Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Αγωγή αποζημιώσεως - Παραγραφή - Αυτεπάγγελτη εξέταση - Αποκλείεται
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 178 και 215, δεύτερο εδάφιο κανονισμός του Δικαστηρίου ΕΟΚ, άρθρο 43)
2. Αγωγή αποζημιώσεως - Αυτόνομος χαρακτήρας - Εξάντληση των εσωτερικών ενδίκων βοηθημάτων - 'Ενσταση - Αδυναμία αποκαταστάσεως της ζημίας ενώπιον του εθνικού δικαστή
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 178 και 215, δεύτερο εδάφιο)
3. Εξωσυμβατική ευθύνη - Ζημία - Ζημία δεκτική αποζημιώσεως - Ζημία αντίστοιχη της καταβολής νομισματικών εξισωτικών ποσών που εισπράχθηκαν κατ' εφαρμογή κανονισμού που κηρύχθηκε ανίσχυρος - Είσπραξη που κατέστη απρόσβλητη με απόφαση του Δικαστηρίου - Αποκλείεται
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 174, δεύτερο εδάφιο, και 215, δεύτερο εδάφιο)
4. Εξωσυμβατική ευθύνη - Προϋποθέσεις - Κανονιστική πράξη που απηχεί επιλογές οικονομικής πολιτικής - Επαρκώς διακεκριμένη παράβαση ιεραρχικά ανώτερου κανόνα δικαίου - Τεχνικό σφάλμα - 'Ελλειψη ευθύνης
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο)
Περίληψη
1. Η αγωγή αποζημιώσεως στο πλαίσιο της εξωσυμβατικής ευθύνης διέπεται, δυνάμει του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, από τις γενικές αρχές που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών. Από τη σύγκριση των νομικών συστημάτων των κρατών μελών προκύπτει ότι, κατά γενικό κανόνα και εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, ο δικαστής δεν μπορεί να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως την ένσταση παραγραφής της αξιώσεως. Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως βάσει του άρθρου 178 της Συνθήκης παρέλκει η εξέταση από το Δικαστήριο του προβλήματος της ενδεχόμενης παραγραφής της αξιώσεως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 43 του κανονισμού του Δικαστηρίου ΕΟΚ, όταν ο εναγόμενος δεν προβάλλει σχετική ένσταση.
2. Η αγωγή αποζημιώσεως των άρθρων 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης θεσπίστηκε ως αυτοτελές ένδικο βοήθημα με ιδιαίτερη λειτουργία στο πλαίσιο του συστήματος των ενδίκων βοηθημάτων. Μολονότι αληθεύει ότι το παραδεκτό μπορεί να εξαρτάται, σε ορισμένες περιπτώσεις, από την εξάντληση των ενδίκων βοηθημάτων του εσωτερικού δικαίου που διατίθενται προς επίτευξη ικανοποιήσεως εκ μέρους των εθνικών αρχών, πρέπει, εντούτοις, για να ισχύει αυτό, τα εθνικά ένδικα βοηθήματα να εξασφαλίζουν αποτελεσματικά την προστασία των ιδιωτών που θεωρούν ότι ζημιώθηκαν από τις πράξεις των κοινοτικών οργάνων. Αυτό δεν συμβαίνει, όταν με απόφαση του Δικαστηρίου έχει αποκλειστεί η επιστροφή εκ μέρους των εθνικών αρχών των νομισματικών εξισωτικών ποσών που εισπράχθηκαν κατ' εφαρμογή κοινοτικού κανονισμού που κρίθηκε ανίσχυρος με την ίδια απόφαση.
3. Εφόσον το Δικαστήριο, κηρύσσοντας ανίσχυρο κανονισμό, βάσει του οποίου εισπράχθηκαν εξισωτικά ποσά, έκανε χρήση της εξουσίας που του χορηγεί το άρθρο 174, δεύτερο εδάφιο της Συνθήκης, αποκλείοντας τη δυνατότητα "αμφισβητήσεως" της εν λόγω εισπράξεως, κανείς επιχειρηματίας δεν μπορεί να ζητήσει βασίμως, όποια και αν είναι η βάση του αιτήματός του, αποκατάσταση της ζημίας που αντιστοιχεί στο ποσό που χρειάστηκε να καταβάλει στο πλαίσιο της εν λόγω εισπράξεως.
