ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
WALTER VAN GERVEN
της 20ής Φεβρουαρίου 1990 ( *1 )
Κύριε πρόεάρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Με τα προδικαστικά ερωτήματα του Amtsgericht Bremerhaven το Δικαστήριο καλείται να διευκρινίσει ορισμένους κοινοτικούς κανόνες οι οποίοι καθορίζουν τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται για τον έλεγχο του μεγέθους των ματιών των χρησιμοποιουμένων στην αλιεία διχτύων.
Το γενικό πλαίσιο
2.
Τα πραγματικά περιστατικά που έδωσαν αφορμή για τη διαφορά της κύριας δίκης μπορούν να συνοψιστούν ως εξής. Στις 4 Ιουνίου 1987 τρεις υπάλληλοι των γερμανικών δημοσίων υπηρεσιών διενήργησαν έλεγχο, στη Βόρεια Θάλασσα, στο σκάφος του ολλανδού κυβερνήτη Jelle Hakvoort. Ο έλεγχος αφορούσε το μέγεθος των ματιών των διχτύων που βρίσκονταν επί του σκάφους. Αφού μέτρησαν επί του σκάφους το κάτω μέρος του διχτύου του αριστερού καταστρώματος, οι ελεγκτές έκριναν ότι τα μάτια του διχτύου είχαν διαστάσεις μικρότερες από το μέγεθος που προέβλεπε το κοινοτικό δίκαιο γι' αυτή την περιοχή της Βόρειας Θάλασσας, ήτοι 80 χιλιοστά. Ύστερα από τον έλεγχο αυτό κινήθηκε διοικητική διαδικασία κατά του Hakvoort, με αποτέλεσμα την επιβολή εις βάρος του προστίμου 22000 γερμανικών μάρκων ( DM ) από το Staatliche Fischereiamt ( κρατική υπηρεσία αλιείας) του Bremerhaven (στο εξής: Fischereiamt ) με απόφαση της 26ης Ιουνίου 1987. Το πλειστηρίασμα του δεσμευθέντος στις 4 Ιουνίου 1987 αλιεύματος (που ανήλθε σε 11600 DM ) κατασχέθηκε, όπως και το δίχτυ του αριστερού καταστρώματος του πλοίου.
Το ανακύπτον στη διαφορά της κύριας δίκης πρόβλημα, το οποίο οδήγησε το εθνικό δικαστήριο να υποβάλει στο Δικαστήριο ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα, είναι το αν η διαδικασία που οι ελεγκτές ακολούθησαν για τη μέτρηση του διχτύου ήταν νομότυπη.
3.
Προτού προχωρήσω περαιτέρω στην περιγραφή της διαφοράς, θα αφιερώσω λίγο χρόνο στην εφαρμοστέα κανονιστική ρύθμιση. Ο κανονισμός ( ΕΟΚ) 3094/86 του Συμβουλίου ( 1 ) προβλέπει ορισμένα τεχνικά μέτρα για την προστασία των θαλάσσιων βιολογικών πόρων, καθώς και για την ισόρροπη εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων. Ο τίτλος 1 του κανονισμού αυτού αναφέρεται στα δίχτυα και τις προϋποθέσεις για τη χρησιμοποίηση τους. Καθορίζει τα κατώτατα επιτρεπόμενα μεγέθη ματιών των διχτύων και απαγορεύει την κατοχή επί του πλοίου διχτύων με μάτια μεγέθους μικρότερου από το καθοριζόμενο ( άρθρο 2 του κανονισμού). Το άρθρο 3 του κανονισμού ορίζει ότι οι τεχνικοί κανόνες σχετικά με τον προσδιορισμό του μεγέθους των ματιών θεσπίζονται κατά τη διαδικασία των επιτροπών διαχειρίσεως.
Οι εν λόγω κανόνες για τον προσδιορισμό του μεγέθους των ματιών των διχτύων καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 2108/84 της Επιτροπής, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τον προσδιορισμό του μεγέθους των ματιών των διχτύων αλιείας ( 2 ). Ο κανονισμός αυτός περιλαμβάνει κανόνες αναφορικά με τους μετρητές που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό του μεγέθους των ματιών ( άρθρο 1 ), με τη χρήση των μετρητών αυτών (άρθρο 2), με την επιλογή των ματιών που πρέπει να μετρώνται (άρθρο 3), με τον προσδιορισμό του μεγέθους των ματιών του διχτύου ( άρθρα 4 και 5 ) και με τη διενέργεια ελέγχου (άρθρο 6). Επίκεντρο της διαφοράς είναι η εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 6. Οι κρίσιμες διατάξεις του άρθρου αυτού είναι οι ακόλουθες:
«1.
