόκειται από κοινού στο Δικαστήριο και στο εθνικό δικαστήριο η εφαρμογή αυτών των νομολογιακών κριτηρίων, που συνάγονται από προηγούμενες αποφάσεις, στο οικείο κανονιστικό και πραγματικό πλαίσιο. Προς τούτο, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να εκθέτει όσον το δυνατόν καλύτερα στη διάταξη του περί παραπομπής την οικεία ρύθμιση (νομική βάση, πεδίο εφαρμογής, τρόπους εφαρμογής και συγκεκριμένη εφαρμογή), καθώς και το περιοριστικό αποτέλεσμα που η ρύθμιση αυτή συνεπάγεται για τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές. Αν από τις διαπιστώσεις του εθνικού δικαστηρίου και/ή τη συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου προκύψει ότι δεν είναι δυνατή η αμφισβήτηση, το Δικαστήριο θα αναφέρει το ίδιο πατά γενικό κανόνα στην απόφαση του — όπως αναφέρθηκε προηγουμένως (βλ. το σημείο 16) — το αποτέλεσμα της εκτιμήσεως από πλευράς κοινοτικού δικαίου. Αυτό συνέβη ιδίως στις υποθέσεις Conforama και Marchandise. Αν το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποφανθεί το ίδιο βάσει των στοιχείων που του έχουν παρασχθεί ( 36 ), τότε το εθνικό δικαστήριο πρέπει να σχηματίσει προσωπική άποψη για την εφαρμογή της επιταγής περί αναλογικότητας, ενδεχομένως έπειτα από συμπληρωματική έρευνα του κανονιστικού και πραγματικού πλαισίου και υπό το πρίσμα της απαντήσεως του Δικαστηρίου στο προδικαστικό ερώτημα.
Επί του θεμιτού από πλευράς κοινοτικού δικαίου σκοπού
21.
Με το πρώτο ερώτημά του, το Magistrates Court ερωτά αν ο σκοπός που επιδιώκεται με την βρετανική ρύθμιση για την Κυριακή είναι θεμιτός από πλευράς κοινοτικού δικαίου, κατά την έννοια των σκέψεων 12 έως 14 της αποφάσεως Β & Q. Κατά την άποψη του Magistrates Court, ο σκοπός αυτός συνίσταται στο «να εξασφαλιστεί κατά το μέτρο του δυνατού ότι οι υπάλληλοι των καταστημάτων δεν θα υποχρεώνονται να εργάζονται τις Κυριακές, ώστε να διατηρηθεί αυτό που πολλοί θεωρούν ως παραδοσιακή αγγλική Κυριακή».
To Reading Council και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου θεωρούν ότι στο ερώτημα αυτό έχει όντως δοθεί απάντηση με τη σκέψη 13 της αποφάσεως Β & Q και ότι αρκεί να είναι θεμιτός από πλευράς κοινοτικού δικαίου ένας από τους σκοπούς της ρυθμίσεως για την Κυριακή για να συμβιβάζεται η ρύθμιση αυτή στο σύνολό της με το κοινοτικό δίκαιο. Και η Επιτροπή θεωρεί ότι με την απόφαση Β & Q καθώς και τις αποφάσεις Conforama και Marchandise το Δικαστήριο απάντησε ήδη καταφατικά στο ερώτημα αν με τις εν λόγω ρυθμίσεις επιδιώκεται σκοπός θεμιτός από πλευράς κοινοτικού δικαίου,
Αντίθετα, η Β & Q υποστηρίζει ότι η βάση του συλλογισμού στον οποίο στηρίζεται το ερώτημα που υπέβαλε το Magistrates Court είναι ανακριβής. Κατά την άποψη της, το άρθρο 47 του Shops Act αποσκοπεί μόνον στην προστασία των μισθωτών που απασχολούνται με πλήρες ωράριο σε καταστήματα λιανικής πωλήσεως. Αν το Magistrates Court είχε υποβάλει το ερώτημα περί του αν ο σκοπός αυτός είναι θεμιτός από πλευράς κοινοτικού δικαίου, θα έπρεπε να δοθεί καταφατική απάντηση, στο μέτρο που με τη ρύθμιση αυτή επιτυγχάνεται συγκεκριμένα ο σκοπός αυτός και πληρούται η επιταγή περί αναλογικότητας. Η Payless DIY προσθέτει ότι, στο μέτρο που η απαγόρευση λειτουργίας των καταστημάτων την Κυριακή αποτελεί την «έκφραση ορισμένων πολιτικών και οικονομικών επιλογών» του βρετανικού κοινοβουλίου, οπωσδήποτε σήμερα δεν είναι πλέον προσαρμοσμένη στις «εθνικές ή τοπικές κοινωνικοπολιτιστικές ιδιομορφίες» της Αγγλίας και της Ουαλλίας. Λόγω του ότι πληθαίνουν αυτοί που εργάζονται με μειωμένο ωράριο στον τομέα του λιανικού εμπορίου, οι εργαζόμενοι με μειωμένο ωράριο δεν χρειάζονται πλέον έννομη προστασία μέσω της απαγορεύσεως λειτουργίας των καταστημάτων την Κυριακή, δεδομένου ότι ως προς αυτούς δεν μπορεί να γίνει λόγος για υπερκόπωση ή εκμετάλλευση εκ μέρους του εργοδότη.
22.
Συντασσόμενος με το Reading Council, την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και την Επιτροπή, θεωρώ ότι στο ερώτημα του Magistrates Court έχει ήδη δοθεί απάντηση με την ίδια την απόφαση Β & Q. Αρκεί να ανατρέξει κανείς στις κρίσιμες σκέψεις (σκέψεις 13 και 14). Στο μέτρο που θα μπορούσαν να υπάρξουν ακόμη αμφιβολίες για τη δικαιολόγηση του σκοπού αυτού από πλευράς κοινοτικού δικαίου μετά την απόφαση Β & Q, οι αμφιβολίες αυτές διαλύθηκαν πλήρως με τις αποφάσεις Conforama και Marchandise. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ρητώς με τις αποφάσεις αυτές ότι
«μία ρύθμιση όπως η επίδικη επιδιώκει έναν θεμιτό, από πλευράς κοινοτικού δικαίου, σκοπό. Πράγματι, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει, με την προαναφερθείσα απόφαση του της 23ης Νοεμβρίου 1989, ότι οι εθνικές κανονιστικές ρυθμίσεις που αφορούν τα ωράρια λειτουργίας των καταστημάτων λιανικής πωλήσεως αποτελούν την έκφραση ορισμένων πολιτικών και οικονομικών επιλογών κατά το μέτρο που οι ρυθμίσεις αυτές αποσκοπούν στη διασφάλιση μιας κατανομής των ωρών εργασίας και αναπαύσεως προσαρμοσμένης στις εθνικές ή τοπικές κοινωνικοπολιτικές ιδιομορφίες, των οποίων η εκτίμηση, στην παρούσα φάση εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, εναπόκειται στα κράτη μέλη» ( 37 ).
Από τη νομολογία αυτή προκύπτει αναμφισβήτητα ότι η βρετανική ρύθμιση για την Κυριακή επιδιώκει σκοπό θεμιτό από πλευράς κοινοτικού δικαίου, λαμβανομένης υπόψη της πολιτικής επιλογής. Αυτό θα ήταν αρκετό αν η νομολογία και η θεωρία στα διάφορα κράτη μέλη δεν είχαν διερωτηθεί σχετικά με τη θέση που κατέχει αυτή η νομολογία του Δικαστηρίου στο πλαίσιο των δικαιολογητικών λόγων που αναγνωρίζει η Συνθήκη ή το Δικαστήριο. Ας μου επιτραπεί για τον λόγο αυτό να κάνω άλλη μία γενική σκέψη.
23.
Μπορεί πράγματι κανείς αν διερωτηθεί αν, εκτός από τους δικαιολογητικούς λόγους που απαριθμούνται περιοριστικά στο άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΟΚ και τις ειδικές «επιτακτικές ανάγκες» (αποτελεσματικότητα των φορολογικών ελέγχων, εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών, προστασία των καταναλωτών, προστασία του περιβάλλοντος) ( 38 ), στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ και οι οποίες έχουν ήδη εξεταστεί στη νομολογία του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο αναγνωρίζει ακόμη άλλη μία γενική και περισσότερο αόριστη κατηγορία δικαιολογητικών λόγων, δηλαδή, σύμφωνα με τη διατύπωση των αποφάσεων Β & Q, Conforaraa και Marchandise, τους λόγους που «αποτελούν την έκφραση ορισμένων πολιτικών και οικονομικών επιλογών (...) προσαρμοσμένων στις εθνικές ή τοπικές κοινωνικοπολιτιστικές ιδιομορφίες, των οποίων η εκτίμηση, στην παρούσα φάση εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, εναπόκειται στα κράτη μέλη».
Πριν απαντήσω στο ερώτημα αυτό, θέλω να παρατηρήσω τα ακόλουθα. Νομίζω ότι μπορούν ακόμη να προστεθούν και άλλες ειδικές επιτακτικές ανάγκες στην απαρίθμηση των επιτακτικών αναγκών (των οποίων επίκληση μπορεί να γίνει μόνον για τη δικαιολόγηση εθνικών ρυθμίσεων που δεν δημιουργούν διακρίσεις), στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ. Έχω υπόψη ανάγκες που είναι σύμφωνες προς τους ειδικούς σκοπούς και τα ειδικά συμφέροντα που μπορούν να συναχθούν από άλλες διατάξεις των κοινοτικών συνθηκών — ιδίως μετά τις τροποποιήσεις που επέφερε η Ενιαία Πράξη — και που αφορούν ειδικότερα την οικονομική και κοινωνική πολιτική (μεταξύ άλλων τη βελτίωση του χώρου εργασίας), την κοινωνική και οικονομική συνοχή, την έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη, την προστασία και τη βελτίωση του περιβάλλοντος ( 39 ).
Ερωτάται επομένως εάν υπάρχει ακόμη θέση για έναν γενικό δικαιολογητικό λόγο προς δικαιολόγηση των εθνικών ρυθμίσεων που αποτελούν την έκφραση πολιτικών και οικονομικών επιλογών, προσαρμοσμένων στις εθνικές ή τοπικές κοινωνικοπολιτιστικές ιδιομορφίες. Στο παρόν στάδιο εξελίξεως της νομολογίας του Δικαστηρίου, από τις αποφάσεις που αφορούν τις ρυθμίσεις αυτές δεν μπορεί να συναχθεί καταφατική απάντηση. Στην απόφαση Oebel, όπου το Δικαστήριο θεώρησε την οικεία εθνική ρύθμιση ως «θεμιτή επιλογή οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής», προσέθεσε αμέσως: «σύμφωνη από τους επιδιωκομένους από τη Συνθήκη στόχους γενικού συμφέροντος», παρατηρώντας ότι η ρύθμιση αυτή αποσκοπεί στη «βελτίωση των όρων εργασίας σ' έναν τομέα (παραγωγής) προδήλως ευαίσθητο» ( 40 ). Το Δικαστήριο, με την απόφαση Β & Q, αποφάνθηκε ρητώς, παραπέμποντας στην απόφαση Oebel, ότι οι εθνικές ρυθμίσεις που αφορούν τις ώρες λειτουργίας των καταστημάτων είναι επίσης σύμφωνες με τους επιδιωκομένους με τη Συνθήκη σκοπούς που άπτονται του γενικού συμφφέρο-ντος ( 41 ). Στη συνέχεια, με την απόφαση Marchandise, επιβεβαίωσε ότι η ρύθμιση αυτή «επιδιώκει σκοπούς κοινωνικής προστασίας» ( 42 ). Το Δικαστήριο δηλαδή στις αποφάσεις αυτές προσκολλάται ρητά στις ειδικές επιτακτικές ανάγκες που έχει ήδη αναγνωρίσει με τη νομολογία του.
24.
Δεν θέλω εντούτοις να αποκλείσω ότι είναι πράγματι δυνατό να προβλεφθεί ένας δικαιολογητικός λόγος που να αφορά γενικά τις «εθνικές ρυθμίσεις που αποτελούν την έκφραση πολιτικών και οικονομικών επιλογών προσαρμοσμένων στις εθνικές ή τοπικές κοινωνικοπολιτιστικές ιδιομορφίες». Έχω σχετικά υπόψη μου ρυθμίσεις σε τομείς που, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου (ο προσανατολισμός του οποίου εξακολουθεί να είναι κυρίως οικονομικής φύσεως), υπερβαίνουν τα όρια της αρμοδιότητας της Κοινότητας και επομένως δεν είναι «σύμφωνες» προς έναν θεμελιώδη στόχο της Συνθήκης, χωρίς όμως να είναι και αντίθετες προς τον στόχο αυτό. Θα αναφέρω παραδείγματος χάρη τις εθνικές ρυθμίσεις που αφορούν ζητήματα καθαρά πολιτικής, ηθικής ή θρησκευτικής τάξεως ή που αφορούν την προστασία της πολιτιστικής και γλωσσικής ταυτότητας ενός λαού ( 43 ), η εκτίμηση των οποίων εναπόκειται προφανώς, σύμφωνα με τη διατύπωση των αποφάσεων που αφορούν την εργασία κατά την Κυριακή, «στην παρούσα φάση εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, στα κράτη μέλη». Θεωρώ εντούτοις ότι και στην περίπτωση αυτή πρέπει, στο μέτρο του δυνατού και για να αποφευχθεί ο ανεπιθύμητος πολλαπλασιασμός των δικαιολογητικών λόγων, να επιδιωχθεί η σύνδεση με τους δικαιολογητικούς λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΟΚ ( 44 ), με τους σκοπούς του κοινοτικού δικαίου που αναφέρονται στις ευρωπαϊκές συνθήκες και με τα θεμελιώδη δικαιώματα, που αποτελούν τμήμα της κοινοτικής έννομης τάξης και υπό το πρίσμα των οποίων πρέπει να ερμηνεύονται οι δικαιολογητικοί λόγοι και οι προαναφερθέντες σκοποί ( 45 ).
Εν πάση περιπτώσει, πατά την άποψη μου: i) εναπόκειται τελικά στο Δικαστήριο να διαπιστώσει τον θεμιτό χαρακτήρα ενός σκοπού, αν και το αιτούν δικαστήριο μπορεί να γνωστοποιήσει την άποψη του στο Δικαστήριο, και ii) μία εθνική ρύθμιση, ο σκοπός της οποίας είναι θεμιτός από πλευράς κοινοτικού δικαίου, πρέπει ακόμα να εκτιμηθεί ως προς την αναλογικότητα της. Πράγματι, η εκτίμηση αυτή καθιστά δυνατή την εξακρίβωση του αν μία ρύθμιση, που είναι θεμιτή αυτή καθαυτή, παραβιάζει την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
25.
Βάσει της προηγουμένης γενικής σκέψεως ενστερνίζομαι την άποψη που υιοθετεί το Δικαστήριο στις αποφάσεις που αφορούν την εργασία κατά την Κυριακή όσον αφορά τους λόγους που δικαιολογούν τις ρυθμίσεις για την Κυριακή από πλευράς κοινοτικού δικαίου. Όποιοι κι αν είναι οι λόγοι που οδήγησαν τις βρετανικές αρχές στην καθιέρωση και τη διατήρηση της απαγορεύσεως λειτουργίας των καταστημάτων την Κυριακή, φαίνεται αποδεδειγμένο — και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου το επιβεβαίωσε στο ακροατήριο — ότι η ρύθμιση αυτή αποσκοπεί να εξασφαλίσει ότι οι υπάλληλοι των καταστημάτων δεν θα υποχρεούνται να εργάζονται την Κυριακή (παρά μόνον όσο γίνεται λιγότερο). Αυτό τους δίνει μεταξύ άλλων τη δυνατότητα να ασχοληθούν την ημέρα αυτή με μη επαγγελματικές δραστηριότητες στο πλαίσιο της οικογένειάς τους ή κοινωνικών ομάδων. Στο μέτροπου, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, ο σκοπός αυτός αφορά την κοινωνική προστασία, είναι σύμφωνος προς τους σκοπούς του κοινοτικού δικαίου, δηλαδή τη βελτίωση του χώρου εργασίας και την προστασία της υγείας των υπαλλήλων των καταστημάτων με την παρεμβολή περιόδων αναπαύσεως κατά τακτικά διαστήματα. Η επιλογή συγκεκριμένης ημέρας — της Κυριακή — ως. ημέρας αναπαύσεως αποτελεί έκφραση μιας εθνικής ή τοπικής κοινωνι-κοπολιτιστικής επιλογής σε τομέα που εκφεύγει της αρμοδιότητας της Κοινότητας και ως προς την οποία τίποτα — υπό την επιφύλαξη της εφαρμογής του κριτηρίου της αναλογικότητας — δεν επιτρέπει το συμπέρασμα ότι θα ήταν αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο.
Η περί αναλογικότητας επιταγή στο κοινοτικό δίκαιο
26.
Με το δεύτερο ερώτημά του, το House of Lords, ερωτά αν είναι εκ προοιμίου πρόδηλο, ασχέτως του αν προσκομιστούν ή όχι αποδεικτικά στοιχεία, ότι η ρύθμιση είναι ανάλογη προς τον σκοπό που επιδιώκει και ο οποίος είναι θεμιτός από πλευράς κοινοτικού δικαίου. Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό, το House of Lords ερωτά με το τρίτο προδικαστικό του ερώτημα βάσει ποιων κριτηρίων και στοιχείων πρέπει το εθνικό δικαστήριο να αποφανθεί αν η εν λόγω ρύθμιση έχει αποτελέσματα περισσότερο περιοριστικά από αυτά που προσιδιάζουν σε μια τέτοια ρύθμιση. Τα τρία πρώτα υποερωτήματα καθώς και το έκτο υποερώτημα, που υπέβαλε με το δεύτερο ερώτημά του το Magistrates Court, συνδέονται με την προβληματική αυτή. Τα δύο πρώτα υποερωτήματα αφορούν επίσης τα κριτήρια που πρέπει να χρησιμοποιήσει το εθνικό δικαστήριο: ειδικότερα, εφαρμόζονται τα κριτήρια που αναφέρονται στο άρθρο 3 της οδηγίας 70/50 και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, σε ποιο μέτρο; Με το τρίτο υποερώτημά του, το Magistrates Court ερωτά σε ποιο μέτρο το εθνικό δικαστήριο πρέπει να εκτιμήσει την περί αναλογικότητας επιταγή περιοριζόμενο στην άποψη του εθνικού νομοθέτη. Με το έκτο υποερώτημά, ερωτά πώς μπορούν να σταθμιστούν τα περιοριστικά αποτελέσματα και οι σκοποί της ρυθμίσεως.
27.
Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως (σημείο 20), εναπόκειται τελικά στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει αν η οικεία εθνική ρύθμιση πληροί το κριτήριο της αναλογικότητας. Κατά την άποψη μου, δεν υπάρχει ρύθμιση που να πληροί προφανώς «εκ πρώτης όψεως», δηλαδή χωρίς να προσκομιστεί κανένα αποδεικτικό στοιχείο, το κριτήριο της αναλογικότητας. Είναι αλήθεια, όπως προαναφέρθηκε, ότι τα στοιχεία που παρέχει το εθνικό δικαστήριο στο Δικαστήριο στο πλαίσιο της αιτήσεως για την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως μπορεί να είναι τόσο σαφή και αναμφισβήτητα, όσον αφορά μεταξύ άλλων το μη περιοριστικό ή ελάχιστα περιοριστικό αποτέλεσμα της ρυθμίσεως επί του ενδοκοινοτικού εμπορίου, ώστε το αποτέλεσμα της εκτιμήσεως της αναλογικότητας να είναι προφανές και να μπορεί το ίδιο το Δικαστήριο να καταλήξει στο αποτέλεσμα αυτό.
Η απάντηση στο τρίτο υποερώτημα του Magistrates Court μπορεί να συναχθεί από τη σκέψη αυτή. Κατά την άποψη μου, το εθνικό δικαστήριο δεν μπορεί να δεχθεί άνευ ετέρου την άποψη του εθνικού νομοθέτη και δεν μπορεί να περιοριστεί στην εξέταση του αν, λαμβανομένης υπόψη της περί της αναλογικότητας επιταγής, εύλογα ο εθνικός νομοθέτης θέσπισε την εν λόγω νομοθετική ρύθμιση ( 46 ). Εξάλλου, κατά την άποψη μου, αυτό προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, ιδίως από την απόφαση Miro ( 47 ). Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο απέρριψε ρητώς ένα επιχείρημα της Γερμανικής Κυβερνήσεως, κατά την οποία εναπόκειται στον εθνικό νομοθέτη να εκτιμήσει αν είναι απαραίτητη η απαγόρευση της ονομασίας «τζιν» (ποτό) και η εκτίμηση αυτή δεσμεύει το εθνικό δικαστήριο:
«Σχετικά με την τελευταία αυτή άποψη, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 30 της Συνθήκης όπως άλλωστε και το άρθρο 36 δεν επιφυλάσσει ορισμένα ζητήματα στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών. Όταν μια εθνική νομοθεσία, για να συμμορφωθεί προς επιτακτικές ανάγκες, τις οποίες αναγνωρίζει το κοινοτικό δίκαιο, παρεμβάλλει εμπόδια στην αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, πρέπει να τηρεί τα όρια που θέτει το κοινοτικό δίκαιο. Η μέριμνα της ρήτησης αυτών των ορίων ανήκει στο Δικαστήριο, το οποίο είναι σε τελευταίο βαθμό αρμόδιο για την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, και στα εθνικά δικαστήρια τα οποία αποφασίζουν βάσει της ερμηνείας αυτής. Η προαναφερθείσα άποψη της Γερμανικής Κυβέρνησης ισοδυναμεί σε τελική ανάλυση με άρνηση του ελέγχου αυτού και αντιβαίνει, για τον λόγο αυτό, στο ενιαίο και την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου. Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί.» ( 48 )
28.
Οδηγούμεθα έτσι στα ερωτήματα που αφορούν τα κριτήρια που πρέπει να χρησιμοποιεί το εθνικό δικαστήριο και ενδεχομένως το Δικαστήριο, κατά την εκτίμηση της αναλογικότητας θα εξετάσω καταρχάς τα ερωτήματα που αφορούν τη σημασία του άρθρου 3 της οδηγίας 70/50 ( 49 ) για την εφαρμογή του κριτηρίου αυτού. Τα ερωτήματα αυτά υποβλήθηκαν κατόπιν της σκέψεως 15 της αποφάσεως Β & Q, που παραπέμπει ρητώς στην οδηγία αυτή. Επαναλαμβάνω για λόγους σαφήνειας το κείμενο της εν λόγω διατάξεως:
«Η παρούσα οδηγία αφορά επίσης τα μέτρα που διέπουν την εμπορία των προϊόντων και αφορούν ιδίως τη μορφή, τις διαστάσεις, το βάρος, τη σύνθεση, την παρουσίαση, τα διακριτικά γνωρίσματα και τη συσκευασία, τα οποία εφαρμόζονται αδιακρίτως στα εγχώρια και στα εισαγόμενα προϊόντα και των οποίων τα περιοριστικά αποτελέσματα εις βάρος της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων υπερακοντίζουν τα αποτελέσματα που προσιδιάζουν σε εμπορικές ρυθμίσεις.
Αυτό συμβαίνει ιδίως:
—
όταν τα περιοριστικά αποτελέσματα εις βάρος της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων είναι δυσανάλογα σε σχέση με το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα
—
όταν ο ίδιος σκοπός μπορεί να επιτευχθεί με άλλα μέσα, που εμποδίζουν λιγότερο τις συναλλαγές.»
29.
Συναφώς, το Magistrates Court ερωτά καταρχάς αν το εθνικό δικαστήριο υποχρεούται να εφαρμόσει τα κριτήρια του άρθρου 3 της οδηγίας 70/50. Κατά την άποψη του Reading Council, το εθνικό δικαστήριο έχει πράγματι την υποχρέωση αυτή. To Reading Council θεωρεί ότι το Δικαστήριο, παραπέμποντας, με την απόφαση Β & Q, ρητώς στην προαναφερθείσα διάταξη και επαναλαμβάνοντας τη διατύπωση της διατάξεως αυτής, θέλησε να δηλώσει ότι το άρθρο 3 της οδηγίας 70/50 προσδιορίζει το ακριβές περιεχόμενο του άρθρου 30. Κατά την άποψη μου, η ερμηνεία αυτή βαίνει πολύ μακριά. Μετά την παρόδο της μεταβατικής περιόδου (δηλαδή μετά την 1η Ιανουαρίου 1970), ο ρόλος της οδηγίας 70/50 είναι περιορισμένος: από την ημερομηνία αυτή, η απαγορευτική διάταξη του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ έχει απευθείας εφαρμογή και επομένως δεν χρειάζεται πλέον «για την εφαρμογή της καμία παρέμβαση των κρατών μελών ή των κοινοτικών οργάνων» ( 50 ). Επίσης, το Δικαστήριο στη νομολογία του δεν αναφέρεται στην οδηγία 70/50 — ιδίως στην απαρίθμηση των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, της οδηγίας — παρά μόνον όταν η οδηγία αυτή συμφωνεί προς την πάγια νομολογία του ( 51 ). Αυτό μπορεί να συγκριθεί, σε ορισμένο βαθμό, με τα γενικά προγράμματα που θεσπίζει το Συμβούλιο σχετικά με το δικαίωμα εγκαταστάσεως και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, στα οποία ανατρέχει μερικές φορές το Δικαστήριο, διότι με αυτά «παρέχονται χρήσιμα στοιχεία ενόψει της εφρμογής των διατάξεων της Συνθήκης» σχετικών με τα θέματα αυτά ( 52 ).
Τα κριτήρια εκτιμήσεως της αναλογικότητας στο κοινοτικό δίκαιο πρέπει επομένως να αναζητηθούν στη νομολογία του Δικαστηρίου. Καθίσταται έτσι δυνατή η απάντηση στο ερώτημα του Magistrates Court, σχετικά με το αν η εθνική ρύθμιση πρέπει να πληροί κάθε μία από τις προϋποθέσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 3, δεύτερη παράγραφο, της οδηγίας 70/50: και ως προς το ζήτημα αυτό, καθοριστική δεν είναι αυτή η διάταξη της οδηγίας, αλλά η νομολογία του Δικαστηρίου.
30.
Ποια είναι επομένως τα κριτήρια που επιτρέπουν την εφαρμογή της επιταγής περί αναλογικότητας στο κοινοτικό δίκαιο, όπως προκύπτουν από τη νομολογία του Δικαστηρίου; Καταρχάς, όπως υπογράμμισε το Δικαστήριο δύο φορές στην απόφαση Β & Q ( 53 ), τα περιοριστικά αποτελέσματα εθνικής ρυθμίσεως επί των ενδοκοινοτικών συναλλαγών δεν μπορούν να βαίνουν πέραν του μέτρου που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού, θεμιτού από πλευράς κοινοτικού δικαίου. Η σκέψη αυτή παρουσιάζει δύο όψεις, που μπορούν συνοπτικά να εκτεθούν ως εξής.
Πρώτον, πρέπει να εξεταστεί αν η εν λόγω εθνική ρύθμιση είναι αντικειμενικά αναγκαία για την εξασφάλιση του επιδιωκομένου σκοπού. Προς τούτο η ρύθμιση πρέπει να είναι κατάλληλη (χρήσιμη), δηλαδή ικανή να παράσχει αποτελεσματική προστασία του γενικού συμφέροντος που επιδιώκεται ( 54 ) και, εκτός αυτού, απαραίτητη για την επίτευξη του σκπού αυτού, πράγμα που προϋποθέτει ότι ο αρμόδιος νομοθέτης δεν διαθέτει άλλο μέσο, το ίδιο αποτελεσματικό και με λιγότερο περιοριστικά αποτελέσματα επί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων ( 55 ). Δεύτερον, ακόμη και αν η εθνική ρύθμιση είναι χρήσιμη και απαραίτητη για την εξασφάλιση του επιδιωκόμενου σκοπού, πρέπει να εξακριβωθεί αν τα περιοριστικά αποτελέσματα επί των ενδοκοινοτικών συναλλαγών έχουν σχέση, δηλαδή είναι ανάλογα, προς τον προαναφερθέντα σκοπό ( 56 ). Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι η εκτίμηση της αναλογικότητας υπό ευρεία έννοια περιλαμβάνει κατ' ουσίαν τόσο ένα διπλό κριτήριο αναγκαιότητας (καταλληλότητα και αναγκαίος χαρακτήρας της ρυθμίσεως) όσο και ένα κριτήριο αναλογικότητας υπό στενή έννοια.
31.
Φθάνω έτσι στο τελευταίο υποερώτημα (στοιχείο στ') του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος του Magistrates Court. To Magistrates Court ζητεί συμπληρωματικές διευκρινίσεις για τον τρόπο κατά τον οποίο πρέπει να γίνει η στάθμιση των περιοριστικών αποτελεσμάτων της εθνικής νομοθεσίας επί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων με τους επιδιωκόμενους από τη νομοθεσία αυτή σκοπούς.
Αυτές οι διευκρινίσεις ζητούνται κατ' ουσίαν και με το τρίτο ερώτημα του House of Lords. Το ερώτημα αυτό αφορά την ουσία του κριτηρίου της αναλογικότητας. Εξάλλου, από την ανάλυση της επιταγής περί αναλογικότητας, που πραγματοποίησα ανωτέρω, προκύπτει ότι η εκτίμηση αυτή περιλαμβάνει πολλές συγκρίσεις: εξακριβώνεται καταρχάς αν τα μέσα που προβλέπει η ρύθμιση είναι κατάλληλα, δηλαδή αν υπάρχει σχέση αιτιώδους σχέσεως με τον επιδιωκόμενο σκοπό. Στη συνέχεια ερευνάται αν η οικεία ρύθμιση είναι απαραίτητη, δηλαδή αν ο επιδιωκόμενος σκοπός δεν μπορεί να επιτευχθεί και με λιγότερο περιοριστικά για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων αποτελέσματα. Αυτό επιβάλλει τη σύγκριση δύο δυνατών ρυθμίσεων μεταξύ τους, αλλά και σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό. Τέλος, ερευνάται αν η ισχύουσα ρύθμιση έχει αποτελέσματα που περιορίζουν τις συναλλαγές δυσανάλογα σε σχέση με τον επιδιωκόμενο από την οικεία ρύθμιση σκοπό, πράγμα που σημαίνει ότι γίνεται σύγκριση συγκεκριμένου περιορισμού των συναλλαγών με τον επιδιωκόμενο σκοπό.
Κάθε μία από τις συγκρίσεις αυτές προϋποθέτει την εκτίμηση σημείων συγκρίσεως που δεν μπορούν να προσδιοριστούν ποσοτικά, τουλάχιστον όχι πλήρως. Αυτό ισχύει ιδίως όσον αφορά την τελευταία αναφερθείσα σύγκριση, όπου γίνεται στάθμιση δύο αντιθέτων αξιών, δηλαδή της όσο το δυνατό μεγαλύτερης ελευθερίας των ενδοκοινοτικών συναλλαγών και του σκοπού που επιδιώκει η εθνική ρύθμιση. Μία τέτοια σύγκριση προϋποθέτει προφανώς εκτίμηση που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί αποκλειστικά και μόνον βάσει ποσοτικά προσδιορι-σίμων στοιχείων, πράγμα που όμως δεν σημαίνει ότι η εκτίμηση αυτή είναι αδύνατη. Ειδικότερα, στις υπό κρίση υποθέσεις είναι, νομίζω, σαφές ότι τα περιοριστικά αποτελέσματα της βρετανικής ρυθμίσεως για την Κυριακή επί των ενδοκοινοτικών συναλλαγών δεν υπερβαίνουν το μέτρο του αναγκαίου ή δεν είναι υπερβολικά, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού που επιδιώκεται με τη ρύθμιση. Όπως ρητώς βεβαίωσε με τη διάταξη περί παραπομπής του το Magistrates Court, το γεγονός ότι η ρύθμιση αυτή εφαρμόζεται αδιακρίτως και στο ίδιο μέτρο («αναλογικά») στα εγχώρια και στα αλλοδαπά προϊόντα και δεν εμποδίζει σοβαρά, λαμβανομένων υπόψη όλων των ημερών της εβδομάδας, τις πωλήσεις που πραγματοποιούνται μέσω των ιδίων δικτύων διανομής (πράγμα που επιβεβαιώνεται από την εκτίμηση — παρατιθέμενη από το Magistrates Court — ότι η κατάργηση της απαγορεύσεως θα είχε ελάχιστη επίπτωση στο συνολικό όγκο των εισαγωγών από τα άλλα κράτη μέλη, δηλαδή περίπου ποσοστό 0,8 %) αποτελεί στοιχείο που ενισχύει το συμπέρασμά μου, το οποίο εξάλλου δέχθηκε το Δικαστήριο με τις αποφάσεις Conforama και Marchandise: η εν λόγω ρύθμιση δεν δημιουργεί διακρίσεις, δεν αποσκοπεί στη ρύθμιση των συναλλαγών και τα αποτελέσματά της επί των κοινοτικών συναλλαγών δεν είναι ικανά να προκαλέσουν στεγανοποίηση της εθνικής αγοράς.
32.
Πάντοτε όσον αφορά την εφαρμογή του κριτηρίου της αναλογικότητας, το Magistrates Court υπέβαλε δύο συμπληρωματικά υποερωτήματα στο Δικαστήριο (στοιχεία δ' και ε' του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος). Με το πρώτο από αυτά το εθνικό δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο αν, κατά την εκτίμηση των αποτελεσμάτων της οικείας ρυθμίσεως, μπορεί να λάβει υπόψη του το σύνολο των περιοριστικών αποτελεσμάτων επί των ενδοκοινοτικών εισαγωγών ή μόνον τα περιοριστικά αποτελέσματα επί των εισαγομένων προϊόντων σε σχέση με τα εγχώρια προϊόντα. Στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το Δικαστήριο, στη νομολογία του, δεν περιορίζεται στο αν μία εθνική ρύθμιση δημιουργεί ή όχι διακρίσεις εις βάρος των εισαγομένων προϊόντων, αλλά λαμβάνει υπόψη όλα τα περιοριστικά αποτελέσματα της ρυθμίσεως επί των ενδοκοινοτικών συναλλαγών. Ακόμη και στις υποθέσεις στις οποίες είχε αποδειχθεί ότι η εθνική ρύθμιση εφαρμοζόταν αδιακρίτως στα εγχώρια και στα εισαγόμενα προϊόντα και στις οποίες το Δικαστήριο κατέληξε, εξάλλου, ότι ελλείπει οποιαδήποτε βούληση στεγανοποιήσεως των αγορών ή χειραγωγήσεως των εμπορικών ρευμάτων, χρησιμοποίησε ως κριτήριο για την εκτίμηση της αναλογικότητας το σύνολο των εμποδίων στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές ( 57 ).
Η νομολογία αυτή μου φαίνεται επίσης ότι δίδει απάντηση στο άλλο ερώτημα του Magistrates Court: ποια αγορά πρέπει να λαμβάνεται υπόψη πατά την εκτίμηση των περιοριστικών αποτελεσμάτων της εν λόγω ρυθμίσεως: του συνόλου των ενδοκοινοτικών συναλλαγών αγαθών και υπηρεσιών, του τομέα της δραστηριότητας στον οποίο κινείται η οικεία επιχείρηση, ή της ίδιας της επιχείρησης; Κατά την άποψη μου, η τελική απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να βασιστεί σε εμπειρικά, αναμφισβήτητα και όσο το δυνατό περισσότερο πλήρη στοιχεία, όσον αφορά τα πραγματικά αποτελέσματα της συγκεκριμένης ρυθμίσεως επί του συνόλου των ενδοκοινοτικών συναλλαγών. Είναι νομίζω αδύνατον να καθοριστούν σχετικά μία «κρίσιμη αγορά» σε έναν τομέα, συγκεκριμένα προϊόντα (σειράς) ή συγκεκριμένη επιχείρηση. Οποιαδήποτε άλλη απάντηση ενέχει εξάλλου τον κίνδυνο να θεωρηθεί μία ρύθμιση ως δυσανάλογη — και κατά συνέπεια ως αντίθετη στο κοινοτικό δίκαιο — για συγκεκριμένο βιομηχανικό τομέα, για συγκεκριμένο προϊόν ή ομάδα προϊόντων ή για συγκεκριμένη επιχείρηση, και όχι για τους λοιπούς τομείς, προϊόντα ή επιχειρήσεις.
Τα υπόλοιπα ερωτήματα
33.
Δεν είναι απαραίτητο να εξεταστεί το ερώτημα του Magistrates Court, με το οποίο ερωτάται αν η βρετανική ρύθμιση για την Κυριακή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 36 της Συνθήκης: Πράγματι, η ρύθμιση αυτή δεν δημιουργεί διακρίσεις και καλύπτεται από τον «rule of reason», που προβλέπεται στο άρθρο 30 της Συνθήκης. Ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η βρετανική ρύθμιση για την Κυριακή έχει εν μέρει ως σκοπό τη διαφύλαξη της δημοσίας υγείας διότι αφορά την ανάπαυση σημαντικής κατηγορίας του πληθυσμού (βλ. ανωτέρω σημείο 25) ( 58 ), αυτός ο δικαιολογητικός λόγος εξακολουθεί να επιτελεί, όσον αφορά τις εθνικές ρυθμίσεις που δεν δημιουργούν διακρίσεις, την ίδια λειτουργία με τις επιτακτικές ανάγκες στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ ( 59 ).
Εξάλλου, η εκτίμηση της αναλογικότητας, που πρέπει να γίνει στο πλαίσιο του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΟΚ, πραγματοποιείται κατά τον τρόπο που περιέγραψα ανωτέρω όσον αφορά το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Έχω ήδη, στο πλαίσιο άλλης υποθέσεως ( 60 ), απαντήσει στο τέταρτο και τελευταίο ερώτημα του Magistrates Court, που αφορά τη σημασία που πρέπει να δοθεί στο γεγονός ότι η βρετανική ρύθμιση για την Κυριακή προβλέπει αποκλίσεις. Ναι μεν δέχομαι ότι πρέπει να προσδιορίζεται αν μία εθνική ρύθμιση δικαιολογείται από πλευράς κοινοτικού δικαίου λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά της ρυθμίσεως αυτής και τη συγκεκριμένη εφαρμογή της, πλην όμως αιτιάσεις που στηρίζονται σε προβαλλόμενη άνιση ή ασυνεπή εφαρμογή της ρυθμίσεως εντός κράτους μέλους μπορούν χωρίς αμφιβολία να αποτελούν λόγο προσφυγής κατά το εθνικό δίκαιο, αλλ' όχι και κατά το κοινοτικό δίκαιο — εφόσον δεν υφίσταται ούτε αυθαίρετη διάκριση ούτε συγκεκαλυμμένος περιορισμός στις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών.
34.
Φθάνω έτσι στο τελευταίο ερώτημα, δηλαδή στο τελευταίο ερώτημα του High Court στην υπόθεση C-306/88. Το ερώτημα αυτό υποβλήθηκε για την περίπτωση που θα διαπιστωνόταν ότι η εν λόγω εθνική ρύθμιση είναι αντίθετη προς το άρθρο 30 της Συνθήκης, πράγμα που δεν δέχθηκα. Στην περίπτωση αυτή, η επιβαλλόμενη από το κοινοτικό δίκαιο απαγόρευση καλύπτει και την εφαρμογή της ρυθμίσεως στα εγχώρια προϊόντα; Κατά την άποψη του Rochdale Council, πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση: αν το Δικαστήριο αποφανθεί ότι η ρύθμιση για την Κυριακή είναι αντίθετη προς το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ και δεν δικαιολογείται ούτε βάσει του άρθρου 36, η ρύθμιση αυτή δεν μπορεί να εφαρμοστεί στα προϊόντα που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη. Η προσέγγιση αυτή δεν μπορεί, νομίζω, να εφαρμοστεί στην πράξη. Είναι ήδη δύσκολο να γίνει η διάκριση αυτή για εξατομικευμένα προϊόντα (παραδείγματος χάρη, πώς είναι δυνατό να αποδειχθεί ότι μία συγκεκριμένη ποικιλία φρούτων, που καλλιεργείται και στη Μεγάλη Βρετανία, έχει εισαχθεί ή όχι;), αλλά για τα σύνθετα προϊόντα — τις μηχανές, τα αυτοκίνητα κ.λπ. — η μέθοδος αυτή είναι εντελώς ανεφάρμοστη. Πρέπει εντούτοις να γίνει δεκτό ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν εφαρμόζεται σε καθαρά εσωτερικές καταστάσεις ( 61 ). Το ζήτημα σε ποιο μέτρο το εν μέρει ασυμβίβαστο της οικείας ρυθμίσεως με το κοινοτικό δίκαιο έχει επιπτώσεις στην καθολική ισχύ της εσωτερικής ρυθμίσεως στο εσωτερικό ενός κράτους μέλους είναι ζήτημα εθνικού δικαίου.
Συμπέρασμα
35.
Λαμανομένων υπόψη των προηγουμένων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στις υπό κρίση υποθέσεις:
Στην υπόθεση C-306/88:
«Η απαγορευτική διάταξη του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν εφαρμόζεται επί καταστάσεων καθαρώς εσωτερικής φύσεως ενός κράτους μέλους. Ο καθορισμός των επιπτώσεων του ασυμβιβάστου της κανονιστικής ρυθμίσεως με το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, όπως αυτός διαπιστώθηκε, επί της εφαρμογής της ρυθμίσεως στα εγχώρια προϊόντα αποτελεί ζήτημα εθνικού δικαίου».
Στην υπόθεση C-304/90:
«Νομοθετική ρύθμιση κράτους μέλους η οποία απαγορεύει τη λειτουργία των καταστημάτων την Κυριακή επιδιώκει θεμιτό σκοπό από πλευράς κοινοτικού δικαίου.»
Στις υποθέσεις C-304/90 και C-169/91:
«1)
Εναπόκειται καταρχήν στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει, βάσει των κριτηρίων που συνάγονται από τη νομολογία του Δικαστηρίου και/ή την απάντηση του Δικαστηρίου σε ερώτημα που του υποβλήθηκε προδικαστικώς, αν εθνική κανονιστική ρύθμιση ανταποκρίνεται στο κριτήριο της αναλογικότητας κατά το κοινοτικό δίκαιο. Ως προς το ζήτημα αυτό, το εθνικό δικαστήριο πρέπει ειδικότερα να εξετάσει αν, λαμβανομένων υπόψη των εσωτερικών χαρακτηριστικών της και της εφαρμογής της στην πράξη, η νομοθετική ρύθμιση είναι αντικειμενικώς αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού αυτού, ευνοεί δηλαδή τον επιδιωκόμενο σκοπό, ο δε νομοθέτης δεν έχει στη διάθεση του άλλο μέσο που να έχει την ίδια αποτελεσματικότητα και λιγότερο σημαντικές περιοριστικές συνέπειες επί του ενδοκοινοτικού εμπορίου. Εξάλλου, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να καθορίσει, στηριζόμενο σε αναμφισβήτητα πραγματικά στοιχεία, όσο το δυνατό πληρέστερα, αν οι περιορισμοί του ενδοκοινοτικού εμπορίου που συνεπάγεται η νομοθετική ρύθμιση είναι ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και δικαιολογημένη από πλευράς κοινοτικού δικαίου.
2)
Στο μέτρο που τα πραγματικά στοιχεία και οι νομοθετικές διατάξεις που κοινοποίησε στο Δικαστήριο το εθνικό δικαστήριο, στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, είναι επαρκή — δηλαδή όχι χωρίς τη διεξαγωγή αποδείξεων —, το Δικαστήριο μπορεί να εκτιμήσει το ίδιο την αναλογικότητα, οπότε εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο, εφόσον το Δικαστήριο αποφανθεί ότι η νομοθετική ρύθμιση στερείται αναλογικότητας, να διαπιστώσει το ασυμβίβαστο της εν λόγω ρυθμίσεως με το κοινοτικό δίκαιο και να προσδιορίσει τις συνέπειες κατά το εθνικό δίκαιο.»
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
( 1 ) Απόφαση τη; 23ης Νοεμβρίου 1989, C-145/88 (Συλλογή 1989, 0.3851).
( 2 ) Απόφαση τη; 28ης Φεβοουασίου 1991, 312/89 (Συλλογή 1991, σ. Ι-997).
( 3 ) Απόφαση τη; 28ης Ψεβοουαρίου 1991, C-332/89 (Συλλογή 1991, ο. Ι-1027).
( 4 ) Για τα τρία πρώτα ερωτήματα, βλ. την έκθεση ακροατηρίου.
( 5 ) Οι Wickes Building Supplies Lid, Great Mills (South) Ltd και Homebase Ltd υιοθέτησαν τις παρατηρήσεις που υπέβαλε η Payless DIY Ltd.
( 6 ) Σημείο 5 των προτάσεων, Συλλογή 1991, σ. Ι-1009.
( 7 ) Για μια συνοπτική παρουσίαση συγκριτικού δικαίου βλ., μεταξύ άλλων, Askham, T., Burke, T., και Ramsden, D.: EC Sunday Trading Rides, στο Current EC Legal Developments Series, Λονδίνο, Butterworths, 1990- βλ. επίσης: Commission CE, Measures taken in the field of Commerce by the Member States of the European Communities, Λουξεμβούργο, 1985.
( 8 ) Σημείο 5 των προτάσεων, Συλλογή 1991, σ. Ι-1009-1010
( 9 ) Αποφάσεις Conforama, οκέψη 13, και Marchandise, σκέψη 14, με την εντός παρενθέσεως προσθήκη.
( 10 ) Απόφαση Β & Q, σκέψη 17.
( 11 ) Απόφαση Β & Q, σκέψη 16.
( 12 ) Αποφάσεις Conforama, σκέψη 12, και Marchandise, σκέψη 13.
( 13 ) Aπόφαση της 11ης Ιουλίου 1974, 8/74, Dassonville (Συλλογή τόμος 1974, σ. 411, σχέψη 5). Η διατύπωση αυτή επαναλαμβάνεται σε πιο πρόσφατες αποφάσεις, μεταξύ άλλων στις αποφάσεις της 30ής Απριλίου 1991, C-239/90, Boscher (Συλλογή 1991, σ. I-2023, σχέψη 13) της 7ης Μαΐου 1991, C-287/90, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1991, σ. I-2233, σκέψη 16), και της 25ης Ιουλίου 1991, C-1/90 και C-176/90, Aragonesa de Publicidad (Συλλογή 1991, σ. I-4151, σκέψη 9).
( 14 ) Αποφάσεις της 5ης Απριλίου 1984, 177/82 και 178/82, Van de Haar (Συλλογή 1984, σ. 1797, σκέψη 13)- της 14ης Μαρτίου 1985, 269/83, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1985, σ. 837, σκέψη 10), και της 5ης Μαΐου 1986,103/84, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1986, σ. 1759, οκέψη 18).
( 15 ) Βλ. την απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1979, 120/78, Rewe-Zentral (Jurispr. 1979, σ. 649, σκέψη 8) περισσότερο πρόσφατα, βλ. μεταξύ άλλων τις αποφάσεις της 7ης Μαρτίου 1990, C-362/88, OB-Inno-BM (Συλλογή 1990, σ. I-667, σκέψη 10) της 12ης Δεκεμβρίου 1990, C-241/89, SARPP (Συλλογή 1990, σ. I-4695, σκέψη 31), και της 13ης Δεκεμβρίου 1990, C-238/89, Fall (Συλλογή 1990, σ. I-4827, σκέψη 12).
( 16 ) Πιο πρόσφατα ακόμα βλ. μεταξύ άλλων τις αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1988, 407/85, Drei Glocken (Συλλογή 1988, σ. 4233, οκέψη 10) της 16ης Μαΐου 1989, 382/87, Buci (Συλλογή 1989, σ. 1235, σκέψη 13) της 13ης Νοεμβρίου 1990, C-269/89, Bonfait (Συλλογή 1990, σ. I-4169, οκέψη 11) της 12ης Δεκεμβρίου 1990, SARPP, που προαναφέρθηκε, σκέψη 31, και της 13ης Δεκεμβρίου 1990, Pall που προαναφέρθηκε, σκέψη 12.
( 17 ) Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1982, 286/81 (Συλλογή 1982. σ. 4575, σκέψη 15) πιο πρόσφατα, ο κανόνας αυτός επιβεβαιώθηκε ρητώς στις αποφάσεις Buci (σκέψεις 7 και 8), GB-lnno-BM (σχέψη 7), SARPP (σκέψη 29), Boschcr (σκέψη 14) χαι Aragonesa (σκέψη 10) βλ. επίσης τις αποφάσεις της 21ης Μαρτίου 1991, C-369/88, Delattre, (Συλλογή 1991, σ. I-1487, σκέψη 50), και C-60/89, Monleil και Samanni (Συλλογή 1991, σ. I-1547, σκέψη 37).
( 18 ) Απόφαση της 14ης Ιουλίου 1981, 155/80, Oebel (Συλλογή 1981, σ. 1993, σκέψη 4), καθώς και σ. 1998, όπου η Γερμανική Κυβέρνηση εξηγεί αυτό τον δεύτερο σκοπό.
( 19 ) Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985, 60/84 και 61/84 (Συλλογή 1985, σ. 2605, σκέψη 23).
( 20 ) Απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1978, 15/78 (Συλλογή τόμος 1978, σ. 1971, σκέψη 5).
( 21 ) Αποφάσεις της 18ης Μαρτίου 1980, 52/79, (Συλλογή τόμος 1980, σ. 833, σκέψη 15), και της 26ης Απριλίου 1988, 352/85, Bond van Adverteerders (Συλλογή 1988, σ. 2085, σκέψη 38).
( 22 ) Απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1981, 279/80 (Συλλογή 1981, σ. 3305, σκέψεις 18 και 19).
( 23 ) Διάφορες αποφάσεις του Δικαστηρίου διασαφήνισαν εν τω μεταξύ την αρχή αυτή: αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1981, 75/81, Oebel, που προαναφέρθηκε της 31ης Μαρτίου 1982, 75/81, Blesgen (Συλλογή 1982, σ. 1211)- της 25ης Νοεμβρίου 1986, 148/85, Forest, (Συλλογή 1986, σ. 3449) της 7ης Μαρτίου 1990, C-69/88, Krantz (Συλλογή 1990, σ. I-583) της 11ης Ιουλίου 1990, C-23/89, Quietlynn (Συλλογή 1990, σ. I-3059), και της 7ης Μαΐου 1991, C-350/89, Steptonhurst (Συλλογή 1991, σ. I-2387).
( 24 ) Όσον αφορά την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, η ιδέα αυτή βρήκε πρόσφατα την έκφραση της στην απόφαση Grogan: η σχέση μεταξύ της διαδόσεως σε ένα κράτος μέλος μιας πληροφορίας σχετικά με ιατρική διακοπή κυήσεως που πραγματοποιήθηκε σε άλλο κράτος μέλος και της ίδιας της υπηρεσίας διακοπής της κυήσεως (παρεχομένης από πρόσωπο που είναι εντελώς ανεξάρτητο από αυτούς που διέδωσαν την πληροφορία και είναι υπήκοοι του πρώτου κράτους μέλους) θεωρήθηκε από το Δικαστήριο ως πάρα πολύ χαλαρή (too tenuous) για να μπορέσει να θεωρηθεί η απαγόρευση διαδόσεως πληροφοριών, που προβλέπει το Σύνταγμα του πρώτου κράτους μέλους, ως περιορισμός της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 59 της Συνθήκης (απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1991, C-159/90, Συλλογή 1991, σ. I-4685, σκέψη 24).
( 25 ) Αποφάσεις Cinéthèque, σκέψεις 21- Krantz, σκέψη 10, και Quietlynn, σκέψη 11.
( 26 ) Βλ., πρόσφατα, τις αποφάσεις Buet, GΒ-Inno ΒΜ, Boscher και Aragonesa de Publicidad, που προαναφέρθηκαν βλ. επίσης τις αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 1990, SARPP, που προαναφέρθηκε, σκέψη21 της 16ης Απριλίου 1991, C-347/89, Eurim-Pharm (Συλλογή 1991, σ. I-1747, σκέψεις 27 έως 35) της 20ής Ιουνίου 1991, C-39/90, Dentavit (Συλλογή 1991, α. I-3069, σκέψη 24), και της 4ης Ιουνίου 1992, C-13/91 και C-113/91, Debus (Συλλογή 1992, σ. I-3617, σκέψεις 24 και 25). Το ίδιο ισχύει σε άλλους τομείς του κοινοτικού δικαίου: βλ μεταξύ άλλων, πρόσφατα, όσον αφορά την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, την απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991, C-28S/89, Collcclieve Annlenncvoorzicning Gouda (Συλλογή 1991, σ. Ι-4007).
( 27 ) Αποφάσεις Β & Ο, τέλος της σκέψεως 14 Conforama, οκέψη 8, και Marchandise, σκέψη 9.
( 28 ) Αποφάσεις Β & Q, σκέψη 11 Conforama, σκέψη 9, και Marchandise, σκέψη 10.
( 29 ) Αποφάσεις Β & Q, σκέψη 12 Conforama, σκέψη 10, και Marchandise, σκέψη 11.
( 30 ) Αποφάσεις Β & Q, σκέψη 14 Conforama, σκέψη 11, και Marchandise, σκέψη 12.
( 31 ) Αποφάσεις Conforama, σκέψη 12, και Marchandise, σκέψη 13.
( 32 ) Αποφάσεις Conforama, σκέψη 6, και Marchandise, σκέψη 7.
( 33 ) Το Δικαστήριο έχει ήδη επανειλημμένα υπογραμμίσει ότι η ανάγκη να επιτευχθεί μία ορθή ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου απαιτεί να προσδιοριστεί το νομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να τοποθετηθεί η ερμηνεία που ζητείται (βλ. τις αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 1979, 244/78, Union laitière normande (Συλλογή τόμος 1979, σ. 307), και της 10ης Μαρτίου 1981, 36/80 και 71/80, Irish Creamery Milk Suppliers Association, Συλλογή 1981, o. 735, σκέψη 6).
( 34 ) Πρόκειται για πάγια νομολογία: βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 16ης Μαρτίου 1978, 104/77, Oehlschläger, Συλλογή τόμος 1978, σ. 277, σκέψη 4), και της 4ης Ιουλίου 1985, 167/84, Drünert, (Συλλογή 1985, σ. 2235, σκέψη 12).
( 35 ) Για το ζήτημα του αν θα έπρεπε να υπάρχει συνεννόηση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των εθνικών δικαστηρίων όταν ελλείπουν ορισμένα στοιχεία από το προδικαστικό ερώτημα, παραπέμπω στον Koopmans, Τ. «The Technique of the Preliminary Question —A Vieu from the Court of Justice», στο Article 177 EEC: Experiences and Problems, H. Schermemrs και λοιποί, Χάγη, TMC Asser Instituut, 1987, σ.327, 333: «It would be a great help if the Court of Justice could make contad with lhe referring court if it should discover that some elements of information are missing. Rules of procedure applicable to the national courts make it impossible, however, for most of them to reopen the case after having suspended it when they put their questions to the Court of Justice. In particular, national rules on litigation before civil and criminal
courts-----as oppesed to administrative courts or tribunals-are normally too strict to permit an exchange of information after the order for a reference has been made.»
( 36 ) Το γεγονός ότι το Δικαστήριο αναθέτει τακτικά στο εθνικό δικαστήριο την εφαρμογή του κριτηρίου της αναλογικότητας προκύπτει, μεταξύ άλλων, από τις πρόσφατες αποφάσεις της 21ης Σεπτεμβρίου 1989, 12/88, Schäfer (Συλλογή 1989, σ.2937, σκέψη 23), και της 4ης Οκτωβρίου 1991, C-367/89, Richardt (Συλλογή 1991, ο. Ι-4621, σκέψη 25).
