Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων - Πρωτόκολλο περί του εσωτερικού γερμανικού εμπορίου - Εμπορεύματα καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας που εισήχθησαν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υπό το ειδικό καθεστώς που καθιερώνει το πρωτόκολλο - Επανεξαγωγή προς άλλα κράτη μέλη - Περιοριστικά μέτρα εκδιδόμενα από τα κράτη αυτά δυνάμει του πρωτοκόλλου - Επιτρέπονται - Εκταση και προϋποθέσεις
(Συνθήκη ΕΟΚ, πρωτόκολλο περί του εσωτερικού γερμανικού εμπορίου)
Περίληψη
Το πρωτόκολλο περί του εσωτερικού γερμανικού εμπορίου και των συναφών προβλημάτων, που έχει προσαρτηθεί στη Συνθήκη ΕΟΚ, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν μέτρα που θα είχαν ως αποτέλεσμα να εμποδίσουν τελείως, νομικώς ή πραγματικώς, την είσοδο στο έδαφός τους προϊόντων προελεύσεως Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας αλλά καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, πλην της εξαιρετικής περιπτώσεως κατά την οποία απειλείται η οικονομία ενός κράτους μέλους στο σύνολό της από τις επανεξαγωγές από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προϊόντων καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
Αντίθετα, το πρωτόκολλο δεν αντίκειται στη θέσπιση από τα κράτη μέλη ρυθμίσεως περί προηγουμένης αδείας, ακόμη και αν η ρύθμιση αυτή έχει γενικό χαρακτήρα, υπό την προϋπόθεση ότι είναι πράγματι το μόνο μέσον κατάλληλης αντιμετωπίσεως των διαταραχών που μπορεί να προκύψουν από το εσωτερικό γερμανικό εμπόριο για τις οικονομίες των άλλων κρατών μελών.
Σε μια τέτοια ρύθμιση η άδεια εισαγωγής δεν πρέπει να εμφανίζεται ως αυθαίρετη, αλλά η συνέχεια που δίνεται σε κάθε αίτηση θα πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την πραγματική επίπτωση που μπορεί να έχει η συγκεκριμένη εισαγωγή στον οικείο οικονομικό τομέα.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 12/88,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του College van Beroep voor het Bedrijfsleven της Χάγης προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Schaefer Shor BV, με έδρα το Αrnhem,
και
Μinister van Economische Zaken, Χάγη,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς το αν συμβιβάζεται με την παράγραφο 3 του πρωτοκόλλου περί του εσωτερικού γερμανικού εμπορίου και των συναφών προβλημάτων, της 25ης Μαρτίου 1957, που έχει προσαρτηθεί στη Συνθήκη ΕΟΚ, ένας "κανόνας συμπεριφοράς" που υιοθέτησαν τα κράτη μέλη, και ο οποίος απαγορεύει την χωρίς άδεια εισαγωγή στα κράτη αυτά εμπορευμάτων καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, που προέρχονται όμως από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας όπου είχαν προηγουμένως εισαχθεί,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Ο. Due, πρόεδρο, Τ. Κoopmans, R. Joliet, T. F. O' Higgins και F. Grevisse, προέδρους τμήματος, Sir Gordon Slynn, G. F. Mancini, F. A. Schockweiler, J. C. Moitinho de Almeida, G. C. Rodriguez Iglesias και Μ. Diez de Velasco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: Η. Α. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η βελγική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Α. Reyn, διευθυντή των ευρωπαϊκών υποθέσεων στο Υπουργείο Εξωτερικών, Εξωτερικού Εμπορίου και Συνεργασίας με τις Αναπτυσσόμενες Χώρες,
- η ολλανδική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Η. J. Ηeinemann, βοηθό γενικό γραμματέα στο Υπουργείο Εξωτερικών, και τον Α. Fierstra,
- η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τον Μ. Seidel, Ministerialrat στο ομοσπονδιακό Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, επικουρούμενο από τον J. Sedemund,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον R. Βarents, μέλος της νομικής της υπηρεσίας,
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 17ης Μαΐου 1989,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 22ας Ιουνίου 1989,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 8ης Ιανουαρίου 1988, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 14 Ιανουαρίου 1988, το College van Beroep voor het Bedrijfslenen υπέβαλε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία της παραγράφου 3 του πρωτοκόλλου περί του εσωτερικού γερμανικού εμπορίου και των συναφών προβλημάτων, της 25ης Μαρτίου 1957, που έχει προσαρτηθεί στη Συνθήκη ΕΟΚ.
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς που υφίσταται μεταξύ της εταιρείας Schaefer Shop BV, με έδρα το Αrnhem (Κάτω Χώρες) και του Μinister van Economische Zaken (Υπουργού Εθνικής Οικονομίας των Κάτω Χωρών) συνεπεία της απορρίψεως από τον Υπουργό αιτήσεως αδείας εισαγωγής από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ειδών γραφείου που προορίζονταν για δώρα σε πελάτες και προέρχονταν από την Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας.
3 Η προσβαλλόμενη αρνητική απόφαση στηρίζεται στις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 1 της Vrijstellingsbeschikking niet-landbouwgoederen EG 1981 (κανονιστικής αποφάσεως του 1981 περί απαλλαγής από δασμούς των μη γεωργικών εμπορευμάτων που προέρχονται από την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα) σε συνδυασμό με την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του Ιnvoerbesluit landen 1981 (αποφάσεως του 1981 περί των εισαγωγών από ορισμένες χώρες), από τις οποίες προκύπτει ότι για την εισαγωγή εμπορευμάτων που προέρχονται από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας απαιτείται υπουργική άδεια, ακόμη και όταν τα εμπορεύματα αυτά έχουν εξαχθεί προηγουμένως από τη Λαϊκή Δημοκρατία στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
4 Οι εν λόγω διατάξεις αποτελούν την εφαρμογή από το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ενός "κανόνα συμπεριφοράς" που υιοθέτησαν τα τρία κράτη της Βenelux το 1975 βάσει της παραγράφου 3 του πρωτοκόλλου περί του εσωτερικού γερμανικού εμπορίου, σύμφωνα με τον οποίο "πρέπει να απορρίπτεται κάθε αίτηση χορηγήσεως άδειας για εισαγωγή εμπορευμάτων καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας που προέρχονται από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας όπου βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία". Οι αρμόδιες υπηρεσίες μπορούν, εντούτοις "να χορηγούν άδειες όταν θεωρούν ότι η άρνηση χορηγήσεως της αδείας δεν θα ήταν εύλογη από απόψεως χρηστής διοικήσεως".
5 Το εθνικό δικαστήριο, αμφιβάλλοντας αν μια τέτοια ρύθμιση συμβιβάζεται με τις διατάξεις του πρωτοκόλλου περί του εσωτερικού γερμανικού εμπορίου, υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
"πρέπει η παράγραφος 3 του προσαρτημένου στη Συνθήκη ΕΟΚ πρωτοκόλλου, περί του εσωτερικού γερμανικού εμπορίου και των συναφών προβλημάτων, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι συμβιβάζεται με αυτήν κανόνας συμπεριφοράς κράτους μέλους ή ομάδας κρατών μελών, σύμφωνα με τον οποίο δεν χορηγείται στην πραγματικότητα - συνεπεία της απαγορεύσεως εισαγωγής χωρίς άδεια σ' αυτό το κράτος μέλος ή σ' αυτή την ομάδα κρατών μελών προϊόντων καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας που έχουν τεθεί στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας - καμιά άδεια εκτός για προϊόντα μικρής αξίας και μη εμπορικού χαρακτήρα;"
6 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
7 Το πρωτόκολλο περί του εσωτερικού γερμανικού εμπορίου έχει ως σκοπό να ληφθούν υπόψη οι "συνθήκες που υφίστανται σήμερα λόγω διαιρέσεως της Γερμανίας". Στην παράγραφο 1 προβλέπεται ότι οι συναλλαγές μεταξύ των γερμανικών εδαφών, στα οποία ισχύει ο θεμελιώδης νόμος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και αυτών στα οποία ο θεμελιώδης νόμος δεν ισχύει, εξακολουθούν να διέπονται από τους κανόνες που ίσχυαν όταν υπεγράφη το πρωτόκολλο, δεδομένου ότι αποτελούν μέρος του εσωτερικού γερμανικού εμπορίου.
8 Για να αντιμετωπισθούν τα προβλήματα που μπορεί να προκύψουν απ' αυτό το ιδιαίτερο καθεστώς, το άρθρο 2 του πρωτοκόλλου προβλέπει, αφενός, ότι τα κράτη μέλη πρέπει να πληροφορούν τα άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή για τις συμφωνίες που αφορούν τις συναλλαγές με τα γερμανικά εδάφη στα οποία δεν ισχύει ο θεμελιώδης νόμος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, καθώς και για τις "εκτελεστικές διατάξεις" των συμφωνιών αυτών, αφετέρου, ότι πρέπει να φροντίζουν, ώστε η εκτέλεση αυτή να μην αντιβαίνει στις αρχές της κοινής αγοράς και να λαμβάνουν τα "κατάλληλα μέτρα για να αποφευχθούν οι ζημίες που θα ήταν δυνατό να προκληθούν στις οικονομίες των άλλων κρατών μελών".
9 Τέλος, κατά την παράγραφο 3 του πρωτοκόλλου κάθε κράτος μέλος μπορεί "να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα" για την "πρόληψη των δυσχερειών που ενδέχεται να προκύψουν γι' αυτό" από το εμπόριο μεταξύ ενός κράτους μέλους και των εν λόγω εδαφών.
10 Η ολλανδική και η βελγική κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι το ιδιαίτερο καθεστώς του εσωτερικού γερμανικού εμπορίου θα προκαλεί δυσχέρειες στα δύο αυτά κράτη, έστω και αν οι εισαγωγές προϊόντων καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας παραμένουν περιορισμένες, λόγω του ότι τα εμπορεύματα αυτά δεν υπόκεινται ούτε στους δασμούς του κοινού δασμολογίου ούτε σε εισφορές. Επιπλέον, όταν τα εμπορεύματα αυτά εισέρχονται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εφαρμόζεται γι' αυτά κατ' αποκοπή μείωση 11 % που αντιστοιχεί στο θεωρητικό ποσό ΦΠΑ που υποτίθεται ότι καταβλήθηκε στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας. Κανονικά, βέβαια, η μείωση αυτή δεν πρέπει να ευνοεί τα εμπορεύματα που προορίζονται για επανεξαγωγή, δημιουργεί όμως κινδύνους στο μέτρο που οι σχετικοί έλεγχοι αποδεικνύονται πολύ δύσκολοι.
11 Υπό τις συνθήκες αυτές ο "κανόνας συμπεριφοράς" είναι το καταλληλότερο μέτρο, διότι κανένα λιγότερο αυστηρό μέτρο δεν επιτρέπει την αποτελεσματική άμυνα κατά των εισαγωγών αυτών. Ο εκπρόσωπος της κυβερνήσεως των Κάτω Χωρών τόνισε εξάλλου κατά την προφορική διαδικασία ότι κατά την περίοδο 1986-1987, έγινε δεκτό το 80 % των αιτήσεων για χορήγηση άδειας.
12 Η γερμανική κυβέρνηση και η Επιτροπή θεωρούν ότι η απόλυτη απαγόρευση των εισαγωγών των εμπορευμάτων καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας είναι υπερβολική. Ο "κατάλληλος" ή όχι χαρακτήρας των κρατικών μέτρων που μπορούν να ληφθούν βάσει της παραγράφου 3 του πρωτοκόλλου πρέπει να εκτιμάται ενόψει των μέτρων που έλαβε η ίδια η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, κατ' εφαρμογή της παραγράφου 2 του πρωτοκόλλου, ώστε "να αποφευχθούν οι ζημίες που θα ήταν δυνατό να προκληθούν στις οικονομίες των άλλων κρατών μελών".
13 Από την άποψη αυτή η γερμανική κυβέρνηση και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι από τη ρύθμιση περί εσωτερικού γερμανικού εμπορίου, ιδίως από την Σύμβαση του Βερολίνου της 20ής Σεπτεμβρίου 1951 (Βundesanzeiger 186 της 26.9.1951) απορρέουν σταθερές εγγυήσεις. Κατ' εφαρμογή της ρυθμίσεως αυτής οι εισαγωγές προϊόντων που προέρχονται από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, οι οποίες αφορούν μόνο προϊόντα καταγωγής της χώρας αυτής και περιορίζονται στις ανάγκες της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας, δεν μπορούν να πληρώνονται παρά μόνο με συμψηφισμό. Από αυτό προκύπτει ότι το 99 % των εν λόγω εμπορευμάτων παραμένουν στην αγορά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, ενώ εξάλλου οι αρχές της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας φροντίζουν να μη γίνονται δεκτά παρά μόνο τα εμπορεύματα των οποίων οι τιμές μπορούν να συγκριθούν με αυτές που εφαρμόζονται στην εσωτερική της αγορά. Τα επανεξαγόμενα εμπορεύματα δεν τυγχάνουν κανενός είδους φορολογικού προνομίου.
14 Οπως έχει ήδη κρίνει το Δικαστήριο (απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 1974, Νorddeutsches Vieh- und Fleischkontor GmbH, 14/74, Rec. 1974, σ. 899? απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1979, Gefluegelschlachterei Freystadt GmbH, 23/79, Rec. 1979, σ. 2789), το πρωτόκολλο θεμελιώνει έτσι για τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας ένα ειδικό καθεστώς, δυνάμει του οποίου η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας απαλλάσσεται από την υποχρέωση να εφαρμόζει τους συνήθεις κανόνες του κοινοτικού δικαίου στο εσωτερικό γερμανικό εμπόριο και από το οποίο προκύπτει ότι η Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, αν και δεν αποτελεί τμήμα της Κοινότητας, δεν έχει, έναντι της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας, την ιδιότητα τρίτης χώρας.
15 Επιτρέποντας στα κράτη μέλη να λάβουν τα "κατάλληλα μέτρα" για να προλάβουν τις δυσχέρειες που μπορεί να προκύψουν γι' αυτά από το εμπόριο μεταξύ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας και της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, η παράγραφος 3 του πρωτοκόλλου παρέχει σ' αυτά αρκετά ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, όσον αφορά τόσο τη φύση όσο και την έκταση, ιδίως διαχρονικά, των εν λόγω μέτρων.
16 Πράγματι, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η διάταξη αυτή δεν καθιερώνει μέτρο παρεκκλίσεως από τους κανόνες της κοινής αγοράς, αλλά, αντίθετα, αποτελεί εγγύηση υπέρ των κρατών μελών κατά της ζημίας που μπορούν να υποστούν λόγω του ότι το εμπόριο μεταξύ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας υπόκειται σε ένα εξαιρετικό καθεστώς δυνάμει της παραγράφου 1 του πρωτοκόλλου.
17 Η εξουσία, εντούτοις, που αναγνωρίζεται υπό τις συνθήκες αυτές στα κράτη μέλη δεν μπορεί να ασκηθεί παρά λαμβανομένων υπόψη των όρων του άρθρου 2 του πρωτοκόλλου και της αρχής της αναλογικότητας.
18 Εναπόκειται καταρχάς στα κράτη μέλη να εκτιμούν, κατά την άσκηση της εξουσίας που τους παρέχει η παράγραφος 3 του πρωτοκόλλου, την έκταση των δυσχερειών που προκάλεσε στην οικονομία τους το ειδικό καθεστώς που εφαρμόζεται στα εμπορεύματα που προέρχονται από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας σε συνάρτηση με τα μέτρα που έλαβε για την αποφυγή των δυσχερειών αυτών η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατ' εφαρμογή της παραγράφου 2.
19 Κατά δεύτερο λόγο, βάσει αυτού του ίδιου του γράμματος της διατυπώσεως της παραγράφου 3, που αποτελεί ειδική εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας απαιτώντας τα λαμβανόμενα μέτρα να είναι "κατάλληλα" αναφορικά με τις δυσχέρειες, τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν μόνο τα απολύτως απαραίτητα μέτρα για την πρόληψη ή την αντιμετώπιση πραγματικών και σημαντικών δυσχερειών.
20 Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι το πρωτόκολλο απαγορεύει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν μέτρα που θα είχαν ως αποτέλεσμα να εμποδίσουν τελείως, νομικώς ή πραγματικώς την είσοδο στο έδαφός τους εμπορευμάτων προελεύσεως Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας αλλά καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας πλην της εξαιρετικής περιπτώσεως κατά την οποία απειλείται η οικονομία ενός κράτους μέλους στο σύνολό της από επανεξαγωγές από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εμπορευμάτων καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
21 Αντίθετα, το πρωτόκολλο δεν αντίκειται στη θέσπιση, από τα κράτη μέλη, ρυθμίσεως περί προηγουμένης αδείας, ακόμη και αν αυτή έχει γενικό χαρακτήρα, δηλαδή δεν περιορίζεται σε ένα ή περισσότερους συγκεκριμένους οικονομικούς τομείς, υπό την προϋπόθεση ότι η ρύθμιση αυτή αποτελεί, πράγματι, το μόνο μέσο κατάλληλης αντιμετωπίσεως των διαταραχών που μπορεί να προκύψουν από το εσωτερικό γερμανικό εμπόριο για τις οικονομίες των άλλων κρατών μελών.
22 Πρέπει, εντούτοις, να διευκρινισθεί σε μια τέτοια ρύθμιση η άδεια εισαγωγής, που μπορεί να ανταποκρίνεται εν μέρει μόνο στην αίτηση, δεν πρέπει να εμφανίζεται ως αυθαίρετη, αλλά η συνέχεια που δίνεται σε κάθε αίτηση πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την πραγματική επίπτωση που μπορεί να έχει η συγκεκριμένη εισαγωγή στον οικείο οικονομικό τομέα.
23 Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο, στο οποίο υποβλήθηκε η διαφορά της κύριας δίκης, να εξακριβώσει την ύπαρξη πραγματικής και σημαντικής απειλής για την οικονομία του οικείου κράτους, είτε κατά τη στιγμή λήψεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, είτε, αν το επιβάλλουν οι εθνικοί δικονομικοί κανόνες, κατά τη στιγμή της κρίσεως επί της διαφοράς, καθώς και να εκτιμήσει αν είναι ανάλογα προς την απειλή αυτή τα μέτρα που ελήφθησαν βάσει της παραγράφου 3 του πρωτοκόλλου, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων που θέσπισε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας για να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που υπέχει από την παράγραφο 2 του πρωτοκόλλου.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
24 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, το Βασίλειο του Βελγίου, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κυρίας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε το College van Beroep voor het Bedrijfsleven της Χάγης, με απόφαση της 8ης Ιανουαρίου 1988, αποφαίνεται:
1) Το πρωτόκολλο περί του εσωτερικού γερμανικού εμπορίου και των συναφών προβλημάτων, της 25ης Μαρτίου 1957, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν μέτρα που θα είχαν ως αποτέλεσμα να εμποδίσουν τελείως, νομικώς ή πραγματικώς, την είσοδο στο έδαφός τους προϊόντων προελεύσεως Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας αλλά καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, πλην της εξαιρετικής περιπτώσεως κατά την οποία απειλείται η οικονομία ενός κράτους μέλους στο σύνολό της από τις επανεξαγωγές από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προϊόντων καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
2) Αντίθετα, το πρωτόκολλο δεν αντίκειται στη θέσπιση από τα κράτη μέλη ρυθμίσεως περί προηγουμένης αδείας, ακόμη και αν η ρύθμιση αυτή έχει γενικό χαρακτήρα, υπό την προϋπόθεση ότι είναι πράγματι το μόνο μέσον κατάλληλης αντιμετωπίσεως των διαταραχών που μπορεί να προκύψουν από το εσωτερικό γερμανικό εμπόριο για τις οικονομίες των άλλων κρατών μελών.
3) Σε μια τέτοια ρύθμιση η άδεια εισαγωγής δεν πρέπει να εμφανίζεται ως αυθαίρετη, αλλά η συνέχεια που δίνεται σε κάθε αίτηση θα πρέπει να
εκτιμάται σε συνάρτηση με την πραγματική επίπτωση που μπορεί να έχει η συγκεκριμένη εισαγωγή στον οικείο οικονομικό τομέα.
Full & Egal Universal Law Academy