ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-21/88 ( *1 )
Ι — Νομικό πλαίσιο
1. Διατάζεις τον εθνικού οικαίον
1.
Τα περιστατικά από τα οποία προέκυψε η διαφορά της κύριας δίκης αφορούν κυρίως την ιταλική ρύθμιση που προβλέπει την υποχρεωτική ανάθεση ορισμένου ποσοστού των συμβάσεων δημόσιων προμηθειών σε επιχειρήσεις εγκατεστημένες στις περιοχές του ιταλικού Νότου ( Mezzogiorno ).
2.
Η αρχή της « υποχρεωτικής αναθέσεως » καθιερώθηκε με το υπ' αριθ. 40 νομοθετικό διάταγμα του προσωρινού αρχηγού του κράτους, της 18ης Φεβρουαρίου 1947, το οποίο επέτρεπε στην εθνική διοίκηση να αναθέτει το 1/6 κατ' ανώτατο όριο των συμβάσεων δημόσιων προμηθειών σε επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε ορισμένες νότιες περιοχές της Ιταλίας. Στη συνέχεια ο νόμος 835 της 6ης Οκτωβρίου 1950 μετέβαλε την ευχέρεια αυτή σε υποχρέωση.
3.
Η υποχρέωση αυτή επιβεβαιώθηκε και διατηρήθηκε σε ισχύ με τους διαφόρους νόμους που ρύθμισαν το ζήτημα των παρεμβάσεων υπέρ του ιταλικού Νότου, ο τελευταίος δε νόμος που εκδόθηκε είναι ο νόμος 64, της 1ης Μαρτίου 1986 ( Disciplina organica dell' intervento straordinario nel Mezzogiorno, στο εξής: νόμος 64/86 ).
4.
Οι παράγραφοι 16 και 17 του άρθρου 17 του νόμου αυτού ορίζουν τα εξής:
« 16.
Η υποχρέωση αναθέσεως ενός μέρους των προμηθειών και των υπηρεσιών που ανα φέρεται στο άρθρο 113, παράγραφος 1, των προαναφερθεισών κωδικοποιημένων διατάξεων επεκτείνεται σε όλα τα επίπεδα της δημοσίας διοικήσεως, στις περιφέρειες, στις επαρχίες, στους δήμους και τις κοινότητες, στις τοπικές υγειονομικές μονάδες, στις ορεινές κοινότητες, στις εταιρίες και τους οργανισμούς στους οποίους μετέχει το κράτος, στα Πανεπιστήμια, στα αυτοδιοικούμενα νοσηλευτικά ιδρύματα.
17.
Οι ανωτέρω οργανισμοί, επιχειρήσεις και διοικητικές αρχές έχουν την υποχρέωση να προμηθεύονται το 30 ο/ο τουλάχιστον των αγαθών που χρειάζονται από βιομηχανικές, γεωργικές και βιοτεχνικές επιχειρήσεις που διαθέτουν εργοστάσια και μόνιμες εγκαταστάσεις στις ζώνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 των προαναφερθεισών κωδικοποιημένων διατάξεων, στις οποίες πρέπει να έχουν κατασκευαστεί, εν μέρει έστω, τα οικεία προϊόντα. »
5.
Οι κωδικοποιημένες διατάξεις στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 17 είναι το διάταγμα του προέδρου της Δημοκρατίας 218 της 6ης Μαρτίου 1978 ( κωδικοποίηση των νόμων που αφορούν τον ιταλικό Νότο ), του οποίου το άρθρο 113, παράγραφος 1, υποχρέωνε ορισμένες διοικητικές υπηρεσίες και δημόσιους οργανισμούς να αναθέτουν το 30 % των συμβάσεων προμηθειών και παροχής υπηρεσιών ανά οικονομικό έτος στις επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους ή είναι εν πάση περιπτώσει εγκατεστημένες στον ιταλικό Νότο και έχουν τις αναγκαίες τεχνικές δυνατότητες (εξαιρούνταν μόνο οι προμήθειες και οι υπηρεσίες που δεν μπορούν να διαιρεθούν από τεχνική άποψη ).
6.
Ο νόμος 64/86 διεύρυνε σαφώς το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 113, παράγραφος 1, αφενός επεκτείνοντας την υποχρέωση αναθέσεως ενός τμήματος των δημόσιων συμβάσεων σε διάφορους οργανισμούς που δεν προβλέπονταν αρχικά, μεταξύ των οποίων οι τοπικές υγειονομικές μονάδες ( USL ), και αφετέρου επιβάλλοντας την υποχρέωση αυτή ( που αφορά όχι πλέον το 30 %, αλλά τουλάχιστον το 30 % ) όχι μόνο υπέρ των βιομηχανικών επιχειρήσεων, αλλά και υπέρ των γεωργικών και βιοτεχνικών επιχειρήσεων, και θέτοντας ως ελάχιστη προϋπόθεση την ύπαρξη εγκαταστάσεων στις εν λόγω ζώνες, στις οποίες πρέπει να κατασκευάζονται, έστω και εν μέρει, τα οικεία προϊόντα.
2. Διατάξεις του κοινοτικού δικαίου
7.
Το Συμβούλιο εξέδωσε σχετικά την οδηγία 77/62/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1976, περί συντονισμού των διαδικασιών συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών (ΕΕ ειδ. έκδ. 17/001, σ. 24) (στο εξής: οδηγία 77/62 ), σκοπός της οποίας είναι η εξάλειψη, στον τομέα των συμβάσεων κρατικών και δημοσίων προμηθειών, των περιορισμών της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων που αντίκεινται προς το άρθρο 30 της Συνθήκης της Ρώμης.
Το άρθρο 26 της ανωτέρω οδηγίας ορίζει τα εξής:
« Η οδηγία αυτή δεν αποκλείει την εφαρμογή των διατάξεων του ιταλικού νόμου αριθ. 835 της 6ης Οκτωβρίου 1950 ( GURI αριθ. 245 της 24ης Οκτωβρίου 1950 ) και των τροποποιήσεων αυτού που ισχύουν κατά την ημερομηνία εκδόσεως της παρούσης οδηγίας, με την επιφύλαξη ότι οι διατάξεις αυτές δεν είναι ασυμβίβαστες με τη Συνθήκη. »
8.
Κατά το άρθρο 16 της οδηγίας 88/295/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1988, για την τροποποίηση της οδηγίας 77/62/ΕΟΚ και την κατάργηση ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 80/767/ΕΟΚ (ΕΕ L 127, σ. 1 ), το κείμενο του ανωτέρω άρθρου 26 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
« Άρθρο 26
1. Η παρούσα οδηγία δεν αποκλείει, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1992, την εφαρμογή των ισχυουσών εθνικών διατάξεων που αποσκοπούν στη μείωση των περιφερειακών ανισοτήτων και την προώθηση της δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας στις αναπτυξιακά καθυστερημένες περιοχές και στις παρακμάζουσες βιομηχανικές περιοχές, υπό τον όρο ότι οι εν λόγω διατάξεις συμβιβάζονται με τη Συνθήκη και με τις διεθνείς υποχρεώσεις της Κοινότητας.
2. ... »
II — Περιστατικά και διαδικασία στην κύρια δίκη
Η διαφορά που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης ανέκυψε κατόπιν της εκδόσεως στις 3 Ιουνίου 1986 της αποφάσεως της Unità sanitaria locale no 2 di Carrara (Δεύτερης Τοπικής Υγειονομικής Μονάδας της Καρράρας, στο εξής: USL), με την οποία καθορίζονταν οι όροι του περιορισμένου διαγωνισμού για την προμήθεια φιλμ και υγρών ακτινοσκοπήσεως, διευκρινιζόταν δε στη συνημμένη ειδική συγγραφή υποχρεώσεων ότι η προμήθεια αποτελείται από δύο τμήματα, το ένα από τα οποία, ίσο με το 30 % της συνολικής ποσότητας, αφορούσε μόνο τις επιχειρήσεις τις εγκατεστημένες στον ιταλικό Νότο.
