Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. 1. Ανταγωνισμός - Δημόσιες επιχειρήσεις και επιχειρήσεις στις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα - Επιχείρηση κατέχουσα το μονοπώλιο της εκμεταλλεύσεως του δημοσίου δικτύου τηλεπικοινωνιών - Διάθεση στο εμπόριο τηλεφωνικών συσκευών υπό καθεστώς ανταγωνισμού - Εξουσία θεσπίσεως των τεχνικών προδιαγραφών που ισχύουν για τις τηλεφωνικές συσκευές και ελέγχου της τηρήσεώς τους από τις ανταγωνίστριες εταιρίες - Ανεπίτρεπτο
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 3, στοιχείο στ, 86 και 90)
2. Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων - Ποσοτικοί περιορισμοί - Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος - 'Εγκριση από δημόσια επιχείρηση των τηλεφωνικών συσκευών τις οποίες δεν προμηθεύει η ίδια και οι οποίες προορίζονται να συνδεθούν με το δημόσιο δίκτυο - 'Ελλειψη δυνατότητας ασκήσεως ένδικης προσφυγής - Ανεπίτρεπτο
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 30)
Περίληψη
1. Τα άρθρα 3, στοιχείο στ, 86 και 90 της Συνθήκης εμποδίζουν τα κράτη μέλη να χορηγούν στην εταιρία που εκμεταλλεύεται το δημόσιο δίκτυο τηλεπικοινωνιών την εξουσία να θεσπίζει κανόνες σχετικούς με τις τηλεφωνικές συσκευές και να ελέγχει την τήρησή τους από τους επιχειρηματίες, εφόσον η εταιρία αυτή ανταγωνίζεται τους επιχειρηματίες αυτούς εντός της αγοράς των συσκευών αυτών.
Πράγματι η ανάθεση σε επιχείρηση, που εμπορεύεται τηλεφωνικές συσκευές, της συστηματοποιήσεως των προδιαγραφών τις οποίες πρέπει να πληρούν οι τηλεφωνικές συσκευές, του ελέγχου της εφαρμογής τους και της εγκρίσεως των συσκευών αυτών ισοδυναμεί με τη χορήγηση στην επιχείρηση αυτή της εξουσίας να καθορίζει, κατά βούληση, ποιες συσκευές επιτρέπεται να συνδέονται με το δημόσιο δίκτυο και με τη χορήγηση, επομένως, προφανούς πλεονεκτήματος έναντι των ανταγωνιστών της, πράγμα πoυ αντίκειται ευθέως στην ισότητα ευκαιριών μεταξύ των διαφόρων επιχειρηματιών, χωρίς την οποία δεν μπορεί να υπάρξει εγγύηση για την ύπαρξη συστήματος ανόθευτου ανταγωνισμού. Τέτοιος περιορισμός του ανταγωνισμού δεν μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογημένος από την αποστολή μιας δημοσίας υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος, κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης.
2. Το άρθρο 30 της Συνθήκης εμποδίζει να παρέχεται σε δημόσια επιχείρηση η εξουσία να εγκρίνει τις τηλεφωνικές συσκευές που προορίζονται να συνδεθούν με το δημόσιο δίκτυο και τις οποίες δεν προμηθεύει η ίδια, αν οι αποφάσεις της επιχειρήσεως αυτής δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ένδικης προσφυγής.
Πράγματι, καίτοι οι επιτακτικές προϋποθέσεις που ανάγονται στην προστασία των χρηστών ως καταναλωτών υπηρεσιών καθώς και στην προστασία και στην εύρυθμη λειτουργία του δημοσίου δικτύου δικαιολογούν την ύπαρξη διαδικασίας εγκρίσεως των εν λόγω συσκευών, η έλλειψη κάθε δυνατότητας ασκήσεως ένδικης προσφυγής θα μπορούσε να δώσει τη δυνατότητα στην αρμόδια για την έγκριση αρχή να υιοθετεί αυθαίρετη ή συστηματικώς δυσμενή στάση έναντι των εισαγομένων συσκευών.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-18/88,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του αντιπροέδρου του tribunal de commerce de Bruxelles προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Regie des telegraphes et des telephones (RTT)
και
GB-Inno-BM SA,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 30 και 86 της εν λόγω Συνθήκης,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. Joliet, πρόεδρο τμήματος, Sir Gordon Slynn, J. C. Moitinho de Almeida, G. C. Rodriguez Iglesias και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: B. Pastor, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Regie des telegraphes et telephones, εκπροσωπουμένη από τον Eduard Marissens, δικηγόρο Βρυξελλών,