O ελεγκτής μετρά μια σειρά 20 ματιών ... εισάγοντας το μετρητή με το χέρι, χωρίς τη χρησιμοποίηση βάρους ή δυναμόμετρου.
...
Αν ο υπολογισμός του μεγέθους του ματιού δείχνει ότι αυτό δεν συμφωνεί με τους ισχύοντες κανονισμούς, τότε μετρώνται δύο επιπλέον σειρές 20 ματιών...
Το μέγεθος του ματιού υπολογίζεται πάλι... λαμβανομένων υπόψη των 60 ματιών που ήδη μετρήθηκαν. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2, ο αριθμός αυτός είναι το μέγεθος του ματιού του διχτύου.
2.
Αν ο κυβερνήτης του πλοίου αμφισβητεί το μέγεθος του ματιού που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1, το μέγεθος αυτό δεν λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό του μεγέθους του ματιού και το δίχτυ μετράται πάλι. Η νέα μέτρηση γίνεται με τη βοήθεια βάρους ή δυναμόμετρου προσαρτημένου στο μετρητή.
...
Όταν το μέγεθος του ματιού προσδιορίζεται... με τη βοήθεια βάρους ή δυναμόμετρου, μετράται μια σειρά 20 μόνο ματιών. »
4.
Στην πραγματικότητα ακολουθήθηκε η εξής διαδικασία κατά τον έλεγχο των διχτύων του Hakvoort ( οι διάδικοι είναι σύμφωνοι επί του σημείου αυτού). Οι ελεγκτές μέτρησαν με το χέρι μια πρώτη σειρά 20 ματιών. Καθώς το αποτέλεσμα της μετρήσεως αυτής έδειξε ότι τα μάτια του διχτύου ήταν υπέρ το δέον μικρά, οι ελεγκτές συνέχισαν τις μετρήσεις, όχι πλέον με το χέρι, αλλά προσαρμόζοντας ένα βάρος 5 χιλιόγραμμων στο μετρητή, με τον οποίο μέτρησαν μιαν άλλη σειρά 20 ματιών, αν και ο κυβερνήτης του πλοίου δεν είχε αμφισβητήσει τα αποτελέσματα της μετρήσεως με το χέρι ( 3 ). Η παράγραφος 2 του προαναφερθέντος άρθρου 6 ορίζει ότι μόνο όταν υπάρχει αμφισβήτηση δεν λαμβάνεται υπόψη το αποτέλεσμα της πρώτης μετρήσεως (τριών σειρών από 20 μάτια) και ότι γίνεται στη συνέχεια μέτρηση με τη βοήθεια βάρους ή δυναμόμετρου. Η μέτρηση με τη βοήθεια βάρους έδειξε επίσης ότι το μέγεθος των ματιών των διχτύων ήταν υπέρ το δέον μικρό. Τότε ο Hakvoort υποχρεώθηκε να καταπλεύσει στον λιμένα του Cuxhaven όπου μετρήθηκε, λίγες ώρες αργότερα, μια νέα σειρά 20 ματιών του διχτύου του αριστερού καταστρώματος με τη χρησιμοποίηση βάρους. Βάσει αυτής της νέας μετρήσεως, προέκυψε ότι ο μέσος όρος του μεγέθους των ματιών εξακολουθούσε να είναι υπέρ το δέον μικρός, αφού ανερχόταν μόνο σε 76 χιλιοστά.
5.