Με την προσφυγή υπ' αριθ. 2026/86, η οποία ασκήθηκε ενώπιον του Tribunale amministrativo regionale της Τοσκάνης ( στο εξής: TAR της Τοσκάνης) και επιδόθηκε στις 16 και 17 Σεπτεμβρίου 1986, η εταιρία Du Pont De Nemours Italiana SpA προσέβαλε την απόφαση αυτή, ισχυριζόμενη ότι το σύστημα της υποχρεωτικής αναθέσεως ενός μέρους των συμβάσεων προμηθειών και υπηρεσιών, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 113, παράγραφος 1, του ΠΔ 218 της 6ης Μαρτίου 1978, και η τροποποίηση που επήλθε με το άρθρο 17, παράγραφοι 16 και 17, του νόμου 64/86 είναι ασυμβίβαστα με τα άρθρα 3, 7, 8, 30, 31, 32, 59 και 62 της Συνθήκης ΕΟΚ και με την οδηγία 77/62 του Συμβουλίου.
Η USL προέβη εν τω μεταξύ, με την απόφαση 1044 της 15ης Ιουλίου 1986, στην ανάθεση του τμήματος του 70 % της ποσότητας, η δε εταιρία Du Pont De Nemours Italiana SpA προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του TAR της Τοσκάνης με την προσφυγή 3491/86, η οποία επιδόθηκε στις 20 και 24 Νοεμβρίου 1986 και στην οποία επαναλαμβάνονταν οι ισχυρισμοί που περιέχονταν στην πρώτη προσφυγή.
Η εταιρία 3M-Italia SpA, η οποία είχε συμφέρον για την επίλυση της διαφοράς, καθόσον της είχε ανατεθεί το τμήμα του 30 ο/ο, ζήτησε να παρέμβει υπέρ της καθής. Στη συνέχεια παρενέβη υπέρ της προσφεύγουσας η εταιρία Du Pont De Nemours Deutschland GmbH.
Κατά την εξέταση των ισχυρισμών που προβάλλει με τις προσφυγές της η εταιρία Du Pont de Nemours, το TAR της Τοσκάνης έκρινε σκόπιμο να ζητήσει από το Δικαστήριο να εκδώσει προδικαστική απόφαση. Το εθνικό δικαστήριο, μολονότι δεν διατύπωσε συγκεκριμένα ερωτήματα, έθεσε τα ακόλουθα ζητήματα:
1)
Έχει το άρθρο 30 της Συνθήκης, το οποίο απαγορεύει τους ποσοτικούς περιορισμούς των εισαγωγών και κάθε μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος, την έννοια ότι αντίκειται προς αυτό μια εθνική ρύθμιση σαν την επίμαχη εν προκειμένω;
2)
Εμφανίζει η υποχρέωση αναθέσεως ενός τμήματος των προμηθειών, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 17 του νόμου 64 της 1ης Μαρτίου 1986, τα χαρακτηριστικά « ενισχύσεως » κατά την έννοια του άρθρου 92, επειδή σκοπός της είναι η « προώθηση της οικονομικής αναπτύξεως » μιας περιοχής στην οποία « το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό » με την εγκατάσταση επιχειρήσεων που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη των οικείων περιοχών;
3)
Απονέμει το άρθρο 93 της Συνθήκης αποκλειστικά στην Επιτροπή την εξουσία να κρίνει κατά πόσον συμβιβάζονται οι ενισχύσεις που αναφέρονται στο άρθρο 92 με το κοινοτικό δίκαιο ή έχει την εξουσία αυτή και το εθνικό δικαστήριο, όταν εξακριβώνει αν ο εθνικός νόμος προσκρούει ενδεχομένως προς τις διατάξεις του κοινοτικού συστήματος;
Η Διάταξη παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 20 Ιανουαρίου 1988.
Έγγραφες παρατηρήσεις κατά το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου κατέθεσαν η προσφεύγουσα της κύριας δίκης και η υπέρ αυτής παρεμβαίνουσα εταιρία Du Pont De Nemours Deutschland GmbH, εκπροσωπούμενες και οι δύο από τους G. P. Zanchini και M. Siragusa, δικηγόρους Ρώμης, και από τον G. Scassellati Sforzolini, Procuratore του δικηγορικού συλλόγου της Μπολώνια· έγγραφες παρατηρήσεις κατέθεσαν επίσης η εταιρία 3M-Italia SpA, παρεμβαίνουσα στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενη από τους Ε. Α. Raffaelli, C. Rucellai και C. Lessona, δικηγόρους Φλωρεντίας, η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τον P. G. Ferri, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον G. Berardis.
Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
III — Έγγραφες παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
1.
Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης θεωρεί, όσον αφορά το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η απαγόρευση που επιβάλλεται με το άρθρο 30 ισχύει για όλες τις ρυθμίσεις των κρατών μελών που μπορούν να εμποδίσουν άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο, ανεξάρτητα από το αν η εθνική ρύθμιση εφαρμόζεται μόνο στα εισαγόμενα προϊόντα ή και στα εγχώρια.
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει επίσης ότι οι διατάξεις των παραγράφων 16 και 17 του άρθρου 17 του νόμου 64/86 αποτελούν μέτρο που οδηγεί σε διακρίσεις και έχει αποτέλεσμα ισοδύναμο με ποσοτικό περιορισμό, καθόσον εμποδίζουν τις δημόσιες υπηρεσίες, τους δημόσιους οργανισμούς και τους οργανισμούς στους οποίους μετέχει το Δημόσιο να εφοδιάζονται με εμπορεύματα που προέρχονται από άλλα μέρη της κοινής αγοράς.
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται σχετικά ότι από πολλές αποφάσεις του Δικαστηρίου προκύπτει ότι αντιβαίνει προς το άρθρο 30 οποιαδήποτε διάκριση στηρίζεται στην καταγωγή των εμπορευμάτων ή στον τόπο της μεταποιήσεως τους.
Η Du Pont de Nemours θεωρεί εξάλλου ότι εν προκειμένω δεν μπορεί να ισχύσει καμιά από τις εξαιρέσεις από το άρθρο 30 τις οποίες προβλέπει το άρθρο 36, δεδομένου ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει κατ' επανάληψη ότι το άρθρο αυτό δεν μπορεί να εφαρμοστεί για να δικαιολογήσει οικονομικής φύσεως μέτρα και ότι τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ούτε βάσει των « επιτακτικών αναγκών» που απαριθμεί η νομολογία του Δικαστηρίου, καθόσον οι επιτακτικές αυτές ανάγκες δεν ισχύουν για τα μέτρα που οδηγούν σε διακρίσεις.
Κατά την προσφεύγουσα, το σύστημα της υποχρεωτικής αναθέσεως των δημόσιων συμβάσεων προμηθειών, το οποίο καθιερώνει ο νόμος 64/86, αντίκειται προς την οδηγία 77/62. Η οδηγία αυτή, με την οποία εφαρμόζονται οι υπέρτερες αρχές της Συνθήκης, απαγορεύει κάθε διάκριση που βασίζεται είτε στην καταγωγή του προς παροχή προϊόντος είτε στον τόπο στον οποίο είναι εγκατεστημένος ο πιθανός προμηθευτής.
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται επίσης ότι η υποχρέωση αναθέσεως ορισμένου ποσοστού των προμηθειών δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε βάσει του άρθρου 26 της οδηγίας 77/62, καθόσον το άρθρο αυτό ορίζει απλώς ότι η οδηγία δεν αποκλείει την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου 835/50, με την επιφύλαξη ότι οι διατάξεις αυτές δεν είναι ασυμβίβαστες με τη Συνθήκη.
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει επίσης ότι, καθόσον η ανωτέρω υποχρέωση αναθέσεως αφορά όχι μόνο την προμήθεια προϊόντων αλλά και την παροχή υπηρεσιών, το άρθρο 17 του νόμου 64/86 αντιβαίνει προς το άρθρο 59 της Συνθήκης, επειδή προβλέπει την υποχρεωτική ανάθεση στις επιχειρήσεις του ιταλικού Νότου ενός σημαντικού τμήματος των αναγκαίων συμβάσεων προμηθειών, δημιουργώντας έτσι σαφώς διακρίσεις εις βάρος των πιθανών προμηθευτών που είναι εγκατεστημένοι σε άλλες περιοχές της Ιταλίας ή σε άλλα κράτη μέλη.
Όσον αφορά το δεύτερο ζήτημα που θέτει το παραπέμπον δικαστήριο, η προσφεύγουσα υπενθυμίζει ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 92 δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποφευχθεί η εφαρμογή της απαγορεύσεως την οποία προβλέπει το άρθρο 30. Η προσφεύγουσα εξάλλου θεωρεί πολύ αμφίβολο, αν όχι αδύνατο, ότι η υποχρέωση αναθέσεως τμήματος των δημόσιων προμηθειών σε επιχειρήσεις του ιταλικού Νότου μπορεί να έχει το χαρακτήρα ενισχύσεως. Το γεγονός δηλαδή ότι σκοπός των διατάξεων περί της υποχρεωτικής αυτής αναθέσεως ενδέχεται να είναι η διευκόλυνση της αναπτύξεως της παραγωγής στον ιταλικό Νότο δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι οι διατάξεις αυτές μπορούν να χαρακτηρισθούν ως κρατικές ενισχύσεις που ρυθμίζονται από τα άρθρα 92 επ. της Συνθήκης.
Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία η υποχρεωτική ανάθεση των προμηθειών μπορούσε να εξομοιωθεί προς κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, η « ενίσχυση » αυτή δεν θα παρουσίαζε τα αναγκαία χαρακτηριστικά για να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με την κοινή αγορά κατά την έννοια της παραγράφου 3 του άρθρου 92.
Για να στηρίξει το επιχείρημά της αυτό, η Du Pont de Nemours αναφέρεται στα κριτήρια που εφαρμόζει η Επιτροπή προκειμένου να κρίνει αν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά κάθε συγκεκριμένο σύστημα ενισχύσεων, και τα οποία γνωστοποίησε με ανακοίνωση της 3ης Φεβρουαρίου 1979 (GU C 31, σ. 9).
Για τους λόγους αυτούς η Du Pont de Nemours ζητεί από το Δικαστήριο να κρίνει ότι η υποχρέωση αναθέσεως των συμβάσεων δημόσιων προμηθειών και δημόσιων έργων, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 17 του νόμου 64/86, δεν πρέπει να χαρακτηρισθεί ως δημοσιονομική ενίσχυση προς τις επιχειρήσεις, κατά την έννοια του άρθρου 92, αλλά πρέπει να θεωρηθεί ως μέτρο που οδηγεί σε διακρίσεις και του οποίου σκοπός είναι να στραφεί η ζήτηση προς τα εγχώρια προϊόντα, πράγμα που σημαίνει ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30.
Επικουρικά, η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο να κρίνει ότι, αφού το άρθρο 92 δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να χρησιμεύσει για την αποφυγή της εφαρμογής των διατάξεων της Συνθήκης που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, η δυνατότητα χαρακτηρισμού ενός εθνικού μέτρου ως ενισχύσεως δεν αποτελεί επαρκή λόγο για να θεωρηθεί ότι το μέτρο αυτό δεν εμπίπτει στην απαγόρευση την οποία καθιερώνει το άρθρο 30.
H προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο, ακόμη επικουρικότερα, να κρίνει ότι μια ενίσχυση όπως η υποχρεωτική ανάθεση των συμβάσεων δημόσιων προμηθειών στις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες στον ιταλικό Νότο είναι ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά, κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης, και ότι η ενίσχυση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με την κοινή αγορά βάσει του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο α ).
Όσον αφορά το τρίτο ζήτημα, η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 22ας Μαρτίου 1977 ( Steinike & Weinlig, 78/76, Racc. 1977, σ. 595 ), είναι αναμφισβήτητο ότι η Επιτροπή είναι η μόνη αρμόδια να κρίνει κατά πόσον συμβιβάζονται με την κοινή αγορά τα σχέδια ενισχύσεων, έστω και αν η απόφαση της μπορεί στη συνέχεια να υποβληθεί στον έλεγχο του Δικαστηρίου, κατόπιν ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως.
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι τα δικαστήρια των κρατών μελών δεν μπορούν επομένως να αποφαίνονται για το αν συμβιβάζονται τα σχέδια ενισχύσεων με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 92, επειδή κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου το άρθρο 92 δεν παράγει άμεσα αποτελέσματα.
Το γεγονός όμως αυτό δεν αποκλείει, κατά την προσφεύγουσα, το ενδεχόμενο να πρέπει το εθνικό δικαστήριο να αποφανθεί κατά πόσον ένα συγκεκριμένο μέτρο αποτελεί ενίσχυση, με σκοπό να κρίνει αν το μέτρο αυτό θεσπίστηκε κατά παράβαση των διαδικαστικών κανόνων του άρθρου 93, παράγραφος 3. Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι από την άποψη αυτή το ιταλικό κράτος παρέβη διπλά το άρθρο 93, παράγραφος 3: την πρώτη φορά, όταν ανακοίνωσε το σχέδιο ενισχύσεων στις 2 Μαΐου 1986, δηλαδή αφού το σχέδιο αυτό είχε καταστεί νόμος του κράτους (την 1η Μαρτίου 1986) και επομένως δεν είχε πλέον τη μορφή σχεδίου και η Επιτροπή δεν μπορούσε να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της, αλλά αντίθετα ετίθετο προ τετελεσμένου γεγονότος· τη δεύτερη φορά, όταν άρχισε να εφαρμόζει τη διάταξη περί της υποχρεώσεως αναθέσεως ενός μέρους των δημόσιων συμβάσεων πριν η Επιτροπή αποφανθεί οριστικά κατά πόσον η υποχρέωση αυτή συμβιβάζεται με την κοινή αγορά. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η παράβαση αυτή διαπράχθηκε επίσης αφού η Επιτροπή είχε κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, μολονότι η ίδια η Επιτροπή είχε επιστήσει, με την ανακοίνωση περί ενάρξεως της διαδικασίας, την προσοχή των ενδιαφερομένων επί του ότι η έναρξη της διαδικασίας έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα και ότι επομένως οι ενισχύσεις δεν μπορούν να χορηγηθούν παρά μόνο αν και όταν τις εγκρίνει η Επιτροπή (ανακοίνωση της 29ης Σεπτεμβρίου 1987, EE C 259, σ. 2).
Η υποχρέωση να μη θέσει σε εφαρμογή το σχεδιαζόμενο μέτρο εξακολουθούσε να δεσμεύει το ιταλικό κράτος ακόμη και μετά τη δημοσίευση, στις 2 Μαρτίου 1988, της μη οριστικής αποφάσεως με την οποία η Επιτροπή επιφυλασσόταν να προβεί σε περαιτέρω ανάλυση των διατάξεων σχετικά με την υποχρεωτική ανάθεση.
Η Du Pont de Nemours θεωρεί εξάλλου ότι η αναρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου να κρίνει αν επιτρέπεται μια ενίσχυση υφίσταται ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή παραλείπει να αποφανθεί σχετικά. Εν προκειμένω όμως, δεν υπήρξε αδράνεια της Επιτροπής.
Η προσφεύγουσα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η υποχρεωτική ανάθεση, όπως προβλέπεται με το νόμο 64/86, καλύπτεται από τον ορισμό της ασυμβίβαστης με την κοινή αγορά ενίσχυσης, που αναφέρεται στο άρθρο 92, παράγραφος 1, και δεν πληροί τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να επιτραπεί βάσει του άρθρου 92, παράγραφος 3. Για τους λόγους αυτούς η Du Pont ζητεί από το Δικαστήριο να κρίνει ότι μια ενίσχυση όπως η υποχρεωτική ανάθεση ορισμένου ποσοστού των συμβάσεων δημόσιων προμηθειών δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με την κοινή αγορά.
2.
Η εταιρία 3M-Italia, η οποία έχει παρέμβει υπέρ της καθής, υποστηρίζει ότι, προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αν το άρθρο 30 της Συνθήκης απαγορεύει την επιβολή της επίμαχης « υποχρεώσεως αναθέσεως » προμηθειών, το άρθρο αυτό πρέπει να εξεταστεί εντός του πλαισίου του όλου συστήματος της Συνθήκης ΕΟΚ. Η ανωτέρω εταιρία αναφέρει ότι σκοπός του άρθρου αυτού είναι η εξάλειψη κάθε εμπορικής ρυθμίσεως των κρατών μελών που θα μπορούσε να εμποδίσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
Εν προκειμένω όμως, διαπιστώνει η 3M-Italia, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η υποχρεωτική αυτή ανάθεση μπορεί να επηρεάσει το ενδοκοινοτικό εμπόριο, είναι επίσης βέβαιο ότι η ρύθμιση σχετικά με την υποχρεωτική αυτή ανάθεση έχει περιοριστικά αποτελέσματα τόσο έναντι των εγχώριων επιχειρήσεων που δεν είναι εγκατεστημένες στον Νότο της Ιταλίας, όσο και έναντι των επιχειρήσεων που εδρεύουν στα άλλα κράτη μέλη της Κοινότητας. Για τον λόγο ακριβώς αυτό η ρύθμιση αυτή δεν εκφράζει καμιά βούληση προστατευτισμού, αλλά θεσπίστηκε λόγω της ανάγκης εξαλείψεως της οικονομικής και κοινωνικής αστάθειας των περιοχών του ιταλικού Νότου.
