ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-39/88 ( *1 )
Ι — Κανονιστικό πλαίσιο
Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3796/81, της 29ης Δεκεμβρίου 1981, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των προϊόντων αλιείας ( BE L 379, σ. 1, στο εξής: βασικός κανονισμός), το Συμβούλιο θέσπισε ένα καθεστώς τιμών (τίτλος III) τα της εφαρμογής του οποίου όρισε η Επιτροπή με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3598/83, της 20ής Δεκεμβρίου 1983, σχετικά με την ανακοίνωση των τιμών που διαπιστώνονται και την κατάρτιση του καταλόγου των αντιπροσωπευτικών αγορών και λιμένων για τα προϊόντα αλιείας ( ΕΕ L 357, σ. 17, στο εξής: κανονισμός περί χονδρικών τιμών ).
Όλες οι εν προκειμένω σχετικές κανονιστικές διατάξεις επιβάλλουν στα κράτη μέλη την υποχρέωση να παρέχουν στην Επιτροπή ορισμένα στοιχεία σχετικά με τις τιμές προκειμένου να μπορέσει αυτή να εφαρμόσει το σύστημα τιμών που προβλέπει ο βασικός κανονισμός.
α) Όσον αφορά τα προϊόντα πον απαριθμούνται ovo παράρτημα Ι, σημεία Α και Ą του βασικού κανονισμού
Κατά το άρθρο 10, παράγραφοι Ι και 3, του βασικού κανονισμού, το Συμβούλιο καθορίζει τιμή προσανατολισμού για τα προϊόντα αλιείας που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι, σημεία Α ( κατεψυγμένες ρέγγες, σαρδέλες και βακαλάοι νωποί ή διατηρημένοι δι' απλής ψύξεως ) και Δ ( γαρίδες γκρίζες νωπές, διατηρημένες δι' απλής ψύξεως ή βρασμένες σε νερό ) του κανονισμού. Κατά τη δεύτερη παράγραφο του εν λόγω άρθρου, η τιμή αυτή καθορίζεται « με βάση τον μέσο όρο των τιμών που διαπιστώθηκαν στις αντιπροσωπευτικές αγορές χονδρικής πωλήσεως ή στα αντιπροσωπευτικά λιμάνια κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων αλιευτικών περιόδων πριν από την αλιευτική περίοδο για την οποία καθορίζεται η τιμή αυτή... ».
Το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να ανακοινώνουν στην Επιτροπή τις τιμές που διαπιστώνονται στις αντιπροσωπευτικές αγορές χονδρικού εμπορίου ή στα αντιπροσωπευτικά λιμάνια. Το άρθρο 1 του κανονισμού 3598/83 ορίζει ότι τα στοιχεία αυτά αφορούν τη μέση τιμή κατά την ημέρα λειτουργίας της αγοράς και διαβιβάζονται δύο φορές τον μήνα.
β) Όσον αφορά τα προϊόντα που απαριθμούνται στο παράρτημα IV, σημείο Β, τον βασικού κανονισμού
Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή κάθε τρίμηνο τις τιμές χονδρικής πωλήσεως του προηγουμένου τριμήνου για εκείνα από τα προϊόντα του παραρτήματος IV, σημείο Β, που καταψύχονται στο σκάφος και αυτά που καταψύχονται στην ξηρά ( όπως βακαλάοι και σκόμβροι ). Κατά το άρθρο 2 του κανονισμού περί χονδρικών τιμών, τα στοιχεία διαβιβάζονται με τηλετύπημα το αργότερο στο τέλος της δεύτερης εβδομάδας μετά το σχετικό τρίμηνο.
II — Εξέλιξη της διαδικασίας
Η Επιτροπή προσήψε στην Ιρλανδία ότι ουδέποτε της κοινοποίησε τα εν λόγω στοιχεία εντός των προβλεπομένων προθεσμιών και την κάλεσε, με έγγραφο της 1ης Οκτωβρίου 1986, να υποβάλει τις παρατηρήσεις της. Η Ιρλανδία δεν απήντησε_ στο έγγραφο αυτό και η Επιτροπή της απηύθυνε αιτιολογημένη γνώμη στις 19 Μαΐου 1987.
Με έγγραφο της 17ης Ιουνίου 1987, η Ιρλανδία απήντησε ότι δεν ήταν σε θέση να ανακοινώσει τα εν λόγω στοιχεία. Για τα στοιχεία στα οποία αναφέρεται το άρθρο 11, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, υποστήριξε ότι δεν διαθέτει επαρκές προσωπικό για να τα συλλέγει δύο φορές τον μήνα. Για τα στοιχεία του άρθρου 11, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, υποστήριξε ότι δεν υπάρχει αγορά χονδρικής πωλήσεως στην Ιρλανδία.
Στις 2 Φεβρουαρίου 1988, η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Αποφάσισε πάντως να θέσει μία ερώτηση στην Επιτροπή. Η απάντηση στην ερώτηση αυτή παρατίθεται πιο κάτω στο κεφάλαιο V.
III — Αιτήματα των διαδίκων
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι, με εξαίρεση τα κατα-ψυχόμενα στην ξηρά προϊόντα, η Ιρλανδία παρέβη το άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 3796/81 καθώς και τα άρθρα 1 και 2 του κανονισμού 3598/83
—
να καταδικάσει την Ιρλανδία στα δικαστικά έξοδα.
Η Ιρλανδία ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή της Επιτροπής και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
IV — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
α) Όσον αφορά την παράβαση νου άρθρου 11, παράγραφος 1, τον βασικού κανονισμού
Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι η παράβαση δεν αφορά τα προϊόντα του σημείου Δ του παραρτήματος Ι του κανονισμού ( γαρίδες γκρίζες ). Συγκεκριμένα, ο εκτελεστικός κανονισμός που απαριθμεί τις αντιπροσωπευτικές αγορές χονδρικής πωλήσεως και τα αντιπροσωπευτικά λιμάνια στον τομέα της αλιείας δεν αναφέρει για τα προϊόντα αυτά καμιά αντιπροσωπευτική αγορά χονδρικής πωλήσεως και κανένα αντιπροσωπευτικό λιμάνι της Ιρλανδίας. Επομένως, η Ιρλανδία δεν έχει καμιά υποχρέωση να παρέχει στοιχεία σχετικά με τις τιμές των προϊόντων αυτών. Αντιθέτως, για τα προϊόντα του σημείου Α του εν λόγω παραρτήματος, η Ιρλανδία οφείλει να παρέχει τα στοιχεία αυτά και δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παράβαση της υποχρεώσεως αυτής επικαλούμενη ανεπάρκεια του προσωπικού.
Η ΙρΑανοία υποστηρίζει ότι της είναι αδύνατο να τοποθετήσει του ολιγάριθμους ελεγκτές που διαθέτει στα αντιπροσωπευτικά λιμάνια προκειμένου να συγκεντρώνουν και να παρέχουν στην Επιτροπή δύο φορές τον μήνα τα εν λόγω στοιχεία περί των τιμών. Πράγματι, οι ελεγκτές αυτοί θα έπρεπε να ελέγχουν περί τα 900 λιμάνια και τόπους αποβιβάσεως επιπλέον των αντιπροσωπευτικών λιμένων.
Η Ιρλανδία υπογραμμίζει ότι διαβιβάζει τα στοιχεία περί τιμών ετησίως. Φρονεί δε ότι κατ' αυτόν τον τρόπο η Επιτροπή είναι σε θέση να καθορίζει την τιμή προσανατολισμού.
β) Όσον αφορά την παράβαση τον άρθρον 11, παράγραφος 3, rov βασικού κανονισμού
Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι η παράβαση αφορά αποκλειστικά τα προϊόντα που καταψύχονται στο σκάφος και όχι αυτά που καταψύχονται στην ξηρά.
Σχετικά με τα προϊόντα που καταψύχονται στην ξηρά, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι πολλά κράτη μέλη αντιμετώπισαν δυσχέρειες στη συλλογή των εν λόγω στοιχείων, των οποίων και δεν έχει απόλυτη ανάγκη. Υπό τις συνθήκες αυτές προτίθεται να προτείνει στο Συμβούλιο την τροποποίηση του μηχανισμού ανακοινώσεως που προβλέπει το άρθρο 11, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού.
Όσον αφορά τα προϊόντα που καταψύχονται στο σκάφος, η Επιτροπή θεωρεί αβάσιμο τον ισχυρισμό της Ιρλανδίας ότι δεν υπάρχει αγορά χονδρικής πωλήσεως. Ακόμη και αν δεν υπάρχει τέτοια αγορά κατά τη φυσική έννοια του όρου είναι πάντως δυνατό να διαπιστωθεί η τιμή χονδρικής πωλήσεως κατά τον χρόνο της εκφορτώσεως των ιχθύων.
Η ΙρΆανοία προβάλλει δύο λόγους για τους οποίους φρονεί ότι δεν οφείλει να διαβιβάζει τα εν λόγω στοιχεία. Πρώτον, δεν υπάρχει αγορά χονδρικής πωλήσεως στην Ιρλανδία για τα κατεψυγμένα προϊόντα. Δεύτερον, κανένα ιρλανδικό αλιευτικό σκάφος δεν χρησιμοποιούσε την τεχνική της καταψύξεως πριν από το 1988.
V — Απάντηση στην ερώτηση του Δικαστηρίου
Η Επιτροπή κλήθηκε να απαντήσει στην ακόλουθη ερώτηση:
« Για ποιο σκοπό το άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3796/81 του Συμβουλίου προβλέπει ότι τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή κάθε τρίμηνο τις τιμές χονδρικής πωλήσεως για τα προϊόντα που προβλέπονται στο παράρτημα IV, σημείο Β, τα κατεψυγμένα στο σκάφος, και τα κατεψυγμένα στην ξηρά; »
Η Επιτροπή απάντησε:
« Το άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού ( ΕΟΚ) 3796/81 (όπως τροποποιήθηκε με την πράξη προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Δημοκρατίας της Πορτογαλίας, ΕΕ L 302, της 15.11.1985 ) σκοπεί να βοηθήσει την Κοινότητα στον κατά το άρθρο 21 καθορισμό των τιμών αναγωγής των προϊόντων των τρίτων χωρών. Οι τιμές των προϊόντων που απαριθμούνται στα παραρτήματα Ι, σημεία Α, Δ, και Ε, Π και III (στα οποία εφαρμόζεται το άρθρο 21 ) πρέπει να κοινοποιούνται από τα κράτη μέλη δυνάμει των άρθρων 11, παράγραφος 1, 15, παράγραφος 2, και 17, παράγραφος 4. Καίτοι το άρθρο 21 εφαρμόζεται επίσης στα προϊόντα του παραρτήματος V, αυτά δεν προέρχονται από την Κοινότητα οπότε δεν γεννάται θέμα υποχρεώσεως των κρατών μελών να κοινοποιούν τις τιμές πωλήσεως των προϊόντων καταγωγής της Κοινότητας των κατηγοριών που απαριθμεί το άρθρο 21 ( η υποχρέωση που προβλέπει το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 21, παράγραφος 3, της κοινοποιήσεως δηλαδή ορισμένων τιμών αφορά μόνο τα εμπορεύματα προελεύσεως τρίτων χωρών ). »
R. Joliét
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟ
της 27ης Νοεμβρίου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-39/88,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκροσωποόμενη από τον Ρ. Oliver, μέλος της νομικής υπηρεσίας της, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Guido Berardis, μέλος της νομικής υπηρεσίας της, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιρλανδίας, εκροσωπουμένης από τον L. J. Dockery, Chief State Solicitor, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ιρλανδίας, 28, route ď Arion,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι, η Ιρλανδία, παραλείποντας να κοινοποιήσει ορισμένες τιμές προϊόντων αλιείας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 11 του κανονισμού ( ΕΟΚ) 3796/81 του Συμβουλίου, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των προϊόντων αλιείας και από τα άρθρα 1 και 2 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 3598/83 της Επιτροπής, σχετικά με την ανακοίνωση των τιμών που διαπιστώνονται και την κατάρτιση του καταλόγου των αντιπροσωπευτικών αγορών και λιμένων για τα προϊόντα αλιείας,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Ο. Due, Πρόεδρο, G. F. Mancini, Τ. F. O'Higgins, G. C. Rodríguez Iglesias και M. Diez de Velasco, προέδρους τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη, R. Joliét, F. Α. Schockweiler και P. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 19ης Σεπτεμβρίου 1990,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 9ης Οκτωβρίου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 3 Φεβρουαρίου 1988, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ιρλανδία, παραλείποντας να κοινοποιήσει ορισμένες τιμές προϊόντων αλιείας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3796/81 του Συμβουλίου, της 29ης Δεκεμβρίου 1981, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των προϊόντων αλιείας ( ΕΕ L 379, σ. 1 ), και από τα άρθρα 1 και 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3598/83 της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 1983, σχετικά με την ανακοίνωση των τιμών που διαπιστώνονται και την κατάρτιση του καταλόγου των αντιπροσωπευτικών αγορών και λιμένων για τα προϊόντα αλιείας ( ΕΕ L 357, σ. 17 ).
2
Η Επιτροπή διατύπωσε δύο αιτιάσεις κατά της Ιρλανδίας.
3
Η πρώτη αφορά το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 3796/81 και το άρθρο 1 του κανονισμού 3598/83. Προκειμένου να καθοριστεί η τιμή προσανατολισμού των προϊόντων που απαριθμεί το παράρτημα Ι, σημεία Α και Δ, το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 3796/81 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να ανακοινώνουν στην Επιτροπή τις τιμές που διαπιστώνονται στις αντιπροσωπευτικές αγορές χονδρικού εμπορίου ή στα αντιπροσωπευτικά λιμάνια για τα προϊόντα αυτά. Το άρθρο 1 του κανονισμού 3598/83 ορίζει ότι οι εν λόγω ανακοινώσεις τιμών περιλαμβάνουν, για κάθε ένα από τα συγκεκριμένα προϊόντα και για κάθε αντιπροσωπευτική αγορά ή αντιπροσωπευτικό λιμένα, τη μέση τιμή κατά την ημέρα λειτουργίας της αγοράς, τις συνολικές ποσότητες που εκφορτώνονται και διατίθενται στο εμπόριο καθώς και τη συνολική ποσότητα που αποσύρεται από την αγορά. Οι ανακοινώσεις αυτές αποστέλλονται στην Επιτροπή με τηλετύπημα, τη δεκάτη και την εικοστή πέμπτη ημέρα κάθε μήνα και, όταν προμηνύεται κρίσιμη κατάσταση ή διατάραξη της αγοράς, κάθε ημέρα λειτουργίας της αγοράς.
4
Επειδή ο εκτελεστικός κανονισμός δεν αναφέρει κανένα ιρλανδικό αντιπροσωπευτικό λιμένα για την αγορά της γκρίζας γαρίδας την οποία αναφέρει το παράρτημα Ι, σημείο Δ, του κανονισμού 3796/81, το αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής περιορίζεται, όσον αφορά το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού, στα προϊόντα του παραρτήματος Ι, σημείο Α.
5
Η δεύτερη αιτίαση της Επιτροπής αφορά το άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 3796/81 και το άρθρο 2 του κανονισμού 3598/83. Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 3796/81, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή κάθε τρίμηνο τις τιμές χονδρικής πωλήσεως για τα προϊόντα που προβλέπονται στο παράρτημα IV, σημείο Β, που είναι κατεψυγμένα στο σκάφος και στην ξηρά. Απαντώντας σε ερώτηση του Δικαστηρίου, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι με τα στοιχεία αυτά περί των τιμών καθίσταται δυνατός ο καθορισμός της τιμής αναγωγής, η οποία, κατά το άρθρο 21 του κανονισμού 3796/81, έχει ως στόχο την αποφυγή διαταραχών που θα μπορούσαν να προκαλέσουν τα εισαγόμενα από τρίτες χώρες προϊόντα. Κατά το άρθρο 2 του κανονισμού 3598/83, τα στοιχεία αυτά διαβιβάζονται με τηλετύπημα το αργότερο στο τέλος της έκτης εβδομάδας μετά το σχετικό τρίμηνο.
6
Πρέπει να σημειωθεί εκ προοιμίου ότι, κατά την έγγραφη διαδικασία, η Επιτροπή περιόρισε τη δεύτερη αυτή αιτίαση στα καταψυχόμενα επί του σκάφους προϊόντα. Έκρινε συγκεκριμένα ότι η συλλογή των στοιχείων σχετικά με τα προϊόντα που καταψύχονται στην ξηρά αντιμετωπίζει δυσχέρειες στα περισσότερα κράτη μέλη ενώ τα στοιχεία αυτά δεν είναι απολύτως αναγκαία για την εύρυθμη λειτουργία της κοινής οργάνωσης της συγκεκριμένης αγοράς. Εν συνεχεία, αφού η Ιρλανδική Κυβέρνηση υπογράμμισε ότι δεν υπάρχει στην Ιρλανδία αγορά χονδρικού εμπορίου για τα καταψυχόμενα επί του σκάφους προϊόντα, η Επιτροπή παραιτήθηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση από το δεύτερο σκέλος της αιτιάσεως που αφορά το άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 3796/81, οπότε απομένει να εξεταστεί η πρώτη αιτίαση, η αναφερόμενη στο άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού.
7
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
8
Η Ιρλανδία αναγνωρίζει ότι παρέβη την υποχρέωση που υπέχει από το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 3796/81. Επισημαίνει, πάντως, ότι κοινοποιούσε πάντα τα απαιτούμενα στοιχεία ετησίως και ότι η συχνότητα αυτή πρέπει να θεωρηθεί αρκετή για να παρέχει τη δυνατότητα στην Επιτροπή να καταρτίζει μία φορά τον χρόνο την τιμή προσανατολισμού κατά το άρθρο 10 του προαναφερθέντος κανονισμού. Η Ιρλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει σχετικώς ότι ο κανονισμός ( ΕΟΚ) 1106/90 της Επιτροπής, της 18ης Απριλίου 1990, περί των κοινοποιήσεων σχετικά με την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα των προϊόντων αλιείας (ΕΕ L 111, σ, 50), που πρόκειται να αντικαταστήσει από 1ης Ιανουαρίου 1991 τον κανονισμό 3598/83, ελάφρυνε αισθητά τις υποχρεώσεις που υπέχουν τα κράτη. Κατά τον νέο αυτό κανονισμό τα κράτη μέλη υποχρεούνται να ανακοινώσουν μόνο τη μέση μηνιαία τιμή των προϊόντων του παραρτήματος Ι, σημείο Α.
9
Επ' αυτού πρέπει να σημειωθεί εξ αρχής ότι, για την περίοδο κατά την οποία ισχύει ο κανονισμός, η έκταση και ο δεσμευτικός χαρακτήρας του δεν επηρεάζονται από τη θέσπιση μεταγενεστέρου κανονισμού που έχει το ίδιο αντικείμενο και προβλέπει ελαφρότερες υποχρεώσεις για τα κράτη.
10
Η Ιρλανδία εκθέτει περαιτέρω ότι, όπως είχε επισημάνει επανειλημμένα κατά τις συζητήσεις σχετικά με τους εν λόγω κανονισμούς, αδυνατεί να τοποθετήσει τους ολιγάριθμους ελεγκτές του τομέα της αλιείας που διαθέτει στους αντιπροσωπευτικούς λιμένες προκειμένου να συλλέγουν και να παρέχουν στην Επιτροπή κάθε δεκαπενθήμερο τα επίδικα στοιχεία σχετικά με τις τιμές. Συγκεκριμένα, οι ελεγκτές αυτοί θα έπρεπε να ελέγχουν, πέραν των εν λόγω αντιπροσωπευτικών λιμένων, περί τους 900 λιμένες και τόπους εκφορτώσεως.
11
Τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να γίνουν δεκτά. Κατά πάγια νομολογία ( βλ., π.χ., απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1984, Επιτροπή κατά Ιταλίας, 254/83, Συλλογή 1984, σ. 3395 ) τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλεστούν εσωτερικές καταστάσεις προκειμένου να δικαιολογήσουν την παράβαση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που προκύπτουν από τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει κρίνει επανειλημμένα ( βλ. αποφάσεις της 7ης Φεβρουαρίου 1973, Επιτροπή κατά Ιταλίας, 39/72, ECR 1973, σ. 101, και της 7ης Φεβρουαρίου 1979, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 128/78, ECR 1979, σ. 419 ) ότι οι δυσχέρειες ως προς την εφαρμογή που αναφύονται στο στάδιο της εκτελέσεως μιας κοινοτικής πράξεως δεν νομιμοποιούν το κράτος μέλος να απαλλαγεί μονομερώς των υποχρεώσεων του.
12
Υπό τις συνθήκες αυτές πρέπει να διαπιστωθεί ότι η Ιρλανδία, παραλείποντας να κοινοποιήσει ορισμένες τιμές προϊόντων αλιείας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 3796/81 και από το άρθρο 1 του κανονισμού 3598/83.
Επί των δικαστικών εξόδων
13
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα όμως με την παράγραφο 3, πρώτο εδάφιο, του ίδιου άρθρου, το Δικαστήριο μπορεί να συμψηφίσει τα έξοδα ολικώς ή μερικώς εφόσον συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι. Επειδή η Επιτροπή παραιτήθηκε της μιας από τις δύο αιτιάσεις κατά τη διάρκεια της διαδικασίας πρέπει να εφαρμοστεί η διάταξη αυτή και κάθε διάδικος να φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Η Ιρλανδία, παραλείποντας να κοινοποιήσει ορισμένες τιμές προϊόντων αλιείας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 3796/81 του Συμβουλίου, της 29ης Δεκεμβρίου 1981, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των προϊόντων αλιείας και από το άρθρο 1 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 3598/83 της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 1983, σχετικά με την ανακοίνωση των τιμών που διαπιστώνονται και την κατάρτιση του καταλόγου των αντιπροσωπευτικών αγορών και λιμένων για τα προϊόντα αλιείας.
2)
Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3)
Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Due
Mancini
O'Higgins
Rodríguez Iglesias
Diez de Velasco
Κακούρης
Joliét
Schockweiler
Kapteyn
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 27 Νοεμβρίου 1990.
Ο γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος
Ο. Due
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy