ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-35/88 ( *1 )
Ι — Το πλαίσιο της διαφοράς και η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
Α — Το πλαίσιο νης διαφοράς
Η διαφορά αφορά την παρέμβαση των ελληνικών αρχών στην αγορά κτηνοτροφικών δημητριακών μέσω μιας επιτροπής που συστήθηκε με κοινή υπουργική απόφαση και απαρτίζεται μεταξύ άλλων από ανώτερους υπαλλήλους, η οποία καθορίζει τους όρους αγοράς και πωλήσεως των εν λόγω δημητριακών, και μέσω της Κεντρικής Υπηρεσίας Διαχείρισης Εθνικών Προϊόντων ( στο εξής: ΚΥΔΕΠ ), που είναι συνεταιριστική οργάνωση και αποτελεί το όργανο εφαρμογής της πολιτικής την οποία καθορίζει η εν λόγω επιτροπή.
Τα δημητριακά αποτελούν αντικείμενο του κανονισμού 2727/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, όπως τροποποιήθηκε, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 158 ).
Όπως ορίζει το άρθρο 1 του κανονισμού, η οργάνωση αυτή περιλαμβάνει ένα σύστημα τιμών και συναλλαγών. Στα προϊόντα που διέπει, συγκαταλέγονται και τα κτηνοτροφικά δημητριακά.
Β — Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
Το 1982η Επιτροπή πληροφορήθηκε ότι η ΚΥΔΕΠ αγόρασε μεγάλες ποσότητες αραβοσίτου στην παγκόσμια αγορά και εν συνεχεία τις πώλησε στην ελληνική αγορά με ζημία.
Με έγγραφο της 1ης Ιουλίου 1982, οι υπηρεσίες της Επιτροπής ζήτησαν εξηγήσεις από τις ελληνικές αρχές σχετικά με τις ενέργειες αυτές, οι οποίες μπορούσαν να προκαλέσουν στρεβλώσεις στην αγορά αραβοσίτου.
Η Επιτροπή δεν έκρινε ικανοποιητική την απάντηση των ελληνικών αρχών και κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης με την αιτιολογία ότι η παρέμβαση του ελληνικού κράτους στην αγορά αραβοσίτου μέσω της ΚΥΔΕΠ δεν συμβιβάζεται προς τις διατάξεις του προαναφερθέντος κανονισμού 2727/75 του Συμβουλίου, περί κοινής οργανώσεως της αγοράς σιτηρών.
Με έγγραφο της 26ης Μαρτίου 1984, η Επιτροπή κάλεσε την Ελληνική Δημοκρατία να υποβάλει τις παρατηρήσεις της επί των παραβάσεων που της προσήψε.
Οι ελληνικές αρχές απάντησαν στο έγγραφο οχλήσεως στις 11 Μαΐου 1984.
Οι ελληνικές αρχές υποστήριξαν, πρώτον, ότι οι επίδικες πράξεις πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με το καταστατικό της ΚΥΔΕΠ, με μόνο γνώμονα το συμφέρον των ενώσεων-μελών της και χωρίς καμιά ανάμειξη του κράτους.
Οι εν λόγω αρχές υποστήριξαν, δεύτερον, ότι οι πράξεις αυτές δεν επηρέασαν τις προσφερ-θείσες στην παρέμβαση ποσότητες εγχώριου αραβοσίτου ούτε τις εξαγωγές αραβοσίτου από την Ελληνική Δημοκρατία.
Η Επιτροπή, στην οποία υποβλήθηκαν και άλλες καταγγελίες, κάλεσε και πάλι τις ελληνικές αρχές, με έγγραφο της 23ης Δεκεμβρίου 1985, να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους.
Με την όχληση αυτή διευρύνθηκε η παράβαση ώστε να καλύπτει ολόκληρη την αγορά κτηνοτροφικών δημητριακών. Στηριζόμενη σε ένα εσωτερικό έγγραφο της νομικής υπηρεσίας της ΚΥΔΕΠ, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η συνεταιριστική αυτή οργάνωση ήταν στην πραγματικότητα απλώς και μόνο το εκτελεστικό όργανο μιας επιτροπής η οποία, συσταθείσα από τις ελληνικές αρχές, καθορίζει τους όρους πωλήσεως κτηνοτροφικών δημητριακών εντός της χώρας. Ο κρατικός προϋπολογισμός καλύπτει το έλλειμμα που προκύπτει από την πώληση κτηνοτροφικών δημητριακών στους έλληνες κτηνοτρόφους σε τιμή χαμηλότερη της τιμής αγοράς. Τέλος, η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος παρέχει στην ΚΥΔΕΠ δάνεια με προνομιακούς όρους.
Κατά την Επιτροπή, οι ενέργειες αυτές συνιστούν παράβαση των διατάξεων του κανονισμού 2727/75 περί των σιτηρών, των διατάξεων των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης, δεδομένου ότι οι ενισχύσεις που χορηγεί κατ' αυτόν τον τρόπο το κράτος δεν έχουν κοινοποιηθεί προηγουμένως στην Επιτροπή όπως απαιτούν οι διατάξεις αυτές, και, τέλος, του άρθρου 5 της Συνθήκης.
Οι ελληνικές αρχές απάντησαν στο έγγραφο οχλήσεως στις 14 Μαρτίου 1986 υποστηρίζοντας ότι η παρέμβαση της επιτροπής αυτής αφορούσε μόνο τα αποθέματα κτηνοτροφικών δημητριακών που είχε στη διάθεση του το κράτος πριν από την προσχώρηση της Ελληνικής Δημοκρατίας στην κοινή αγορά. Τα αποθέματα αυτά είχαν πωληθεί στην ΚΥΔΕΠ στις αρχές του 1981, η δε προαναφερθείσα επιτροπή είχε ως μόνο αντικείμενο τον έλεγχο της διάθεσης των αποθεμάτων αυτών από την εν λόγω οργάνωση. Έτσι, η επιτροπή έπαυσε κάθε δραστηριότητα το 1984. Κατά τις ελληνικές αρχές, εξάλλου, η ΚΥΔΕΠ δεν χρηματοδοτείται με ευνοϊκούς όρους.
Η Επιτροπή, που δεν δέχθηκε τις απόψεις αυτές, διατύπωσε στις 5 Φεβρουαρίου 1987 αιτιολογημένη γνώμη στην οποία η Ελληνική Δημοκρατία απάντησε αρνητικά, στις 4 Μαΐου 1987.
Υπό τις συνθήκες αυτές η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 2 Φεβρουαρίου 1988.
Γ — Ένδικη όιαόικασία
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία. Κάλεσε, εξάλλου, την Επιτροπή και την Ελληνική Δημοκρατία να απαντήσουν σε διάφορες ερωτήσεις πριν από την προφορική διαδικασία.
Η Επιτροπή απάντησε στις ερωτήσεις που της τέθηκαν εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
Αντιθέτως η Ελληνική Δημοκρατία δεν απάντησε εντός της αρχικής προθεσμίας.
Κατά την πρώτη επ' ακροατηρίου συζήτηση της 16ης Ιανουαρίου 1990, το Δικαστήριο χορήγησε στην Ελληνική Δημοκρατία νέα προθεσμία ενός μηνός προκειμένου να απαντήσει στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου.
Οι απαντήσεις αυτές περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 14 Φεβρουαρίου 1990.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να διαπιστωθεί ότι, παρεμβαίνοντας στην αγορά κτηνοτροφικών δημητριακών και, ιδίως, κατευθύνοντας την ΚΥΔΕΠ κατά την αγορά και πώληση κτηνοτροφικών δημητριακών σε τιμές και υπό συνθήκες που καθορίζονται από την ελληνική κυβέρνηση, καλύπτοντας τη διαφορά που προκύπτει από τις συναλλαγές αυτές με εθνικούς πόρους και διευκολύνοντας την προνομιούχο χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων της ΚΥΔΕΠ στο πλαίσιο της αγοράς κτηνοτροφικών δημητριακών από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις, τις οποίες υπέχει δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 2727/75 περί κοινής οργανώσεως στον τομέα των σιτηρών και των σχετικών κανονισμών εκτέλεσης, καθώς και των άρθρων 5 και 93 της Συνθήκης
—
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.·
Η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί να απορριφθεί η προσφυγή και να καταδικαστεί η προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Α — Ως προς το παραδεκτό της προσφυγής
Η Ελληνική Δημοκρατία επικαλείται το απαράδεκτο της προσφυγής της Επιτροπής.
Η παρέμβαση των ελληνικών αρχών, όπως την περιγράφει η Επιτροπή, έχει ως κύριο αντικείμενο να ελαφρύνει τα βάρη των ημεδαπών κτηνοτρόφων πωλώντας τους κτηνοτροφικά δημητριακά σε τιμή χαμηλότερη της αγοραίας τιμής. Κατά τούτο η παρέμβαση αυτή συνιστά ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης (απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1969, Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας, 6/69 και 11/69, Rec. 1969, σ. 523' απόφαση της 2ας Ιουλίου 1974, Ιταλική Δημοκρατία κατά Επιτροπής, 173/73, Rec. 1974, σ. 709).
Επομένως, εφαρμοστέα εν προκειμένω είναι μόνο η διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης που παρέχει στους ενδιαφερομένους εγγυήσεις ειδικώς προσαρμοσμένες στα ιδιάζοντα προβλήματα του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς, εγγυήσεις οι οποίες βαίνουν πέραν αυτών που παρέχει η διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης (απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 1985, Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας, 290/83, Συλλογή 1985, σ. 439 ).
Αν γίνει δεκτό, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ότι η νομολογία του Δικαστηρίου επιτρέπει, προκειμένου περί κρατικών ενισχύσεων, την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 169 της Συνθήκης στην περίπτωση όπου η παραβίαση του κοινοτικού δικαίου μπορεί να διαχωριστεί σαφώς από την ενίσχυση, δεν πληρούνται, εν πάση περιπτώσει, οι προϋποθέσεις εφαρμογής της νομολογίας αυτής (απόφαση της 22ας Μαρτίου 1977, Ianelli, 74/76, Rec. 1977, σ. 557 ). Πράγματι, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι υπάρχει παράβαση άλλων κοινοτικών διατάξεων, πλην των άρθρων 92 και 93. Η Επιτροπή δεν προσκομίζει κανένα συγκεκριμένο στοιχείο ικανό να θεμελιώσει την προσαπτόμενη παράβαση του προαναφερθέντος κανονισμού 2727/75 του Συμβουλίου. Όσον αφορά το άρθρο 5 της Συνθήκης, παράβαση του οποίου επικαλείται επίσης η Επιτροπή, οι γενικές υποχρεώσεις που επιβάλλει εξατομικεύονται στη συγκεκριμένη περίπτωση ταυτιζόμενες με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τα άρθρα 92 και 93 της Συνθήκης (απόφαση της 8ης Ιουνίου 1971, Deutsche Grammophon, 78/70, Rec. 1971, σ. 487).
Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη της ενστάσεως απαραδέκτου που πρόβαλε η Ελληνική Δημοκρατία.
Παρατηρεί, πρώτον, ότι η ένσταση προβλήθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου και όχι κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία.
Η Επιτροπή φρονεί ότι η αρχή της αποκλειστικής εφαρμογής της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης που θέτει η νομολογία του Δικαστηρίου εφαρμόζεται μόνο όταν η διαδικασία αυτή παρέχει στα ενδιαφερόμενα μέρη καλύτερες εγγυήσεις (απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1985, Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας, 290/83, προαναφερθείσα ), δηλαδή όταν ανακύπτει το ειδικό πρόβλημα αν συμβιβάζεται μια κρατική ενίσχυση προς τους περί ανταγωνισμού κανόνες εντός της κοινής αγοράς. Αντιθέτως, στην περίπτωση όπου η παραβίαση του κοινοτικού δικαίου μπορεί να διαχωριστεί σαφώς από την κρατική ενίσχυση (απόφαση της 22ας Μαρτίου 1977, Ianelli, 74/76, προαναφερθείσα ) ή όταν η κρατική ενίσχυση συνιστά παράβαση διατάξεων κανονισμού που απαγορεύουν τις ενισχύσεις ορισμένου τύπου, η αρχή αυτή δεν εφαρμόζεται και η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα να επιλέξει μεταξύ της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης και της διαδικασίας του άρθρου 169 αναλόγως των συγκεκριμένων περιστάσεων κάθε υπόθεσης.
Η παρούσα διαφορά εμπίπτει στις εξαιρέσεις αυτές δεδομένου ότι τα επίδικα εθνικά μέτρα είναι διαφορετικά της κρατικής ενίσχυσης την οποία περιλαμβάνουν και συνιστούν παράβαση άλλων κοινοτικών διατάξεων πλην των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης και συγκεκριμένα των διατάξεων του προαναφερθέντος κανονισμού 2727/75 του Συμβουλίου. Δεδομένου ότι πρόκειται για καθεστώς κρατικών ενισχύσεων που ήδη έχει εφαρμοστεί, η Επιτροπή έκρινε ότι δεν ενδείκνυται η διαδικασία του άρθρου 93 της Συνθήκης, η οποία έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Συνεπώς, η Επιτροπή επέλεξε, στο πλαίσιο της ευρείας διακριτικής εξουσίας που πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει εν προκειμένω, τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης.
Β — Ως προς το βάσιμο της προσφυγής
1.
Η Επιτροπή φρονεί ότι η ΚΥΔΕΠ ενεργεί ως εκτελεστικός φορέας της πολιτικής την οποία καθορίζει η κυβέρνηση όσον αφορά την κυκλοφορία και την πώληση των κτηνοτροφικών δημητριακών.
α)
Όπως προκύπτει από διάφορα εσωτερικά έγγραφα που προσκομίζει η Επιτροπή και ειδικότερα από την έκθεση της νομικής υπηρεσίας της οργανώσεως αυτής, η πολιτική στον τομέα της κυκλοφορίας των κτηνοτροφικών δημητριακών έχει αποτελέσει το αντικείμενο σειράς υπουργικών αποφάσεων και συμβάσεων, τις οποίες η Ελληνική Δημοκρατία αρνήθηκε πάντα να κοινοποιήσει στην Επιτροπή παραβαίνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5 της Συνθήκης.
Μεταξύ των αποφάσεων αυτών ιδιαίτερη σημασία έχει η κοινή απόφαση Α6-2028 της 17ης Μαρτίου 1981 των Υπουργών Γεωργίας και Εμπορίου με την οποία συστήθηκε η λεγόμενη « Επιτροπή Διαχειρίσεως Ζωοτροφών ». Η επιτροπή αυτή που απαρτίζεται συγκεκριμένα από ανώτερους υπαλλήλους των οικείων υπουργείων και έναν εκπρόσωπο της ΚΥΔΕΠ ρυθμίζει, μέχρι λεπτομερειών, τα της όλης διαχειρίσεως των ζωοτροφών.
Όπως προκύπτει από την απόφαση αυτή και αντίθετα με όσα υποστηρίζει η Ελληνική Δημοκρατία, η αποστολή της επιτροπής αυτής δεν περιορίζεται μόνο στον έλεγχο της διαχειρίσεως των αποθεμάτων κτηνοτροφικών δημητριακών που είχε στη διάθεση του το κράτος πριν από την προσχώρηση της Ελληνικής Δημοκρατίας στην κοινή αγορά, τα οποία πωλήθηκαν τότε στην ΚΥΔΕΠ.
Σχετικά με τους ισχυρισμούς των ελληνικών αρχών, ότι δηλαδή η επιτροπή αυτή έπαυσε να λειτουργεί το 1984, πρέπει να σημειωθεί, αφενός, ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν δικαιολογεί καθόλου την ιδιαίτερα μακρά περίοδο των τεσσάρων ετών που χρειάστηκε για τη διάθεση των υπαρχόντων αποθεμάτων και, αφετέρου, οι ισχυρισμοί αυτοί διαψεύδονται από τις δηλώσεις των ελληνικών αρχών κατά τη συνάντηση τους, τον Οκτώβριο του 1986, με τους εκπροσώπους της Επιτροπής και από την προαναφερθείσα έκθεση της νομικής υπηρεσίας της ΚΥΔΕΠ.
β)
Η παρέμβαση του κράτους στην αγορά κτηνοτροφικών δημητριακών πραγματοποιείται με τον καθορισμό εκ μέρους του κράτους των τιμών στις οποίες αγοράζει και πωλεί τα δημητριακά αυτά η ΚΥΔΕΠ. Η διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς και της τιμής στην οποία πωλούνται με ζημία τα δημητριακά αυτά καλύπτεται από τον κρατικό προϋπολογισμό, όπως αποδεικνύουν τα πρακτικά της 36ης γενικής συνέλευσης της ΚΥΔΕΠ, σχετικά με τις κρατικές παρεμβάσεις στην αγορά του αραβοσίτου και του κριθαριού.
Το γεγονός ότι τα ελλείμματα της ΚΥΔΕΠ καλύπτονται από τον κρατικό προϋπολογισμό αποδεικνύεται επίσης από τα στοιχεία που παρέθεσε ένας βουλευτής στην ελληνική Βουλή κατά τη συνεδρίαση της 6ης Μαρτίου 1987 καθώς επίσης και από τα πρακτικά μιας απόφασης της Επιτροπής Διαχειρίσεως Ζωοτροφών της 14ης Μαρτίου 1984.
γ)
Εξάλλου, η ΚΥΔΕΠ χρηματοδοτείται, για τις ενέργειες που πραγματοποιεί στην αγορά κτηνοτροφικών δημητριακών για λογαριασμό του κράτους, με προνομιακούς όρους από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία απαιτεί τη μερική μόνο απόδοση των χορηγουμένων δανείων.
2.
Η παρέμβαση της ελληνικής κυβέρνησης, όπως περιγράφεται ανωτέρω, συνιστά παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις κοινοτικές διατάξεις.
Συγκεκριμένα παραβιάζεται η ελευθερία των εμπορικών συναλλαγών και η αρχή ότι τα κράτη υποχρεούνται να μη λαμβάνουν μέτρα που μπορεί να εξασθενίσουν ή να δημιουργήσουν παρεκκλίσεις στην κοινή οργάνωση της αγοράς ( που εν προκειμένω δημιουργήθηκε με τον προαναφερθέντα κανονισμό 2727/75) (απόφαση της 21ης Μαρτίου 1972, SAIL, 82/71, Rec. 1972, σ. 119' απόφαση της 18ης Μαΐου 1977, Beert van den Hazel, 111/76, Rec. 1977, σ. 90 Γ απόφαση της 29ης Ιουνίου 1978, Dechmann, 154/77, Rec. 1978, σ. 1573' απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 1978, Pigs Marketing Board, 83/78, Rec. 1978, σ. 2347 ).
Εξάλλου, κατά την 36η γενική συνέλευση της ΚΥΔΕΠ, τα πρακτικά της οποίας προσκομίζει η Επιτροπή, αναγνωρίστηκε ρητά ο « αντικοι-νοτικός» χαρακτήρας των παρεμβάσεων του ελληνικού κράτους.
Η Επιτροπή φρονεί ότι η πρακτική αυτή είναι μάλιστα περισσότερο επιλήψιμη καθόσον οι ελληνικές αρχές απέφυγαν να διαβεβαιώσουν ότι θα παύσουν την παράβαση στο μέλλον.
Η Ελληνική δημοκρατία αμφισβητεί τα επιχειρήματα της Επιτροπής.
α)
Η παρέμβαση των αρχών περιορίστηκε μόνο στον έλεγχο της διαχείρισης των αποθεμάτων που είχε στη διάθεση του το κράτος πριν από την ημερομηνία προσχωρήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας στην κοινή αγορά.
Το κράτος πώλησε τότε στην ΚΥΔΕΠ το απόθεμα κτηνοτροφικών δημητριακών που η ΚΥΔΕΠ διατηρούσε στις αποθήκες της για λογαριασμό του καθώς και τα υπό εισαγωγή κτηνοτροφικά δημητριακά, η δε ΚΥΔΕΠ ανέλαβε την υποχρέωση να διαθέσει τα πωληθέντα δημητριακά υπό τον έλεγχο του κράτους. Ο έλεγχος αυτός πραγματοποιήθηκε μέσω της επιτροπής η οποία συστήθηκε με την υπουργική απόφαση Α6-2028 της 17ης Μαρτίου 1981, την οποία αναφέρει η Επιτροπή και με την οποία περιορίστηκε ρητά η αποστολή της εν λόγω επιτροπής στα υπάρχοντα κατά την 31η Δεκεμβρίου 1980 αποθέματα.
Η επιτροπή αυτή έπαυσε να λειτουργεί το 1984 οπότε διατέθηκε πλήρως το απόθεμα κτηνοτροφικών δημητριακών.
β)
Η ΚΥΔΕΠ, που είναι συνεταιριστική ένωση τρίτης βαθμίδας και αποτελείται από ενώσεις αγροτικών συνεταιρισμών για την προώθηση και ανάπτυξη των σιτηρών και των ζωοτροφών, είναι από 1ης Ιανουαρίου 1981 ανεξάρτητη του κράτους οργάνωση. Τη μόνη εξαίρεση αποτέλεσε ο προσωρινός έλεγχος που άσκησαν οι ελληνικές αρχές όσον αφορά τη διαχείριση των αποθεμάτων που είχε παλαιότερα στη διάθεση του το κράτος.
Δεν αποκλείεται μεν ότι η ΚΥΔΕΠ πωλεί τα κτηνοτροφικά δημητριακά με ζημία, πλην όμως η πρακτική αυτή δεν οφείλεται σε αυθαίρετη παρέμβαση του κράτους, αλλά αποτελεί τη συνήθη πρακτική ενός αγροτικού συνεταιρισμού έναντι των γεωργών που τελούν υπό δυσμενείς οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες.
Εξάλλου, κανένα από τα έγγραφα που προσκομίζει η Επιτροπή δεν μαρτυρεί την πρακτική προνομιακής χρηματοδοτήσεως της ΚΥΔΕΠ.
γ)
Η Ελληνική Δημοκρατία αμφισβητεί τον αποδεικτικό χαρακτήρα των εσωτερικών εγγράφων της ΚΥΔΕΠ που προσκομίζει η Επιτροπή καθώς και την άρνηση συνεργασίας που της προσάπτει το όργανο αυτό. Τέλος, δεδομένου ότι αμφισβητείται αυτή ταύτη η παρέμβαση, οι ελληνικές αρχές φρονούν ότι δεν τίθεται ζήτημα να αναλάβουν των υποχρέωση εξαλείψεως της στο μέλλον.
IV — Απαντήσεις των διαδίκων στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου
Α — Απαντηθείς της Επιτροπής
Πρώτη ερώτηση
Η Επιτροπή καλείται να διευκρινίσει ποιες διατάξεις του κανονισμού 2727/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, όπως τροποποιήθηκε, δεν τηρήθηκαν κατά την παρέμβαση των ελληνικών αρχών στην αγορά των κτηνοτροφικών δημητριακών.
Απάντηση
Η παρέμβαση της ΚΥΔΕΠ στην αγορά σιτηρών έγινε κατά παράβαση:
—
των άρθρων 3, 5, 6 και 7 του κανονισμού, που αφορούν τους μηχανισμούς διαμόρφωσης των τιμών και παρέμβασης της κοινής οργάνωσης αγοράς·
—
του άρθρου 8 του κανονισμού, που ορίζει ότι μόνη η Κοινότητα είναι αρμόδια να λαμβάνει ειδικά μέτρα σε περίπτωση δυσχερειών σε ορισμένη ή ορισμένες περιοχές·
—
του άρθρου 12 και επομένων του κανονισμού, περί του καθεστώτος συναλλαγών με τρίτες χώρες.
Επιπλέον, η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να διαβιβάσει στην Επιτροπή τις πληροφορίες που αυτή της είχε ζητήσει, παρέβη το άρθρο 24 του κανονισμού 2727/75.
Δεύτερη ερώτηση
Η Επιτροπή καλείται να αναφέρει αν η προσφυγή που άσκησε αφορά αποκλειστικά τα κτηνοτροφικά δημητριακά που παρήχθησαν ή αγοράστηκαν από την Ελληνική Δημοκρατία μετά την είσοδο της Ελληνικής Δημοκρατίας στην κοινή αγορά ή αφορά και το απόθεμα κτηνοτροφικών δημητριακών που διέθετε το κράτος στις 31 Δεκεμβρίου 1980.
Απάντηση
Η προσφυγή αφορά κυρίως τα κτηνοτροφικά δημητριακά που παρήχθησαν ή αγοράστηκαν μετά την είσοδο της Ελληνικής Δημοκρατίας στην κοινή αγορά και την παρέμβαση της ΚΥΔΕΠ στην αγορά, για λογαριασμό του Δημοσίου, από 31ης Δεκεμβρίου 1980. Για τα προϋφιστάμενα αποθέματα, μικρής ποσότητας, δεν προβλέφθηκε καμιά μεταβατική κοινοτική ρύθμιση.
Τρίτη ερώτηση
Η Επιτροπή καλείται να προσκομίσει τα αποδεικτικά στοιχεία που δικαιολογούν την ύπαρξη προνομιακών συνθηκών χρηματοδοτήσεως της ΚΥΔΕΠ.
Απάντηση
Η προνομιακή χρηματοδότηση της ΚΥΔΕΠ εμφανίζεται, όπως προκύπτει από τις έρευνες της Επιτροπής, που δυσχεράνθηκαν λόγω της άρνησης των ελληνικών αρχών να επιτρέψουν τον έλεγχο των λογαριασμών του οργανισμού αυτού, υπό τις εξής μορφές:
—
δάνεια, χορηγούμενα κυρίως από την Αγροτική Τράπεζα, με την εγγύηση του Δημοσίου και με ευνοϊκότερο επιτόκιο σε σχέση με τη δανειοδότηση των ιδιωτικών οικονομικών φορέων, και επιπλέον μη αποδιδόμενα πλήρως από την ΚΥΔΕΠ ( βλέπε έγγραφο της 12ης Οκτωβρίου 1989 της διεύθυνσης οικονομικών υπηρεσιών της ΚΥΔΕΠ)·
—
κάλυψη των ελλειμμάτων της ΚΥΔΕΠ από τον κρατικό προϋπολογισμό ( βλέπε έκθεση της 4ης Νοεμβρίου 1985 της νομικής υπηρεσίας της ΚΥΔΕΠ, τα πρακτικά της 36ης συνέλευσης της ΚΥΔΕΠ, καθώς και τα πρακτικά αριθ. 189, της 14ης Φεβρουαρίου 1984, της Επιτροπής Διαχείρισης Ζωοτροφών)'
—
καταβολή από την Αγροτική Τράπεζα δύο δραχμών ανά κιλό στους παραγωγούς που πωλούν στην ΚΥΔΕΠ.
Προς στήριξη των ισχυρισμών της, η Επιτροπή προσκομίζει εξάλλου τον ισολογισμό της ΚΥΔΕΠ της 31ης Δεκεμβρίου 1988, στον οποίον εμφαίνονται σημαντικές απαιτήσειςέναντι του Δημοσίου, παραπέμπει δε στην έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος, της οποίας γίνεται μνεία στην υπόθεση C-32/89, Ελληνική Δημοκρατία κατά Επιτροπής (απόφαση της 19ης Μαρτίου 1991, Συλλογή 1991, σ. I-1321 ).
Τέταρτη ερώτηση
Η Επιτροπή καλείται να δηλώσει αν θεωρεί ότι η ΚΥΔΕΠ και οι ενώσεις συνεταιρισμών μελών της ΚΥΔΕΠ παρενέβαιναν στο στάδιο χονδρικού εμπορίου των κτηνοτροφικών δημητριακών, και να αιτιολογήσει την άποψη της.
Απάντηση
Η ΚΥΔΕΠ και οι ενώσεις συνεταιρισμών που είναι μέλη της ασκούν, όπως έχει παραδεχθεί η Ελληνική Δημοκρατία στην προαναφερθείσα προσφυγή της 32/89 κατά της Επιτροπής, οιονεί μονοπώλιο στο χονδρικό εμπόριο των κτηνοτροφικών δημητριακών, οι δε ιδιώτες έμποροι δεν μπορούν, παραδείγματος χάρη, ούτε να εξαγάγουν, πλην εξαιρέσεων, ούτε να εισαγάγουν καλαμπόκι.
Πέμπτη ερώτηση
Η Επιτροπή καλείται να διευκρινίσει τις συνθήκες υπό τις οποίες, κατά την άποψη της, οι ελληνικές αρχές παρενέβαιναν κατά την αγορά και την πώληση στην τιμή των κτηνοτροφικών δημητριακών.
Απάντηση
Η Επιτροπή Διαχείρισης Ζωοτροφών, στη σύνθεση της οποίας μετέχουν εκπρόσωποι των αρμοδίων υπουργείων και της ΚΥΔΕΠ, ή κάποιο αντίστοιχο όργανο που υπάρχει τώρα, καθορίζει:
—
την τιμή αγοράς των κτηνοτροφικών δημητριακών η τιμή αυτή, ανώτερη της κοινοτικής, διαμορφώνεται αποκλειστικώς βάσει των οικονομικών δεδομένων που διαθέτει η Ελληνική Δημοκρατία-
—
την τιμή διάθεσης των κτηνοτροφικών δημητριακών, σε επίπεδα συνήθως κατώτερα από την τιμή αγοράς, καθώς και την τιμή εισαγωγής'
—
το ποσό της ζημίας που υφίσταται η ΚΥΔΕΠ και που χρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό.
Τα στοιχεία που εκτίθενται ανωτέρω επιβεβαιώνονται από καταγγελίες επιχειρηματιών και δημοσιεύματα του τύπου που προσκομίζονται στη δικογραφία.
Έκτη ερώτηση
Η Επιτροπή καλείται να διευκρινίσει αν οι ενισχύσεις, για τις οποίες η Επιτροπή επικρίνει την Ελληνική Δημοκρατία, προορίζονταν για τους παραγωγούς δημητριακών, τους χονδρεμπόρους ή τους κτηνοτρόφους.
Απάντηση
Αυτοί που κυρίως ωφελούνται από το διαμορφωθέν σύστημα παρέμβασης είναι οι παραγωγοί κτηνοτροφικών δημητριακών, εφόσον τα προϊόντα τους αγοράζονται σε τιμές υψηλότερες κατά 20 ο/ο από τις τιμές αγοράς.
Οι κτηνοτρόφοι ωφελούνται και αυτοί, εφόσον η ΚΥΔΕΠ τους πωλεί ζωοτροφές σε τιμές κατώτερες από τις τιμές αγοράς.
Αντιθέτως, οι ιδιώτες χονδρέμποροι πλήττονται από την παρέμβαση της ΚΥΔΕΠ, η οποία έχει καταρχήν ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό τους από την αγορά των κτηνοτροφικών δημητριακών.
Έβδομη ερώτηση
Η Επιτροπή καλείται να αναφέρει με ακρίβεια τις συνθήκες υπό τις οποίες η Ελληνική Δημοκρατία αρνήθηκε να διαβιβάσει διάφορα έγγραφα στην Επιτροπή.
Απάντηση
Η απόφαση για τη διενέργεια έρευνας σχετικά με τη λειτουργία της αγοράς κτηνοτροφικών δημητριακών κοινοποιήθηκε στις ελληνικές αρχές στις 3 Ιουνίου 1987. Όπως προκύπτει από την ανασκόπηση που περιέχεται σε έγγραφο προσκομισθέν στη δικογραφία, οι ελληνικές αρχές και η ΚΥΔΕΠ αρνήθηκαν να διαβιβάσουν στην Επιτροπή τις αιτηθείσες πληροφορίες.
Β — Απαντήσεις της Ελληνικής δημοκρατίας
Πρώτη ερώτηση
Η ελληνική κυβέρνηση καλείται να προσκομίσει τις ακόλουθες αποφάσεις που αναφέρονται στην έκθεση της νομικής υπηρεσίας της ΚΥΔΕΠ που προσκόμισε η Επιτροπή:
—
αριθ. 1494 της 17ης Φεβρουαρίου 1981, 1533 της 15ης Απριλίου 1981, 1733 της 21ης Σεπτεμβρίου 1981 και 1761 της 8ης Οκτωβρίου 1981, της οικονομικής επιτροπής'
—
αριθ. 357 της 31ης Μαρτίου 1982, της νομισματικής επιτροπής'
—
αριθ. 205333 της 16ης Ιουλίου 1982, 205334 της 22ας Ιουλίου 1982, των Υπουργών Οικονομικών, Γεωργίας και Εμπορίου·
—
αριθ. 205336 της 29ης Ιουλίου 1982, του Υπουργού Γεωργίας·
—
αριθ. 206693 της 9ης Σεπτεμβρίου 1982, των Υπουργών Γεωργίας και Εμπορίου·
—
αριθ. 206493 της 1ης Σεπτεμβρίου 1982, 206582 της 29ης Σεπτεμβρίου 1982 και 206586 της 30ής Σεπτεμβρίου 1982, του Υπουργού Γεωργίας.
Απάντηση
Η ελληνική κυβέρνηση υπέβαλε:
—
τις αποφάσεις της οικονομικής επιτροπής:
—
αριθ. 1494, της 17ης Φεβρουαρίου 1981,
—
αριθ. 1533, της 15ης Απριλίου 1981,
—
αριθ. 1733, της 21ης Σεπτεμβρίου 1981,
—
αριθ. 1761 της 24ης Σεπτεμβρίου 1981
—
την απόφαση 357 της 31ης Μαρτίου 1982, της νομισματικής επιτροπής·
—
τις κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών, Γεωργίας και Εμπορίου:
—
αριθ. 205333 της 16ης Ιουλίου 1982,
—
αριθ. 205334 της 22ας Ιουλίου 1982·
—
την κοινή απόφαση 206693 της 9ης Σεπτεμβρίου 1982, των Υπουργών Γεωργίας και Εμπορίου ·
—
τις αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας:
—
αριθ. 205336 της 29ης Ιουλίου 1982,
—
αριθ. 206493 της 1ης Σεπτεμβρίου 1982,
—
αριθ. 206586 της 30ής Σεπτεμβρίου 1982.
Η αριθ. 206582/1982 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας δεν υποβλήθηκε διότι δεν υλοποιήθηκε ποτέ και, δεδομένου ότι δεν ήταν δημοσιεύσιμη, κατά την εκκαθάριση των αρχείων των επομένων ετών καταστράφηκε, ως άνευ αντικειμένου.
άεντερη ερώτηση
Η ελληνική κυβέρνηση καλείται να αναφέρει στο Δικαστήριο:
α)
το ύψος και τη δικαιολόγηση των κρατικών επιχορηγήσεων προς την ΚΥΔΕΠ κατά τη διάρκεια των ετών 1981-1988·
β)
το ύψος των αγορών και των πωλήσεων κτηνοτροφικών δημητριακών που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια των ετών αυτών από την ΚΥΔΕΠ·
γ)
τους επιχειρηματίες από τους οποίους η ΚΥΔΕΠ αγόραζε και στους οποίους πωλούσε κτηνοτροφικά δημητριακά·
δ)
τη σύνθεση, τον αριθμό στο ελληνικό έδαφος και το ρόλο των συνεταιρισμών μελών της ΚΥΔΕΠ (επρόκειτο συγκεκριμένα για συνεταιρισμούς κτηνοτρόφων ή παραγωγών δημητριακών; ).
Απάντηση
α)
Το ύψος των επιχορηγήσεων με τη μορφή δανείων προς την ΚΥΔΕΠ κατά τα έτη 1981-1988 ανέρχεται σε 64588149141 δρχ.
Τα δάνεια αυτά καλύπτουν:
—
την αξία των ποσοτήτων των ζωοτροφών που κατείχε το ελληνικό Δημόσιο κατά την 31η Δεκεμβρίου 1980 και διέθεσε στους κτηνοτρόφους μέσω της ΚΥΔΕΠ·
—
διάφορες χορηγήσεις που δόθηκαν κατά καιρούς στους κτηνοτρόφους μέσω της ΚΥΔΕΠ (φυσικές καταστροφές, ατύχημα Τσερνομπίλ, ξηρασίες ).
Όπως προκύπτει από τον ισολογισμό χρήσεως 1988 της διευθύνσεως οικονομικής υπηρεσίας της ΚΥΔΕΠ, τον οποίο έχει προσκομίσει η Επιτροπή, μέρος μόνο του δανείου έχει καταβληθεί.
Τέλος, στο πλαίσιο της κρατικής εποπτείας των συνεταιρισμών, οι διενεργηθέντες από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος διαχειριστικοί έλεγχοι κατέληξαν στην υποβολή μηνυτήριας αναφοράς κατά των υπευθύνων της ΚΥΔΕΠ. Περαιτέρω, μελετάται η άσκηση αγωγής αποζημιώσεως.
β)
Το ύψος των αγορών κτηνοτροφικών δημητριακών που πραγματοποιήθηκαν από την ΚΥΔΕΠ κατά την υπό κρίση περίοδο ( 1981-1988 ) ανέρχεται σε 237318979270 δρχ., των δε πωλήσεων σε 233486078601 δρχ. Δεν έχουν εξαντληθεί όλες οι αγορασθείσες ποσότητες.
γ)
Η ΚΥΔΕΠ αγόραζε ζωοτροφές από τις ακόλουθες επιχειρήσεις: Conti SA, Cargil SA, Toepfer SA, Σιτέξ AE, Prograin SA, ΑΠΕΛ AE και Ferugi AE.
H ΚΥΔΕΠ πωλούσε αυτές τις ζωοτροφές στους έλληνες κτηνοτρόφους, μέλη των συνεταιριστικών οργανώσεων.
δ)
Η ΚΥΔΕΠ αποτελεί κοινοπραξία 89 ενώσεων γεωργικών συνεταιρισμών. Οι ενώσεις αποτελούνται από 5200 πρωτοβάθμιους αγροτικούς συνεταιρισμούς και οι συνεταιρισμοί αυτοί έχουν 2000000 συνεταιρισμένα φυσικά πρόσωπα ως μέλη.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του νόμου 1541/85 περί αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων, οι συνεταιρισμοί αυτοί με τις δραστηριότητες τους καλύπτουν την παραγωγή, μεταποίηση και εμπορία των γεωργικών προϊόντων και τη λήψη μέτρων προστασίας των προϊόντων αυτών, την κατασκευή και προμήθεια των μέσων γεωργικής παραγωγής, καθώς και τη βελτίωση της κοινωνικής και πολιτιστικής κατάστασης και του βιοτικού επιπέδου των αγροτών.
Οι συνεταιρισμοί μέλη της ΚΥΔΕΠ αποτελούνται τόσο από κτηνοτρόφους όσο και από παραγωγούς δημητριακών.
F. Gravisse
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 12ης Ιουλίου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-35/88,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Ξενοφώντα Α. Γιαταγάνα και Θεοφάνη Χριστόφορου, μέλη της νομικής της υπηρεσίας, καθώς και από τον Μιχαήλ Βηλαρά, πάρεδρο του Συμβουλίου Επικρατείας της Ελλάδος, αποσπασμένο στη νομική υπηρεσία της Επιτροπής, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον Γιάννο Κρανιδιώτη, ειδικό γραμματέα του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τους Κωνσταντίνο Σταυρό-πουλο, ειδικό νομικό συνεργάτη της ΕΝΥΕΚ του Υπουργείου Εξωτερικών, Ηλία Λάιο, νομικό σύμβουλο του Υπουργείου Γεωργίας, και Μελέτη Τσοτσάνη, προϊστάμενο της Διεύθυνσης Νομικών Υποθέσεων του Υπουργείου Γεωργίας, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ελλάδας, 117, Val Sainte-Croix,
καθής,
η οποία έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, παρεμβαίνοντας στην αγορά κτηνοτροφικών δημητριακών και, ιδίως, κατευθύνοντας την Κεντρική Υπηρεσία Διαχειρίσεως Εθνικών Προϊόντων ( ΚΥΔΕΠ ) κατά την αγορά και πώληση κτηνοτροφικών δημητριακών σε τιμές και υπό συνθήκες που καθορίζονται από την ελληνική κυβέρνηση, καλύπτοντας το έλλειμμα που προκύπτει από τις πράξεις αυτές με εθνικούς πόρους και διευκολύνοντας την προνομιούχα χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων της ΚΥΔΕΠ στο πλαίσιο της αγοράς κτηνοτροφικών δημητριακών από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, παρέβη τις υποχρεώσεις τις οποίες υπέχει από τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 2727/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, όπως έχει τροποποιηθεί, περί κοινής οργανώσεως στον τομέα των σιτηρών και των σχετικών κανονισμών εκτελέσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 6158), καθώς και από τα άρθρα 5 και 93 της Συνθήκης,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Ο. Due, πρόεδρο, Κ. Ν. Κακούρη και Μ. Zuleeg, προέδρους τμήματος, J. C Moitinho de Almeida, G. C. Rodríguez Iglesias, F. Grévisse, και M. Diez de Veiasco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: J. A. Pompe, βοηθός γραμματέας
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε τους εκπροσώπους των διαδίκων που αγόρευσαν κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 3ης Απριλίου 1990,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 23ης Μαΐου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 2 Φεβρουαρίου 1988, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η ελληνική κυβέρνηση, παρεμβαίνοντας στην αγορά κτηνοτροφικών δημητριακών και, ιδίως, κατευθύνοντας την Κεντρική Υπηρεσία Διαχειρίσεως Εθνικών Προϊόντων ( ΚΥΔΕΠ ) κατά την αγορά και πώληση κτηνοτροφικών δημητριακών σε τιμές και υπό συνθήκες που καθορίζονται από την ελληνική κυβέρνηση, καλύπτοντας το έλλειμμα που προκύπτει από τις πράξεις αυτές με εθνικούς πόρους και διευκολύνοντας την προνομιούχα χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων της ΚΥΔΕΠ στο πλαίσιο της αγοράς κτηνοτροφικών δημητριακών από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 2727/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 158), όπως τροποποιήθηκε, και των σχετικών κανονισμών εκτελέσεως, καθώς και από τα άρθρα 5 και 93 της Συνθήκης.
2
Κατά την Επιτροπή, οι όροι κυκλοφορίας των κτηνοτροφικών δημητριακών στην ελληνική αγορά καθορίζονταν από το κράτος και συγκεκριμένα μέσω μιας επιτροπής που συστάθηκε με την αριθ. Α6-2028 κοινή απόφαση της 17ης Μαρτίου 1981 (ΦΕΚ της 31ης Μαρτίου 1981, σ. 1826) των υπουργών γεωργίας και εμπορίου και απαρτίζεται από εκπροσώπους των υπουργείων αυτών και της ΚΥΔΕΠ. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η ΚΥΔΕΠ, που είναι κεντρικός συνεταιριστικός οργανισμός στον οποίο ανήκουν ενώσεις συνεταιρισμών, υπήρξε το εκτελεστικό όργανο των αποφάσεων της εν λόγω επιτροπής. Το έλλειμμα που προέκυπτε από τις πράξεις της ΚΥΔΕΠ στην αγορά κτηνοτροφικών δημητριακών και συγκεκριμένα από την πώληση των δημητριακών αυτών με ζημία καλυπτόταν με πόρους προερχόμενους από τον κρατικό προϋπολογισμό. Επιπλέον, για την εκτέλεση των πράξεων αυτών η ΚΥΔΕΠ χρηματοδοτείτο από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος με ευνοϊκούς όρους.
3
Η Επιτροπή, εκτιμώντας ότι η ανάμιξη αυτή του κράτους συνιστά παράβαση των υποχρεώσεων που επιβάλλει η κοινή οργάνωση αγορών στον τομέα των σιτηρών που θεσπίστηκε με τον προαναφερθέντα κανονισμό 2727/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, και ότι, επιπλέον, η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τα άρθρα 5 και 93 της Συνθήκης, κίνησε κατά του εν λόγω κράτους μέλους τη διαδικασία αναγνωρίσεως παραβάσεως.
4
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί τοο αντικειμένου της προσφυγής
5
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει τρεις χωριστές παραβάσεις: αφενός, παράβαση των διατάξεων του κανονισμού 2727/75 λόγω της κρατικής παρεμβάσεως στον τομέα των κτηνοτροφικών δημητριακών και ειδικότερα παράβαση των άρθρων 3, 5, 6, 7, 8, 12 και επομένων και 24 του εν λόγω κανονισμού και, αφετέρου, παράβαση των διατάξεων του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης, καθότι η Επιτροπή δεν ενημερώθηκε εκ των προτέρων σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις προς την ΚΥΔΕΠ, και τέλος παράβαση του άρθρου 5 της Συνθήκης. Σχετικά με την τελευταία παράβαση, η Επιτροπή προβάλλει, επικαλούμενη το πρώτο εδάφιο του άρθρου 5, την έλλειψη συνεργασίας των ελληνικών αρχών κατά την έρευνα την οποία πραγματοποίησε στην αγορά των κτηνοτροφικών δημητριακών στην Ελληνική Δημοκρατία, αναφερόμενη δε στο δεύτερο εδάφιο του ίδιου άρθρου, υποστηρίζει ότι η προβαλλόμενη κρατική παρέμβαση συνιστά σύνολο μέτρων που μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των σκοπών της Συνθήκης.
6
Σημειωτέον ότι η υπό κρίση προσφυγή περί αναγνωρίσεως παραβάσεως αφορά, όπως επισήμανε ρητά ο εκπρόσωπος της Επιτροπής κατά την προφορική διαδικασία, την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 1981 μέχρι 26 Μαρτίου 1984, που είναι η ημερομηνία της πρώτης οχλήσεως προς την Ελληνική Δημοκρατία.
7
Κατά συνέπεια, η αιτίαση περί της παραβάσεως του κανονισμού 2727/75 πρέπει να εξεταστεί με γνώμονα τις διατάξεις του κανονισμού αυτού όπως ίσχυαν κατά την εν λόγω περίοδο και συγκεκριμένα όπως τροποποιήθηκαν με τους κανονισμούς του Συμβουλίου (ΕΟΚ) 1143/76, της 17ης Μαΐου 1976 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/015, σ. 95), (ΕΟΚ) 1151/77, της 17ης Μαΐου 1977 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/018, σ. 94), (ΕΟΚ) 1254/78, της 12ης Ιουνίου 1978 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/021, σ. 143 ), ( ΕΟΚ) 1870/80, της 15ης Ιουλίου 1980 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/029, σ. 165 ), ( ΕΟΚ) 3808/81, της 21ης Δεκεμβρίου 1981 ( ΕΕ L 382, σ. 37 ) και ( ΕΟΚ ) 1451/82, της 18ης Μαΐου 1982 ( ΕΕ L 164, σ. 1 ).
Όσον αφορά την παράβαση του κανονισμού 2727/75
Επί τον παραοεκτον
8
Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η προσφυγή της Επιτροπής είναι απαράδεκτη καθόσον η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει παράβαση του κανονισμού 2727/75.
9
Συγκεκριμένα η καθής υποστηρίζει ότι η εν προκειμένω επίδικη κρατική παρέμβαση, αν υποτεθεί ότι αποδεικνύεται, συνίσταται πρωτίστως στο ότι το έλλειμμα της ΚΥΔΕΠ που προέκυπτε από την πώληση κτηνοτροφικών δημητριακών με ζημία καλυπτόταν από τον κρατικό προϋπολογισμό. Η κατ' αυτόν τον τρόπο χορηγούμενη ενίσχυση αποτελεί κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης, οπότε μόνη εφαρμοστέα είναι η διαδικασία της παραγράφου 2 του άρθρου 93 της Συνθήκης και όχι η διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης.
10
Επ' αυτού πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά το άρθρο 42 της Συνθήκης, οι διατάξεις του κεφαλαίου περί των κανόνων ανταγωνισμού, δηλαδή τα άρθρα 85 έως 94, εφαρμόζονται στην παραγωγή και στο εμπόριο των γεωργικών προϊόντων μόνον κατά το μέτρο που ορίζεται από το Συμβούλιο στο πλαίσιο των διατάξεων που θεσπίζονται για την οργάνωση των γεωργικών αγορών. Βάσει της διατάξεως αυτής, το άρθρο 22 του κανονισμού 2727/75 προβλέπει ότι τα άρθρα 92 μέχρι 94 της Συνθήκης εφαρμόζονται στην παραγωγή και στο εμπόριο των δημητριακών « με την επιφύλαξη αντιθέτων διατάξεων του παρόντος κανονισμού ».
11
Ωστόσο, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η διαδικασία που εφαρμόζεται για την αναγνώριση παραβάσεως των κανόνων μιας κοινής οργάνωσης αγορών είναι η διαδικασία περί αναγνωρίσεως παραβάσεως που προβλέπει το άρθρο 169 της Συνθήκης. Κατά τη νομολογία αυτή, η Συνθήκη καθιέρωσε μεν, με το άρθρο 93, παράγραφος 2, μια διαδικασία που είναι προσαρμοσμένη ειδικά στα ιδιαίτερα προβλήματα που εμφανίζουν οι κρατικές ενισχύσεις για τον ανταγωνισμό εντός της κοινής αγοράς, πλην όμως το γεγονός ότι υπάρχει αυτή η διαδικασία δεν συνιστά εμπόδιο προκειμένου να εκτιμηθεί, κατά τη διαδικασία του άρθρου 169, κατά πόσο συμβιβάζεται ένα σύστημα ενισχύσεων προς τους κοινοτικούς κανόνες πλην των κανόνων του άρθρου 92 ( βλέπε αποφάσεις της 24ης Απριλίου 1980, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, 72/79, Rec. 1980, σ. 1411, και της 30ής Ιανουαρίου 1985, Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας, 290/83, Συλλογή 1985, σ. 439 ).
12
Υπό τις συνθήκες αυτές, το στοιχείο που επικαλείται η Ελληνική Δημοκρατία ότι η προσαπτόμενη κρατική παρέμβαση, αν υποτεθεί ότι αποδεικνύεται, περιλαμβάνει σύστημα ενισχύσεων, δεν εμποδίζει την Επιτροπή να προσβάλει, κατά τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης, την εν λόγω παρέμβαση ως ασυμβίβαστη προς τους κανόνες της κοινής οργάνωσης αγορών στον τομέα των δημητριακών.
13
Κατά συνέπεια, η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η καθής είναι απορριπτέα.
Επί νης ουσίας
14
Μέχρι την ημερομηνία της προσχωρήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, η ΚΥΔΕΠ αγόραζε, αποθήκευε και διένεμε κτηνοτροφικά δημητριακά για λογαριασμό του κράτους.
15
Μετά την προσχώρηση, με την προαναφερθείσα απόφαση Α6-2028 των υπουργών γεωργίας και εμπορίου της 17ης Μαρτίου 1981, το Δημόσιο πώλησε στην ΚΥΔΕΠ τα κτηνοτροφικά δημητριακά που είχε στην κυριότητα του, βάσει απογραφής της 31ης Δεκεμβρίου 1980.
16
Στην επιτροπή που συστάθηκε με την ίδια απόφαση ανατέθηκε η αποστολή του ελέγχου της διαχειρίσεως και της διαθέσεως στην ΚΥΔΕΠ των πωληθέντων δημητριακών.
17
Η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι η κρατική παρέμβαση στην αγορά κτηνοτροφικών δημητριακών μέσω της εν λόγω επιτροπής και της ΚΥΔΕΠ αφορούσε αποκλειστικά τις ποσότητες δημητριακών που αποτέλεσαν το αντικείμενο της προαναφερθείσας απόφασης της 17ης Μαρτίου 1981.
18
Η Επιτροπή υποστηρίζει αντιθέτως ότι η παρέμβαση των ελληνικών αρχών κατέλαβε, μετά την προσχώρηση της Ελληνικής Δημοκρατίας, ολόκληρη την αγορά κτηνοτροφικών δημητριακών.
19
Πρέπει να εξεταστεί αν οι ελληνικές αρχές πράγματι παρενέβησαν κατά τον τρόπο που υποστηρίζει η Επιτροπή, ακολούθως δε, αν η παρέμβαση αυτή αποδειχθεί, να ερευνηθεί αν αυτή συμβιβάζεται προς τις διατάξεις του κανονισμού 2727/75.
20
Προς στήριξη των ισχυρισμών της η Επιτροπή προσκόμισε διάφορα έγγραφα, μεταξύ των οποίων η από 4 Νοεμβρίου 1985 έκθεση της νομικής υπηρεσίας της ΚΥΔΕΠ και τα πρακτικά της 36ης γενικής συνελεύσεως του οργανισμού αυτού που πραγματοποιήθηκε στις 12 και 13 Δεκεμβρίου 1986, όπου περιέχονται δηλώσεις υπευθύνων της ΚΥΔΕΠ κατά τις οποίες στον οργανισμό αυτό έχει ανατεθεί πράγματι η εκτέλεση των αποφάσεων των εθνικών αρχών που αφορούν την αγορά κτηνοτροφικών δημητριακών.
21
Τα στοιχεία που περιέχονται στα έγγραφα αυτά επιρρωννύονται από τις αποφάσεις ελλήνων υπουργών ή επιτροπών που λειτουργούν στο πλαίσιο των οικείων υπουργείων, τις οποίες προσκόμισε η ελληνική κυβέρνηση κληθείσα προς τούτο ρητώς από το Δικαστήριο.
22
Από τις αποφάσεις αυτές προκύπτει, πρώτον, ότι οι ελληνικές αρχές καθόριζαν τις τιμές πωλήσεως και τις ποσότητες κτηνοτροφικών δημητριακών που πωλούσε η ΚΥΔΕΠ στους κτηνοτρόφους και στις βιομηχανίες συνθέτων ζωοτροφών. Σχετικώς μπορούν να μνημονευθούν, μεταξύ άλλων, η απόφαση 1761 της « οικονομικής επιτροπής, της 24ης Σεπτεμβρίου 1981 η οποία, στην παράγραφο 1, « καθορίζει ενιαία τιμή διαθέσεως των κτηνοτροφικών δημητριακών ( αραβοσίτου, κριθής, κλπ. ) μέσω της ΚΥΔΕΠ, στους κτηνοπτηνοτρόφους και στις βιομηχανίες ζωοτροφών... στην τιμή των 10 δρχ. ανά χιλιόγραμμο », καθώς και η από 29 Ιουλίου 1982 απόφαση του υπουργού γεωργίας που καθορίζει επακριβώς και κατά κατηγορίες ζώων τις ποσότητες κτηνοτροφικών δημητριακών που μπορεί να πωλεί η ΚΥΔΕΠ στους κτηνοτρόφους.
23
Δεύτερον, το Δημόσιο κάλυπτε το έλλειμμα που είχε η ΚΥΔΕΠ λόγω της πάγιας πρακτικής που όφειλε να ακολουθεί, να πωλεί δηλαδή με ζημία. Ιδιαίτερα σαφής είναι στο σημείο αυτό η παράγραφος 3 της προαναφερθείσας απόφασης 1761 της « οικονομικής επιτροπής », που « εγκρίνει την κάλυψη των διαφορών μεταξύ της τιμής κόστους αγοράς, συντηρήσεως, διακινήσεως υπό της ΚΥΔΕΠ και της τιμής διαθέσεως των 10 δρχ. κατά κιλό από το δάνειο της Τραπέζης της Ελλάδος προς την Αγροτική Τράπεζα εις βάρος του κρατικού προϋπολογισμού του λογαριασμού καταναλωτικών αγαθών έτους 1982 ».
24
Από την προαναφερθείσα απόφαση καθώς και από το από 2 Απριλίου 1982 έγγραφο της « οικονομικής επιτροπής » προς την Τράπεζα της Ελλάδος προκύπτει επίσης ότι το Δημόσιο παρείχε την εγγύηση του για τη δανειοδότηση της ΚΥΔΕΠ από την Τράπεζα της Ελλάδος, μέσω της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, προκειμένου να χρηματοδοτήσει τις συναλλαγές της στην αγορά κτηνοτροφικών δημητριακών.
25
Όσον αφορά, τρίτον, την τιμή στην οποία η ΚΥΔΕΠ αγόραζε τα κτηνοτροφικά δημητριακά, από τη δικογραφία προκύπτουν πολλά συγκλίνοντα στοιχεία που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι και αυτή η τιμή καθοριζόταν από τις ελληνικές Αρχές.
26
Σχετικές ενδείξεις περιέχονται μεταξύ άλλων στην έκθεση της νομικής υπηρεσίας της ΚΥΔΕΠ και στα πρακτικά της 36ης γενικής συνελεύσεως της, που προαναφέρθηκαν. Πρέπει εξάλλου να τονιστεί ότι, αφού το κράτος κάλυπτε εν όλω ή εν μέρει τη διαφορά μεταξύ της τιμής κόστους και της τιμής πωλήσεως των κτηνοτροφικών δημητριακών, δεν μπορούσε να αφήσει την ΚΥΔΕΠ ελεύθερη να καθορίζει το επίπεδο τιμών στις οποίες αγόραζε τα δημητριακά από τους παραγωγούς. Αυτό ακριβώς το συμπέρασμα συνάγεται από το πρακτικό 189 της 14ης Φεβρουαρίου 1984 της επιτροπής που συστάθηκε με την προαναφερθείσα απόφαση Α6-2028, που αφορά τόσο τον « προσδιορισμό αξίας αγοράς,... καλαμποκιού, κριθαριού, σιταριού » όσο και την « τελική επιβάρυνση του Δημοσίου κατά το έτος 1982 από τη διαχείριση των κτηνοτροφικών δημητριακών ».
27
Σημειωτέον τέλος ότι, όπως προκύπτει σαφώς από την παράγραφο 1, δεύτερο εδάφιο, της προαναφερθείσας απόφασης 1761 της «οικονομικής επιτροπής», που αφορά τα « αγορασθέντα και αγοραζόμενα κτηνοτροφικά δημητριακά από 1ης Ιανουαρίου 1981» και το περιεχόμενο της οποίας δεν αντικρούεται από κανένα έγγραφο της δικογραφίας, η παρέμβαση των ελληνικών αρχών αφορούσε ολόκληρη την αγορά κτηνοτροφικών δημητριακών και εν πάση περιπτώσει δεν περιοριζόταν καθόλου, αντίθετα προς όσα υποστηρίζει η καθής, στα δημητριακά που είχαν παραχθεί ή αγοραστεί πριν από την προσχώρηση της Ελληνικής Δημοκρατίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες.
28
Λαμβανομένης υπόψη της αποδεικτικής ισχύος των προαναφερθεισών αποφάσεων καθώς και των άλλων, ίδιας φύσεως, εγγράφων της δικογραφίας, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, κατά την περίοδο την οποία αφορά η υπό κρίση προσφυγή, οι ελληνικές αρχές έλεγχαν τις πράξεις της Κ.ΥΔΕΠ στην αγορά κτηνοτροφικών δημητριακών με μέτρα τόσο καθορισμού των τιμών όσο και οικονομικής υποστηρίξεως.
29
Όσον αφορά το ζήτημα αν συμβιβάζεται αυτή η κρατική παρέμβαση με τις διατάξεις του κανονισμού 2727/75, πρέπει να σημειωθεί ότι οι κοινές οργανώσεις αγορών στηρίζονται στην αρχή της ανοιχτής αγοράς, στην οποία έχει ελεύθερη πρόσβαση κάθε παραγωγός υπό συνθήκες πραγματικού ανταγωνισμού και της οποίας η λειτουργία ρυθμίζεται αποκλειστικά από τα νομοθετήματα πού προβλέπουν οι οργανώσεις αυτές. Ειδικότερα, στους τομείς που καλύπτονται από κοινή οργάνωση αγορών και κατά μείζονα λόγο όταν η οργάνωση αυτή στηρίζεται, όπως εν προκειμένω, σε κοινό σύστημα τιμών, τα κράτη μέλη δεν μπορούν πλέον να παρεμβαίνουν με εθνικές διατάξεις, θεσπιζόμενες μονομερώς, στον μηχανισμό σχηματισμού των τιμών όπως αυτός προκύπτει από την κοινή οργάνωση ( απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 1989, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας, 281/87, Συλλογή 1989, σ. 4015, σκέψη 16 ).
30
Η παρέμβαση των ελληνικών αρχών υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες και σε τομέα όπου η κοινοτική ρύθμιση είναι εξαντλητική συνιστά παράβαση των κανόνων της κοινής οργάνωσης αγορών. Ο εκ μέρους της διοικήσεως καθορισμός των τιμών αγοράς και πωλήσεως των κτηνοτροφικών δημητριακών από την ΚΥΔΕΠ και η οικονομική υποστήριξη που χορηγούνταν στην οργάνωση αυτή συνιστούν παράβαση του συστήματος σχηματισμού των τιμών καθόσον αυτό στηρίζεται στον ανταγωνισμό και θίγουν τον αποκλειστικό χαρακτήρα της κοινοτικής παρεμβάσεως όπως προβλέπεται από τα άρθρα 3, 5, 6, 7 και 8 του κανονισμού 2727/75. Πρέπει να σημειωθεί σχετικώς ότι ούτε η προβαλλόμενη ιδιαιτερότητα των ελληνικών γεωργικών εκμεταλλεύσεων ούτε περιστάσεις συγκυριακές, όπως η ξηρασία, ή εξαιρετικές, όπως οι δυσχέρειες λόγω των συνεπειών της καταστροφής του Τσερνομπίλ, μπορούν να επιτρέψουν, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η ελληνική κυβέρνηση, την εφαρμογή μέτρων παρεμβάσεως επί των τιμών, τα οποία δεν αποφασίστηκαν σε κοινοτικό επίπεδο σύμφωνα με τους κανόνες της κοινής οργάνωσης αγορών.
31
Όσον αφορά την παράβαση του άρθρου 12 και επομένων του κανονισμού 2727/75 που αφορούν τις σχέσεις με τις τρίτες χώρες, η Επιτροπή, όπως διευκρίνισε ο εκπρόσωπος της αγορεύοντας κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, επικαλείται μόνο παράβαση των διαδικαστικών κανόνων που περιέχουν οι διατάξεις αυτές. Όπως ομολόγησε η Επιτροπή κατά την ίδια συζήτηση, ο ισχυρισμός αυτός δεν στηρίζεται σε στοιχεία αρκούντως σαφή ώστε να μπορεί να θεωρηθεί βάσιμος.
32
Η Επιτροπή επικαλείται επίσης, με τις απαντήσεις της στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου, παράβαση των διατάξεων του άρθρου 24 του κανονισμού 2727/75 που καθιερώνει την υποχρέωση των μελών να ανακοινώνουν στην Επιτροπή τα στοιχεία για την εφαρμογή των κανόνων της κοινής οργανώσεως αγορών. Προς στήριξη του ισχυρισμού αυτού η Επιτροπή υπογραμμίζει την άρνηση των ελληνικών αρχών να της κοινοποιήσουν πληροφορίες κατά την έρευνα που διεξήγαγε σχετικά με τη λειτουργία της ΚΥΔΕΠ. Οι αιτιάσεις αυτές κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας αφορούν, όπως υποστήριξε εξάλλου η Επιτροπή κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία καθώς και με τα υπομνήματα που κατέθεσε στο Δικαστήριο, την ενδεχόμενη παράβαση του καθήκοντος συνεργασίας που θέτει το άρθρο 5, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης. Κατά συνέπεια, θα εξεταστούν στο πλαίσιο του χωριστού αυτού κεφαλαίου της παραβάσεως.
33
Για όλους αυτούς τους λόγους, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, επεμβαίνοντας στις συνθήκες αγοράς και πωλήσεως κτηνοτροφικών δημητριακών από την ΚΥΔΕΠ, καλύπτοντας μέσω του προϋπολογισμού το έλλειμμα της ΚΥΔΕΠ λόγω της παρεμβάσεως της στην αγορά κτηνοτροφικών δημητριακών και διευκολύνοντας, χάρη στην εγγύηση του Δημοσίου, τη δανειοδότηση της οργανώσεως αυτής από την Τράπεζα της Ελλάδος, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον κανονισμό 2727/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών, όπως έχει τροποποιηθεί.
Όσον αφορά την παράβαση των διατάξεων του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης
34
Πρέπει να σημειωθεί, προκαταρκτικώς, ότι η Επιτροπή μπορεί να κάνει χρήση της διαδικασίας του άρθρου 169 της Συνθήκης όταν επιθυμεί να ζητήσει από το Δικαστήριο να αναγνωριστεί ότι κάποιο κράτος μέλος παρέβη τις διατάξεις του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης που επιβάλλουν στα κράτη μέλη την υποχρέωση να ενημερώνουν την Επιτροπή περί των σχεδίων που αποβλέπουν να θεσπίσουν ή να τροποποιήσουν ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης (απόφαση της 27ης Μαρτίου 1984, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, 169/82, Συλλογή 1984, σ. 1603 ).
35
Η Ελληνική Δημοκρατία δεν αμφισβήτησε νομικώς ότι οι επιδοτήσεις που χορηγήθηκαν στην ΚΥΔΕΠ, προκειμένου να μπορέσει η οργάνωση αυτή να καλύψει τα ελλείμματα διαχειρίσεως από την πώληση των κτηνοτροφικών δημητριακών με ζημία, έχουν τον χαρακτήρα κρατικής ενισχύσεως κατά την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης. Αντιθέτως, η καθής στηρίχθηκε στον χαρακτηρισμό αυτό για να θεμελιώσει την ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε όσον αφορά το πρώτο κεφάλαιο της παραβάσεως που επικαλείται η Επιτροπή.
36
Δεν αμφισβητείται επίσης ότι οι ενισχύσεις αυτές δεν ανακοινώθηκαν προηγουμένως κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 93, παράγραφος 3.
37
Κατά συνέπεια, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να ενημερώσει την Επιτροπή σχετικά με τα σχέδια ενισχύσεων προς την ΚΥΔΕΠ για την αγορά και την πώληση κτηνοτροφικών δημητριακών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης.
Όσον αφορά την παράβαση του άρθρου 5 της Συνθήκης
38
Η Επιτροπή φρονεί, πρώτον, ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης, καθότι αρνήθηκε να της κοινοποιήσει στοιχεία σχετικά με τη λειτουργία της ΚΥΔΕΠ καθώς και αποφάσεις διοικητικών αρχών που αφορούν την οργάνωση της αγοράς κτηνοτροφικών δημητριακών στην Ελλάδα.
39
Πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά τη διάρκεια της έρευνας στο πλαίσιο της διαδικασίας η οποία κατέληξε στην άσκηση της υπό κρίση προσφυγής, η ελληνική κυβέρνηση δεν κοινοποίησε στην Επιτροπή τις υπουργικές αποφάσεις και τις αποφάσεις των επιτροπών υποκειμένων στους οικείους υπουργούς, που δεν δημοσιεύθηκαν, σχετικά με τις συνθήκες παρεμβάσεως της ΚΥΔΕΠ στην αγορά κτηνοτροφικών δημητριακών.
40
Η παράλειψη αυτή πρέπει να θεωρηθεί ως άρνηση συνεργασίας με την Επιτροπή, καθότι την εμπόδισε να γνωρίσει όλες τις περίπλοκες σχέσεις που συνδέουν το ελληνικό Δημόσιο με την ΚΥΔΕΠ.
41
Αυτή η έλλειψη συνεργασίας καθίσταται μάλιστα σοβαρότερη καθόσον συνεχίστηκε και ενώπιον του Δικαστηρίου. Όταν το Δικαστήριο ζήτησε από την ελληνική κυβέρνηση να προσκομίσει τις εν λόγω αποφάσεις, η κυβέρνηση αυτή δεν το έπραξε εντός της προθεσμίας που της τάχθηκε αρχικά ούτε, άλλωστε, απάντησε στις σαφείς ερωτήσεις που της τέθηκαν. Μόνο μετά την πρώτη προφορική διαδικασία, κατά την οποία το Δικαστήριο χορήγησε κατ' εξαίρεση νέα προθεσμία στην ελληνική κυβέρνηση, η τελευταία ανταποκρίθηκε στα αιτήματα του Δικαστηρίου.
42
Κατά συνέπεια, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η ελληνική κυβέρνηση, παραλείποντας να κοινοποιήσει στην Επιτροπή τις αποφάσεις των ελληνικών αρχών τις σχετικές με τις συνθήκες παρεμβάσεως της ΚΥΔΕΠ στην αγορά κτηνοτροφικών δημητριακών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης.
43
Όσον αφορά, τέλος, την παράβαση του άρθρου 5, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης δεν συντρέχει λόγος να αναγνωριστεί αθέτηση των γενικών υποχρεώσεων που θέτουν οι διατάξεις αυτές ξεχωριστή από τις αθετήσεις των ειδικότερων κοινοτικών υποχρεώσεων που υπέχει η Ελληνική Δημοκρατία, όπως διαπιστώθηκαν πιο πάνω.
Eni των δικαστικών εξόδων
44
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Η Ελληνική Δημοκρατία, επεμβαίνοντας στις συνθήκες της αγοράς και πωλήσεως κτηνοτροφικών δημητριακών από την ΚΥΔΕΠ, καλύπτοντας μέσω του προϋπολογισμού το έλλειμμα που είχε η ΚΥΔΕΠ λόγω της παρεμβάσεως της στην αγορά κτηνοτροφικών δημητριακών και διευκολύνοντας, χάρη στην εγγύηση του Δημοσίου, τη δανειοδότηση του οργανισμού αυτού από την Τράπεζα της Ελλάδος, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 2727/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών, όπως έχει τροποποιηθεί.
2)
Η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να κοινοποιήσει στην Επιτροπή τα σχέδια ενισχύσεων προς την ΚΥΔΕΠ για την αγορά και την πώληση κτηνοτροφικών δημητριακών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης.
3)
Η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να κοινοποιήσει στην Επιτροπή τις αποφάσεις των ελληνικών αρχών τις σχετικές με τις συνθήκες παρεμβάσεως της ΚΥΔΕΠ στην αγορά κτηνοτροφικών δημητριακών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης.
4)
Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Due
Κακούρης
Zuleeg
Moitinho de Almeida
Rodríguez Iglesias
Grévisse
Diez de Velasco
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 12 Ιουλίου 1990.
Ο γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο πρόεδρος
Ο. Due
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Full & Egal Universal Law Academy