Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Γεωργία - Νομισματικά εξισωτικά ποσά - Καθορισμός - "Μίγματα" κατά την έννοια του άρθρου 30, παράγραφος 3, του κανονισμού 1371/81 - Εννοια
(Κανονισμός 1371/81 της Επιτροπής, άρθρο 30, παράγραφος 3)
Περίληψη
Το άρθρο 30, παράγραφος 3, του κανονισμού 1371/81, περί λεπτομερειών διοικητικής εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών έχει την έννοια ότι ο όρος "μίγματα" καλύπτει όλα τα προϊόντα που αποτελούνται από δύο ή περισσότερα συστατικά, ανεξάρτητα από τη δασμολογική τους κατάταξη, και ότι καλύπτει τα μίγματα που υπάγονται στα κεφάλαια 2, 10 ή 11 του κοινού δασμολογίου, ακόμη και αν ορισμένα από τα συστατικά των μιγμάτων αυτών υπάγονται σε άλλο κεφάλαιο του κοινού δασμολογίου.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 37/88,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Finanzgericht του Αμβούργου προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
Rheinkrone-Kraftfutterwerk Gebr. Huebers GmbH & Co. KG,
με έδρα το Wesel, αφενός,
και
Ηauptzollamt Hamburg-Jonas, αφετέρου,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 30, παράγραφος 3, του κανονισμού 1371/81 της Επιτροπής, της 19ης Μαΐου 1981, περί λεπτομερειών διοικητικής εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών (ΕΕ L 138, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Τ. Κoopmans, πρόεδρο τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη και Diez de Velasco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: W. Van Gerven
γραμματέας: Β. Ρastor, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η εταιρεία Rheinkrone-Kraftfutterwerk Gebr. Huebers GmbH & Co. KG, προσφεύγουσα της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενη από τους Fritz Modest και Βarbara Gestge, δικηγόρους Αμβούργου,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο Dierk Booss, επικουρούμενο από τον Jean Imbach, δικηγόρο, και, κατά την προφορική διαδικασία, από τον Ηasso Prahl, ειδικό σύμβουλο,
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 18ης Απριλίου 1989,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Μαΐου 1989,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 30ής Οκτωβρίου 1987, που περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 2 Φεβρουαρίου 1988, το Finanzgericht του Αμβούργου υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 30, παράγραφος 3, του κανονισμού 1371/81 της Επιτροπής, της 19ης Μαΐου 1981, περί λεπτομερειών διοικητικής εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών (ΕΕ L 138, σ. 1), καθώς και την ερμηνεία της γενικής αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρείας Rheinkrone-Kraftfutterwerk Gebr. Huebers GmbH & Co. KG, στο Wesel (εφεξής: Rheinkrone), και του Ηauptzollamt (κεντρικού τελωνείου του) Ηamburg-Jonas (εφεξής: Ηauptzollamt).
3 H Rheinkrone εξήγαγε διάφορα φορτία σιταλεύρου, το οποίο αποτελούνταν, αφενός, από αλεύρι σιταριού υπαγόμενο στη διάκριση 11.01 Α του κοινού δασμολογίου (εφεξής: ΚΔ), που αντιπροσώπευε λιγότερο από το 90 % του βάρους του επίμαχου προϊόντος, και, αφετέρου, από πίτουρο σιταριού υπαγόμενο στη διάκριση 23.02 Α ΙΙ του ΚΔ, που αντιπροσώπευε 10 έως 20 % του βάρους του επίμαχου προϊόντος. Η διαφορά της κύριας δίκης αφορά το ζήτημα αν τα νομισματικά εξισωτικά ποσά (εφεξής: ΝΕΠ) που χορηγήθηκαν στη Rheinkrone έπρεπε, κατ' εφαρμογή του προαναφερθέντος άρθρου 30, παράγραφος 3, του κανονισμού 1371/81, να καθορισθούν με βάση το συντελεστή για το αλεύρι σιταριού, όπως έκρινε αρχικά το Ηauptzollamt ή αντίθετα βάσει του χαμηλότερου συντελεστή που ισχύει για το πίτουρο σιταριού.
4 Το άρθρο 30, παράγραφος 3, του κανονισμού 1371/81 έχει την ακόλουθη διατύπωση:
"Τα νομισματικά εξισωτικά ποσά που χορηγούνται για τα μίγματα τα υπαγόμενα στα κεφάλαια 2, 10 ή 11 του κοινού δασμολογίου καθορίζονται ως ακολούθως:
α) για τα μίγματα, ένα συνθετικό μέρος των οποίων αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 90 % του βάρους αυτών, είναι ο συντελεστής που εφαρμόζεται για το συνθετικό αυτό μέρος?
β) για τα άλλα μίγματα, είναι ο συντελεστής που εφαρμόζεται για το συνθετικό μέρος το οποίο δίδει το χαμηλότερο νομισματικό εξισωτικό ποσό. Στην περίπτωση κατά την οποία ένα ή περισσότερα συνθετικά μέρη δεν δίδουν δικαίωμα σε νομισματικά εξισωτικά ποσά, δεν χορηγείται νομισματικό εξισωτικό ποσό για τα μίγματα."
5 Το Finanzgericht του Αμβούργου, κρίνοντας ότι η διαφορά έθετε πρόβλημα ερμηνείας της κοινοτικής νομοθεσίας, αποφάσισε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, να αναστείλει τη διαδικασία έως ότου το Δικαστήριο εκδώσει προδικαστική απόφαση επί δύο ερωτημάτων. Με Διάταξη της 30ής Ιουνίου 1988, που περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Ιουλίου 1988, το Finanzgericht του Αμβούργου ανακάλεσε το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα. Επομένως το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το πρώτο μόνο ερώτημα που είναι το ακόλουθο:
" Εχει το άρθρο 30, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1371/81, της 19ης Μαΐου 1981 (ΕΕ L 138, σ. 1), την έννοια ότι ο όρος ?μίγμα' καλύπτει μόνο τα εμπορεύματα των οποίων τα συστατικά μέρη υπάγονται στα κεφάλαια 2, 10 ή 11 του κοινού δασμολογίου ή καλύπτει και τα εμπορεύματα εκείνα, τα συστατικά μέρη των οποίων είναι προϊόντα που υπάγονται στα κεφάλαια 2, 10 ή 11 και προϊόντα που υπάγονται σε άλλα κεφάλαια; Συγκεκριμένα δε, αποτελούν μίγματα κατά την έννοια του άρθρου 30, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1371/81 τα μίγματα από αλεύρι σιταριού και πίτουρο σιταριού τα οποία κατά τους γενικούς κανόνες για την ερμηνεία της ονοματολογίας του κοινού δασμολογίου πρέπει να καταταγούν ως αλεύρι σιταριού;"
6 Η έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση περιέχει τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης, την εξέλιξη της διαδικασίας και τις παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται παρά μόνο καθόσον είναι αναγκαίο για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
7 Το ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο περιλαμβάνει στην πραγματικότητα τα δύο ακόλουθα ερωτήματα:
"α) Το προϊόν το οποίο, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ΚΔ, κατατάσσεται σε δασμολογική κλάση υπό ενιαία ονομασία μπορεί, παρ' όλα αυτά, να αποτελεί ?μίγμα' κατά την έννοια του άρθρου 30, παράγραφος 3, του κανονισμού 1371/81 της Επιτροπής, για το μόνο λόγο ότι η σύνθεσή του περιλαμβάνει δύο ή περισσότερες ύλες;
β) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως: το άρθρο 30, παράγραφος 3, του κανονισμού 1371/81 της Επιτροπής αφορά αποκλειστικά τα μίγματα που όχι μόνο εμπίπτουν ως μίγματα σε ένα από τα κεφάλαια 2, 10 ή 11 του ΚΔ, αλλά επιπλέον αποτελούνται από συστατικά τα οποία, αν ληφθούν χωριστά, εμπίπτουν επίσης σε ένα από τα ίδια αυτά κεφάλαια του ΚΔ, ή μήπως αφορά όλα τα μίγματα που εμπίπτουν στα κεφάλαια 2, 10 ή 11, ακόμη και αν ορισμένα από τα συστατικά τους εμπίπτουν σε άλλο κεφάλαιο του ΚΔ;"
Επί του ερωτήματος α)
8 Πρέπει να τονιστεί ότι η κατάταξη ενός μίγματος, δηλαδή ενός προϊόντος που έχει ως συστατικά μία ή περισσότερες ύλες, πραγματοποιείται σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες και τις ειδικές διατάξεις του ΚΔ, από τα οποία προκύπτει ότι το προϊόν αυτό κατατάσσεται σε μία κλάση υπό ενιαία ονομασία.
9 Ετσι, σύμφωνα με το γενικό κανόνα 2 β) για την ερμηνεία της ονοματολογίας του ΚΔ, "κάθε αναφορά σε μία ύλη μέσα σε ορισμένη κλάση του δασμολογίου καλύπτει την ύλη αυτή είτε σε αμιγή κατάσταση είτε αναμεμειγμένη ή και συνδυασμένη με άλλες ύλες ... Η κατάταξη των αναμείκτων ... αυτών ειδών γίνεται σύμφωνα με τις αρχές που αναφέρονται στον κανόνα 3". Ο κανόνας 3 α) προβλέπει για την κατάταξη των προϊόντων που αναφέρονται στον κανόνα 2 β) ότι "η περισσότερο εξειδικευμένη κλάση πρέπει να έχει προτεραιότητα έναντι των κλάσεων με γενικότερο περιεχόμενο", ενώ κατά τον κανόνα 3 β) "τα αναμεμειγμένα προϊόντα ... των οποίων η κατάταξη δεν μπορεί να γίνει σε εφαρμογή του κανόνα 3 α) πρέπει να κατατάσσονται σύμφωνα με την ύλη ή το είδος που δίνει σ' αυτά τον ουσιώδη τους χαρακτήρα, όταν είναι δυνατός αυτός ο καθορισμός".
10 Οσον αφορά ειδικότερα τα προϊόντα της αλευροποιίας του σίτου, η σημείωση 2 του κεφαλαίου 11 προβλέπει ότι υπάγονται στο κεφάλαιο αυτό, αν έχουν συγχρόνως, κατά βάρος και επί ξηρού προϊόντος: α) περιεκτικότητα σε άμυλο ανώτερη του 45 % και β) περιεκτικότητα σε τέφρες ίση ή κατώτερη του 2,5 %. Εξάλλου, σύμφωνα με την ίδια σημείωση, τα προϊόντα αυτά κατατάσσονται στη δασμολογική κλάση 11.01 (αλεύρια), όταν το ποσοστό διελεύσεώς τους από κόσκινο ανοίγματος βρόχων 315 χιλιοστών του χιλιοστομέτρου είναι ίσο ή ανώτερο του 80 %.
11 Κατ' εφαρμογή αυτής της σημειώσεως 2 του κεφαλαίου 11, το μίγμα που προέρχεται από ανάμιξη αλευριού από σιτάρι και πίτουρου από σιτάρι και ανταποκρίνεται στα ανωτέρω κριτήρια κατατάσσεται υπό την ονομασία άλευρο σίτου της διακρίσεως 11.01 Α του ΚΔ.
12 Επ' αυτού επιβάλλεται η παρατήρηση ότι η κατάταξη του προϊόντος αυτού υπό την ονομασία "άλευρο σίτου" δεν του αφαιρεί την ιδιότητα του μίγματος αλευριού από σιτάρι και πίτουρου από σιτάρι, αλλά έχει απλώς ως συνέπεια να διασαφηνίζει την αντιμετώπισή του από άποψη ΚΔ.
13 Οσον αφορά το άρθρο 30, παράγραφος 3, του κανονισμού 1371/81, πρέπει να τονιστεί ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στα "μίγματα" εν γένει, χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις? κατά συνέπεια ο όρος "μίγματα" νοείται υπό την ευρεία έννοια της λέξεως. Από το γράμμα ή τους σκοπούς της ρυθμίσεως δεν προκύπτει κανένα στοιχείο υπέρ της ερμηνείας ότι η διάταξη αυτή δεν καλύπτει τα μίγματα που κατατάσσονται σε μια δασμολογική κλάση υπό ενιαία ονομασία, αλλά αποκλειστικά τα μίγματα, τα συστατικά των οποίων υπάγονται σε διαφορετικές δασμολογικές κλάσεις. Αντίθετα μάλιστα, το γεγονός ότι οι σκοποί της κοινοτικής ρυθμίσεως για τα ΝΕΠ είναι διαφορετικοί από τους σκοπούς του ΚΔ συνηγορεί υπέρ της ερμηνείας ότι το άρθρο 30, παράγραφος 3, του κανονισμού 1371/81 αφορά όλα τα μίγματα, ανεξάρτητα από το αν κατατάσσονται δασμολογικά υπό ενιαία ονομασία.
14 Επομένως, στο ερώτημα α) πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 30, παράγραφος 3, του κανονισμού 1371/81 της Επιτροπής, της 19ης Μαΐου 1981, έχει την έννοια ότι ο όρος "μίγματα" αφορά όλα τα προϊόντα που αποτελούνται από δύο ή περισσότερα συστατικά, ανεξάρτητα από τη δασμολογική τους κατάταξη.
Επί του ερωτήματος β)
15 Πρέπει επ' αυτού να παρατηρηθεί ότι το γράμμα του άρθρου 30, παράγραφος 3, του κανονισμού 1371/81 περιορίζεται να αναφέρει τα μίγματα που υπάγονται στα κεφάλαια 2, 10 ή 11 του ΚΔ, χωρίς να προβλέπονται πρόσθετες προϋποθέσεις, και ειδικότερα χωρίς να απαιτείται να υπάγονται και τα ίδια τα συστατικά του μίγματος στα κεφάλαια 2, 10 ή 11.
16 Από κανένα άλλωστε στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο σκοπός της επίμαχης διατάξεως επιβάλλει διαφορετική ερμηνεία από αυτή που προκύπτει από το γράμμα της. Πρέπει, αντίθετα, να υπογραμμιστεί το γεγονός ότι το άρθρο 30, παράγραφος 3, το οποίο αποτελεί διάταξη της ρυθμίσεως περί ΝΕΠ, επιδιώκει σκοπούς οι οποίοι διαφέρουν από τους σκοπούς του ΚΔ και λαμβάνουν υπόψη το ενδεχόμενο ότι οι επιχειρηματίες θα μπορούσαν να αναμιγνύουν διάφορα προϊόντα ή να τα διαχωρίζουν στα συστατικά τους προκειμένου να επωφεληθούν από τους διαφορετικούς συντελεστές των ΝΕΠ. Επομένως, η επίμαχη διάταξη πρέπει να ερμηνευθεί ανεξάρτητα από το ΚΔ, καθόσον η ερμηνεία αυτή υπαγορεύεται από τη διαφορά των σκοπών που επιδιώκουν οι δύο ρυθμίσεις.
17 Επομένως, στο ερώτημα β) πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το προαναφερθέν άρθρο 30, παράγραφος 3, του κανονισμού 1371/81 έχει την έννοια ότι καλύπτει τα μίγματα που υπάγονται στα κεφάλαια 2, 10 ή 11 του ΚΔ, ακόμη και αν ορισμένα από τα συστατικά των μιγμάτων αυτών υπάγονται σε άλλο κεφάλαιο του ΚΔ.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
18 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσε προτάσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Finanzgericht του Αμβούργου με Διάταξη της 30ής Οκτωβρίου 1987, αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 30, παράγραφος 3, του κανονισμού 1371/81 της Επιτροπής, της 19ης Μαΐου 1981, έχει την έννοια ότι ο όρος "μίγματα" καλύπτει όλα τα προϊόντα που αποτελούνται από δύο ή περισσότερα συστατικά, ανεξάρτητα από τη δασμολογική τους κατάταξη.
2) Το προαναφερθέν άρθρο 30, παράγραφος 3, του κανονισμού 1371/81 έχει την έννοια ότι καλύπτει τα μίγματα που υπάγονται στα κεφάλαια 2, 10 ή 11 του κοινού δασμολογίου, ακόμη και αν ορισμένα από τα συστατικά των μιγμάτων αυτών υπάγονται σε άλλο κεφάλαιο του κοινού δασμολογίου.
Full & Egal Universal Law Academy