- η SA "GB-Inno-BM", εκπροσωπουμένη από τον Louis van Bunnen, δικηγόρο Βρυξελλών,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον Eric L. White και την Edith Buissart, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Regie des telegraphes et telephones, της SA "GB-Inno-BM" και της Επιτροπής κατά τη συνεδρίαση της 25ης Ιανουαρίου 1989,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 15ης Μαρτίου 1989,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 11ης Ιανουαρίου 1988, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 18 Ιανουαρίου 1988, ο αντιπρόεδρος του tribunal de commerce de Bruxelles υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 30 και 86 της Συνθήκης, προκειμένου να κρίνει αν συμβιβάζεται με αυτές τις διατάξεις το εθνικό σύστημα το οποίο χορηγεί σε δημόσιο οργανισμό, στον οποίο έχει ανατεθεί, υπό την ιεραρχική εποπτεία του υπουργού, η εγκατάσταση και η εκμετάλλευση του δημοσίου δικτύου τηλεπικοινωνιών και ο οποίος ασχολείται με το εμπόριο τηλεφωνικών συσκευών, την εξουσία να εγκρίνει τις τηλεφωνικές συσκευές που δεν έχει προμηθεύσει ο ίδιος εν όψει συνδέσεώς τους στο δίκτυο.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Regie des telegraphes et des telephones (στο εξής: RTT) και της εταιρίας GB-Inno-BM (στο εξής: GB), η οποία πωλεί εντός των καταστημάτων της μη εγκεκριμένες τηλεφωνικές συσκευές, οι οποίες προορίζονται να χρησιμοποιηθούν ως δεύτερες τηλεφωνικές συσκευές σε υφισταμένη εγκατάσταση, σε τιμές αισθητώς χαμηλότερες από αυτές των συσκευών του ιδίου τύπου που πωλεί η RΤΤ.
3 Βάσει των άρθρων 54 και 55 του νόμου περί των εμπορικών πρακτικών της 14ης Ιουλίου 1971 (Moniteur belge της 30ής Ιουλίου 1971), τα οποία απαγορεύουν κάθε αντίθετη προς τα χρηστά ήθη πράξη στις εμπορικές συναλλαγές και επιτρέπουν στον πρόεδρο του tribunal de commerce να διατάσσει την παύση τέτοιας πράξεως, η RΤΤ άσκησε αγωγή ζητώντας να υποχρεωθεί η GΒ να σταματήσει να πωλεί τις τηλεφωνικές συσκευές, προελεύσεως συνήθως 'Απω Ανατολής, χωρίς να ενημερώνει τους καταναλωτές, με κατάλληλη διαφήμιση ή οποιοδήποτε άλλο αποτελεσματικό μέσο, ότι οι συσκευές δεν είναι εγκεκριμένες. Κατά την RΤΤ, η GΒ, πωλώντας τις εν λόγω συσκευές χωρίς να ενημερώνει τους καταναλωτές για την έλλειψη εγκρίσεως, τους παροτρύνει να προβούν οι ίδιοι ή μέσω άλλων στη σύνδεση της μη εγκεκριμένης συσκευής, πράγμα το οποίο θα μπορούσε να διαταράξει τη λειτουργία του δικτύου.
4 Αμυνομένη κατά της εν λόγω αγωγής, η GB ισχυρίστηκε ότι, δεδομένου ότι τα άρθρα 13, 91 και 93 της υπουργικής αποφάσεως της 20ής Σεπτεμβρίου 1978 που καθόριζε κυρίως τους όρους συνδέσεως (Moniteur belge της 29ης Σεπτεμβρίου 1978, σ. 11166), όπως τροποποιήθηκε τελευταία στις 24 Δεκεμβρίου 1986, άρθρα τα οποία οργανώνουν τη διαδικασία χορηγήσεως εγκρίσεως, είναι παράνομα, θα ήταν καταχρηστικό να επιβληθεί στους εμπόρους να επισημαίνουν ότι οι πωλούμενες συσκευές δεν είναι εγκεκριμένες και να τους απαγορευθεί να πωλούν τέτοιες συσκευές χωρίς να παρέχουν αυτή την πληροφορία. Επιπλέον, η GB άσκησε ανταγωγή ζητώντας από το δικαστήριο να αποφανθεί ότι η RΤΤ παραβαίνει το άρθρο 86 της Συνθήκης. Κατά την GB, με την άσκηση της προμνημονευθείσας αγωγής, η οποία έχει ως αντικείμενο να εμποδίσει τον ανταγωνισμό του μεταπωλητή των μη εγκεκριμένων συσκευών με σκοπό να ευνοηθεί η πώληση των δικών της συσκευών ή αυτών τις οποίες εγκρίνει, η RΤΤ έκανε κατάχρηση της μονοπωλιακής της θέσεως.
5 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι το άρθρο 1 του βελγικού νόμου, της 13ης Οκτωβρίου 1930, που εναρμονίζει τις διάφορες νομοθετικές διατάξεις οι οποίες αφορούν την τηλεγραφία και την τηλεφωνία, χορηγεί στην RTΤ το μονοπώλιο της εγκαταστάσεως και της εκμεταλλεύσεως των τηλεγραφικών και τηλεφωνικών γραμμών και καταστημάτων για την επικοινωνία του κοινού.
6 Σύμφωνα με το άρθρο 13, εδάφιο 1, της υπουργικής αποφάσεως της 20ής Σεπτεμβρίου 1978, "χωρίς γραπτή άδεια της RTT, ο συνδρομητής δεν μπορεί να συνδέσει κανένα καλώδιο, καμία συσκευή και κανένα άλλο αντικείμενο στην εγκατάσταση της οποίας του έχει παραχωρηθεί η χρήση ούτε να ανοίξει ή να αποσυναρμολογήσει τις συσκευές ούτε να τροποποιήσει κατά οποιοδήποτε τρόπο την τοποθέτηση ή τη συγκεκριμένη χρήση της συσκευής ή των καλωδίων".
7 Κατά το άρθρο 91 της ίδιας υπουργικής αποφάσεως, οι συσκευές που συνδέονται με τα κυκλώματα που τίθενται στη διάθεση των συνδρομητών πρέπει να προέρχονται ή να έχουν εγκριθεί από την Regie. Δυνάμει της ιδίας αυτής διατάξεως, εναπόκειται στη Regie να προσδιορίσει τον τρόπο συστάσεως των κυκλωμάτων αυτών και τα τεχνικά χαρακτηριστικά τους. Οι τεχνικές προδιαγραφές που καθόρισε η RTT βάσει του άρθρου 91 περιέχονται σε έγγραφο με τίτλο "Προδιαγραφές αρ. RΝ/SΡ 208" που, όπως ισχύουν σήμερα, ίσχυαν και στις 21 Απριλίου 1987. Αντίτυπο των προδιαγραφών αυτών, που ισχύουν για τη δεύτερη ή την τρίτη συσκευή, που συνδέεται επιπλέον της πρώτης, η οποία πληροί τις συνήθεις προδιαγραφές RΤΤ, χορηγείται σε όσους ζητούν την έγκριση.
8 Από τη δικογραφία προκύπτει επίσης ότι, όσον αφορά τις συσκευές που πωλεί η RΤΤ, οι τεχνικές προδιαγραφές που πρέπει να τηρούνται διευκρινίζονται στις συγγραφές υποχρεώσεων που η RΤΤ επιβάλλει στους προμηθευτές της. Απ' αυτό προκύπτει ότι οι εν λόγω συσκευές δεν χρειάζεται να υποβάλλονται σε ειδική διαδικασία εγκρίσεως προκειμένου να συνδεθούν με το δημόσιο δίκτυο.
9 Από τη δικογραφία προκύπτει επίσης ότι, όσον αφορά τις τηλεφωνικές συσκευές, η RTT έχει το αποκλειστικό δικαίωμα προμήθειας της πρώτης συσκευής, πλήν όμως, κατά τα τελευταία έτη, παραιτήθηκε από την αποκλειστικότητα που είχε επί των επιπλέον συσκευών. Ωστόσο, το άρθρο 93 της προπαρατεθείσας υπουργικής αποφάσεως της 20ής Σεπτεμβρίου 1978 διευκρινίζει ακόμη ότι η RΤΤ μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να αναλάβει η ίδια την προμήθεια συσκευών που άφησε στην ιδιωτική πρωτοβουλία και να θέσει επομένως εκτός λειτουργίας τις εν χρήσει εγκαταστάσεις.
