Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση των αποφάσεων - Ειδικές βάσεις διεθνούς δικαιοδοσίας - Δικαστήριο του τόπου εκπληρώσεως της παροχής - Σύμβαση εργασίας - Ενοχή που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη - Υποχρέωση εκτελέσεως των συμφωνηθεισών δραστηριοτήτων - Εκτέλεση εκτός του εδάφους των συμβαλλομένων κρατών - Δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 5, παράγραφος 1, της Συμβάσεως - Εφαρμόζεται το άρθρο 2 της Συμβάσεως
(Σύμβαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, άρθρα 2 και 5, παράγραφος 1)
Περίληψη
Το άρθρο 5, παράγραφος 1, της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις έχει την έννοια ότι, επί συμβάσεων εργασίας, η ενοχή που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη είναι εκείνη που χαρακτηρίζει τέτοιες συμβάσεις, ειδικότερα η υποχρέωση εκτελέσεως των συμφωνηθεισών δραστηριοτήτων. 'Οταν η υποχρέωση του εργαζομένου να ασκήσει τις συμφωνηθείσες δραστηριότητες εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί εκτός του εδάφους των συμβαλλομένων κρατών, το άρθρο 5, παράγραφος 1, της Συμβάσεως δεν μπορεί να εφαρμοστεί και η δικαιοδοσία του δικαστή καθορίζεται, σ' αυτή την περίπτωση, σε συνάρτηση με τον τόπο της κατοικίας του εναγομένου, σύμφωνα με το άρθρο 2 της Συμβάσεως.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 32/88,
η οποία έχει ως αντικείμενο αίτηση του Cour de cassation του Παρισιού προς το Δικαστήριο, δυνάμει του πρωτοκόλλου της 3ης Ιουνίου 1971, για την ερμηνεία από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
Societe Six Constructions Ltd, Βρυξέλλες (Βέλγιο),
και
Paul Humbert, κατοίκου Labrede (Gironde, Γαλλία),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 1, της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ L 388 της 31.12.1982, σ. 1 και επ.),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
συγκείμενο από τους T. Koopmans, πρόεδρο τμήματος, T. F. O' Higgins, G. F. Mancini, F. A. Schockweiler και M. Diez de Velasco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: J.-G. Giraud
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- ο P. Humbert, ενάγων της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενος από τους H. Masse-Dessen και B. Georges, δικηγόρους στο Conseil d' Etat και στο Cour de cassation, Παρίσι,
- η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τον Ch. Boehmer,
- η κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τους R. de Gouttes και C. Chavance,
- η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τον L. Ferrari Bravo, προϊστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών, επικουρούμενο από τον O. Fiumara, avvocato dello Stato,
- η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από την S. J. Hay, επικουρούμενη από τον C. L. Carpenter,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Γ. Κρεμλή, επικουρούμενο από τον G. Cherubini,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 19ης Οκτωβρίου 1988,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του στη συνεδρίαση της 15ης Δεκεμβρίου 1988,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 1988, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 28 Ιανουαρίου 1988, το Cour de cassation της Γαλλικής Δημοκρατίας υπέβαλε, δυνάμει του πρωτοκόλλου της 3ης Ιουνίου 1971 για την ερμηνεία από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (στο εξής: η Σύμβαση), δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 1, της Συμβάσεως.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Paul Humbert, κατοίκου Labrede Γαλλίας και της εταιρίας Six Constructions Ltd, εγκατεστημένης στις Βρυξέλλες, λόγω της καταγγελίας συμβάσεως εργασίας που προκάλεσε αγωγή για την καταβολή πλειόνων ποσών, ως αντισταθμιστική αποζημίωση προειδοποιήσεως, αποκατάσταση ζημίας, δώρα και διάφορες αντισταθμίσεις και καθυστερούμενες αποδοχές.
3 'Οπως προκύπτει από τη δικογραφία, η εταιρία Six Constructions Ltd είναι εταιρία ιδρυθείσα κατά το δίκαιο του Sharjah, ενός των Αραβικών Εμιράτων, και διαθέτει εγκατάσταση στις Βρυξέλλες. Κατά τη διάρκεια της κύριας δίκης, παρουσιάστηκε ως έχουσα την έδρα της σ' αυτή την πόλη, πράγμα που έγινε δεκτό από τα γαλλικά δικαστήρια λόγω ελλείψεως έγκαιρης αμφισβητήσεως.
4 Δύο προβλήματα διεθνούς δικαιοδοσίας ανέκυψαν ενώπιον του Conseil de prud' hommes του Bordeaux, το οποιο επελήφθη της αγωγής και ενώπιον του Cour d' appel. Αφενός, η εναγόμενη εταιρία επικαλέστηκε ρήτρα της συμβάσεως εργασίας, κατά την οποία οι σχετικές με την εκτέλεση της συμβάσεως διαφορές υπάγονται στα δικαστήρια των Βρυξελλών εντούτοις, το περιλαμβάνον τους όρους της συμβάσεως έγγραφο ουδέποτε υπεγράφη από τον Humbert. Αφετέρου, η εναγομένη εταιρία αμφισβήτησε τη διεθνή δικαιοδοσία των γαλλικών δικαστηρίων, με την αιτιολογία ότι η σύμβαση εργασίας δεν είχε εκτελεσθεί στη Γαλλία, αλλά σε πλείονες χώρες εκτός του εδάφους της Κοινότητας, καθόσον ο Humbert εστάλη μεταξύ Μαρτίου 1979, όταν προσελήφθη υπό την ιδιότητα του "deputy project manager", και Δεκεμβρίου 1979, οπότε απολύθηκε, στη Λιβύη, και, στη συνέχεια, στο Ζαΐρ και στο Αραβικό Εμιράτο του Abu-Dhabi.
5 Το Cour de cassation εξήτασε αυτούς τους δύο προβληθέντες ισχυρισμούς. Απεφάνθη επί του πρώτου, θεωρώντας ότι η ρήτρα απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας δεν συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 17 της Συμβάσεως για να είναι ισχυρά. Ως προς το δεύτερο ισχυρισμό, το Cour de cassation υπέμνησε ότι, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της Συμβάσεως, ο εναγόμενος μπορεί, ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, να εναχθεί ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή και ότι, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστήριου, η ενοχή που πρέπει να ληφθεί υπόψη σε περίπτωση συμβάσεως εργασίας είναι αυτή που χαρακτηρίζει τη σύμβαση, ειδικότερα αυτή της εκτελέσεως των συμφωνηθεισών δραστηριοτήτων. Το Cour de cassation έκρινε, ωστόσο, ότι το ζήτημα που αφορά την ενοχή που πρέπει να ληφθεί υπόψη, όταν η εργασία εκτελέστηκε εκτός του εδάφους της Κοινότητας, εγείρει πρόβλημα ερμηνείας.
6 Υπ' αυτές τις συνθήκες, το Cour de cassation ανέστειλε τη διαδικασία για να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Ποια είναι η ενοχή που πρέπει να ληφθεί υπόψη για την εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 1, όταν ο δικαστής έχει επιληφθεί αιτημάτων που στηρίζονται επί των υποχρεώσεων που απορρέουν από σύμβαση εργασίας, δεσμεύουσα μισθωτό κάτοικο Γαλλίας με εταιρία που έχει την έδρα της στο Βέλγιο, η οποία τον έστειλε σε διάφορες χώρες, εκτός του κοινοτικού εδάφους;
2) Πρέπει να θεωρηθεί ότι η χαρακτηριστική παροχή εκπληρώνεται στην εγκατάσταση που τον προσέβαλε ή η δικαιοδοσία πρέπει να καθοριστεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 της Συμβάσεως των Βρυξελλών;"
7 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
8 Πρέπει να παρατηρηθεί, προκαταρκτικώς, ότι η αγωγή στην κύρια δίκη ασκήθηκε πριν από την 1η Νοεμβρίου 1986, ημερομηνία θέσεως σε ισχύ του, κατόπιν της προσχωρήσεως των νέων κρατών μελών, τροποποιημένου κειμένου της Συμβάσεως. Οι διατάξεις που πρέπει να ερμηνευθούν είναι αυτές της Συμβάσεως όπως ίσχυαν κατά το κείμενό της του 1971.
Επί του πρώτου ερωτήματος
9 Το πρώτο ερώτημα αφορά την περίπτωση κατά την οποία, όπως στην προκειμένη περίπτωση της κυρίας δίκης, ο δικαστής έχει επιληφθεί αιτημάτων ερειδομένων επί διαφορετικών υποχρεώσεων που απορρέουν από μία μόνο σύμβαση εργασίας. Για την εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 1, της Συμβάσεως, πρέπει, πράγματι, να καθοριστεί ποιος είναι, σε μια τέτοια κατάσταση, ο τόπος όπου "εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή".
10 Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, όπως ορθώς υπενθυμίζει το εθνικό δικαστήριο, η ενοχή που πρέπει να ληφθεί υπόψη, για την εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 1, της Συμβάσεως στις συμβάσεις εργασίας είναι εκείνη που χαρακτηρίζει τέτοιες συμβάσεις, ειδικότερα, η υποχρέωση εκτελέσεως των συμφωνηθεισών δραστηριοτήτων (αποφάσεις της 26ης Μαΐου 1982 στην υπόθεση 133/81, Ivenel, Συλλογή 1982, σ. 1891, και της 15ης Ιανουαρίου 1987 στην υπόθεση 266/85, Shenavai, Συλλογή 1987, σ. 239). Προς το σκοπό αυτό, το Δικαστήριο στηρίχθηκε στη διαπίστωση ότι, οι συμβάσεις εργασίας, και γενικότερα οι συμβάσεις που αφορούν την εξηρτημένη εργασία, εμφανίζουν σε σχέση με τις άλλες συμβάσεις ορισμένες ιδιαιτερότητες, καθόσον δημιουργούν διαρκή δεσμό που εντάσσει τον εργαζόμενο στο πλαίσιο ορισμένης οργανώσεως των υποθέσεων της επιχειρήσεως ή του εργοδότη και καθόσον εντάσσονται στον τόπο της ασκήσεως των δραστηριοτήτων, που καθορίζει την εφαρμογή διατάξεων επιτακτικού δικαίου και συλλογικών συμβάσεων.
11 Ξεκινώντας από την υπόθεση ότι, στην προκειμένη περίπτωση της κύριας δίκης, ο εργαζόμενος άσκησε τις δραστηριότητές του, όχι στις Βρυξέλλες όπου, κατά τις περιεχόμενες στη δικογραφία ενδείξεις, επανήλθε κανονικά για να συνάψει σχέσεις, αλλά μόνο σε αφρικανικές και αραβικές χώρες όπου εστάλη για να απασχοληθεί επί τόπου με ορισμένες οικοδομικές εργασίες, το εθνικό δικαστήριο διερωτάται πώς να εφαρμόσει το κριτήριο του τόπου της ασκήσεως των δραστηριοτήτων για τον καθορισμό της διεθνούς δικαιοδοσίας του δικαστή.
12 Σχετικώς, η γερμανική, βρετανική και γαλλική κυβέρνηση υποστήριξαν ότι, όταν ένας μισθωτός δεν εκτελεί συνήθως την εργασία του σε μία και μόνη χώρα, το Δικαστήριο, που έχει διεθνή δικαιοδοσία, βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 1, της Συμβάσεως, για τις πηγάζουσες από τη σύμβαση εργασίας αμφισβητήσεις, πρέπει να είναι το δικαστήριο του τόπου της εγκαταστάσεως που προσέλαβε το μισθωτό. Η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη προς την καθιερωθείσα λύση, για μια τέτοια κατάσταση, από τη Σύμβαση της Ρώμης περί του εφαρμοστέου στις συμβατικές υποχρεώσεις νόμου (JΟ 1980, L 266, σ. 1), καθώς και προς την επιλεγείσα διατύπωση για το προσχέδιο της Συμβάσεως για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις που θα συνάπτετο μεταξύ των κρατών μελών της Κοινότητας και των κρατών μελών της ευρωπαϊκής ζώνης ελευθέρων συναλλαγών ("παράλληλη σύμβαση" της Συμβάσεως των Βρυξελλών). Μετά την κατάθεση των παρατηρήσεων στην υπό κρίση υπόθεση, η εν λόγω σύμβαση συνήφθη στο Lugano, στις 16 Σεπτεμβρίου 1988 (ΕΕ L 319, σ. 9 και επ.). Το άρθρο 5, παράγραφος 1, προβλέπει, πράγματι, ότι σε περίπτωση συμβάσεως εργασίας, ο τόπος όπου η παροχή εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί είναι ο τόπος "όπου ο εργαζόμενος εκτελεί συνήθως την εργασία του, ή αν ο εργαζόμενος δεν εκτελεί συνήθως την εργασία του στην ίδια πάντα χώρα, ο τόπος όπου είναι εγκατεστημένη η επιχείρηση που τον προσέλαβε".
13 Αυτή η άποψη αμφισβητήθηκε από την ιταλική κυβέρνηση και από την Επιτροπή. Κατά την Επιτροπή, η προτεινόμενη από τις τρεις κυβερνήσεις ερμηνεία παρουσιάζει δύο αδύνατα σημεία: πρώτον, απομακρύνεται αισθητώς από τους ίδιους τους όρους του άρθρου 5, παράγραφος 1, της Συμβάσεως και, δεύτερον, δεν λαμβάνει υπόψη την ανάγκη εξασφαλίσεως κατάλληλης προστασίας στο ασθενέστερο από κοινωνικής απόψεως συμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή στον εργαζόμενο. Σχετικώς, ισχυρίζεται ότι, το κριτήριο του τόπου της εγκαταστάσεως που έχει προσλάβει τον εργαζόμενο θα είχε ως αποτέλεσμα να δώσει διεθνή δικαιοδοσία στο δικαστήριο της έδρας του εργοδότη, ακόμα και όταν αυτός είναι ενάγων, και να ιδρύσει έτσι ένα forum actoris, ενώ η Σύμβαση έχει ακριβώς εμπνευστεί από τη μέριμνα, σαφώς εκφρασθείσα με τα άρθρα 2 και 3, να περιορίσει τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες ο εναγόμενος μπορεί να εναχθεί ενώπιον του δικαστηρίου του ενάγοντος.
14 Τα εν λόγω επιχειρήματα της Επιτροπής πρέπει να γίνουν δεκτά. 'Οπως το Δικαστήριο έκρινε, με τις αποφάσεις της 26ης Μαρτίου 1982 και 15ης Ιανουαρίου 1987, που προαναφέρθηκαν, ορισμένες ιδιομορφίες που είναι ίδιες των συμβάσεων εργασίας συνεπάγονται ότι, ο δικαστής του τόπου όπου πρέπει να εκτελεσθεί η υποχρέωση παροχής της εργασίας είναι το πλέον κατάλληλο να επιλύει τις διαφορές που μπορεί να προκύψουν από μία ή περισσότερες υποχρεώσεις που απορρέουν απ' αυτές τις συμβάσεις. Οι ιδιομορφίες αυτές των συμβάσεων εργασίας δεν δικαιολογούν ερμηνεία, κατά την οποία το άρθρο 5, παράγραφος 1, της Συμβάσεως θα επέτρεπε να ληφθεί υπόψη ο τόπος της εγκαταστάσεως που προσέλαβε τον εργαζόμενο, στην περίπτωση κατά την οποία είναι δυσχερές και μάλλον αδύνατο να διαπιστωθεί σε ποιο κράτος μέλος εκτελέσθηκε η εργασία.
15 Συνεπώς, πρέπει να δοθεί στο πρώτο ερώτημα η απάντηση ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, της Συμβάσεως έχει την έννοια ότι, επί συμβάσεων εργασίας, η ενοχή που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι εκείνη που χαρακτηρίζει τέτοιες συμβάσεις, ειδικότερα η υποχρέωση εκτελέσεως των συμφωνηθεισών δραστηριοτήτων.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
16 Το δεύτερο ερώτημα αφορά το πώς πρέπει να εφαρμοστεί, επί συμβάσεων εργασίας, το κριτήριο της χαρακτηριστικής ενοχής, όταν ο εργαζόμενος ασκεί όλες του τις δραστηριότητες εκτός του εδάφους της Κοινότητας. Ερωτάται ιδίως αν, σε μια τέτοια περίπτωση, η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστή συνδέεται με τον τόπο της εγκαταστάσεως που προσέλαβε τον εργαζόμενο, ή αν πρέπει να καθορισθεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 της Συμβάσεως.
17 Η ενδεχομένη επιλογή του κριτηρίου του τόπου της εγκαταστάσεως που προσέλαβε τον εργαζόμενο αποτέλεσε ήδη το αντικείμενο εξετάσεως στο πλαίσιο του πρώτου ερωτήματος.
18 Πρέπει, σχετικώς, να προστεθεί, όπως υπέμνησε το Δικαστήριο στην απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988 (Kalfelis, υπόθεση 189/87, Συλλογή 1988, σ. 5565), ότι "οι ειδικές δικαιοδοσίες" που απαριθμούνται στα άρθρα 5 και 6 της Συμβάσεως συνιστούν παρεκκλίσεις από την αρχή της διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων του κράτους της κατοικίας του εναγομένου, όπως προκύπτει από τις "γενικές διατάξεις" των άρθρων 2 και 3 και ότι, συνεπώς, αυτές οι ειδικές διεθνείς δικαιοδοσίες πρέπει να ερμηνεύονται στενώς.
19 'Οταν, υπ' αυτές τις συνθήκες, ο δικαστής διαπιστώνει ότι τα αιτήματα, των οποίων έχει επιληφθεί, στηρίζονται σε υποχρεώσεις απορρέουσες από σύμβαση εργασίας και ότι η υποχρέωση του εργαζομένου να ασκήσει τις συμφωνηθείσες δραστηριότητες εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί εκτός του εδάφους των συμβαλλομένων κρατών, δεν έχει άλλη επιλογή εκτός από το να δεχθεί ότι, ο προβλεπόμενος με το άρθρο 5, παράγραφος 1, της Συμβάσεως, τόπος δεν μπορεί να καταλήξει στο να στηρίξει δικαιοδοσία στο εσωτερικό αυτού του εδάφους και ότι η εν λόγω διάταξη δεν μπορεί, επομένως, να τύχει εφαρμογής.
20 Παρόλον ότι είναι αληθές, ότι υφίστανται μειονεκτήματα εκ του ότι εναλλακτική δικαιοδοσία προβλεπόμενη από τη Σύμβαση ως προς διαφορές εξ συμβάσεως καθίσταται ανενεργός, λόγω του τρόπου με τον οποίο οι συμβαλλόμενοι προέβλεψαν την εκτέλεση της συμβάσεως, πρέπει, ωστόσο, να παρατηρηθεί ότι ο ενάγων έχει πάντοτε τη δυνατότητα να ασκήσει την αγωγή του ενώπιον του δικαστηρίου της κατοικίας του εναγομένου, σύμφωνα με το άρθρο 2 της Συμβάσεως, πράγμα που διασφαλίζει ασφαλές και αξιόπιστο κριτήριο.
21 Πρέπει, εξάλλου, να γίνει δεκτό ότι αυτή η ερμηνεία ανταποκρίνεται προς το σύστημα που έχει καθιερωθεί με τις νομοθεσίες των συμβαλλομένων κρατών, τις σχετικές με τη δικαιοδοσία ως προς διαφορές εκ συμβάσεως εργασίας. Προκύπτει, πράγματι, από τη συγκριτική μελέτη αυτών των νομοθεσιών ότι, τα κριτήρια που γίνονται συχνότερα δεκτά είναι το κριτήριο της κατοικίας του εναγομένου και το κριτήριο του τόπου εκτελέσεως της εργασίας στις περισσότερες περιπτώσεις, οι οικείες νομοθεσίες παρέχουν, στον ενάγοντα, την επιλογή μεταξύ των δύο αυτών δικαστηρίων.
22 Πρέπει, επομένως, να δοθεί στο δεύτερο ερώτημα η απάντηση ότι όταν, επί συμβάσεως εργασίας, η υποχρέωση του εργαζομένου να ασκήσει τις συμφωνηθείσες δραστηριότητες εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί εκτός του εδάφους των συμβαλλομένων κρατών, το άρθρο 5, παράγραφος 1, της Συμβάσεως δεν μπορεί να εφαρμοστεί και η δικαιοδοσία του δικαστή καθορίζεται, σ' αυτή την περίπτωση, σε συνάρτηση με τον τόπο της κατοικίας του εναγομένου, σύμφωνα με το άρθρο 2 της Συμβάσεως.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
23 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι κυβερνήσεις της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ιταλικής Δημοκρατίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν προτάσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα) ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε, με απόφαση της 14ης Ιουνίου 1988, το Cour de cassation, αποφαίνεται:
1)Το άρθρο 5, παράγραφος 1, της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις έχει την έννοια ότι, επί συμβάσεων εργασίας, η ενοχή που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι εκείνη που χαρακτηρίζει τέτοιες συμβάσεις, ειδικότερα η υποχρέωση εκτελέσεως των συμφωνηθεισών δραστηριοτήτων.
2)'Οταν, επί συμβάσεως εργασίας, η υποχρέωση του εργαζομένου να ασκήσει τις συμφωνηθείσες δραστηριότητες εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί εκτός του εδάφους των συμβαλλομένων κρατών, το άρθρο 5, παράγραφος 1, της Συμβάσεως δεν μπορεί να εφαρμοστεί και η δικαιοδοσία του δικαστή καθορίζεται, σ' αυτή την περίπτωση, σε συνάρτηση με τον τόπο της κατοικίας του εναγομένου, σύμφωνα με το άρθρο 2 της Συμβάσεως.
Full & Egal Universal Law Academy