4. Οι κανονιστικές πράξεις που απηχούν επιλογές οικονομικής πολιτικής μπορούν να θεμελιώσουν εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας μόνο σε περίπτωση επαρκώς διακεκριμένης παραβάσεως ιεραρχικά ανώτερου κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες. Σε κανονιστικό πλαίσιο χαρακτηριζόμενο από την άσκηση ευρείας διακριτικής ευχέρειας, απαραίτητης για την εφαρμογή της κοινής γεωργικής πολιτικής, η εν λόγω ευθύνη μπορεί, επομένως, να γεννηθεί μόνον αν το οικείο κοινοτικό όργανο ενήργησε κατά προφανή και βαριά υπέρβαση των ορίων που έχουν τεθεί στην άσκηση των εξουσιών του. Τέτοια παράβαση δεν συντρέχει σε περίπτωση καθορισμού νομισματικών εξισωτικών ποσών κατά παράβαση του σχετικού βασικού κανονισμού συνεπεία τεχνικού σφάλματος, ακόμη και αν το σφάλμα αυτό οδήγησε κατ' αντικειμενική κρίση σε άνιση μεταχείριση ορισμένων παραγωγών εγκατεστημένων σε χώρες με ασθενές νόμισμα.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 20/88,
SA Roquette freres, με έδρα το Lestrem (Γαλλία), εκπροσωπούμενη από τον Marcel Veroone, δικηγόρο Lille, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Louis Schiltz, 83, boulevard Grande Duchesse Charlotte,
ενάγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον νομικό της σύμβουλο Jean-Claude Seche, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, Centre Wagner, Kirchberg,
εναγομένης,
που έχει ως αντικείμενο αγωγή αποζημιώσεως, στηριζόμενη στο άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, κατόπιν της αναγνωρίσεως από το Δικαστήριο του ανισχύρου ορισμένων διατάξεων του κανονισμού 652/76 της Επιτροπής, της 24ης Μαρτίου 1976, που τροποποίησε τα νομισματικά εξισωτικά ποσά ύστερα από την εξέλιξη της τιμής συναλλάγματος του γαλλικού φράγκου (JΟ L 79, σ. 4),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους O. Due, πρόεδρο, T. Koopmans και F. Grevisse, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, Κ. Ν. Κακούρη, F. A. Schockweiler, J. C. Moitinho de Almeida, M. Diez de Velasco και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 17ης Ιανουαρίου 1989,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 10ης Μαρτίου 1989,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 19 Ιανουαρίου 1988, η ανώνυμη εταιρία Roquette freres, με έδρα το Lestrem της Γαλλίας (στο εξής: Roquette), άσκησε, δυνάμει των άρθρων 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, αγωγή με την οποία ζητεί την επιδίκαση ποσού δέκα εκατομμυρίων Ecu και των αντίστοιχων τόκων υπερημερίας σε αποκατάσταση της ζημίας που της προκλήθηκε από την Επιτροπή με τον καθορισμό νομισματικών εξισωτικών ποσών, ο παράνομος χαρακτήρας του οποίου αναγνωρίστηκε από το Δικαστήριο.
2 Η ενάγουσα θεωρεί ότι, από τον καθορισμό εκ μέρους της Επιτροπής νομισματικών εξισωτικών ποσών για ορισμένα προϊόντα αλευροποιίας βάσει μεθόδων υπολογισμού που κρίθηκαν παράνομες από το Δικαστήριο με την απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1980 (Roquette freres, 145/79, Rec. 1980, σ. 2917), γεννήθηκε εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας.
α) Το ιστορικό της διαφοράς
3 Με την προαναφερθείσα απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1980, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο κανονισμός 652/76 της Επιτροπής, της 24ης Μαρτίου 1976, που τροποποίησε τα νομισματικά εξισωτικά ποσά ύστερα από την εξέλιξη των τιμών συναλλάγματος του γαλλικού φράγκου (JΟ L 79, σ. 4), είναι ανίσχυρος καθόσον καθόριζε τα:
- εφαρμοστέα για το άμυλο αραβοσίτου εξισωτικά ποσά με βάση διαφορετική από την τιμή παρεμβάσεως του αραβοσίτου, μειωμένη κατά το ποσό της επιστροφής λόγω παραγωγής αμύλου,
- εφαρμοστέα για το άμυλο σίτου εξισωτικά ποσά με βάση διαφορετική από την τιμή αναφοράς του σίτου, μειωμένη κατά το ποσό της επιστροφής λόγω παραγωγής αμύλου,
- εξισωτικά ποσά που εφαρμόζονται στο σύνολο των διαφόρων προϊόντων που προέρχονται από τη μεταποίηση δεδομένης ποσότητας του ίδιου προϊόντος βάσεως, όπως ο αραβόσιτος ή ο σίτος, σε καθορισμένη διαδικασία παραγωγής, σε ύψος σαφώς ανώτερο από το εξισωτικό ποσό που έχει καθοριστεί γι' αυτή τη δεδομένη ποσότητα του προϊόντος βάσεως,
- και τα εφαρμοστέα για το άμυλο γεωμήλων εξισωτικά ποσά υπερβαίνοντα εκείνα τα οποία εφαρμόζονται στο άμυλο αραβοσίτου.
4 Με την απόφαση κρίθηκε εξάλλου ότι το αναγνωρισθέν ανίσχυρο επέφερε και το ανίσχυρο των διατάξεων των μεταγενέστερων κανονισμών της Επιτροπής που είχαν ως αντικείμενο την τροποποίηση των νομισματικών εξισωτικών ποσών που εφαρμόζονται στα προϊόντα τα οποία αφορούσε η εν λόγω αναγνώριση του ανισχύρου.
5 Με την ίδια απόφαση το Δικαστήριο θεώρησε ότι, βάσει του άρθρου 174, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, έπρεπε να γίνει δεκτό ότι το αναγνωρισθέν ανίσχυρο των εν λόγω κανονιστικών διατάξεων δεν καθιστούσε δυνατή την αμφισβήτηση της εισπράξεως ή της καταβολής των νομισματικών εξισωτικών ποσών, στις οποίες προέβησαν οι εθνικές αρχές βάσει αυτών των διατάξεων, για χρόνο που προηγήθηκε της ημερομηνίας της εκδόσεως της αποφάσεως.
6 Η προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου εκδόθηκε επί προδικαστικού ερωτήματος του Tribunal d' instance de Lille, που είχε επιληφθεί αγωγής της Roquette κατά του Γαλλικού Δημοσίου με αίτημα την επιστροφή των ποσών που είχαν αχρεωστήτως καταβληθεί στο τελωνείο ως νομισματικά εξισωτικά ποσά από 25ης Μαρτίου 1976, ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού 652/76. Μετά την απόφαση του Δικαστηρίου, το Tribunal d' instance δέχτηκε την αγωγή της Roquette, για τον λόγο ότι, ενόψει της διατυπώσεως των υποβληθέντων προδικαστικών ερωτημάτων, το Δικαστήριο δεν ήταν αρμόδιο να αποφανθεί επί των αποτελεσμάτων της ανίσχυρης πράξης, τα οποία έπρεπε να θεωρηθούν απρόσβλητα.
7 Η απόφαση του Tribunal d' instance επικυρώθηκε από το Cour d' appel de Douai, η απόφαση όμως του Cour d' appel αναιρέθηκε από το Cour de cassation, το οποίο θεώρησε ότι το Δικαστήριο ήταν το μόνο αρμόδιο για να περιορίσει κατά χρόνο τα αποτελέσματα του ανισχύρου των εν λόγω κανονισμών και ότι το Cour d' appel δεν είχε αντλήσει από την απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1980 τα αναγκαία συμπεράσματα. Η υπόθεση παραπέμφθηκε ενώπιον του Cour d' appel d' Amiens, το οποίο, με απόφαση της 1ης Ιουνίου 1987, εξαφάνισε την απόφαση του Tribunal d' instance de Lille και απέρριψε την αγωγή της Roquette.
8 Με την παρούσα αγωγή η Roquette ζητεί την αποκατάσταση εκ μέρους της Κοινότητας της ζημίας που υπέστη από την εφαρμογή ανισχύρων διατάξεων. Η ζημία αυτή συνίσταται σε δύο διαφορετικά στοιχεία. Αφενός, η Roquette υπέστη σημαντική ζημία από την καταβολή στις εθνικές αρχές ποσών ως νομισματικών εξισωτικών ποσών, βάσει κοινοτικών διατάξεων που κηρύχθηκαν ανίσχυρες. Αφετέρου, της προέκυψε διαφυγόν κέρδος, επειδή, λόγω της επιπτώσεως των υπερβολικά υψηλών νομισματικών εξισωτικών ποσών, βρισκόταν σε δυσμενέστερη θέση σε σχέση προς τους ανταγωνιστές της, ιδίως τους εγκατεστημένους σε κράτη μέλη με ισχυρό νόμισμα.
9 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αγωγή ασκήθηκε κατά καταστρατήγηση της διαδικασίας, επειδή η Roquette επιδιώκει μέσω αγωγής αποζημιώσεως την επιστροφή ποσών που δεν μπόρεσε να επιτύχει με την αγωγή επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθέντων ενώπιον των γαλλικών δικαστηρίων. Η Επιτροπή ισχυρίζεται εξάλλου ότι δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι απαιτούμενες από τη νομολογία του Δικαστηρίου προϋποθέσεις θεμελιώσεως της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας από παράνομη κανονιστική πράξη. Αμφιβάλλει, τέλος, κατά πόσον η Roquette υπέστη τη φερόμενη ζημία, καθόσον ωφελήθηκε από τους υψηλούς συντελεστές των εξισωτικών ποσών, εξάγοντας ιδίως τα προϊόντα της σε χώρες με ασθενές νόμισμα.
10 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
β) Επί του παραδεκτού
11 Κατά το άρθρο 43 του οργανισμού (ΕΟΚ) του Δικαστηρίου, οι αξιώσεις κατά της Κοινότητας στο πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης παραγράφονται μετά πέντε έτη από της επελεύσεως του ζημιογόνου γεγονότος. Εν προκειμένω, η εναγομένη Επιτροπή δεν επικαλέστηκε παραγραφή της αξιώσεως της Roquette.
12 Πρέπει να υπομνησθεί σχετικά ότι η αγωγή αποζημιώσεως στο πλαίσιο της εξωσυμβατικής ευθύνης διέπεται, δυνάμει του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, από τις γενικές αρχές που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών. Από τη σύγκριση των νομικών συστημάτων των κρατών μελών προκύπτει ότι, κατά γενικό κανόνα και εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, ο δικαστής δεν μπορεί να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως την ένσταση παραγραφής της αξιώσεως.
13 Κατά συνέπεια, παρέλκει η εξέταση του προβλήματος της ενδεχόμενης παραγραφής της αξιώσεως, στην οποία στηρίζεται η παρούσα αγωγή.
14 Επιβάλλεται, αντίθετα, η αυτεπάγγελτη εξέταση του ζητήματος αν το Δικαστήριο μπορεί να επιληφθεί αγωγής αποζημιώσεως λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης, όταν η φερομένη ζημία συνίσταται εν μέρει σε αχρεωστήτως καταβληθέντα στις εθνικές αρχές εξισωτικά ποσά και τα εθνικά δικαστήρια είναι τα μόνα αρμόδια να επιληφθούν αγωγής περί επιστροφής των ποσών αυτών.
15 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η αγωγή αποζημιώσεως των άρθρων 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης θεσπίστηκε ως αυτοτελές ένδικο βοήθημα με ιδιαίτερη λειτουργία στο πλαίσιο του συστήματος των ενδίκων βοηθημάτων. Μολονότι αληθεύει ότι το παραδεκτό μπορεί να εξαρτάται, σε ορισμένες περιπτώσεις, από την εξάντληση των ενδίκων βοηθημάτων του εσωτερικού δικαίου που διατίθενται προς επίτευξη ικανοποιήσεως εκ μέρους των εθνικών αρχών, πρέπει, εντούτοις, για να ισχύει αυτό, τα εθνικά ένδικα βοηθήματα να εξασφαλίζουν αποτελεσματικά την προστασία των ιδιωτών που θεωρούν ότι ζημιώθηκαν από τις πράξεις των κοινοτικών οργάνων (αποφάσεις της 12ης Απριλίου 1984, Unifrex, 281/82, Συλλογή 1984, σ. 1969, και της 26ης Φεβρουαρίου 1986, Krohn, 175/84, Συλλογή 1986, σ. 753).
16 Εν προκειμένω, η ενάγουσα δεν μπορούσε να ασκήσει τα εθνικά ένδικα βοηθήματα περί επιστροφής των πάρα πολύ υψηλών εξισωτικών ποσών για τον λόγο ότι, με την απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Οκτωβρίου 1980 την οποία εφάρμοσαν τα γαλλικά δικαστήρια, κρίθηκε ότι το ανίσχυρο των κανονισμών που καθόρισαν τα ποσά αυτά δεν καθιστά δυνατή την αμφισβήτηση της εισπράξεώς τους κατά τον χρόνο που προηγήθηκε της εκδόσεως της αποφάσεως αυτής. Υπό τις συνθήκες αυτές, κανένα ένδικο βοήθημα δεν μπορεί να εξασφαλίσει αποτελεσματικά την αποκατάσταση της ζημίας που ενδεχομένως προκλήθηκε.
17 Η αγωγή είναι επομένως παραδεκτή.
γ) Ως προς τη ζημία που προέκυψε από τα αχρεωστήτως
καταβληθέντα νομισματικά εξισωτικά ποσά
18 Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η ζημία της συνίσταται καταρχάς στα ποσά που κατέβαλε αχρεωστήτως ως νομισματικά εξισωτικά ποσά στις εθνικές αρχές. Αναφέρεται σχετικά στο ποσό των 29 639 506,74 γαλλικών φράγκων (FF), που έγινε δεκτό από το Tribunal d' instance de Lille και το Cour d' appel de Douai, καθώς και στο ποσό των 773 465 γερμανικών μάρκων (DΜ), που αντιστοιχεί στα ποσά που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως στις τελωνειακές αρχές της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και υπολογίστηκαν βάσει των ίδιων μεθόδων υπολογισμού που εφαρμόζονται και στη Γαλλία.
19 Πρέπει να παρατηρηθεί ότι η απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1980 απέκλεισε ρητώς κάθε δυνατότητα "αμφισβητήσεως" της εισπράξεως και της καταβολής των νομισματικών εξισωτικών ποσών που πραγματοποιήθηκαν πριν από την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως βάσει των διατάξεων που κρίθηκαν ανίσχυρες. Η είσπραξη των εν λόγω ποσών από τις εθνικές αρχές κατέστη έτσι απρόσβλητη.
20 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η φερομένη ζημία που αντιστοιχεί στην καταβολή των νομισματικών εξισωτικών ποσών που προβλέπονται στον κανονισμό 652/76 και στους μεταγενέστερους σχετικούς κανονισμούς δεν μπορεί να αποκατασταθεί, οποιαδήποτε κι αν είναι η βάση της αγωγής που ασκείται προς τον σκοπό αυτό. Υπό τις συνθήκες αυτές, το αίτημα της ενάγουσας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
δ) Ως προς τη ζημία που συνίσταται στο διαφυγόν κέρδος
21 Η ενάγουσα αναφέρεται στη συνέχεια στην "πραγματική" ζημία που υπέστη λόγω σημαντικού διαφυγόντος κέρδους. Υποστηρίζει προς τούτο ότι στον τομέα των νομισματικών εξισωτικών ποσών τα αποτελέσματα μιας διαφοράς μεταξύ εφαρμοζομένου και νομίμου ποσοστού είναι πάντοτε διττά, δεδομένου ότι, όταν ένας επιχειρηματίας καταβάλλει περισσότερα, ένας άλλος εισπράττει περισσότερα. Εξάλλου, επειδή η τιμή των εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εξισωτικά ποσά είναι ελεύθερη, η ενάγουσα δεν μπόρεσε να μετακυλίσει τις ζημιογόνες επιπτώσεις των πάρα πολύ υψηλών ποσών επί των αγοραστών της αναγκάστηκε, επομένως, να προσαρμόσει τις τιμές της στις τιμές των ανταγωνιστών της, ιδίως στις τιμές των επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες σε κράτη μέλη με ισχυρό νόμισμα.
22 Το ύψος του διαφυγόντος κέρδους αντιπροσωπεύει, σύμφωνα με υπολογισμούς που πραγματοποιήθηκαν βάσει των τιμών συναλλάγματος που ίσχυαν την ημέρα της επ' ακροατηρίου συζητήσεως, το 52 % περίπου του συνολικού ποσού των δέκα εκατομμυρίων Ecu που αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής. Πρέπει να επισημανθεί σχετικά ότι η ενάγουσα δεν παρέσχε κανένα στοιχείο για τον τρόπο υπολογισμού του εν λόγω ποσού και ότι, τόσο στα υπομνήματά της όσο και κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, επανελάμβανε μόνον ότι ο υψηλός συντελεστής των εξισωτικών ποσών δεν είχε μόνο δυσμενείς επιπτώσεις για ορισμένες επιχειρήσεις, αλλά, από το ίδιο το γεγονός αυτό, και ευνοϊκές επιπτώσεις για ορισμένες άλλες.
23 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι κανονιστικές πράξεις που απηχούν επιλογές οικονομικής πολιτικής μπορούν να θεμελιώσουν εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας μόνο σε περίπτωση επαρκώς διακεκριμένης παραβάσεως ιεραρχικά ανώτερου κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες. Σε κανονιστικό πλαίσιο χαρακτηριζόμενο από την άσκηση ευρείας διακριτικής ευχέρειας, απαραίτητης για την εφαρμογή της κοινής γεωργικής πολιτικής, η εν λόγω ευθύνη μπορεί, επομένως, να γεννηθεί μόνον αν το οικείο κοινοτικό όργανο ενήργησε κατά προφανή και βαριά υπέρβαση των ορίων που έχουν τεθεί στην άσκηση των εξουσιών του (απόφαση της 25ης Μαΐου 1978, Bayerische HNL, 83 και 94/76, 4, 15 και 40/77, Rec. 1978, σ. 1209).
24 Πρέπει, επομένως, να εξεταστεί η φύση του κανόνα, ο οποίος παραβιάστηκε, κατά την απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1980, από τον καθορισμό των νομισματικών εξισωτικών ποσών για τα προϊόντα της αλευροποιίας. Πρόκειται, κατά κύριο λόγο, για το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 974/71 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1971, περί ορισμένων μέτρων συγκυριακής πολιτικής που πρέπει να ληφθούν στον γεωργικό τομέα ως συνέπεια της προσωρινής διευρύνσεως των περιθωρίων διακυμάνσεως των νομισμάτων ορισμένων κρατών μελών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 192), βασικού κανονισμού για τα νομισματικά εξισωτικά ποσά. Βάσει της διατάξεως αυτής, τα εξισωτικά ποσά που εφαρμόζονται στα προϊόντα μεταποιήσεως του αραβοσίτου ή του σίτου πρέπει να είναι ίσα προς την επίπτωση, επί του οικείου προϊόντος, της εφαρμογής του εξισωτικού ποσού επί της τιμής του προϊόντος βάσεως.
25 Το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι ο υπολογισμός της επιπτώσεως αυτής δημιουργούσε δυσχερή προβλήματα τεχνικού και οικονομικού χαρακτήρα για πολλά προϊόντα, των οποίων η μέθοδος παρασκευής και η σύνθεση μπορούν να ποικίλλουν κατά περιοχές της Κοινότητας. 'Εκρινε εντούτοις ότι η Επιτροπή, καθορίζοντας τα εξισωτικά ποσά για τα προϊόντα της αλευροποιίας, προέβη σε εσφαλμένο υπολογισμό, που οδήγησε σε ποσά σαφώς υψηλότερα από τα αντιστοιχούντα στην επίπτωση των ποσών που εφαρμόζονται στα προϊόντα βάσεως και ότι υπερέβη, έτσι, τα όρια της ευχέρειας εκτιμήσεως που διέθετε. Ο εσφαλμένος υπολογισμός αφορούσε, ειδικότερα, την τιμή προμηθείας του αραβοσίτου και του σίτου που χρησιμοποιούνται για τη μεταποίηση σε άμυλο, το άθροισμα των ποσών που εφαρμόζονται στο σύνολο των παραγώγων υποπροϊόντων της ίδιας ποσότητας αραβοσίτου ή σίτου σε ορισμένη διαδικασία παραγωγής και την προσαρμογή των ποσών που εφαρμόζονται στο άμυλο γεωμήλων προς τα ποσά που εφαρμόζονται στο άμυλο αραβοσίτου.
26 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ο καθορισμός των επίδικων νομισματικών εξισωτικών ποσών ήταν αποτέλεσμα τεχνικού σφάλματος, το οποίο, μολονότι οδήγησε κατ' αντικειμενική κρίση σε άνιση μεταχείριση ορισμένων παραγωγών εγκατεστημένων σε χώρες με ασθενές νόμισμα, δεν μπορεί, εντούτοις, να θεωρηθεί ότι συνιστά διακεκριμένη παράβαση ιεραρχικά ανώτερου κανόνα δικαίου ή προφανή και βαριά υπέρβαση, εκ μέρους της Επιτροπής, των ορίων της εξουσίας της.
27 Επειδή δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις θεμελιώσεως της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας από παράνομη κανονιστική πράξη, υπό την έννοια του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
28 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η ενάγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αγωγή.
2) Καταδικάζει την ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy