ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
GIUSEPPE TESAURO
της 6ης Φεβρουαρίου 1990 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Ο εθνικός δικαστής — το Arbeidshof te Gent ( Βέλγιο ) — υποβάλλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο — πέραν του ότι με τη διατύπωση του επιδιώκεται μια απάντηση για την άμεση επίλυση της διαφοράς — άπτεται κατ' ουσίαν της ερμηνείας του άρθρου 46 του γνωστού κανονισμού 1408/71 ( 1 ), σχετικά με την εφαρμογή των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους εργαζομένους που διακινούνται εντός της Κοινότητας.
Ο Spits, ολλανδός υπήκοος, είχε εργαστεί επί ορισμένα έτη στο Βέλγιο και επί πολλά έτη στην Ολλανδία. Ειδικότερα, τα αποδεδειγμένα και, συνακόλουθα, έχοντα σημασία για τη βελγική νομοθεσία περί συντάξεων έτη εργασίας είναι τα έτη από το 1932 έως το 1938, εκ των οποίων τα δύο πρώτα έτη κατά τα οποία ο ενδιαφερόμενος δεν είχε ακόμη συμπληρώσει το εικοστό έτος της ηλικίας του' τα έχοντα σημασία για την ολλανδική νομοθεσία έτη είναι τα από το 1929 έως το 1979. Η υπαγωγή στα συστήματα αμφοτέρων των κρατών μελών συνεπάγεται εφαρμογή του κανονισμού 1408/71 και, για τους σκοπούς του υπολογισμού του ύψους των δύο παροχών, του άρθρου 46.
Το κείμενο της διατάξεως αυτής δεν είναι από τα σαφέστερα. Εν πάση περιπτώσει και όσον αφορά τη συγκεκριμένη περίπτωση, η διάταξη αυτή ορίζει με τις παραγράφους 1 και 2 ότι οι μέθοδοι υπολογισμού της παροχής σε κάθε κράτος μέλος εξαρτάται από το αν το εθνικό σύστημα επιτρέπει ή όχι τη γένεση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, χωρίς να απαιτείται κατ' ανάγκην η αναγωγή στα ποσά των ετών ασφαλιστικών εισφορών που έχουν σημασία για τα λοιπά κράτη μέλη.
Στη δεύτερη περίπτωση (άρθρο 46, παράγραφος 2), ο αντίστοιχος εθνικός φορέας πρέπει να υπολογίζει καταρχάς το « θεωρητικό » ύψος των παροχών [ άρθρο 46, παράγραφος 2, περίπτωση α ) ], το οποίο προσδιορίζεται σε συνάρτηση με το ποσό όλων των περιόδων εισφοράς του εργαζομένου στα αντίστοιχα κράτη μέλη, σα να είχαν συμπληρωθεί στο εν λόγω κράτος μέλος. Στη συνέχεια, πρέπει να υπολογίζεται το « πραγματικό » ύψος της παροχής, το οποίο συνίσταται σε ποσό που απηχεί, σε σχέση με το θεωρητικό, αναλογικά τη διάρκεια εισφορών στο συγκεκριμένο κράτος [άρθρο 46, παράγραφος 2, περίπτωση β ) ].
Στην πρώτη περίπτωση, αντίθετα, όταν δηλαδή το εθνικό σύστημα επιτρέπει τη γένεση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, χωρίς να προβλέπεται κατώτατος αριθμός ετών υπαγωγής στο ασφαλιστικό σύστημα και συνεπώς δεν είναι αναγκαία η άθροιση των « αλλοδαπών » περιόδων εισφοράς, πέραν του υπολογισμού του « θεωρητικού » και του « πραγματικού » ή « αναλογικού » ύψους του ποσού, κάθε φορέας οφείλει να προβαίνει και στον υπολογισμό ενός «αυτοτελούς» εθνικού ποσού, με βάση αποκλειστικά και μόνο τις « εθνικές » περιόδους εισφοράς ( άρθρο 46, παράγραφος 1 ). Η παροχή που θα πρέπει να εκκαθαριστεί τελικά αντιστοιχεί στο ευνοϊκότερο για τον ενδιαφερόμενο ποσό μεταξύ του « αυτοτελούς » και του ποσού « αναλογικού επιμερισμού », όπως ορίζει το άρθρο 46, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο.
Στην προκειμένη περίπτωση, δεν αμφισβητείται ότι ο βελγικός φορέας όφειλε να προβεί στον υπολογισμό τόσο του αυτοτελούς όσο και του ποσού αναλογικού επιμερισμού' επίσης, είναι σαφές ότι το αναλογικό ποσό αντιστοιχεί σε 5 έτη επί συνόλου 45 ( που είναι το ανώτατο όριο ετών που μπορούν να ληφθούν υπόψη). Το αντικείμενο της διαφοράς ενώπιον του αιτούντος δικαστή είναι το αυτοτελές ποσό, το οποίο, κατά τη βελγική διοίκηση, έπρεπε να αντιστοιχεί σε 5 έτη επί 45, ενώ κατά τον Spits ( όπως επίσης και κατά τον δικαστή πρώτου βαθμού, κατά της αποφάσεως του οποίου ασκήθηκε έφεση από τη διοίκηση ενώπιον του Arbeidshof te Gent ), έπρεπε να αντιστοιχεί σε 7 έτη επί 45 (από το 1932 έως το 1938), ήτοι το ποσό αυτό έπρεπε να ληφθεί υπόψη στο βαθμό που είναι ευνοϊκότερο. Με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η Επιτροπή τάχθηκε υπέρ της απόψεως του Spits.
Ο λόγος της διαφωνίας έγκειται στο γεγονός ότι, υπολογίζοντας το αυτοτελές ποσό, ο βελγικός οργανισμός ασφαλίσεως δεν είχε λάβει υπόψη τα δύο έτη που προηγήθηκαν εκείνα κατά τα οποία ο Spits συμπλήρωσε το εικοστό έτος της ηλικίας του και τα οποία, κατά την εθνική ρύθμιση, δεν λαμβάνονται υπόψη παρά μόνον όταν προορίζονται να συμπληρώσουν « μη πλήρη » περίοδο εισφορών, πράγμα που δεν συνέβαινε στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι στην περίπτωση του Spits το συνταξιοδοτικό του δικαίωμα είχε υπολογιστεί συνολικά, δηλαδή προσθέτοντας τις περιόδους που συμπλήρωσε στο Βέλγιο καθώς και εκείνες που συμπλήρωσε στις Κάτω Χώρες, ήτοι πέραν των πενήντα ετών.
Αντίθετα, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, για τον υπολογισμό του αυτοτελούς ποσού, ο εθνικός οργανισμός ασφαλίσεως δεν πρέπει να λαμβάνει υπόψη παρά τις περιόδους που συμπληρώθηκαν στο κράτος, με εξαίρεση τις περιόδους που συμπληρώθηκαν σε άλλα κράτη μέλη, ώστε να πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ακόμα και τα δύο έτη που προηγήθηκαν του εικοστού έτους της ηλικίας του ενδιαφερομένου. Συναφώς, η Επιτροπή ισχυρίζεται, ότι βάσει του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, για τον υπολογισμό του αυτοτελούς κατά το άρθρο 46, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού ποσού, δεν πρέπει να εφαρμόζονται οι εθνικές διατάξεις περί απαγορεύσεως των σωρεύσεων παροχών, ενώ η διάταξη αυτή ακριβώς είναι εκείνη που ώθησε τον βελγικό οργανισμό να αποκλείσει τα έτη 1932 και 1933 από τον υπολογισμό του αυτοτελούς ποσού.
Χωρίς να επεκταθώ στο σημείο αυτό, νομίζω ότι πρέπει να ταχθώ ανεπιφύλακτα με την ερμηνεία της Επιτροπής. Εξάλλου, ο ίδιος ο βελγικός οργανισμός, μετά τις διευκρινίσεις που περιλαμβάνουν οι γραπτές παρατηρήσεις της Επιτροπής, αναγνώρισε ρητώς κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι είχε υποπέσει σε πλάνη και τάχθηκε με την εκ μέρους της Επιτροπής ερμηνεία του άρθρου 46 και ειδικότερα μάλιστα επί του συγκεκριμένου σημείου του συνυπολογισμού των δύο αμφισβητουμένων ετών.
Υπό το φως των στοιχείων αυτών, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα του Arbeidshof:
« Το άρθρο 46, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1408/71 έχει την έννοια ότι ο εθνικός φορέας, ο οποίος εκκαθαρίζει τις συντάξεις, οφείλει να προβαίνει στον υπολογισμό της παροχής ανάλογα με τις ληπτέες υπόψη κατά το εθνικό δίκαιο περιόδους εισφορών, αποκλείοντας τις περιόδους εισφορών που συμπληρώθηκαν σε άλλα κράτη μέλη.»
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
( 1 ) Κανονισμός ( ΕΟΚ ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73 ).
Full & Egal Universal Law Academy