Ο Hakvoort υπέβαλε ένσταση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατά της κυρώσεως που του επέβαλε η Fischereiamt. Θεωρεί ότι η παράβαση η οποία του προσάπτεται δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί βάσει των μετρήσεων που πραγματοποίησαν οι ελεγκτές υπάλληλοι, διότι αυτοί δεν τήρησαν αυστηρά τη διαδικασία μετρήσεως την οποία ορίζει το άρθρο 6 του κανονισμού 2108/84. Το εθνικό δικαστήριο κλίνει προς την άποψη του Hakvoort, επιθυμεί όμως, προτού αποφανθεί, να εκδώσει το Δικαστήριο προδικαστική απόφαση επί τριών ερωτημάτων. Τα ερωτήματα αυτά μπορούν να συνοψισθούν ως εξής:
« 1)
Μπορεί το μέγεθος των ματιών ενός διχτύου να διαπιστωθεί μόνο με την αυστηρή κατά γράμμα τήρηση των διατάξεων του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2108/84;
2)
Είναι υποχρεωμένοι οι υπάλληλοι των κρατικών υπηρεσιών που διενεργούν τον έλεγχο να ακολουθούν τη σειρά των μεθόδων μετρήσεως που ορίζονται στο άρθρο 6 (αρχικά μέτρηση με το χέρι τριών σειρών από 20 μάτια· στη συνέχεια μέτρηση με τη βοήθεια βάρους ή δυναμόμετρου, μόνο όμως σε περίπτωση αμφισβητήσεως εκ μέρους του καπετάνιου του αποτελέσματος των πρώτων μετρήσεων);
3)
Αποτελεί η έννομη προστασία του κυβερνήτη του ελεγχόμενου πλοίου έναν από τους σκοπούς των διατάξεων του κανονισμού (ΕΟΚ) 2108/84;»
Με τα ερωτήματα αυτά (το πλήρες κείμενο των οποίων υπάρχει στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση ), το εθνικό δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστούν οι βάσει του κοινοτικού δικαίου επιπτώσεις έναντι του κυβερνήτη της μη τηρήσεως, από τους διενεργήσαντες τον έλεγχο υπαλλήλους, της διαδικασίας ελέγχου που ορίζει ο κανονισμός 2108/84. Οι παρατηρήσεις του Hakvoort υπογραμμίζουν τη σημασία της απαντήσεως στο ερώτημα αυτό: δεν υπάρχει ομοφωνία μεταξύ των υπηρεσιών διεξαγωγής ελέγχων ορισμένων ομόσπονδων κρατών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας όσον αφορά τον δεσμευτικό χαρακτήρα των εν λόγω διατάξεων. Επιπλέον, τα πρωτοβάθμια γερμανικά δικαστήρια δεν διακρίνουν μέχρι σήμερα μεταξύ των αποτελεσμάτων των μετρήσεων με το χέρι και των αποτελεσμάτων των μετρήσεων που γίνονται με τη βοήθεια βάρους, διότι θεωρούν και τα μεν και τα δε ως πραγματικά στοιχεία, η αποδεικτική ισχύς των οποίων μπορεί να εκτιμάται ελεύθερα από τα δικαστήρια.
Προτού εξετάσω τα προδικαστικά ερωτήματα αυτά καθαυτά, θα ήθελα να αφιερώσω λίγο χρόνο σε μία ένσταση την οποία προέβαλε το Staatsanwaltschaft της Βρέμης (στο εξής: Staatsanwaltschaft) στις παρατηρήσεις που κατέθεσε.
Η αρμοδιότητα
6.
Το Staatsanwaltschaft δέχεται ότι η Κοινότητα είναι αρμόδια να καθορίζει τα πραγματικά περιστατικά μιας παραβάσεως σε θέματα αλιείας. Εντούτοις αμφισβητεί τη δυνατότητα καθορισμού, με κανόνες του κοινοτικού δικαίου, της διαδικασίας που πρέπει να ακολουθείται για τη διαπίστωση των παραβάσεων των κανόνων περί της διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων (συμπεριλαμβανομένων των κανόνων περί του κατωτάτου επιτρεπομένου μεγέθους των ματιών ).
Η κανονιστική αρμοδιότητα της Κοινότητας σε συγκεκριμένο τομέα πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την έκταση της ευθύνης της στη διαμόρφωση μιας ιδιαίτερης πολιτικής στον τομέα αυτό. 'Οπως είναι γνωστό, η Κοινότητα έχει από το 1977 αποκλειστική αρμοδιότητα όσον αφορά τη διατήρηση των αλιευτικών πόρων. Εξάλλου το Δικαστήριο έχει κρίνει επ' αυτού ότι, ακόμα και σε περίπτωση αδράνειας του Συμβουλίου, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να ασκούν μονομερώς καμία κανονιστική αρμοδιότητα στον τομέα αυτό ( 4 ).
Από αυτό συνάγω ότι δεν υπάρχει καμία αρχή που να εμποδίζει τη θέσπιση, σε κοινοτικό επίπεδο, μιας ενιαίας διαδικασίας για τη διαπίστωση παραβάσεων όσον αφορά το μέγεθος των ματιών των διχτύων, όπως εξάλλου δέχθηκε το Συμβούλιο στο άρθρο 3 του κανονισμού 3094/86, με το οποίο αναθέτει στην Επιτροπή τη θέσπιση τεχνικών κανόνων για τον προσδιορισμό του μεγέθους των ματιών των διχτύων ( 5 ). Αφενός, η Κοινότητα έχει, όπως προανέφερα, πλήρη αρμοδιότητα στον τομέα της διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων και, επομένως, για θέματα εναρμονίσεως των εφαρμοστέων στον τομέα αυτό κανόνων. Αφετέρου, αυτή η πολιτική διατηρήσεως προϋποθέτει αναγκαστικά τη θέσπιση απαγορευτικών κανόνων και, συνεπώς, τον καθορισμό των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την παράβαση των κανόνων αυτών. Επομένως, προς εξασφάλιση ενιαίας εφαρμογής της κοινοτικής πολιτικής, η αρμοδιότητα αυτή προϋποθέτει επίσης τη δυνατότητα καθορισμού του τρόπου με τον οποίο πρέπει να γίνεται συγκεκριμένως η διαπίστωση μιας παραβάσεως, a fortiori όταν οι τεχνικές, βάσει των οποίων είναι δυνατή η διαπίστωση _της_παραβάσεως, μπορούν να καταλήξουν σε διιστάμενα αποτελέσματα.
7.
Όσον αφορά ειδικότερα τον κανονισμό 2108/84, το πρόβλημα της αποδείξεως της παραβάσεως είναι το εξής. Η διαπίστωση παραβάσεως των κανόνων περί του μεγέθους των ματιών είναι περίπλοκη, καθώς ο τύπος του χρησιμοποιούμενου μετρητή, η χρησιμοποίηση σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση του μετρητή αυτού και η επιλογή των ματιών προς μέτρηση έχουν μεγάλη σημασία ( βλέπε επίσης το σημείο 8 κατωτέρω). Τούτο σημαίνει ότι υφίσταται, εν προκειμένω, στενή σχέση μεταξύ των κανόνων που καθορίζουν τα πραγματικά περιστατικά της παραβάσεως και των κανόνων οι οποίοι διέπουν τη διαπίστωση της. Πιστεύω, επομένως, ότι η Κοινότητα έχει οπωσδήποτε αρμοδιότητα θεσπίσεως κανόνων όπως οι του κανονισμού 2108/84. Ορθά ανέφερε στις παρατηρήσεις του ο Hakvoort ότι σκοπός των διατάξεων του κανονισμού 2108/84 είναι να αποφεύγονται οι ανισότητες σε περιπτώσεις επιβολής κυρώσεων στους διοικούμενους κατά την εφαρμογή διισταμένων εθνικών κανόνων σχετικά με τις μετρήσεις αυτές. Αυτή η παρατήρηση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα σε περιπτώσεις δραστηριοτήτων όπως η θαλάσσια αλιεία, που ασκούνται κατ' εξοχήν πέραν των συνόρων.
Συνεπώς καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ο κανονισμός 2108/84 της Επιτροπής δεν εκδόθηκε καθ' υπέρβαση των αρμοδιοτήτων της Κοινότητας.
Εκφρασθείσες απόψεις επί των προδικαστικών ερωτημάτων
8.
Οι απαντήσεις στο πρώτο και το τρίτο ερώτημα δεν παρουσιάζουν καμία ιδιαίτερη δυσκολία. Από απλή ανάγνωση των εφαρμοστέων διατάξεων προκύπτει σαφώς ότι οι κανόνες περί ελέγχου, οι οποίοι αναφέρονται στον κανονισμό 2108/84, θέτουν σε εφαρμογή το άρθρο 3 του κανονισμού 3094/86, που επιτάσσει τη θέσπιση τεχνικών κανόνων για τον προσδιορισμό του μεγέθους των ματιών των διχτύων. Τόσο το γράμμα όσο και ο σκοπός του κανονισμού 2108/84 (στο προοίμιο του κανονισμού τονίζεται η σχέση που υφίσταται μεταξύ των κανόνων περί του καθορισμού του μεγέθους των ματιών και της διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων) δεν αφήνουν καμία αμφιβολία αναφορικά με το γεγονός ότι το μέγεθος των ματιών ενός διχτύου δεν μπορεί να προσδιορίζεται άλλως πως παρά μόνο σύμφωνα με τους κανόνες του κανονισμού αυτού. Πολύ ορθά η Επιτροπή σημειώνει στις παρατηρήσεις της τα πολλά και περίπλοκα προβλήματα που μπορούν να ανακύψουν κατά τη μέτρηση ενός διχτύου: μόνο τα μάτια που βρίσκονται σε σχετική απόσταση από την άκρη του διχτύου ή από νευρώσεις μπορούν να μετρώνται (άρθρο 3, παράγραφος 2). Τα μάτια που είναι μπαλωμένα ή σχισμένα ή φέρουν προσαρτήματα δεν μετρώνται (ibidem). Μετρώνται αποκλειστικά τα υγρά αλλά όχι τα παγωμένα δίχτυα ( άρθρο 3, παράγραφος 4). Οι κανόνες του άρθρου 6 του κανονισμού αυτού πρέπει επίσης να ερμηνεύονται με βάση το ίδιο πλαίσιο: η μέτρηση μιας σειράς ματιών έχει ως σκοπό τον υπολογισμό του μέσου μεγέθους τους, έτσι ώστε να αντισταθμίζονται κατά κάποιο τρόπο οι διαφορές μεταξύ τους. Πράγματι, ένα δίχτυ έχει στην πράξη πάντοτε περισσότερα από 1000 μάτια, από τα οποία μετράται μόνο ένα μικρό ποσοστό. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, όταν ο μέσος όρος της πρώτης σειράς των 20 ματιών είναι μικρότερος από το κατώτατο καθοριζόμενο όριο, ο νομοθέτης όρισε, προς το συμφέρον του κυβερνήτη του πλοίου στο οποίο διενεργείται έλεγχος, να συμπληρώνεται η μέτρηση αυτή με τη μέτρηση δύο επιπλέον σειρών 20 ματιών. Από όλα αυτά τα στοιχεία προκύπτει, κατά τη γνώμη μου, ότι, για τον προσδιορισμό του μεγέθους των ματιών ενός διχτύου, πρέπει να τηρούνται ( πιστά ) οι προαναφερθέντες κανόνες.
Καθώς λοιπόν η διαπίστωση του υπερβολικά μικρού μεγέθους των ματιών οδηγεί συνήθως στην άσκηση ποινικής διώξεως σε βάρος του κυβερνήτη του πλοίου ( 6 ), έπεται ότι οι περιλαμβανόμενοι στον κανονισμό 2108/84 κανόνες αναφορικά με τη διαπίστωση μιας τέτοιας παραβάσεως έχουν επίσης ως σκοπό την προστασία του κυβερνήτη. 'Οσον αφορά ειδικότερα τον κανόνα τον οποίο αμέλησαν να τηρήσουν οι ελεγκτές ( δηλαδή την προτεραιότητα της μετρήσεως με το χέρι), από το κείμενο του κανονισμού 2108/84 ( βλέπε σημείο 3 ανωτέρω) προκύπτει ότι η μέτρηση με τη βοήθεια βάρους ή δυναμόμετρου γίνεται μόνο εάν ο κυβερνήτης αμφισβητεί το αποτέλεσμα της μετρήσεως με το χέρι. Νομίζω ότι η διάταξη αυτή έχει τεθεί υπέρ του κυβερνήτη και αποσκοπεί στην επαλήθευση των αποτελεσμάτων της μετρήσεως με το χέρι, βάσει των οποίων στοιχειοθετείται η παράβαση, όταν ο κυβερνήτης τα αμφισβητεί.
9.
Θα εξετάσω τώρα το δεύτερο ερώτημα: μπορεί ο ελεγκτής υπάλληλος να παρεκκλίνει από τη σειρά που καθορίζει το άρθρο 6 του κανονισμού 2108/84, παραλείποντας τη μέτρηση με το χέρι και πραγματοποιώντας μόνο μέτρηση με τη βοήθεια βάρους ή δυναμόμετρου ή διακόπτοντας τη μέτρηση με το χέρι μετά την πρώτη σειρά 20 ματιών; Για την απάντηση στο ερώτημα αυτό θα μπορούσα να παραπέμψω επίσης στις παρατηρήσεις που ανέπτυξα στην προηγούμενη παράγραφο: αφού η διαπίστωση του υπερβολικά μικρού μεγέθους των ματιών του διχτύου καταλήγει συνήθως στην άσκηση ποινικής διώξεως κατά του κυβερνήτη και αφού σκοπός των κανόνων του κανονισμού 2108/84 είναι επίσης η προστασία του κυβερνήτη, ο ελεγκτής είναι υποχρεωμένος να τηρεί αυστηρά τη σειρά των μετρήσεων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 6 του κανονισμού. Προτιμώ όμως να διευκρινίσω περαιτέρω την άποψη μου, βασιζόμενος στον εμμέσως συναγόμενο σκοπό του άρθρου 6 του κανονισμού 2108/84, όπως τον περιέγραψε στις παρατηρήσεις της η Επιτροπή και τον εξήγησε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
Η μέτρηση με το χέρι περιλαμβάνει πάντοτε ένα παράγοντα αβεβαιότητας, διότι ο μετρητής εισάγεται με το χέρι στο άνοιγμα του ματιού μέχρις ότου σταματήσει εξαιτίας της αντιστάσεως του ματιού στο επίπεδο των δύο πλαγίων πλευρών (βλέπε άρθρο 2, παράγραφος 3, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 του κανονισμού 2108/84). Η εισαγωγή του μετρητή πρέπει να γίνει για μια σειρά 20 ματιών, τα οποία συνήθως διαφέρουν μεταξύ τους. Η αβεβαιότητα αυτή, όσον αφορά την ακριβή ένταση της ασκούμενης δύναμης από το χέρι του ελεγκτή, μπορεί να αποτραπεί εισάγοντας τον μετρητή στο μάτι με τη βοήθεια βάρους ή δυναμόμετρου. Η Επιτροπή σημειώνει στις παρατηρήσεις της ότι δεν δόθηκε προτεραιότητα στη χρήση αυτής της μεθόδου, διότι είναι πολύ πιο περίπλοκη και, συνεπώς, απαιτεί πολύ περισσότερο χρόνο. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο αποφασίστηκε να εφαρμόζεται η μέθοδος αυτή μόνον όταν ο κυβερνήτης του πλοίου αμφισβητεί τα αποτελέσματα της μετρήσεως με το χέρι ( η οποία γίνεται σε τρεις σειρές από 20 μάτια). Επιπλέον, η μέτρηση με τη βοήθεια βάρους ή δυναμόμετρου είναι δύσκολο να γίνει πάνω σε πλοίο εν πλω στην ανοικτή θάλασσα, πράγμα το οποίο, υπό τέτοιες συνθήκες, δεν την καθιστά κατ' ανάγκην ακριβέστερη από τη μέτρηση με το χέρι. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα της Staatsanwaltschaft, ότι ο κυβερνήτης δεν μπορούσε να διαμαρτυρηθεί όταν διακόπηκε ή δεν πραγματοποιήθηκε η μέτρηση με το χέρι επειδή η χρήση βάρους ή δυναμόμετρου για τη διενέργεια της μετρήσεως ευνοεί πάντοτε τον κυβερνήτη, δηλαδή ότι του εξασφαλίζει μεγαλύτερη βεβαιότητα. Αν αντιλαμβάνομαι ορθά, η χρήση βάρους ή δυναμόμετρου εξασφαλίζει μεγαλύτερη βεβαιότητα μόνον όταν η μέθοδος αυτή εφαρμόζεται αφού το πλοίο καταπλεύσει σε λιμάνι, πράγμα το οποίο συνέβη στην υπό κρίση υπόθεση (βλέπε, σημείο 4 ανωτέρω), χωρίς όμως να το επιτάσσει ο κανονισμός 2108/84, διότι αυτό θα απαιτούσε προφανώς ακόμα περισσότερο χρόνο.
Από την προηγούμενη περιγραφή προκύπτει ότι η μέτρηση με τη βοήθεια βάρους ή δυναμόμετρου ( που διενεργείται, όταν χρειάζεται, εν πλω και η οποία, επομένως, δεν είναι κατ' ανάγκην ακριβέστερη ) πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελεί επαλήθευση των αποτελεσμάτων της μετρήσεως με το χέρι. Πράγματι, μόνον όταν ο κυβερνήτης αμφισβητεί το αποτέλεσμα της μετρήσεως με το χέρι επαναλαμβάνεται η διαδικασία μετρήσεως, αυτή τη φορά με τη βοήθεια βάρους ή δυναμόμετρου, το αποτέλεσμα δε που προκύπτει εντεύθεν υποκαθιστά το πρώτο αποτέλεσμα. Τούτο σημαίνει, κατά την άποψη μου, ότι, όταν από τη μέτρηση με το χέρι μιας πρώτης σειράς 20 ματιών πιθανολογείται παράβαση, αυτή η μέτρηση πρέπει να συνεχίζεται. Στην αντίθετη περίπτωση θα μπορούσε να συμβεί το ενδεχόμενο ο κυβερνήτης, βάσει μη πλήρων στοιχείων και επομένως μη γνωρίζοντας αρκετά την κατάσταση, να μην αξιώσει περαιτέρω μέτρηση, η οποία, εάν είχε γίνει, θα μπορούσε να έχει ευνοϊκότερο αποτέλεσμα γι' αυτόν.
10.
Συνεπώς καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ο ελεγκτής είναι υποχρεωμένος να διενεργεί τον έλεγχο του μεγέθους των ματιών του διχτύου τηρώντας αυστηρά τη διαδικασία του άρθρου 6 του κανονισμού 2108/84. Με άλλα λόγια οφείλει να μετρήσει σ' ένα πρώτο στάδιο με το χέρι μια σειρά 20 ματιών. Εάν από αυτή την , πρώτη μέτρηση προκύπτει ότι το δίχτυ είναι υπερβολικά μικρό, οφείλει, σ' ένα δεύτερο στάδιο, να μετρήσει με το χέρι άλλες δύο σειρές 20 ματιών. Μόνον οσάκις ο κυβερνήτης αμφισβητεί το αποτέλεσμα της μετρήσεως που έγινε με τον τρόπο αυτό, η μέτρηση αυτή δεν λαμβάνεται υπόψη, το δε μέγεθος των ματιών του διχτύου καθορίζεται, σ' ένα τρίτο στάδιο, με μέτρηση μιας σειράς 20 ματιών με τη βοήθεια βάρους ή δυναμόμετρου.
Το γεγονός ότι, όπως συνέβη στην υπό κρίση υπόθεση, το αποτέλεσμα της μετρήσεως που έγινε με τη βοήθεια βάρους ή δυναμόμετρου επαληθεύθηκε αργότερα με νέα μέτρηση στο λιμάνι δεν επηρεάζει καθόλου τον υποχρεωτικό χαρακτήρα της διαδικασίας. Πράγματι, η μέτρηση που έγινε στο λιμάνι δεν περιλαμβάνεται στη διαδικασία η οποία καθορίζεται από τον κανονισμό, οπότε τα στοιχεία που προκύπτουν από αυτήν δεν μπορούν να έχουν δυσμενή αποτελέσματα σε βάρος του κυβερνήτη, διότι αυτά τα στοιχεία μπορούν να έχουν αποδεικτική ισχύ μόνον όταν έχει τηρηθεί η καθοριζόμενη διαδικασία.
Συμπέρασμα
11.
Προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που του υπέβαλε το Amtsgericht Bremerhaven ως εξής:
« 1)
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ) 3094/86 έχει την έννοια ότι μέγεθος ματιού κατά τη έννοια της διατάξεως αυτής είναι μόνο το μέγεθος που διαπιστώνεται με αυστηρή τήρηση της διαδικασίας προσδιορισμού που προβλέπει ο κανονισμός ( ΕΟΚ) 2108/84.
2)
Οι διατάξεις του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2108/84 και ειδικότερα το άρθρο 6 έχουν επίσης ως σκοπό τη νομική προστασία του κυβερνήτη στου οποίου το πλοίο διενεργείται ο έλεγχος.
3)
Όταν διενεργεί έλεγχο του μεγέθους των ματιών ενός διχτύου κατ' εφαρμογήν του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3094/86, ο ελεγκτής οφείλει w τηρεί αυστηρά τη σειρά των μετρήσεων που ορίζει το άρθρο του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2108/84. Αυτό σημαίνει ότι το μέγεθος των ματιών ενός διχτύου πρέπει να προσδιορίζεται αρχικά με μέτρηση με το χέρι 20 ή, ενδεχομένως, 60 ματιών, καθώς και ότι η μέτρηση με τη βοήθεια βάρους ή δυναμόμετρου μπορεί (και πρέπει) να γίνεται μόνον οσάκις έχει γίνει πλήρως η μέτρηση με το χέρι και ο κυβερνήτης αμφισβητεί το αποτέλεσμα της μετρήσεως με το χέρι. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
( 1 ) Κανονισμός της 7ης Οκτωβρίου 1986 για τη θέσπιση ορισμένων τεχνικών μέτρων διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων ( ΕΕ L 288, σ. 1 ).
( 2 ) Κανονισμός της 23ης Ιουλίου 1984 ( ΕΕ L 194, σ. 22). Τυπική βάση του κανονισμού αυτού αποτελεί το άρθρο 6 του κανονισμού ( ΕΟΚ) 171/83 του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί ορισμένων προσωρινών τεχνικών μέτρων διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων (ΕΕ L 24, σ. 14). Ο κανονισμός 171/83 καταργήθηκε με το άρθρο 16 του κανονισμού 3094/86, αυτό δε το άρθρο ορίζει ότι οι αναφορές στον κανονισμό 171/83 πρέπει να θεωρούνται ότι παραπέμπουν στον κανονισμό 3094/86. Το κείμενο του άρθρου 6 του κανονισμού 171/83 επαναλαμβάνεται στο άρθρο 3 του κανονισμού 3094/86.
( 3 ) Στη Διάταξη περί της παραπομπής αναφέρεται: « Der Kapitän ... hatte einer Handmessung nicht widersprochen » ( « ο κυβερνήτης του πλοίου ... δεν είχε προβάλει αντιρρήσεις για τη μέτρηση με το χέρι»), Ο εκπρόσωπος του Hakvoort διευκρίνισε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι η φράση αυτή σημαίνει ότι ό Hakvoort δεν αμφισβήτησε τα αποτελέσματα της μετρήσεως με το χέρι.
( 4 ) Βλέπε απόφαση της 14ης Ιουλίου 1976, Kramer, σκέψη 41 (3/76, 4/76 και 6/76, Jurispr. 1976, σ. 1279), καθώς και την απόφαση της 5ης Μαΐου 1981, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκέψεις 17 έως 20 (804/79, Jurispr. 1981, σ. 1045).
( 5 ) 0 εκπρόσωπος του Hakvoort ανέφερε, κατά τα λοιπά, στην επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι οι παλαιότεροι γερμανικοί κανόνες περί καθορισμού της διαδικασίας μετρήσεως που έπρεπε να ακολουθείται για τον προσδιορισμό του μεγέθους των ματιών καταργήθηκαν το 1978 (η μεταβατική περίοδος για την έναρξη της ισχύος της αποκλειστικής αρμοδιότητας της Κοινότητας επί ζητημάτων διατηρήσεως των θαλάσσιων βιολογικών πόρων, η οποία αναφερόταν στο άρθρο 102 της πράξεως προσχωρήσεως του 1972, έληξε την 1η Ιανουαρίου 1979).
( 6 ) Πράγματι τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα, δυνάμει του άρθρου Ι του κανονισμού (ΕΟΚ.) 2441/87 του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 1987 ( ΕΕ L 207, σ. 1 ), να ελέγχουν αποτελεσματικά την τήρηση των τεχνικών μέτρων διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων και να επιβάλλουν κυρώσεις για τις παραβιάσεις των κανόνων αυτών, είτε διοικητικές είτε ποινικές. Αναφορικά με την τήρηση αυτής της υποχρεώσεως εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου η υπόθεση C-64/88, Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας.
Full & Egal Universal Law Academy