Η παρεμβαίνουσα υποστηρίζει ότι, υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εφαρμόζεται αυτόματα η απαγόρευση του άρθρου 30. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ακόμη και ορισμένα κρατικά μέτρα που μπορούν αντικειμενικά να παρακωλύουν την ελευθερία των συναλλαγών μπορούν να θεωρηθούν δικαιολογημένα όχι μόνο όταν συντρέχουν οι λόγοι που απαριθμούνται στο άρθρο 36 της Συνθήκης, αλλά και όταν με τα μέτρα αυτά επιδιώκεται σκοπός γενικού ενδιαφέροντος, που υπερτερεί των απαιτήσεων της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Εν προκειμένω όμως, με την επίμαχη ιταλική ρύθμιση επιδιώκεται η επίτευξη σκοπού γενικού ενδιαφέροντος όχι μόνο από την άποψη του ιταλικού κράτους, αλλά και από την άποψη της Κοινότητας, πράγμα που έχει αναγνωριστεί ρητά και επανειλημμένα από όλα τα κράτη μέλη της Κοινότητας.
Στο σημείο αυτό η παρεμβαίνουσα υπενθυμίζει το περιεχόμενο του συνημμένου στη Συνθήκη πρωτοκόλλου περί Ιταλίας, τονίζοντας ότι σε τελική ανάλυση η ρύθμιση περί υποχρεωτικής αναθέσεως στις επιχειρήσεις του ιταλικού Νότου, η οποία ίσχυε ήδη κατά το χρόνο συνάψεως της Συνθήκης, θεωρήθηκε ότι έχει ως σκοπό την επίτευξη του βασικού στόχου της Κοινότητας που διακηρύσσεται στο άρθρο 2 της ίδιας αυτής Συνθήκης.
Για τον λόγο αυτό η παρεμβαίνουσα κρίνει ότι η εθνική ρύθμιση με την οποία σκοπείται η διόρθωση των διαρθρωτικών ανισοτήτων της οικονομίας ορισμένων περιοχών και επομένως η επίτευξη σκοπού κοινοτικού ενδιαφέροντος επιτρέπεται να παρεκκλίνει από τις προϋποθέσεις που θέτει η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και κατά συνέπεια πρέπει να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με το άρθρο 30 της Συνθήκης.
Κατά την 3M-Italia, το τμήμα των συμβάσεων δημόσιων προμηθειών που ανατίθεται υποχρεωτικά στις επιχειρήσεις του ιταλικού Νότου αποτελεί μια από τις ενισχύσεις που προορίζονται για τον Νότο της Ιταλίας και ανήκει στην κατηγορία των ενισχύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο α ). Με το σύστημα αυτό το Δημόσιο προσπορίζει στις επιχειρήσεις του Νότου έσοδα ίσα με το 30 ο/ο της αξίας των συμβάσεων δημόσιων προμηθειών.
H 3M-Italia θεωρεί εξάλλου ότι το υποχρεωτικώς ανατιθέμενο τμήμα αποτελεί κρατική ενίσχυση και επικαλείται σχετικά την προαναφερθείσα απόφαση της 22ας Μαρτίου 1977, κατά την οποία η απαγόρευση που αναφέρεται στο άρθρο 92, παράγραφος 1, καλύπτει όλες τις ενισχύσεις που χορηγούνται από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους, χωρίς να γίνεται διάκριση μεταξύ των περιπτώσεων στις οποίες η ενίσχυση χορηγείται απευθείας από το κράτος και των περιπτώσεων στις οποίες χορηγείται από δημόσιους ή ιδιωτικούς οργανισμούς που ιδρύει ή ορίζει το κράτος με σκοπό τη διαχείριση της ενισχύσεως.
Όσον αφορά τη διαδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 93 της Συνθήκης, η παρεμβαίνουσα υπενθυμίζει ότι η Ιταλική Κυβέρνηση ακολούθησε τη διαδικασία αυτή, αφού κοινοποίησε στην Επιτροπή το σχέδιο του νόμου 64/86 στις 2 Ιανουαρίου 1985 [ ανακοίνωση της Επιτροπής (87) C-259/02, της 29ης Σεπτεμβρίου 1987, ΕΕ C 259, σ. 2], η δε Επιτροπή κίνησε την εν λόγω διαδικασία μόνο σε σχέση με ορισμένες διατάξεις του νόμου 64/86. Όσον αφορά πάντως τις διατάξεις του άρθρου 17 του εν λόγω νόμου, οι οποίες αφορούν την υποχρεωτική ανάθεση, η 3Μ τονίζει ότι η Επιτροπή δεν κίνησε καμιά διαδικασία, αλλά δήλωσε απλώς ότι επιφυλασσόταν να ενεργήσει σχετικά στο μέλλον.
Η 3M-Italia θεωρεί ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν εξέδωσε απόφαση σχετικά με το θέμα αυτό, μολονότι ήταν ενήμερη από δύο και πλέον έτη, ισοδυναμεί με σιωπηρή αναγνώριση της νομιμότητας της ενισχύσεως. Προς στήριξη της απόψεώς της η 3M-Italia αναφέρεται στην απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 1973 ( Lorenz κατά Γερμανίας, Rec. 1973, σ. 1471), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι η προθεσμία εντός της οποίας η Επιτροπή πρέπει να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της είναι δύο μήνες, κατ' αναλογία των όσων ορίζουν τα άρθρα 173 και 175 της Συνθήκης.
Κατόπιν των ανωτέρω συλλογισμών, η 3M-Italia προτείνει στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής:
« 1)
Δεν αντίκειται στην απαγόρευση των μέτρων ισοδύναμου αποτελέσματος με ποσοτικούς περιορισμούς (άρθρο 30 ΕΟΚ) η εθνική ρύθμιση κατά την οποία ένα ποσοστό ορισμένων συμβάσεων δημόσιων προμηθειών ανατίθεται υποχρεωτικά σε επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε περιοχές στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό,προκειμένου να διευκολυνθεί η ανάπτυξη των πειροχών αυτών, υπό την προϋπόθεση ότι το μέτρο ενισχύσεως αυτό έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή και ότι η Επιτροπή δεν διατύπωσε αρνητική γνώμη εντός προθεσμίας δύο μηνών.
2)
Η υποχρεωτική ανάθεση ορισμένων προμηθειών, όπως αυτή που προβλέπεται στο άρθρο 17 του ιταλικού νόμου 64 της 1ης Μαρτίου 1986, παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά ενισχύσεως κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο α), της Συνθήκης ΕΟΚ.
3)
Το άρθρο 93 της Συνθήκης απονέμει αποκλειστικά και μόνο στην Επιτροπή την εξουσία να κρίνει κατά πόσον συμβιβάζονται με την κοινή αγορά οι ενισχύσεις που αναφέρονται στο άρθρο 92 της Συνθήκης ΕΟΚ, αλλά, αν λήξει η προθεσμία προκαταρκτικής εξετάσεως (που μπορεί να καθοριστεί σε δύο μήνες, κατ' αναλογία προς όσα ορίζουν τα άρθρα 173 και 175 της Συνθήκης ΕΟΚ), το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος μπορεί να εφαρμόσει το προτεινόμενο σύστημα ενισχύσεων.
4)
Όταν η Επιτροπή, στην οποία ένα κράτος μέλος έχει γνωστοποιήσει την έγκριση ενός προγενέστερου σχεδίου ενισχύσεως, επιφυλάσσεται να αποφανθεί επί του ζητήματος αν συμβιβάζεται η ενίσχυση αυτή με τη Συνθήκη και παρατείνει αδικαιολόγητα την προθεσμία εξετάσεως του σχεδίου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι συντρέχει εξαίρεση από την απαγόρευση παρακωλύσεως των συναλλαγών και διαταράξεως του ανταγωνισμού, τουλάχιστον μέχρις ότου η Επιτροπή εκδώσει αρνητική απόφαση.
5)
Μια ενίσχυση σαν την υποχρεωτική ανάθεση που προβλέπεται στο άρθρο 17, παράγραφοι 16 και 17, του ιταλικού νόμου 64/86 δεν είναι ικανή να αλλοιώσει τους όρους του εμπορίου σε βαθμό που να αντιβαίνει προς το κοινό συμφέρον των κρατών μελών και να νοθεύσει ή να απειλήσει να νοθεύσει τον ανταγωνισμό. »
3.
Κατά την άποψη της ιταλικής κυβερνήσεως, η υποχρεωτική ανάθεση ορισμένου ποσοστού των συμβάσεων δημόσιων προμηθειών, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 17 του νόμου 64/86, έχει τα χαρακτηριστικά ενισχύσεως κατά το άρθρο 92 της Συνθήκης, καθόσον πρόκειται για διάταξη που έχει θεσπιστεί από το κράτος και σύμφωνα με την οποία το όφελος που παρέχεται σε ορισμένη κατηγορία παραγωγών, που εξατομικεύονται λόγω του τόπου ασκήσεως των δραστηριοτήτων τους, βαρύνει τη δημόσια διοίκηση.
Κατά την ιταλική κυβέρνηση, η υποχρεωτική ανάθεση παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά ενισχύσεως και επομένως υπόκειται στη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 93 της Συνθήκης. Αυτό σημαίνει ότι η απόφαση του Δικαστηρίου κατά το άρθρο 177 της Συνθήκης δεν μπορεί να προδικάσει ή να αντικαταστήσει την απόφαση της Επιτροπής.
Δεδομένου εξάλλου ότι πρόκειται για ενισχύσεις των οποίων η κοινοτική νομιμότητα στηρίζεται στο άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο α ), η ιταλική κυβέρνηση παρατηρεί ότι η διάταξη αυτή, αντίθετα από τη διάταξη του στοιχείου γ) της ίδιας παραγράφου, δεν θέτει ως προϋπόθεση της νομιμότητας των ενισχύσεων το να μην αλλοιώνονται « οι όροι των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον ». Η ιταλική κυβέρνηση θεωρεί ότι αυτό σημαίνει ότι οι κρατικές ενισχύσεις για την ανάπτυξη των υπανάπτυκτων περιοχών έχουν πρωταρχική σημασία σε κοινοτικό επίπεδο, η οποία δεν είναι υποδεέστερη των άλλων στόχων της Κοινότητας.
Κατά την ιταλική κυβέρνηση, μολονότι η υποχρεωτική ανάθεση των συμβάσεων δημόσιων προμηθειών αποτελεί μέτρο του εσωτερικού δικαίου που ευνοεί τις εγχώριες επιχειρήσεις, εντούτοις δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης, δεδομένου ότι δίδει προτίμηση στις επιχειρήσεις μόνο που είναι εγκατεστημένες σε ορισμένες περιοχές, οι οποίες καθορίζονται βάσει ενός κριτηρίου ( της υπαναπτύξεως ), το οποίο μπορεί να ελεγχθεί αντικειμενικά και έχει κοινοτική σημασία.
Η ιταλική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, εν πάση περιπτώσει, τα εθνικά μέτρα που αφορά το άρθρο 30 της Συνθήκης είναι τα μέτρα που ενδέχεται να δημιουργήσουν διακρίσεις μεταξύ των εγχώριων προϊόντων και των προϊόντων των άλλων κρατών μελών. Εν προκειμένω δεν συντρέχει καμιά τέτοια περίπτωση, κατά την ιταλική κυβέρνηση, αφού το σύστημα της υποχρεωτικής αναθέσεως ευνοεί τους επιχειρηματίες μόνο που είναι εγκατεστημένοι στον ιταλικό Νότο, ενώ σε μειονεκτική θέση περιάγονται όλες οι άλλες κοινοτικές επιχειρήσεις, περιλαμβανομένων και των επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες στις άλλες περιφέρειες της Ιταλίας εκτός του Νότου.
Εξάλλου, υποστηρίζει η ιταλική κυβέρνηση, το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο ια ), της οδηγίας 70/50/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1969, ορίζει ότι, για να υπάρχει μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος με ποσοτικό περιορισμό των εισαγωγών, πρέπει το πρόσκομμα ή η προτίμηση να αφορά μόνο τα εισαγόμενα ή μόνο τα εγχώρια προϊόντα αντίστοιχα.
4.
Η Επιτροπή υπενθυμίζει καταρχάς τη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία οι παροτρύνσεις αγοράς εγχώριων προϊόντων αποτελούν μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος με ποσοτικούς περιορισμούς, τα οποία απαγορεύονται από το άρθρο 30 της Συνθήκης, εφόσον μπορούν να εμποδίσουν άμεσα, έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά το ενδοκοινο· τικό εμπόριο. Κατά την Επιτροπή, η ίδια μέθοδος αναλύσεως μπορεί να εφαρμοστεί και στην περίπτωση κατά την οποία η εθνική ρύθμιση προβλέπει ότι οι δημόσιες αρχές αναθέτουν ορισμένες προμήθειες στους εγχώριους μόνο παραγωγούς.
Στη συνέχεια η Επιτροπή αναφέρει διάφορες διατάξεις της οδηγίας 70/32 της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 1969, σχετικά με τις προμήθειες προϊόντων στο κράτος, στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως και στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, διατάξεις που προβλέπουν μεταξύ άλλων την κατάργηση των εθνικών διατάξεων που προβλέπουν την αποκλειστική προμήθεια εγχώριων προϊόντων ή την προτίμηση τους με άλλο τρόπο απ' ό,τι οι ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης.
Η Επιτροπή επικαλείται εξάλλου την οδηγία 77/62, η οποία στηρίζεται, κατά την Επιτροπή, στην αρχή ότι οι περιορισμοί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων στον τομέα των συμβάσεων δημόσιων προμηθειών απαγορεύεται δυνάμει των άρθρων 30 επ. της Συνθήκης.
Κατόπιν των ανωτέρω η Επιτροπή διερωτάται αν οι διατάξεις του εθνικού δικαίου οι οποίες προβλέπουν την υποχρεωτική ανάθεση ενός μέρους των συμβάσεων δημόσιων προμηθειών σε επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε συγκεκριμένες περιοχές αποτελούν, λόγω του επιλεκτικού τους χαρακτήρα, ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 92 και όχι μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος κατά την έννοια του άρθρου 30.
Σχετικά η Επιτροπή θεωρεί ότι οι διατάξεις αυτές έχουν, από μια άποψη, τα ίδια αποτελέσματα επί των εισαγωγών όπως οι διατάξεις που προβλέπουν ορισμένο ποσοστό υπέρ όλων των εγχώριων παραγωγών. Η έκταση των αποτελεσμάτων αυτών όμως δεν εξαρτάται από τον αριθμό των ωφελούμενων προϊόντων, αλλά από το μέγεθος των αναγκών των δημόσιων αρχών, των οποίων η ικανοποίηση με εισαγόμενα προϊόντα αποκλείεται, περιορίζεται ή δυσχεραίνεται.
Η Επιτροπή θεωρεί εξάλλου ότι, προκειμένου να χαρακτηριστούν νομικά οι επίμαχες διατάξεις, δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη οι σκοποί που επιδιώκουν τα κράτη μέλη, π. χ. η περιφερειακή ή κοινωνική τους πολιτική, δεδομένου ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων αποτελεί βασική αρχή της Συνθήκης, η παραβίαση της οποίας επιτρέπεται μόνο για τους λόγους που απαριθμούνται στο άρθρο 36, καθώς και για ορισμένους « επιτακτικούς » λόγους που έχει καθορίσει η νομολογία του Δικαστηρίου: εν προκειμένω δεν φαίνεται να υπάρχουν, κατά την Επιτροπή, ούτε οι μεν ούτε οι δε.
