ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
GIUSEPPE TESAURO
της 7ης Μαρτίου 1990 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι αικαατές,
1.
Η υπό κρίση αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, από το tribunal de commerce του Quimper αφορά την ερμηνεία του άρθρου 10 της οδηγίας 71/118/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 1971, περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των συναλλαγών νωπών κρεάτων πουλερικών ( 1 ).
2.
Περί της κοινοτικής νομοθεσίας. Η προαναφερθείσα οδηγία του Συμβουλίου, η οποία τροποποιήθηκε επανειλημμένα και κυρίως με την οδηγία 75/431 /ΕΟΚ του Συμβουλίου της 10ης Ιουλίου 1975 ( 2 ), περιλαμβάνει κανόνες αφορώντες τις υγειονομικής φύσεως πτυχές του εθνικού και ενδοκοινοτικού εμπορίου νωπών κρεάτων πουλερικών.
Το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας παρέχει, ειδικότερα, σε κάθε κράτος μέλος το δικαίωμα να απαγορεύει τη θέση σε κυκλοφορία στο έδαφος του νωπών κρεάτων πουλερικών που προέρχονται από άλλο κράτος μέλος εφόσον έχει διαπιστωθεί, κατά τον υγειονομικό έλεγχο που πραγματοποιήθηκε στη χώρα προορισμού, ότι τα κρέατα αυτά είναι ακατάλληλα προς βρώση.
Δυνάμει της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου, οι αποφάσεις περί απαγορεύσεως πρέπει να ανακοινώνονται στον αποστολέα ή τον εντολοδόχο του με μνεία της αιτιολογίας τους. Οσάκις υποβάλλεται σχετική αίτηση, η αιτιολογημένη απόφαση πρέπει να ανακοινώνεται αμελλητί στους ενδιαφερομένους εγγράφως και με μνεία των ενδίκων μέσων που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία καθώς και των τύπων και των προθεσμιών εντός των οποίων δύνανται αυτά να ασκούνται.
Όσον αφορά τις αποφάσεις που λαμβάνονται κατ' εφαρμογήν του άρθρου 9, παράγραφος 1, το επόμενο άρθρο 10 προβλέπει ότι κάθε κράτος μέλος παρέχει στον ενδιαφερόμενο αποστολέα το δικαίωμα να λαμβάνει τη γνώμη πραγματογνώμονα κτηνιάτρου έχοντος την ιθαγένεια κράτους μέλους διαφορετικού από αυτό της αποστολής ή του προορισμού. Προτού οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προορισμού λάβουν άλλα μέτρα, όπως η καταστροφή των κρεάτων, ο πραγματογνώμονας πρέπει να έχει τη δυνατότητα να καθορίσει αν πληρούνταν οι όροι του άρθρου 9, παράγραφος 1.
Δυνάμει του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 10, η Επιτροπή καταρτίζει, μετά από πρόταση των κρατών μελών, κατάλογο των πραγματογνωμόνων κτηνιάτρων στους οποίους δύναται να ανατίθεται η διατύπωση των γνωμών αυτών και καθορίζει, μετά από διαβουλεύσεις με τα κράτη μέλη, τις γενικές λεπτομέρειες εφαρμογής, ιδίως όσον αφορά τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται κατά τη διατύπωση των γνωμών αυτών.
3.
Τα πραγματικά περιστατικά. Τον Μάιο του 1987η εταιρία Doux συνήψε με την εταιρία Alimenta σύμβαση σχετικά με την προμήθεια ορισμένης ποσότητας πουλερικών.
Το εμπόρευμα, το οποίο φορτώθηκε στη Γαλλία, κατασχέθηκε κατά την άφιξη του στον Πειραιά, ως ακατάλληλο προς βρώση από τον εκπρόσωπο των ελληνικών κτηνιατρικών υπηρεσιών. Στη συνέχεια, η απόφαση αυτή επικυρώθηκε από δυό επιτροπές συγκείμενες, αντίστοιχα, από τρεις και πέντε πραγματογνώμονες κτηνιάτρους.
Ύστερα απ' αυτό, επιτράπηκε στην εταιρία Doux, σύμφωνα με το άρθρο 10 της οδηγίας 71/118, να ζητήσει τη γνώμη πραγματογνώμονα κτηνιάτρου εγγεγραμμένου στον ειδικώς καταρτισθέντα κατάλογο. Αφού προέβη στην εξέταση του εμπορεύματος, ο εν λόγω πραγματογνώμονας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ουδείς λόγος υφίστατο να μη θεωρηθεί το εμπόρευμα αυτό σύμφωνο προς τις προβλεπόμενες από την προαναφερθείσα οδηγία προδιαγραφές.
Εντούτοις, οι ελληνικές αρχές, προς τις οποίες ανακοινώθηκε η σχετική γνώμη, επικύρωσαν την ήδη διαταχθείσα κατάσχεση εμποδίζοντας έτσι τη διάθεση του εμπορεύματος στην αγορά.
Κατόπιν τούτου, η εταιρία Alimenta άσκησε αγωγή κατά της εταιρίας Doux ζητώντας την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη λόγω του ότι δεν της παραδόθηκε το εμπόρευμα. Κατά της αξιώσεως αυτής, η εναγομένη αντέτεινε ότι είχε εκπληρώσει στο ακέραιο τις υποχρεώσεις που της επέβαλε η σύμβαση πωλήσεως, υποστηρίζοντας, ειδικότερα, ότι η αναφερόμενη στο άρθρο 10 της εν λόγω οδηγίας γνώμη δεσμεύει τις εθνικές αρχές, οπότε δεν μπορούσε να της προσαφθεί ότι δεν είχε εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της.
Κρίνοντας ότι η επίλυση της διαφοράς εξηρτάτο από την ερμηνεία του άρθρου 10 της οδηγίας 71/118, το tribunal de commerce του Quimper αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικά με το ποιο νομικό αποτέλεσμα συνεπάγεται η γνώμη του διορισθέντος δυνάμει του προαναφερθέντος άρθρου πραγματογνώμονα κτηνιάτρου, κατά την οποία «there is no indication that the consignment mentioned above is not certified in conformity with Directive 71/118/EEC » (δεν προέκυψαν ενδείξεις ότι το προαναφερθέν εμπόρευμα δεν πληροί τους όρους της οδηγίας 71/118/ΕΟΚ), ενώ οι αρμόδιες ελληνικές αρχές είχαν αντίθετη γνώμη.
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, στην οποία και παραπέμπω, αναπτύσσονται λεπτομερώς οι σχετικοί κανόνες καθώς και τα γεγονότα που αποτέλεσαν την αιτία της διαφοράς που αποτελεί το αντικείμενο της υποθέσεως της κύριας δίκης.
4.
Θα ήθελα, ευθύς εξαρχής, να δηλώσω ότι, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζεται στις γραπτές παρατηρήσεις των διαδίκων της υποθέσεως της κύριας δίκης και της ελληνικής κυβερνήσεως, δεν προτίθεμαι να ασχοληθώ με το ζήτημα της ορθότητας των γνωμών που διατύπωσαν η ελληνική κτηνιατρική υπηρεσία και ο πραγματογνώμονας κτηνίατρος που ορίστηκε σύμφωνα με τη διάταξη της οποίας η ερμηνεία αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς.
Πράγματι, το Δικαστήριο, όταν καλείται να αποφανθεί δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δεν είναι αρμόδιο να εφαρμόσει τον κοινοτικό κανόνα σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά υποχρεούται να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο, βάσει των στοιχείων της δικογραφίας, τα στοιχεία ερμηνείας που του είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς ( 3 );
Εξάλλου, το ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου είναι σωστά και κατά γενικό τρόπο διατυπωμένο όσον αφορά το έννομο αποτέλεσμα της σχετικής γνώμης, ασχέτως της κατ' ουσίαν ορθότητας αυτής.
5.
Αντιθέτως, όσον αφορά το συγκεκριμένο πρόβλημα ερμηνείας που αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως, πρέπει, πρώτον, να τονιστεί ότι το άρθρο 9 της εν λόγω οδηγίας ρητώς επιφυλάσσει στα κράτη μέλη, υπό τον όρο της τηρήσεως ορισμένων διαδικαστικών κανόνων, το δικαίωμα να απαγορεύουν εντός του εδάφους τους τη θέση σε κυκλοφορία κρεάτων που κρίθηκαν ακατάλληλα προς βρώση.
Είναι επίσης αληθές ότι το άρθρο 10 της οδηγίας προβλέπει για τους εισαγωγείς το δικαίωμα να λαμβάνουν, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, τη γνώμη πραγματογνώμονα κτηνιάτρου. Ωστόσο, η διάταξη αυτή δεν ορίζει τίποτα όσον αφορά τη νομική ισχύ της γνώμης αυτής ούτε, εξάλλου, περιέχει κάποιο στοιχείο από το οποίο να μπορεί να προκύψει η υπεροχή της γνώμης αυτής έναντι των ενδεχομένων διαφορετικών εκτιμήσεων των εθνικών υγειονομικών αρχών.
Εξάλλου, πρέπει να θεωρηθεί ότι, στο πλαίσιο της προβλεπόμενης από το άρθρο 10 διαδικασίας, ο ρόλος της Επιτροπής περιορίζεται στην κατάρτιση του καταλόγου πραγματογνωμόνων κτηνιάτρων που προτείνουν τα κράτη μέλη και ότι ο πραγματογνώμονας του οποίου ζητείται η γνώμη επιλέγεται απευθείας από τον ενδιαφερόμενο επιχειρηματία ο οποίος φέρει και το βάρος των εξόδων της πραγματογνωμοσύνης.
Δεν νομίζω ότι η διατύπωση του άρθρου 10, παράγραφος 1, κατά το οποίο το οικείο κράτος μέλος ενεργεί κατά τρόπον ώστε ο πραγματογνώμονας να έχει τη δυνατότητα, πριν οι αρμόδιες αρχές λάβουν οποιοδήποτε άλλο μέτρο, όπως η καταστροφή των κρεάτων, να καθορίζει αν πληρούνται οι όροι του άρθρου 9, παράγραφος 1, αρκεί για να επιβεβαιώσει την ερμηνεία του κανόνα αυτού την οποία υποστηρίζει η ενάγουσα της κύριας δίκης.
Κατά τη γνώμη μου, με τη διατύπωση αυτή ο νομοθέτης απλώς θέλησε να διευκρινίσει ότι το οικείο κράτος μέλος πρέπει να επιτρέπει στον πραγματογνώμονα να διενεργεί τις αναγκαίες έρευνες και να καταλήγει όχι σε μια οριστική και αδιαμφισβήτητη αλήθεια αλλά στη δική του άποψη, και αυτό, ειδικότερα, στην περίπτωση που είναι ανάγκη να διαταχθεί κατόπιν η καταστροφή των κρεάτων.
Εξάλλου, νομίζω ότι είναι λογικό να θεωρηθεί ότι, αν ο νομοθέτης ήθελε να προσδώσει στην εν λόγω γνώμη την προβαλλόμενη δεσμευτικότητα, μια τόσο σημαντική πρόβλεψη θα έπρεπε να προκύπτει με πλήρη σαφήνεια από το ίδιο το κείμενο της οδηγίας.
Με άλλα λόγια, δεν νομίζω ότι στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για κενό νόμου που η ερμηνεία καλείται να πληρώσει. Αντιθέτως, αν ο νομοθέτης δεν διευκρίνισε ότι η αναφερόμενη στο άρθρο 10 γνώμη δεσμεύει τις εθνικές αρχές, αυτό οφείλεται απλώς στο γεγονός ότι δεν θέλησε να της προσδώσει ένα τέτοιο αποτέλεσμα.
Περαιτέρω, είναι σκόπιμο να υπομνηστεί ότι, αν ένα κράτος μέλος προέβαινε σε καταχρηστική ή εισάγουσα διακρίσεις χρήση του δικαιώματος απαγορεύσεως των εισαγωγών που της αναγνωρίζεται με το άρθρο 9 της οδηγίας, παρεμβάλλοντας έτσι αδικαιολόγητα εμπόδια στο εμπόριο, θα μπορούσαν εν πάση περιπτώσει να τύχουν εφαρμογής τα συνήθη μέτρα που προβλέπει η Συνθήκη και οι ίδιες οι εθνικές έννομες τάξεις. Ειδικότερα, η Επιτροπή θα μπορούσε να κινήσει την προβλεπόμενη στο άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ διαδικασία λόγω παραβάσεως και ο θιγόμενος επιχειρηματίας θα μπορούσε να προσφύγει στα εθνικά δικαστήρια επικαλούμενος, ενδεχομένως, την απευθείας εφαρμογή του άρθρου 30 της εν λόγω Συνθήκης.
6.
Ωστόσο, πριν ολοκληρώσω τις προτάσεις μου, θα ήθελα να δώσω μια απάντηση στον ισχυρισμό της εναγομένης της κύριας δίκης κατά τον οποίο ερμηνεία του κανόνα μη αναγνωρίζουσα τη δεσμευτικότητα της προβλεπόμενης στο άρθρο 10 γνώμης θα στερούσε από την εν λόγω διάταξη κάθε χρησιμότητα.
Κατά τη γνώμη μου, ο ισχυρισμός αυτός στερείται ερείσματος. Πράγματι, έστω και αν δεν δεσμεύει τις εθνικές αρχές, η γνώμη του πραγματογνώμονα εξακολουθεί να παρουσιάζει ενδιαφέρον από πολλές απόψεις. Πρώτον, η γνώμη αυτή — ακριβώς επειδή διατυπώνεται από πραγματογνώμονα που έχει ιθαγένεια διαφορετική από αυτήν των άμεσα ενδιαφερομένων και είναι ξένος προς τη διαφορά — μπορεί να ωθήσει τους διαδίκους στο να αναθεωρήσουν τις απόψεις τους, συντελώντας έτσι στην επίλυση της διαφοράς πριν αυτή φθάσει στα δικαστήρια εξάλλου, η αναφερθείσα γνώμη μπορεί, ασφαλώς, να αποτελέσει σημαντικό, έστω και όχι κατ' ανάγκην καθοριστικό, στοιχείο εκτιμήσεως για το εθνικό δικαστήριο που ενδεχομένως θα επιληφθεί. Τέλος, μπορεί να παράσχει στην Επιτροπή ορισμένης σπουδαιότητας στοιχεία όσον αφορά τον ενδεχομένως εισάγοντα διακρίσεις χαρακτήρα των ληφθέντων από τις εθνικές αρχές μέτρων, και τούτο προκειμένου αυτή να αποφασίσει την κίνηση της προβλεπόμενης στο άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ διαδικασίας λόγω παραβάσεως. 'Αλλωστε, το ενδεχόμενο αυτό έγινε πραγματικότητα στην υπό κρίση υπόθεση εφόσον, όπως η ίδια η Επιτροπή δήλωσε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, έκρινε, στηριζόμενη ειδικώς στα πορίσματα που κατέληξε ο πραγματογνώμονας, ότι τα ληφθέντα από τις ελληνικές αρχές μέτρα ήταν αδικαιολόγητα και απέστειλε στην κυβέρνηση της χώρας αυτής έγγραφο οχλήσεως και, στη συνέχεια, στις 28 Σεπτεμβρίου 1989, αιτιολογημένη γνώμη.
7.
Επομένως, για τους λόγους που προανέφερα, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα του tribunal de commerce του Quimper ως εξής:
« Το άρθρο 10 της οδηγίας 71/118/ΕΟΚ του Συμβουλίου πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η γνώμη που διατυπώνει ο προβλεπόμενος στη διάταξη αυτή πραγματογνώμονας κτηνίατρος δεν δεσμεύει τις εθνικές αρχές των κρατών μελών. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
( 1 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 116.
( 2 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 36.
( 3 ) Βλέπε απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985, Mutsch, σκέψη 6 ( 137/84, Συλλογή 1985, σ. 2681 ) και απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1977, Gesellschaft für Überseehandel, σκέψη 4(49/76, Race. 1977, σ. 41).
Full & Egal Universal Law Academy