( 37 ) Αποφάσεις Conforama σκέψη 11, και Marchandise, σκέψη 12.
( 38 ) Όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών, το Δικαστήριο θεωρεί, εδώ και ορισμένο καιρό, ως «επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος», που δικαιολογεί τον περιορισμό των ενδοκοινοτικών συναλλαγών, την προστασία των μισθωτών εργαζομένων, και αυτό για πρώτη φορά στην προαναφερθείσα απόφαση Webb, σκέψη 19 βλ. πρόσφατα τις αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 1991, Collective Antennevoorziening Gouda, προαναφερθείσα, σκέψη 14, και C-353/89, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 1991, ο. Ι-4069, σκέψη 18).
( 39 ) Έχει συμβεί το Δικαστήριο να μη περιμένει καν την καθιέρωση ενός σκοπού με διάταξη της Συνθήκης για να τον θεωρήσει «επιτακτική ανάγκη». Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι το Δικαστήριο είχε ήδη, αρκετό καιρό πριν τη θέση σε ισχύ της Ενιαίας Πράξεως, αναγνωρίσει την προστασία του περιβάλλοντος ως θεμελιώδη σκοπό της Κοινότητας: βλ. την απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1985, 240/83, ADBHU (Συλλογή 1985, σ. 531, σκέψη 13). Στην απόφαση Webb, που αναφέρθηκε στην προηγούμενη υποσημείωση, το Δικαστήριο είχε επίσης αναγνωρίσει την προστασία των εργαζομένων, τη φορά αυτή σε σχέση με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, ως «επιτακτική ανάγκη γενικού συμφέροντος» πολύ πριν τη θέση σε ισχύ της Ενιαίας Πράξεως.
( 40 ) Σκέψη 12.
( 41 ) Σκέψεις 13 και 14.
( 42 ) Σκέψη 19.
( 43 ) Βλ., όσον αφορά τη σχέση μεταξύ της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και μιας πολιτικής προωθήσεως μιας εθνικής γλώσσας ως εκφράσεως της εθνικής ταυτότητας και του εθνικού πολιτισμού, την απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 1989, C-379/87, Groener (Συλλογή 1989, σ. 3967).
( 44 ) Πράγματι, δεν αποκλείεται τέτοιες ρυθμίσεις να μπορούν να στηριχθούν σε λόγους «δημοσίας ηθικής, δημοσίας τάξεως (ή) προστασίας των εθνικών θησαυρών», που αναφέρονται στη διάταξη αυτή.
( 45 ) Βλ., όσον αφορά την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών (άρθρο 66 χαι 56 της Συνθήκης EOK), την απόφαση της 18ης Ιουνίου 1991, C-260/S9, ΕΡΤ (Συλλογή 1991, σ. I-2925, σκέψη 45). Όσον αγορά την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε εξάλλου με τις πρόσφατες αποφάσεις που αφορούν την ολλανδική Mediawet ότι, στο μέτρο που ο εν λόγιο νόμος συνδέεται με την προστασία της ελευθερίας εχφράοεως μέσω της διατηρήσεως μιας πολυφωνικής ραδιοτηλεοράσεως, μπορεί να αποτελεί επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος δικαιολογούντα περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών: αποφάσεις Collective Antennevoorziening Gouda, οκέψη 23, και Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, σκέψη 30.
( 46 ) Αυτή την τελευταία προσέγγιση φαίνεται να ακολουθεί η διάταξη του High Court of Justice, Chancery Division, στις υποθέσεις Stoke-on-Strent City Council κατά Β & Q και Norwich City Council κατά Β & Q plc, Weekly Law Reports, 1991, σ. 42.κκκκ
( 47 ) Απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 1985, 182/84 (Συλλογή 1985, σ. 3731).
( 48 ) Απόφαση Miro, σκέψη 14.
( 49 ) Οδηγία της Επιτροπής της 22ας Δεκεμβρίου 1969, που στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 33, παράγραφος 7, για την κατάργηση των μέτρων ιαοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς κατά την εισαγωγή που δεν ρυθμίζονται από άλλες διατάξεις θεσπισθείσες δυνάμει της Συνθήκης ΕΟΚ (PB 1970, L 13, σ. 29).
( 50 ) Απόφαση της 22ας Μαρτίου 1977, 74/76, Iannelli (Συλλογή τόμος 1977, ο. 143, σκέψη 13). Εξαλλου, η Επιτροπή θεωρούσε την οδηγία κυρίως ως κείμενο αναφοράς. 'Ετσι ο Λ. Mattem βεβαιώνει ότι «σκοπός την Επιτροπή; ήταν ακριβώς να δημιουργήσει μία «θεωρητική αναφορά» βασισμένη οτην πείρα της από τη μέχρι την ημερομηνία αυτί') έρευνα πολλών περιπτώσεων «μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος», ώστε να γνωρίσουν καλύτερα τα κράτη μέλη την έκταση των σχετικών υποχρεώσεων του» {Le Marché Unique Européen, Ses règles, son fonclionmc/it, Παρίσι, Jupiter, δεύτερη έκδοση, 1990, σ. 42).
( 51 ) Λυτό προκύπτει, μεταξύ άλλων, από τις αποφάσεις της 9ης Ιουνίου 1988, 56/87, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1988, σ. 2919, σκέψη 7), και της 19ης Μαρτίου 1991, C-249/88, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1991, σ. I-1275, τέλος της σκέψεως 7), όπου το Δικαστήριο αναφέρει ότι «αυτή η ερμηνεία του άρθρου 30 (δηλαδή αυτή που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχεία γ' έως ε', της οδηγίας 70/50) έχει επιβεβαιωθεί με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (...)».
( 52 ) Βλ., πρόσφατα, μεταξύ άλλων, την απόφαση της 14ης Ιανουαρίου, 63/86, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1988, σ. 29, οκέψη 14).
( 53 ) Στις σκέψεις 12 και 15.
( 54 ) Βλ. τη διατύπωση της αποφάσεως της 11ης Μαΐου 1989, 25/88, Wurmser (Συλλογή 1989, ο. 1105, σκέψη 13).
( 55 ) Το κριτήριο που αναφέρεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 70/50 συμπίπτει με αυτό το τελευταίο στοιχείο της εκτιμήσεως της αναγκαιότητας.
( 56 ) Δηλαδή πραγματοποιείται η εκτίμηση που αναφέρεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 70/50.
( 57 ) Βλ. ιδίως τις αποφάσεις Cinethèque, οκέψη 22, και Β & Ο, σκέψη 12.
( 58 ) Βλ. το σημείο 30 των προτάσεών μου επί της υποθέσως Β & Q (Συλλογή 1989, σ. 3881).
( 59 ) Βλ. την προαναφερθείσα απόφαση Aragonesa de Publicidad (υποσημείωση 13), σκέψη 13, καθώς και το σημείο 14 των προτάσεών μου επί της υποθέσεως αυτής.
( 60 ) Βλ. το σημείο 32 των προτάσεών μου επί της υποθέσεως Β & Q (Συλλογή 1989, σ. 3883) στην υπόθεση Β & Q ήταν ήδη σαφές ότι υπήρχαν σοβαρές αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητά της βρετανικής ρυθμίσεως για την Κυριακή: όπ.π., υποσημείωση 54.
( 61 ) Αυτό έχει βεβαιωθεί επανειλημμένα από το Δικαστήριο, ιδίως όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων (βλ., τελευταία, την απόφαση της 28η; Ιανουαρίου 1992, C-332/90, Steen, Συλλογή 1992, σ. Ι-341), το δικαίωμα εγακταστάσεως (βλ. μεταξύ άλλων την απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1990, C-54/88, C-91/88 και C-14/89, Nino, Συλλογή 1990, σ. Ι-3537) και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών (βλ., πρόσφατα, την απόφαση τη; 19ης Μαρτίου 1992, C-60/91, Balista Morais, Συλλογή 1992, σ. I-2085).
Full & Egal Universal Law Academy