Η Επιτροπή υποστηρίζει στη συνέχεια ότι ο χαρακτηρισμός του επίμαχου μέτρου ως μέτρου ισοδύναμου αποτελέσματος δεν μπορεί να θεωρηθεί αμφίβολος για τον λόγο και μόνο ότι η επιλεκτική ανάθεση αποβαίνει εις βάρος όχι μόνο των προϊόντων των άλλων κρατών μελών, αλλά και των άλλων εγχώριων προϊόντων για τα οποία δεν προβλέπεται. Το ουσιώδες στοιχείο δηλαδή του χαρακτηρισμού αυτού είναι η διαπίστωση περιοριστικών αποτελεσμάτων επί των συναλλαγών.
Όσον αφορά την έννοια της ενισχύσεως που προβλέπεται στο άρθρο 92 της Συνθήκης, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι από το ίδιο το κείμενο του άρθρου αυτού, καθώς και από τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι η έννοια της ενισχύσεως καλύπτει όχι μόνο τις θετικές παροχές που συγκεκριμενοποιούνται με την καταβολή δημόσιου χρήματος, αλλά και τα μέτρα για την ελάφρυνση των οικονομικών επιβαρύνσεων μιας επιχειρήσεως, τα οποία επομένως, χωρίς να αποτελούν επιδοτήσεις κατά κυριολεξία, είναι της ίδιας φύσεως και έχουν τα ίδια αποτελέσματα. Τα μέτρα αυτά υλοποιούνται χάρη στη χρησιμοποίηση κρατικών πόρων.
Η Επιτροπή προσθέτει ότι δεν είναι νοητό να απαγορεύει το άρθρο 92 μέτρα που απαγορεύονται ήδη από άλλες διατάξεις της Συνθήκης. Από αυτό συνάγει το συμπέρασμα ότι, όταν το άρθρο 92 απαγορεύει τις ενισχύσεις, πρόκειται κατ' ανάγκη για άλλα μέτρα και όχι για δασμούς ή φορολογικές επιβαρύνσεις ή μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος. Κατά συνέπεια, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 92 εμπίπτουν μόνο τα μέτρα των δημόσιων αρχών τα οποία συνεπάγονται τη χρησιμοποίηση κρατικών πόρων υπέρ των ωφελουμένων επιχειρήσεων.
Από τα ανωτέρω συνάγεται, κατά την Επιτροπή, ότι οι ιταλικές διατάξεις δεν μπορούν να θεωρηθούν ως « ενισχύσεις » κατά την έννοια του άρθρου 92, επειδή δεν συνεπάγονται ούτε άμεσα ούτε έμμεσα τη χρησιμοποίηση κρατικών πόρων, αφού το κράτος περιορίζεται απλώς να επιβάλει στον δημόσιο τομέα την υποχρέωση να εφοδιάζεται από ορισμένες επιχειρήσεις και του περιορίζει έτσι τη δυνατότητα να εφοδιάζεται από άλλες επιχειρήσεις. Η Επιτροπή επισημαίνει επιπλέον το γεγονός ότι τα χρήματα που καταβάλλει το κράτος στις περιπτώσεις αυτές αντιπροσωπεύουν απλώς την τιμή του εμπορεύματος που αγοράζεται υπό τους όρους της αγοράς. Δεν πρόκειται, επομένως, για χαριστική παροχή, αλλά για αντιπαροχή.
Κατά συνέπεια, η Επιτροπή θεωρεί ότι τα επίμαχα ιταλικά μέτρα αποτελούν άμεσο εμπόδιο στην εισαγωγή των ανταγωνιστικών προϊόντων και όχι « ενισχύσεις » κατά την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία τα μέτρα αυτά θεωρηθούν ως ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92, αυτό δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι η ενίσχυση αυτή θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με το άρθρο 30. Σχετικά επικαλείται την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, από την απόφαση της 22ας Μαρτίου 1977 (Ianelli & Volpi, 74/76, Race. 1977, σ. 557) μέχρι την απόφαση της 5ης Ιουνίου 1986, Επιτροπή κατά Ιταλίας ( 103/84, Συλλογή 1984, σ. 1759), κατά την οποία τα άρθρα 92 επ. της Συνθήκης δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να χρησιμοποιηθούν για τη ματαίωση της εφαρμογής των διατάξεων της Συνθήκης που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.
Η Επιτροπή, τέλος, εφιστά την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι ορισμένα προτιμησιακά συστήματα σαν το επίμαχο είναι επίσης ασυμβίβαστα με τις διατάξεις της οδηγίας 77/62. Η Επιτροπή ομολογεί ότι το άρθρο 26 της εν λόγω οδηγίας προβλέπει ότι η οδηγία « δεν αποκλείει την εφαρμογή των διατάξεων του ιταλικού νόμου 835 της 6ης Οκτωβρίου 1950 ... και των τροποποιήσεων αυτού πού ισχύουν κατά την ημερομηνία εκδόσεως της παρούσης οδηγίας ».
Το περιεχόμενο όμως της εθνικής νομοθεσίας στην οποία αναφέρεται το παραπέμπον δικαστήριο ( του νόμου 64 ) διαφέρει εν μέρει από τη νομοθεσία που ίσχυε κατά την έκδοση της οδηγίας, αφού είναι ευρύτερο, και η οδηγία εφαρμόζεται εν πάση περιπτώσει « με την επιφύλαξη ότι οι διατάξεις αυτές δεν είναι ασυμβίβαστες με τη Συνθήκη ».
Η Επιτροπή προτείνει στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής:
« 1)
Το άρθρο 30 της Συνθήκης έχει την έννοια ότι η υποχρεωτική ανάθεση έστω και ενός μέρους των συμβάσεων δημόσιων προμηθειών σε ορισμένες εγχώριες επιχειρήσεις αποτελεί μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό, το οποίο απαγορεύεται από το άρθρο αυτό.
2)
Το άρθρο 92 της Συνθήκης έχει την έννοια ότι η ανωτέρω υποχρεωτική ανάθεση δεν αποτελεί “ενίσχυση” κατά την έννοια του άρθρου αυτού. »
IV — Προφορική διαδικασία
Η γαλλική κυβέρνηση, η οποία δεν κατέθεσε γραπτές παρατηρήσεις στην παρούσα υπόθεση, μετέσχε στην προφορική διαδικασία της 18ης Οκτωβρίου 1989, εκπροσωπούμενη από τον Cl. Chavane, υποστηρίζοντας, κατ ουσίαν, ότι το προτιμησιακό ιταλικό καθεστώς είναι ασυμβίβαστο προς το άρθρο 30 της Συνθήκης.
Σχετικώς, αφού υπενθύμισε ότι, όπως έχει σήμερα το ιταλικό δίκαιο, κάθε ιταλικός δημόσιος ή ημιδημόσιος οργανισμός υποχρεούται κατά νόμο να αναθέτει συμβάσεις προμηθειών αποκλειστικά σε επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες στον ιταλικό Νότο και ότι κατά συνέπεια το εν λόγω μέτρο αποτελεί εθνικό μέτρο, ισχυρίζεται ότι ένα τέτοιο μέτρο δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε βάσει του άρθρου 36 ούτε από γενικής φύσεως επιτακτικές ανάγκες.
Επισήμανε επίσης τον δυσανάλογο χαρακτήρα του προτιμησιακού καθεστώτος, ο οποίος απορρέει από μεγάλο αριθμό ενδιαφερομένων οργανισμών, από το γεγονός ότι η ποσότητα που επιφυλάσσεται για τις εν λόγω αναθέσεις συμβάσεων δεν μπορεί να είναι κατώτερη του 30 % — δεν έχει πάντως καθορισμένο από τον νόμο όριο — και, τέλος, από το γεγονός ότι το εν λόγω καθεστώς θα αποτελούσε, για τα οικεία προϊόντα, κάτι επιπλέον από τις διάφορες ενισχύσεις που πράγματι καταβάλλονται.
Η γαλλική κυβέρνηση επικαλείται επιπλέον τη νομολογία του Δικαστηρίου με την οποία επικρίνονται τα μέτρα που αποτελούν κίνητρο για την αγορά εγχωρίων προϊόντων. Η κυβέρνηση αυτή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, ακόμη και αν επρόκειτο για ενισχύσεις και η ανάλυση του συστήματος αυτού ήταν δυνατή υπό το πρίσμα των ενισχύσεων, θα έπρεπε οπωσδήποτε να τηρηθεί το άρθρο 30.