10 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο αντιπρόεδρος του tribunal de commerce de Bruxelles ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Ερμηνεία του άρθρου 30 της Συνθήκης:
Δεδομένου ότι η Regie des telegraphes et telephones, επιπλέον της εκμεταλλεύσεως του δημοσίου δικτύου στο Βέλγιο, ασχολείται με το εμπόριο συσκευών προορισμένων να συνδεθούν μ' αυτό το δίκτυο, κατά ποιο μέτρο το άρθρο 13 της υπουργικής αποφάσεως της 20ής Σεπτεμβρίου 1978 συμβιβάζεται με το άρθρο 30 της Συνθήκης, εφόσον:
Α. καθιστά τη Regie κριτή για τη χορήγηση αδείας συνδέσεως με το δημόσιο δίκτυο συσκευών που δεν προμηθεύει και πωλεί η ίδια και, εξ αυτού του γεγονότος, αφήνει στη διάκριση της Regie τη θέσπιση των τεχνικών και διοικητικών κριτηρίων στα οποία πρέπει να ανταποκρίνεται μια τέτοια συσκευή για να χορηγήσει η Regie την άδειά της;
Β. παρ' όλον ότι η Regie βρίσκεται σε ανταγωνιστική θέση στη βελγική αγορά έναντι ιδιωτών προμηθευτών και εισαγωγέων στο Βέλγιο, καμιά κατ' αντιμωλία διαδικασία με τα ενδιαφερόμενα μέρη δεν φαίνεται να έχει προβλεφθεί ούτε για τον καθορισμό των προδιαγραφών ούτε για τον έλεγχο της πιστότητας των εν λόγω συσκευών, κανένα δε μέσο δεν έχει αφεθεί στη διάθεση του συνδρομητή ή του εισαγωγέα των εν λόγω συσκευών για να αποδείξει ότι κατά τη διαδικασία χορηγήσεως της αδείας αποφεύχθηκε κάθε αυθαιρεσία και κάθε διάκριση, ούτε έχει προβλεφθεί κανένα ένδικο μέσο κατά των αποφάσεων της Regie;
2) Kατά ποιο μέτρο το γεγονός της επιβαρύνσεως του συνδρομητή με τα έξοδα που προκαλούνται στη Regie λόγω παραβάσεως του άρθρου 13, εδάφιο 1, της εν λόγω υπουργικής αποφάσεως και, μεταξύ άλλων, με τα έξοδα εντοπισμού και επιδιορθώσεως βλάβης που έχει προκληθεί από τη μη εγκεκριμένη συσκευή συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό, εφόσον δεν θεσπίζεται κατ' αντιμωλία διαδικασία με τα ενδιαφερόμενα μέρη ενώπιον ανεξάρτητης αρχής για να κρίνει περί της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου και του βαθμού της σχέσεως αιτίου και αιτιατού και, εξ αυτού του γεγονότος, ο χρήστης ή ο συνδρομητής που επιθυμεί να συνδέσει κατά τέτοιο τρόπο μια συσκευή είναι προδιατεθειμένος, προς αποφυγή κάθε κινδύνου, να στραφεί προς την ίδια τη Regie για την προμήθεια της συσκευής;
3) Ερμηνεία του άρθρου 86 της Συνθήκης:
Κατά ποιο μέτρο το χορηγηθέν στη Regie μονοπώλιο της χορηγήσεως αδείας συνδέσεως στο δημόσιο δίκτυο και του καθορισμού των όρων χορηγήσεως αυτής της αδείας, όσον αφορά τις συσκευές που δεν προμηθεύει ούτε πωλεί η ίδια, με συνακόλουθη την εξουσία της Regie να καθορίζει αυθαίρετα τις προδιαγραφές τις οποίες πρέπει να πληρούν οι εν λόγω συσκευές, συνιστά πρακτική απαγορευόμενη από το άρθρο 86, στοιχεία β και γ, της Συνθήκης;"
11 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς η εφαρμοστέα βελγική νομοθεσία, τα πραγματικά περιστατικά και το ιστορικό της διαφοράς της κυρίας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
12 Στη Διάταξη περί παραπομπής το εθνικό δικαστήριο επισήμανε εκ προοιμίου ότι δεν αποτελεί αντικείμενο εξετάσεως το νομικό μονοπώλιο της RΤΤ επί του δημοσίου δικτύου ούτε το γεγονός ότι, για να επιτρέπεται να συνδεθούν με το δημόσιο δίκτυο, οι τηλεφωνικές εγκαταστάσεις πρέπει να πληρούν ορισμένους τεχνικούς όρους. Το εθνικό δικαστήριο παρατήρησε ότι ο νομοθέτης επαφέθη στη Regie για τον προσδιορισμό των τεχνικών όρων τους οποίους πρέπει να πληρούν οι συσκευές για να συνδεθούν με το δίκτυο και για την εκτίμηση του αν πληρούν οι συσκευές αυτούς τους όρους. Υπογράμμισε ότι η κατάσταση καθίσταται προβληματική από τη στιγμή κατά την οποία η RΤΤ, η οποία πωλεί συσκευές προορισμένες να συνδεθούν με το δίκτυο, βρίσκεται σε ανταγωνισμό προς την επιχείρηση κατά της οποίας βάλλει δικαστικώς, διότι έχει θέσει σε κυκλοφορία συσκευές χωρίς να ενημερώνει τους καταναλωτές ότι δεν είναι εγκεκριμένες. Το εθνικό δικαστήριο κατέληξε στο ότι είναι ανάγκη να υποβάλει ερώτημα στο Δικαστήριο ως προς τη νομιμότητα, από πλευράς Συνθήκης, των διατάξεων που καθιστούν την RΤΤ δικαστή και διάδικο ταυτοχρόνως για τον λόγο ότι, αν οι εν λόγω διατάξεις αποδεικνύονταν παράνομες, "κάθε απαγόρευση, κάθε μέτρο επιβαλλόμενο βάσει αυτών θα συνιστούσε απαράδεκτη νόθευση του ανταγωνισμού και καταχρηστική εκμετάλλευση οικονομικής ισχύος μέσω του μονοπωλίου εκμεταλλεύσεως του δικτύου που ανήκει κατά αδιαμφισβήτητο τρόπο στη Regie".
13 Καίτοι το εθνικό δικαστήριο διερωτάται αν συμβιβάζεται η εθνική ρύθμιση με τους κανόνες της Συνθήκης περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και περί του ανταγωνισμού, είναι προφανές ότι, λαμβανομένων υπόψη των σκέψεων της Διατάξεως περί παραπομπής που επισημάνθηκαν ανωτέρω, τα προβλήματα που έθεσε το εθνικό δικαστήριο πρέπει να εξεταστούν δια της ερμηνείας των κανόνων ανταγωνισμού.
Επί του καθεστώτος ανταγωνισμού
14 Το εθνικό δικαστήριο ζητεί να μάθει αν τα άρθρα 3, στοιχείο στ, 90 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ εμποδίζουν κράτος μέλος να παραχωρήσει στην εταιρία που εκμεταλλεύεται το δημόσιο δίκτυο τηλεπικοινωνιών την εξουσία να θεσπίζει κανόνες σχετικούς με τις τηλεφωνικές συσκευές και να ελέγχει την τήρησή τους από τους επιχειρηματίες, ενώ βρίσκεται σε ανταγωνιστική θέση έναντι αυτών των επιχειρηματιών στην αγορά των τερματικών.
15 Η RΤΤ έχει, δυνάμει του βελγικού νόμου, το μονοπώλιο της εγκαταστάσεως και της εκμεταλλεύσεως του δημοσίου δικτύου τηλεπικοινωνιών. Εξάλλου, με το δίκτυο επιτρέπεται να συνδέονται μόνον οι συσκευές που προμηθεύει η RΤΤ ή αυτές τις οποίες έχει εγκρίνει. Συναφώς, η RΤΤ συγκεντρώνει τις εξουσίες χορηγήσεως ή μη της αδείας συνδέσεως των τηλεφωνικών συσκευών με το δίκτυο, προσδιορισμού των τεχνικών προδιαγραφών που πρέπει να πληρούν οι εν λόγω εξοπλισμοί και ελέγχου του αν οι συσκευές που δεν παράγονται από την ίδια ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές που έχει θεσπίσει.
16 Στο παρόν στάδιο εξελίξεως της Κοινότητας, αυτό το μονοπώλιο, το οποίο έχει ως αντικείμενο να θέσει στη διάθεση των χρηστών δημόσιο τηλεφωνικό δίκτυο, συνιστά υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος, κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης.
17 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η επιχείρηση η οποία έχει μονοπώλιο από τον νόμο μπορεί να θεωρηθεί ως κατέχουσα δεσπόζουσα θέση, κατά την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης, το έδαφος δε του κράτους μέλους επί του οποίου εκτείνεται το μονοπώλιο μπορεί να αποτελεί σημαντικό τμήμα της κοινής αγοράς (αποφάσεις της 23ης Απριλίου 1991, C-41/90, Hoefner, Συλλογή 1991, σ. Ι-1979, σκέψη 28, και της 18ης Ιουνίου 1991, C-260/89, ΕΡΤ, Συλλογή 1991, σ. Ι-2925, σκέψη 31).
18 Το Δικαστήριο αποφάνθηκε επίσης ότι συνιστά κατάχρηση, κατά την έννοια του άρθρου 86, το γεγονός ότι μια επιχείρηση κατέχουσα δεσπόζουσα θέση σε δεδομένη αγορά επιφυλάσσει γι' αυτή ή για επιχείρηση που ανήκει στον ίδιο όμιλο, χωρίς να υπάρχει αντικειμενική ανάγκη, βοηθητική δραστηριότητα, την οποία θα μπορούσε να ασκήσει τρίτη επιχείρηση στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της σε παραπλήσια αλλά χωριστή αγορά, με κίνδυνο να εξαλειφθεί κάθε ανταγωνισμός εκ μέρους της επιχειρήσεως αυτής (απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1985, υπόθεση 311/84, CΒΕΜ, Συλλογή 1985, σ. 3261, σκέψη 27).
19 Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι μια επιχείρηση που κατέχει μονοπώλιο στην αγορά της εγκαταστάσεως και της εκμεταλλεύσεως του δικτύου επιφυλάσσει γι' αυτήν, χωρίς να υπάρχει αντικειμενική ανάγκη, μια παραπλήσια αλλά χωριστή αγορά, εν προκειμένω την αγορά εισαγωγής, εμπορίας, συνδέσεως, θέσεως σε λειτουργία και συντηρήσεως των συσκευών που προορίζονται να συνδεθούν με το δίκτυο αυτό, εξαλείφοντας έτσι κάθε ανταγωνισμό εκ μέρους άλλων επιχειρήσεων, συνιστά παράβαση του άρθρου 86 της Συνθήκης.
20 Ωστόσο, το άρθρο 86 αφορά μόνο ενέργειες θίγουσες τον ανταγωνισμό στις οποίες προβαίνουν οι επιχειρήσεις εξ ιδίας πρωτοβουλίας (βλ. απόφαση της 19ης Μαρτίου 1991, υπόθεση C-202/88, Γαλλία κατά Επιτροπής, "Τερματικά", Συλλογή 1991, σ. Ι-1223) και όχι τα κρατικά μέτρα. Προκειμένου περί κρατικών μέτρων, έχει εφαρμογή το άρθρο 90, παράγραφος 1. Η διάταξη αυτή απαγορεύει στα κράτη μέλη να θέτουν, με νομοθετικά, κανονιστικά ή διοικητικά μέτρα, τις δημόσιες επιχειρήσεις και τις επιχειρήσεις στις οποίες χορηγούν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα σε κατάσταση στην οποία οι εν λόγω επιχειρήσεις δεν θα μπορούσαν να βρεθούν μόνες τους, ενεργώντας αυτοτελώς, χωρίς να παραβούν τις διατάξεις του άρθρου 86.
21 Επομένως, αν η επέκταση της δεσπόζουσας θέσης της δημοσίας επιχειρήσεως ή της επιχειρήσεως στην οποία το κράτος έχει χορηγήσει ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα είναι αποτέλεσμα κρατικού μέτρου, το μέτρο αυτό συνιστά παράβαση του άρθρου 90 σε συνδυασμό με το άρθρο 86 της Συνθήκης.
22 Πράγματι, ο αποκλεισμός ή ο περιορισμός του ανταγωνισμού στην αγορά των τηλεφωνικών συσκευών δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δικαιολογείται από την αποστολή δημοσίας υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης. Η παραγωγή και η πώληση τερματικών, και συγκεκριμένα τηλεφωνικών συσκευών, είναι δραστηριότητα η οποία πρέπει να μπορεί να ασκείται από κάθε επιχείρηση. Για να εξασφαλιστεί ότι οι συσκευές ανταποκρίνονται στις ουσιαστικές απαιτήσεις που είναι κυρίως η ασφάλεια των χρηστών, η ασφάλεια των εκμεταλλευομένων το δίκτυο και η προστασία των δημοσίων δικτύων τηλεπικοινωνιών από κάθε ζημία, αρκεί να θεσπιστούν οι τεχνικές προδιαγραφές τις οποίες πρέπει να πληρούν και να καθιερωθεί διαδικασία εγκρίσεως με την οποία να ελέγχεται αν οι συσκευές πληρούν τις προδιαγραφές αυτές.
23 Κατά την RΤΤ, παράβαση του άρθρου 90, παράγραφος 1, της Συνθήκης θα μπορούσε να διαπιστωθεί μόνο αν το κράτος μέλος είχε ευνοήσει κατάχρηση στην οποία πράγματι προέβη η RΤΤ, επί παραδείγματι εφαρμογή των σχετικών με την έγκριση κανόνων που να εισάγει διακρίσεις. Υπογραμμίζει ωστόσο ότι η Διάταξη περί παραπομπής δεν επισήμανε καμιά πραγματική κατάχρηση και ότι η απλή δυνατότητα εφαρμογής αυτών των κανόνων κατά τρόπο που να δημιουργεί διακρίσεις, λόγω του ότι η RΤΤ έχει οριστεί ως η αρχή η αρμόδια για την έγκριση, ενώ είναι ανταγωνίστρια των επιχειρήσεων που ζητούν την έγκριση, δεν μπορεί να συνιστά κατάχρηση κατά την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ.
24 Η εν λόγω επιχειρηματολογία δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Αρκεί να επισημανθεί ότι η επέκταση του μονοπωλίου της εγκαταστάσεως και της εκμεταλλεύσεως του τηλεφωνικού δικτύου στην αγορά των τηλεφωνικών συσκευών, χωρίς αντικειμενική δικαιολογία, απαγορεύεται καθαυτή από το άρθρο 86 ή από το άρθρο 90, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 86, όταν η επέκταση αυτή είναι αποτέλεσμα κρατικού μέτρου. Εφόσον ο ανταγωνισμός δεν επιτρέπεται να εξαλειφθεί κατά τον τρόπο αυτό, δεν επιτρέπεται ούτε να νοθευθεί.
25 'Ομως, ένα καθεστώς ανόθευτου ανταγωνισμού, όπως το προβλεπόμενο στη Συνθήκη, μπορεί να επιτευχθεί μόνον εφόσον εξασφαλίζεται η ισότητα ευκαιριών μεταξύ των διαφόρων επιχειρηματιών. Η ανάθεση σε επιχείρηση που εμπορεύεται τερματικές συσκευές της συστηματοποιήσεως των προδιαγραφών τις οποίες πρέπει να πληρούν οι τερματικές συσκευές, του ελέγχου της εφαρμογής τους και της εγκρίσεως των συσκευών αυτών θα ισοδυναμούσε με τη χορήγηση στην επιχείρηση αυτή της εξουσίας να καθορίζει, κατά βούληση, ποιες τερματικές συσκευές επιτρέπεται να συνδέονται με το δημόσιο δίκτυο και με τη χορήγηση, επομένως, προφανούς πλεονεκτήματος έναντι των ανταγωνιστών της (προπαρατεθείσα απόφαση C-202/88, σκέψη 51).
26 Υπό τις συνθήκες αυτές, η διατήρηση πραγματικού ανταγωνισμού και η εγγύηση διαφάνειας απαιτούν η συστηματοποίηση των τεχνικών προδιαγραφών, ο έλεγχος της εφαρμογής τους και οι εγκρίσεις να πραγματοποιούνται από φορέα ανεξάρτητο από τις δημόσιες ή ιδιωτικές επιχειρήσεις που προσφέρουν αγαθά ή υπηρεσίες υπό συνθήκες ανταγωνισμού στον τομέα των τηλεπικοινωνιών (προπαρατεθείσα απόφαση C-202/88, σκέψη 52).
27 Πρέπει ακόμη να επισημανθεί ότι οι επίμαχες στην κυρία δίκη εθνικές κανονιστικές διατάξεις μπορούν να επηρεάσουν τις εισαγωγές τηλεφωνικών συσκευών από άλλα κράτη μέλη και, κατά συνέπεια, να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, κατά την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης.
28 Επομένως, στα ερωτήματα του εθνικού δικαστηρίου προσήκει, πρώτον, η απάντηση ότι τα άρθρα 3, στοιχείο στ, 90 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ εμποδίζουν τα κράτη μέλη να χορηγούν στην εταιρία που εκμεταλλεύεται το δημόσιο δίκτυο τηλεπικοινωνιών την εξουσία να θεσπίζει κανόνες σχετικούς με τις τηλεφωνικές συσκευές και να ελέγχει την τήρησή τους από τους επιχειρηματίες, εφόσον η εταιρία αυτή ανταγωνίζεται τους επιχειρηματίες αυτούς εντός της αγοράς των συσκευών αυτών.
Επί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων
29 Το εθνικό δικαστήριο ερωτά, δεύτερον, αν το άρθρο 30 εμποδίζει τη χορήγηση σε δημόσια επιχείρηση της εξουσίας να εγκρίνει τις τηλεφωνικές συσκευές που προορίζονται να συνδεθούν με το δημόσιο δίκτυο και τις οποίες δεν προμηθεύει η ίδια, αν οι αποφάσεις αυτής της επιχειρήσεως δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ένδικης προσφυγής.
30 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (βλ. κυρίως απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1979, στην υπόθεση 120/78, επονομαζομένη Cassis de Dijon, Rewe-Zentral, Rec. 1979, σ. 649), ελλείψει κοινής ρυθμίσεως για τα συγκεκριμένα σε δεδομένη περίπτωση προϊόντα, τα εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας τα οποία προκύπτουν από διαφορές των εθνικών ρυθμίσεων πρέπει να γίνονται αποδεκτά, στο μέτρο που η εθνική ρύθμιση που εφαρμόζεται αδιακρίτως στα εγχώρια και στα εισαγόμενα προϊόντα μπορεί να δικαιολογηθεί ως αναγκαία για να ικανοποιηθούν οι επιταγές του κοινοτικού δικαίου. Το Δικαστήριο διευκρίνισε ωστόσο ότι μια τέτοια ρύθμιση πρέπει να είναι ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και ότι, αν κράτος μέλος έχει δυνατότητα επιλογής μεταξύ διαφόρων μέτρων ικανών να επιτύχουν τον ίδιο σκοπό, πρέπει να επιλέγει το μέτρο που δημιουργεί τα λιγότερα εμπόδια στην ελευθερία των ανταλλαγών.
31 Ελλείψει κοινοτικής ρυθμίσεως σχετικής με την εγκατάσταση των δημοσίων δικτύων τηλεπικοινωνιών και λαμβανομένης υπόψη της τεχνικής διαφοροποιήσεως των δικτύων στα κράτη μέλη, τα κράτη αυτά διατηρούν αφενός την εξουσία θεσπίσεως τεχνικών προδιαγραφών τις οποίες πρέπει να πληρούν οι τηλεφωνικές συσκευές για να μπορούν να συνδεθούν με το δίκτυο και αφετέρου την εξουσία ελέγχου της καταλληλότητας των συσκευών αυτών για σύνδεση με το δίκτυο, προκειμένου να ικανοποιούνται οι επιτακτικές προϋποθέσεις που αφορούν την προστασία των χρηστών ως καταναλωτών υπηρεσιών καθώς και την προστασία και την εύρυθμη λειτουργία του δημοσίου δικτύου.
32 Είναι αληθές ότι η προϋπόθεση να έχουν εγκριθεί οι τηλεφωνικές συσκευές για να μπορούν να συνδεθούν με το δίκτυο δεν αποκλείει κατά απόλυτο τρόπο την εισαγωγή στο οικείο κράτος μέλος προϊόντων από άλλα κράτη μέλη. Μπορεί ωστόσο να καταστήσει την εμπορία τους δυσκολότερη ή επαχθέστερη. Πράγματι, η υποχρέωση αυτή επιβάλλει στον κατασκευαστή που είναι εγκατεστημένος στο κράτος μέλος εξαγωγής να λαμβάνει υπόψη, κατά την κατασκευή των οικείων προϊόντων, κριτήρια εγκρίσεως επιβαλλόμενα στο κράτος μέλος εισαγωγής. Επιπλέον, η διαδικασία εγκρίσεως συνεπάγεται αναγκαίως προθεσμίες και οικονομικό κόστος, ακόμη και στην περίπτωση που τα εισαγόμενα προϊόντα πληρούν τα κριτήρια εγκρίσεως.
33 'Ομως, οι εξαιρέσεις από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων που στηρίζονται σε επιτακτική απαίτηση δικαιολογούνται μόνο αν η εθνική ρύθμιση είναι ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.
34 Από την απόφαση της 12ης Μαρτίου 1987 στην υπόθεση 178/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1987, σ. 1227, σκέψη 46), προκύπτει ότι την αδικαιολόγητη άρνηση χορηγήσεως αδείας εισαγωγής πρέπει να μπορούν να προσβάλλουν οι επιχειρηματίες με ένδικη προσφυγή. Προκειμένου περί αποφάσεων αρνήσεως εγκρίσεως, πρέπει να υπάρχει η ίδια δυνατότητα, δεδομένου ότι οι αποφάσεις αυτές μπορούν να καταλήξουν στην πράξη να απαγορεύσουν την πρόσβαση στην αγορά κράτους μέλους τηλεφωνικών συσκευών που εισάγονται από άλλο κράτος μέλος και επομένως να εμποδίσουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.
35 Πράγματι, ελλείψει κάθε δυνατότητας ένδικης προσφυγής, η αρμόδια για την έγκριση αρχή θα μπορούσε να υιοθετεί αυθαίρετη ή συστηματικώς δυσμενή στάση έναντι των εισαγομένων συσκευών. Η πιθανότητα υιοθετήσεως τέτοιας στάσεως από την αρμόδια για την έγκριση αρχή ενισχύεται άλλωστε από το γεγονός ότι οι διαδικασίες εγκρίσεως και καθορισμού των τεχνικών προδιαγραφών δεν έχουν χαρακτήρα κατ' αντιμωλία διαδικασίας.
36 Επομένως, στο εθνικό δικαστήριο πρέπει, δεύτερον, να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 30 της Συνθήκης εμποδίζει να παρέχεται σε δημόσια επιχείρηση η εξουσία να εγκρίνει τις τηλεφωνικές συσκευές που προορίζονται να συνδεθούν με το δημόσιο δίκτυο και τις οποίες δεν προμηθεύει η ίδια, αν οι αποφάσεις της επιχειρήσεως αυτής δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ένδικης προσφυγής.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
37 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κυρίας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με Διάταξη της 11ης Ιανουαρίου 1988 ο αντιπρόεδρος του tribunal de commerce de Bruxelles, αποφαίνεται:
1) Τα άρθρα 3, στοιχείο στ, 90 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ εμποδίζουν τα κράτη μέλη να χορηγούν στην εταιρία που εκμεταλλεύεται το δημόσιο δίκτυο τηλεπικοινωνιών την εξουσία να θεσπίζει κανόνες σχετικούς με τις τηλεφωνικές συσκευές και να ελέγχει την τήρησή τους από τους επιχειρηματίες, εφόσον η εταιρία αυτή ανταγωνίζεται τους επιχειρηματίες αυτούς εντός της αγοράς των συσκευών αυτών.
2) Το άρθρο 30 της Συνθήκης εμποδίζει να παρέχεται σε δημόσια επιχείρηση η εξουσία να εγκρίνει τις τηλεφωνικές συσκευές που προορίζονται να συνδεθούν με το δημόσιο δίκτυο και τις οποίες δεν προμηθεύει η ίδια, αν οι αποφάσεις της επιχειρήσεως αυτής δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ένδικης προσφυγής.
Full & Egal Universal Law Academy