Μ. Diez de Velasco
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 20ής Μαρτίου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-21/88,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunale amministrativo regionale της Τοσκάνης προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
Du Pont de Nemours Italiana SpÀ
και
Unità sanitaria locale no 2 της Καρράρας,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 30, 92 και 93 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Ο. Due, πρόεδρο, Κ. Ν. Κακούρη, F. Α. Schockweiler και Μ. Zuleeg, προέδρους τμήματος, Τ. Koopmans, G. F. Mancini, R. Joliét, J. C. Moitinho de Almeida, G. C. Rodríguez Iglesias, F. Grévisse και Μ. Diez de Velasco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. Ο. Lenz
γραμματέας: Β. Pastor, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, υπέρ της οποίας παρενέβη η εταιρία Du Pont de Nemours Deutschland GmbH, εκπροσωπούμενη από τους G. P. Zanchini και M. Siragusa, δικηγόρους του δικηγορικού συλλόγου Ρώμης, και από τον G. Scassellati Sforzolini, procuratore του δικηγορικού συλλόγου Μπολώνιας,
—
η εταιρία 3M-Italia SpA, παρεμβαίνουσα της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενη από τους Ε. Α. Raffaelli, C. Rucellai και C. Lessona, δικηγόρους του δικηγορικού συλλόγου Φλωρεντίας,
—
η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τον P. G. Ferri, avvocato dello Stato,
—
η κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τον Claude Chavance, κύριο σύμβουλο κεντρικής διοικήσεως στο Υπουργείο Εξωτερικών,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον G. Berardis, μέλος της νομικής της υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 18ης Οκτωβρίου 1989,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 28ης Νοεμβρίου 1989,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με διάταξη της 1ης Απριλίου 1987, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 20 Ιανουαρίου 1988, το Tribunale amministrativo regionale της Τοσκάνης υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 30, 92 και 93 της Συνθήκης ΕΟΚ, ζητώντας από το Δικαστήριο να αποφανθεί αν η ιταλική ρύθμιση που επιβάλει την υποχρεωτική ανάθεση ενός ποσοστού συμβάσεων δημοσίων προμηθειών στις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες στην περιοχή του Mezzogiorno συμβιβάζεται με τις διατάξεις αυτές.
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Du Pont de Nemours Italiana SpA, υπέρ της οποίας παρενέβη η Du Pont de Nemours Deutschland GmbH, και της Unità sanitaria locale no 2 της Καρράρας (στο εξής: USL), υπέρ της οποίας παρενέβη η εταιρία 3M-Italia, σχετικά με τους όρους συνάψεως συμβάσεως προμηθείας για φιλμ και υγρά ακτινοσκοπήσεως.
3
Το ιταλικό κράτος, δυνάμει του άρθρου 17, παράγραφοι 16 και 17, του νόμου αριθ. 64 της 1ης Μαρτίου 1986 ( Disciplina organica dell' intervento straordinario nel Mezzogiorno), επέκτεινε σε όλους τους δημόσιους οργανισμούς και διοικήσεις καθώς και στους οργανισμούς και εταιρίες στους οποίους μετέχει το κράτος, συμπεριλαμβανομένων των USL που βρίσκονται σε όλη την επικράτεια, την υποχρέωση να προμηθεύονται το 30 ο/ο τουλάχιστον των αγαθών που χρειάζονται από βιομηχανικές, γεωργικές και βιοτεχνικές επιχειρήσεις εγκατεστημένες στο Mezzogiorno, στις οποίες μεταποιούνται τα σχετικά προϊόντα.
4
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτής της εθνικής νομοθεσίας, η USL καθόρισε, με απόφαση της 3ης Ιουνίου 1986, τους όρους περιορισμένου διαγωνισμού για την ανάθεση συμβάσεως προμηθείας φιλμ και υγρών ακτινοσκοπήσεως. Στην ειδική συγγραφή υποχρεώσεων, που αποτελούσε παράρτημα της αποφάσεως, η USL χώρισε την προμήθεια σε δύο τμήματα, το ένα από τα οποία, ίσο με το 30 ο/ο της συνολικής ποσότητας, θα ανετίθετο υποχρεωτικά σε επιχειρήσεις εγκατεστημένες στο Mezzogiorno. Η εταιρία Du Pont de Nemours Italiana SpA προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του Tribunale amministrativo regionale της Τοσκάνης επικαλούμενη το γεγονός ότι αποκλείστηκε από τη συμμετοχή στη διαδικασία του διαγωνισμού για την παρτίδα αυτή, λόγω του ότι δεν είχε εγκαταστάσεις στο Mezzogiorno. Με απόφαση της 15ης Ιουλίου 1986, η USL προέβη στην κατακύρωση της παρτίδας που αντιστοιχούσε στο 70 ο/ο της συνολικής ποσότητας της εν λόγω προμήθειας. Η εταιρία Du Pont de Nemours Italiana SpA προσέβαλε και την απόφαση αυτή ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου.
5
Εξετάζοντας αυτές τις δύο προσφυγές το εθνικό δικαστήριο αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
1)
Έχει το άρθρο 30 της Συνθήκης, το οποίο απαγορεύει τους ποσοτικούς περιορισμούς των εισαγωγών και κάθε μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος, την έννοια ότι αντίκειται προς αυτό η επίμαχη εν προκειμένω νομοθετική ρύθμιση;
2)
Εμφανίζει η υποχρέωση αναθέσεως ενός τμήματος των προμηθειών, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 17 του νόμου 64, της 1ης Μαρτίου 1986, τα χαρακτηριστικά « ενισχύσεως » κατά την έννοια του άρθρου 92, καθόσον σκοπός της είναι η « προώθηση της οικονομικής αναπτύξεως» μιας περιοχής στην οποία «το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό » με την εγκατάσταση επιχειρήσεων που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη των οικείων περιοχών;
3)
Απονέμει το άρθρο 93 της Συνθήκης αποκλειστικά στην Επιτροπή την εξουσία να κρίνει κατά πόσον συμβιβάζονται οι ενισχύσεις που αναφέρονται στο άρθρο 92 με το κοινοτικό δίκαιο ή έχει την εξουσία αυτή και το εθνικό δικαστήριο, όταν εξακριβώνει αν ο εθνικός νόμος προσκρούει ενδεχομένως προς τις διατάξεις του κοινοτικού συστήματος.
6
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης, η εφαρμοστέα ρύθμιση καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Α — Επί του πρώτου ερωτήματος
7
Με το ερώτημα αυτό το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν η εθνική ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία ένα ποσοστό συμβάσεων δημοσίων προμηθειών ανατίθεται υποχρεωτικά στις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε συγκεκριμένες περιοχές της επικράτειας αντίκειται στο άρθρο 30, που απαγορεύει τους ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών, καθώς και όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος.
8
Πρέπει προκαταρκτικώς να υπενθυμιστεί σχετικά ότι κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου [βλέπε καταρχάς την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974, Dassonville, σκέψη 5 ( 8/74, Race. 1974, σ. 837 ) ] το άρθρο 30, απαγορεύοντας μεταξύ των κρατών μελών τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος με ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών, εφαρμόζεται επί κάθε εμπορικής ρυθμίσεως που μπορεί να εμποδίσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
9
Πρέπει, εξάλλου, να επισημανθεί ότι κατά την πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 77/62/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1976, περί συντονισμού των διαδικασιών συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 17/001, σ. 24, στο εξής: οδηγία 77/62 ), που ίσχυε κατά τον χρόνο που συνέβησαν τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης, « οι περιορισμοί στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων όσον αφορά τις κρατικές προμήθειες απαγορεύονται βάσει των άρθρων 30 επ. της Συνθήκης ».
10
Πρέπει επομένως να καθοριστεί η επίδραση που μπορεί να έχει ένα προτιμησιακό σύστημα σαν αυτό της υποθέσεως της κύριας δίκης επί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
11
Πρέπει σχετικά να παρατηρηθεί ότι ένα τέτοιο σύστημα, που ευνοεί τα εμπορεύματα που έχουν μεταποιηθεί σε συγκεκριμένη περιοχή ενός κράτους μέλους, εμποδίζει τις διοικήσεις και τους οικείους δημόσιους οργανισμούς να προμηθεύονται μέρος των υλικών που έχουν ανάγκη από επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη. Υπό τις συνθήκες αυτές πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα προϊόντα που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη υφίστανται δυσμενή διάκριση σε σχέση με τα προϊόντα που κατασκευάζονται στο εν λόγω κράτος μέλος και ότι κατά τον τρόπο αυτό εμποδίζεται η φυσιολογική ροή του ενδοκοινοτικού εμπορίου.
12
Το συμπέρασμα αυτό δεν θίγεται από το γεγονός ότι ένα τέτοιο προτιμησιακό σύστημα αναπτύσσει εξίσου τα περιοριστικά του αποτελέσματα τόσον όσον αφορά τα προϊόντα που κατασκευάζουν οι επιχειρήσεις του εν λόγω κράτους μέλους, οι οποίες δεν είναι εγκατεστημένες στην περιοχή την οποία αφορά το προτιμησιακό σύστημα, όσο και σχετικά με τα προϊόντα που κατασκευάζουν επιχειρήσεις εγκατεστημένες στα άλλα κράτη μέλη.
13
Συγκεκριμένα, πρέπει να υπογραμμιστεί, αφενός, ότι όλα τα προϊόντα του εν λόγω κράτους μέλους δεν ευνοούνται μεν σε σχέση με τα ξένα προϊόντα, αλλά όμως όλα τα προϊόντα που ευνοούνται από το προτιμησιακό σύστημα είναι εγχώρια προϊόντα και, αφετέρου, ότι το γεγονός ότι το περιοριστικό αποτέλεσμα ενός κρατικού μέτρου επί των εισαγωγών δεν ευνοεί το σύνολο των εθνικών προϊόντων, αλλά μόνο μέρος των προϊόντων αυτών, δεν είναι λόγος για να εξαιρεθεί το εν λόγω μέτρο από την απαγόρευση του άρθρου 30.
14
Στη συνέχεια πρέπει να παρατηρηθεί ότι το σύστημα που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης δεν μπορεί, επειδή εισάγει διακρίσεις, να δικαιολογηθεί από τις επιτακτικές ανάγκες που αναγνωρίζει η νομολογία του Δικαστηρίου, ανάγκες που μπορούν να ληφθούν υπόψη μόνον όσον αφορά μέτρα που εφαρμόζονται αδιακρίτως επί των εγχωρίων και των εισαγομένων προϊόντων ( απόφαση της 17ης Ιουνίου 1981, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, 113/80, Συλλογή 1981, σ. 1625 ).
15
Πρέπει να προστεθεί ότι ένα τέτοιο σύστημα δεν εμπίπτει ούτε στο πεδίο εφαρμογής των εξαιρέσεων που απαριθμούνται περιοριστικά στο άρθρο 36 της Συνθήκης.
16
Εντούτοις η ιταλική κυβέρνηση επικαλέστηκε το άρθρο 26 της προαναφερθείσας οδηγίας 77/62, σύμφωνα με το οποίο « η οδηγία αυτή δεν αποκλείει την εφαρμογή των διατάξεων του ιταλικού νόμου αριθ. 835 της 6ης Οκτωβρίου 1950 ( GURI αριθ. 245 της 24. 10. 1950) και των τροποποιήσεων αυτών που ισχύουν κατά την ημερομηνία εκδόσεως της παρούσης οδηγίας, με την επιφύλαξη ότι οι διατάξεις αυτές δεν είναι ασυμβίβαστες με τη Συνθήκη ».
17
Σχετικά, πρέπει να παρατηρηθεί αφενός ότι το περιεχόμενο της εθνικής νομοθεσίας στην οποία αναφέρεται το εθνικό δικαστήριο ( νόμος 64/86 ) είναι εν μέρει διαφορετικό και πιο εκτεταμένο απ' ό,τι ήταν κατά τον χρόνο εκδόσεως της οδηγίας ( νόμος 835/50 ) και αφετέρου ότι το άρθρο 26 της οδηγίας διευκρινίζει ότι αυτή εφαρμόζεται « με την επιφύλαξη ότι οι διατάξεις αυτές δεν είναι ασυμβίβαστες με τη Συνθήκη ». Εν πάση περιπτώσει, η οδηγία δεν μπορεί να έχει την έννοια ότι επιτρέπει την εφαρμογή εθνικής νομοθεσίας, οι διατάξεις της οποίας παραβιάζουν τις διατάξεις της Συνθήκης και, κατά συνέπεια, ότι αποτελεί εμπόδιο για την εφαρμογή του άρθρου 30 σε υπόθεση σαν αυτή της κύριας δίκης.
18
Πρέπει, επομένως, στο εθνικό δικαστήριο να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 30 έχει την έννοια ότι αποκλείει εθνική κανονιστική ρύθμιση που προβλέπει την υποχρεωτική σύναψη ενός ποσοστού συμβάσεων δημοσίων προμηθειών με επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε ορισμένες περιοχές του εθνικού εδάφους.
Β — Επί του δευτέρου ερωτήματος
19
Με το ερώτημα αυτό το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν ο ενδεχόμενος χαρακτηρισμός της εν λόγω ρυθμίσεως ως ενισχύσεως, κατά την έννοια του άρθρου 92, εξαιρεί τη ρύθμιση αυτή από την απαγόρευση του άρθρου 30.
20
Αρκεί σχετικά να υπενθυμιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία ( βλέπε ιδίως την απόφαση της 5ης Ιουνίου 1986, Επιτροπή κατά Ιταλίας, 103/84, Συλλογή 1986, σ. 1759), το άρθρο 92 δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εξοβελίσει τους κανόνες της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Προκύπτει πράγματι από τη νομολογία αυτή ότι οι εν λόγω κανόνες, όπως και οι διατάξεις της Συνθήκης σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις, επιδιώκουν κοινό στόχο, ο οποίος συνίσταται στη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών υπό κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού. Όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο στην προαναφερθείσα απόφαση, το γεγονός ότι ένα εθνικό μέτρο μπορεί ενδεχομένως να χαρακτηριστεί ως ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92 δεν συνιστά επομένως επαρκή λόγο για να εξαιρεθεί από την απαγόρευση του άρθρου 30.
21
Βάσει της νομολογίας αυτής, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί ο χαρακτήρας της εν λόγω ρυθμίσεως ως ενισχύσεως, πρέπει να δοθεί στο εθνικό δικαστήριο η απάντηση ότι ο ενδεχόμενος χαρακτηρισμός μιας εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως ως ενισχύσεως, κατά την έννοια του άρθρου 92, δεν εξαιρεί την κανονιστική αυτή ρύθμιση από την απαγόρευση του άρθρου 30.
Γ — Επί του τρίτου ερωτήματος
22
Από τις απαντήσεις που δόθηκαν στα προηγούμενα ερωτήματα προκύπτει ότι, σε περιπτώσεις όπως αυτή της κύριας δίκης, είναι έργο του εθνικού δικαστή να διασφαλίζει την πλήρη εφαρμογή του άρθρου 30. Υπό τις συνθήκες αυτές, το τρίτο ερώτημα, το οποίο αφορά τον ρόλο του εθνικού δικαστή στην εκτίμηση του αν συμβιβάζονται οι ενισχύσεις με το άρθρο 92, κατέστη άνευ αντικειμένου.
Επί των δικαστικών εξόδων
23
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η ιταλική κυβέρνηση, η γαλλική κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε, με Διάταξη της 1ης Απριλίου 1987, το Tribunale amministrativo regionale της Τοσκάνης, αποφαίνεται:
1)
Το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ έχει την έννοια ότι αποκλείει εθνική κανονιστική ρύθμιση που προβλέπει την υποχρεωτική σύναψη ενός ποσοστού συμβάσεων δημοσίων προμηθειών με επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε ορισμένες περιοχές του εθνικού εδάφους.
2)
Ο ενδεχόμενος χαρακτηρισμός μιας εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως ως ενισχύσεως, κατά την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης, δεν εξαιρεί την κανονιστική αυτή ρύθμιση από την απαγόρευση του άρθρου 30 της Συνθήκης.
Due
Κακούρης
Schockweiler
Zuleeg
Koopmans
Mancini
Joliét
Moitinho de Almeida
Rodríguez Iglesias
Grévisse
Diez de Velasco
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 20 Μαρτίου 1990.
Ο γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο πρόεδρος
Ο. Due
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy