Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Προσφυγή ακυρώσεως - Προθεσμία - Χρονικό σημείο ενάρξεως - Κοινοποίηση - Εννοια - Βάρος αποδείξεως ως προς την κοινοποίηση - Εφαρμογή σε περίπτωση υπαλληλικής προσφυγής
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 173, τρίτο εδάφιο και 191? κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 91, παράγραφος 3).
2. Υπάλληλοι - Κοινωνική ασφάλιση - Ασφάλιση ασθενείας - Σύζυγος, υπάλληλος και ο ίδιος των Κοινοτήτων, που βρίσκεται σε άδεια για προσωπικούς λόγους - Δικαίωμα λήψεως παροχών μέσω του ασφαλισμένου - Προϋποθέσεις
(Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 40 παράγραφος 3, εδάφιο 2 και 72, παράγραφος 1? ρύθμιση για την κάλυψη έναντι των κινδύνων ασθενείας των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άρθρο 3, παράγραφος 1)
Περίληψη
1. Οταν μια απόφαση έχει κοινοποιηθεί νομοτύπως, υπό την έννοια του άρθρου 191 της Συνθήκης, εφόσον έχει γνωστοποιηθεί στον αποδέκτη της και αυτός είναι σε θέση να λάβει γνώση της αποφάσεως αυτής, εναπόκειται στο διάδικο που επικαλείται την εκπρόθεσμη άσκηση προσφυγής, όσον αφορά την καθοριζόμενη στο άρθρο 173, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης προθεσμία προς άσκηση προσφυγής ακυρώσεως, να αποδείξει την ημερομηνία κατά την οποία κοινοποιήθηκε η απόφαση. Το ίδιο ισχύει στα πλαίσια της διαδικασίας που διέπεται από το άρθρο 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων.
2. Ο υπάλληλος που βρίσκεται σε άδεια για προσωπικούς λόγους είναι ασφαλισμένος κατά των κινδύνων ασθενείας μέσω της υπαγωγής του συζύγου του στο κοινό καθεστώς, εφόσον πληροί τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της κανονιστικής ρυθμίσεως για την κάλυψη έναντι των κινδύνων ατυχημάτων και ασθενείας, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει τις εισφορές που προβλέπονται στο άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
Πράγματι, αν και το άρθρο 72, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως επιδιώκει την αποφυγή, στο μέτρο του δυνατού, των διπλών καλύψεων έναντι των κινδύνων ασθενείας, εξαρτώντας την κάλυψη του συζύγου από το κοινό καθεστώς από την προϋπόθεση ότι αυτός δεν μπορεί να επωφεληθεί ανάλογων παροχών δυνάμει άλλων διατάξεων, και δεν αφορά κατά κύριο λόγο την περίπτωση του συζύγου που είναι και ο ίδιος υπάλληλος των Κοινοτήτων, η γενικότητα της διατυπώσεως του δεν επιτρέπει να αποκλειστεί εκείνος ο οποίος, παρά την ιδιότητά αυτή, δεν καλύπτεται άμεσα έναντι των κινδύνων ασθενείας.
Εξάλλου, η διάταξη αυτή, που αποσκοπεί στο να περιορίζεται η μέσω του ασφαλισμένου κάλυψη του συζύγου από το κοινό καθεστώς στις ειδικές περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν μπορούν να του χορηγηθούν παρόμοιες παροχές με άλλο τρόπο, δεν υποχρεώνει τον ενδιαφερόμενο να αναζητεί σε κάθε περίπτωση μια κάλυψη δυνάμει άλλων νομοθετικών διατάξεων και, επομένως, δεν εξαρτά την μέσω του ασφαλισμένου κάλυψη από την απόλυτη αδυναμία του συζύγου να τύχει κατ' εφαρμογή άλλων διατάξεων, παροχών της αυτής φύσεως και του αυτού επιπέδου.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 58/88,
Francis Olbrechts και Ιngeborg Olbrechts, το γένος Ηogrefe, υπάλληλοι της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , κάτοικοι Βρυξελλών, εκπροσωπούμενοι από τον L. Defalque, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Α. Schmitt, 62, avenue Guillaume,
προσφεύγοντες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τον S. van Raepenbusch, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον Β. Cambier, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γ. Κρεμλή, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 17ης Νοεμβρίου 1987 σχετικά με την κάλυψη του κινδύνου ασθενείας κατά τη διάρκεια αδείας για προσωπικούς λόγους,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
συγκείμενο από τους F. Grevisse, πρόεδρο τμήματος, J. C. Μoitinho de Almeida και Μ. Ζuleeg, δικαστές,
γενικός γραμματέας: W. Van Gerven
γραμματέας: Η. Α. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 23ης Μαΐου 1989,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 15ης Ιουνίου 1989,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου, στις 24 Φεβρουαρίου 1988, ο Francis Olbrechts και η σύζυγός του, Ιngeborg Olbrechts, το γένος Ηogrefe, υπάλληλοι της Επιτροπής, άσκησαν κατ' εφαρμογή του άρθρου 91 τον κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως προσφυγή ζητώντας την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, της 17ης Νοεμβρίου 1987, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα περί καλύψεως της προσφεύγουσας από το κοινό καθεστώς υγειονομικής ασφαλίσεως των οργάνων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: το κοινό καθεστώς), εκτός εάν θα κατέβαλλε τις εισφορές που καθορίζονται στο άρθρο 40, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
2 Η Οbrechts, βρίσκεται σε άδεια για προσωπικούς λόγους από τις 7ης Αυγούστου 1986, κατ' εφαρμογή του άρθρου 40, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, για να αναθρέψει το παιδί των προσφευγόντων, ηλικίας κάτω των 5 ετών. Στις 3 Φεβρουαρίου 1987, ο Οlbrechts απηύθυνε ένα σημείωμα στον προϊστάμενο του τμήματος "Ασφάλιση ασθενείας και ατυχημάτων" της γενικής διευθύνσεως "Προσωπικό και διοίκηση", στο οποίο αμφισβητούσε την ερμηνεία που έδωσαν οι υπηρεσίες της Επιτροπής στις διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, κατόπιν της αιτήσεως του περί αναλήψεως ορισμένων ιατρικών εξόδων της συζύγου του, και κατά την οποία η σύζυγός του δεν ήταν ασφαλισμένη μέσω της δικής του υπαγωγής στο κοινό καθεστώς αλλά, για να υπαχθεί στο καθεστώς αυτό, θα έπρεπε να καταβάλλει η ίδια εισφορές, σύμφωνα με το άρθρο 40, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
3 Ο προϊστάμενος του οικείου τμήματος απάντησε με ένα "σημείωμα υπόψη της κυρίας Οlbrechts - φροντίδι κυρίου Οlbrechts", με ημερομηνία 6 Φεβρουαρίου 1987, επιβεβαιώνοντας την ερμηνεία των υπηρεσιών της Επιτροπής.
4 Οι προσφεύγοντες απηύθυναν στις 27 Μαΐου 1987 υπόμνημα, που πρωτοκολλήθηκε στη γενική γραμματεία της Επιτροπής στις 2 Ιουνίου 1987, το οποίο χαρακτήρισαν ως "αίτηση βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως" και με το οποίο επιδίωκαν την αναγνώριση του δικαιώματος της Οlbrechts να υπαχθεί στο κοινό καθεστώς υπό την ιδιότητα της ως ασφαλισμένης μέσω της ασφαλίσεως του συζύγου της.
5 Με σημείωμα της 27ης Αυγούστου 1987, η γενική διεύθυνση "Προσωπικό και διοίκηση" ειδοποίησε τον Οlbrechts ότι η αίτηση που είχε υποβάλει στις 2 Ιουνίου 1987 ήταν στην πραγματικότητα ένσταση υπό την έννοια της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού, καθώς στρεφόταν "κατά αποφάσεως" που έχει ήδη λάβει η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή έναντι της συζύγου του ".
6 Με σημείωμα της 2ας Δεκεμβρίου 1987, η γενική διεύθυνση "Προσωπικό και διοίκηση" γνωστοποίησε στους προσφεύγοντες την απόφαση της Επιτροπής της 17ης Νοεμβρίου 1987 με την οποία απορρίφθηκε η ένστασή τους της 27ης Μαΐου 1987.
7 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περισταστικά, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του παραδεκτού
8 Η Επιτροπή θεωρεί ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη λόγω του ότι δεν τηρήθηκαν οι προθεσμίες που προβλέπονται στα άρθρα 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Το σημείωμα της 6ης Φεβρουαρίου 1987 αποτελούσε τη βλαπτική σε βάρος των προσφευγόντων απόφαση, η οποία ελήφθη κατόπιν του διαβήματος του Οlbrechts, κατά της οποίας οι προσφεύγοντες δεν υπέβαλαν ένσταση εντός της προθεσμίας των τριών μηνών που ορίζεται στο άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Επομένως, η ένστασή τους της 27ης Μαΐου 1987 είναι εκπρόθεσμη. Η απόφαση της Επιτροπής της 17ης Νοεμβρίου 1987 που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής δεν μπορεί να θεωρηθεί βλαπτική για τους προσφεύγοντες, επειδή αποτελεί απλώς βεβαιωτική πράξη αναφορικά με την απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 1987. Επιπλέον δεν υποβλήθηκε κατ' αυτής ένσταση εντός των τασσομένων προθεσμιών.
9 Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Καίτοι το σημείωμα προς την προσφεύγουσα της 6ης Φεβρουαρίου 1987 αποτελεί τη βλαπτική πράξη, κατά της οποίας οι προσφεύγοντες θα έπρεπε να στρέψουν την ένστασή τους, η Επιτροπή δεν μπορεί να επικαλεστεί το εκπρόθεσμο της υποβολής, στις 27 Μαΐου 1987, αιτήσεως των προσφευγόντων, την οποία η ίδια ορθά χαρακτηρίζει ως ένσταση υπό την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
10 Πράγματι, πρέπει να υπομνησθεί ότι, ναι μεν μια απόφαση κοινοποιείται προσηκόντως κατά την έννοια της Συνθήκης, αφ' ής στιγμής γνωστοποιείται στον αποδέκτη της και αυτός είναι σε θέση να λάβει γνώση του περιεχομένου της (απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1973, Εuropemballage και Continental Can, 6/72, Rec. 1973, σ. 215), το βάρος όμως της αποδείξεως του χρόνου κοινοποίησης της αποφάσεως το φέρει ο διάδικος που επικαλείται το εκπρόθεσμο της προσφυγής (αποφάσεις της 5ης Ιουνίου 1980, Βelfiore, 108/79, Rec. 1980, σ. 1769 και της 11ης Μαΐου 1989, Μaurissen, 193 και 194/87, Συλλογή 1989, σ. 1045).
11 Στη δικογραφία δεν παρέχεται καμία ένδειξη αναφορικά με την ημερομηνία λήψεως του σημειώματος της 6ης Φεβρουαρίου 1987 από τον αποδέκτη του. Ερωτηθέντες επ' αυτού από το Δικαστήριο κατά τη συνεδρίαση, οι εκπρόσωποι της Επιτροπής περιορίστηκαν στο να επικαλεστούν τη σιωπή των προσφευγόντων, οι οποίοι δεν αμφισβήτησαν ότι έλαβαν το σημείωμα της 6ης Φεβρουαρίου 1987.
12 Το επιχείρημα που προβάλλει έτσι η Επιτροπή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επέχει θέση αποδείξεως και, συνεπώς, η ένσταση απαραδέκτου που στηρίζεται στη φερόμενη ως εκπροθέσμως υποβληθείσα ένσταση πρέπει να απορριφθεί.
13 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ακόμα ότι η παράλειψή της να απαντήσει μέχρι το τέλος της προθεσμίας των τεσσάρων μηνών, που άρχισε από την υποβολή της ενστάσεως των προσφευγόντων της 27ης Μαΐου 1987, σημαίνει σιωπηρή απόρριψη της ενστάσεως αυτής. Αρα, δυνάμει του άρθρου 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως η προσφυγή θα έπρεπε να υποβληθεί, εντός τριών μηνών από της σιωπηρής αυτής απορρίψεως. Επομένως αφού ασκήθηκε μόλις στις 24 Φεβρουαρίου 1988, η παρούσα προσφυγή πρέπει να θεωρηθεί ως εκπρόθεσμη και, συνεπώς, να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
14 Επ' αυτού πρέπει να υπομνησθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 91, παράγραφος 3, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, όταν η ρητή απορριπτική απόφαση επί της ενστάσεως ληφθεί μετά τη σιωπηρή απορριπτική απόφαση, εντός όμως της προθεσμίας προς άσκηση προσφυγής, από την έκδοση αυτής της ρητής αποφάσεως αρχίζει εκ νέου η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής.
15 Στην προκειμένη περίπτωση η Επιτροπή δεν απάντησε στην ένσταση της 27ης Μαϊου 1987 εντός της προθεσμίας των τεσσάρων μηνών που καθορίζεται στο άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, αλλά εξέδωσε στις 17 Νοεμβρίου 1987 ρητή απόφαση περί απορρίψεως της ενστάσεως, η οποία γνωστοποιήθηκε στους προσφεύγοντες στις 2 Δεκεμβρίου 1987, δηλαδή σε χρόνο κατά τον οποίο δεν είχε λήξει η προθεσμία προς άσκηση προσφυγής κατα της σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως. Συνεπώς με την έκδοση αυτής της ρητής αποφάσεως άρχισε νέα προθεσμία προς άσκηση προσφυγής που δεν είχε λήξει κατά τη στιγμή της ασκήσεως της προσφυγής.
16 Επομένως η προσφυγή είναι παραδεκτή
Επί της ουσίας
17 Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται κατ' ουσίαν ότι από το άρθρο 72, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως προκύπτει ότι ο σύζυγος υπαλλήλου καλύπτεται από το κοινό καθεστώς, εφόσον δεν καλύπτεται ο ίδιος από το καθεστώς αυτό και υπό τον όρο ότι δεν μπορεί να επωφεληθεί παροχών της αυτής φύσης και του αυτού επιπέδου κατ' εφαρμογή άλλων νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων. Κατά τη διάρκεια της άδειας για προσωπικούς λόγους η υπαγωγή του υπαλλήλου στο κοινό καθεστώς αναστέλλεται δυνάμει του άρθρου 40, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, εκτός εάν ο υπάλληλος πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται σ' αυτή την τελευταία διάταξη, δηλαδή ιδίως εάν καταβάλλει εισφορές . Συνεπώς ο υπάλληλος παύει να υπάγεται ο ίδιος στην κοινωνική ασφάλιση και κατά συνέπεια καλύπτεται από το κοινό καθεστώς μέσω της υπαγωγής σ' αυτό του συζύγου του, σύμφωνα με το άρθρο 72, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Τα άρθρα 3 και 4 της κανονιστικής ρυθμίσεως για την κάλυψη έναντι των κινδύνων ασθενείας των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στός εξής: η ρύθμιση) διατυπώνουν με άλλη φρασεολογία τις ίδιες αρχές.
18 Επ' αυτού πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η κάλυψη των υπαλλήλων καθώς και των μελών της οικογενείας τους έναντι των κινδύνων ασθενείας διέπεται, κατά κύριο λόγο, από το άρθρο 72 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού ορίζει ότι:
"εντός του ορίου του 80% των αναληφθέντων εξόδων και βάσει ρυθμίσεως θεσπιζόμενης με κοινή συμφωνία από τα όργανα των Κοινοτήτων κατόπιν γνώμης της επιτροπής κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, ο υπάλληλος, ο (η) σύζυγός του, εφόσον ο (η) τελευταίος(α) δεν μπορεί να επωφεληθεί παροχών της αυτής φύσης και του αυτού επιπέδου, κατ' εφαρμογή οιωνδήποτε άλλων νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων, τα τέκνα του και τα λοιπά συντηρούμενα υπό αυτού πρόσωπα ... καλύπτονται κατά των κινδύνων ασθενείας".
19 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσφεύγουσα δεν μπορεί να επικαλεστεί τη διάταξη αυτή, εφόσον είχε τη δυνατότητα να καλύπτεται από το κοινό καθεστώς, καταβάλλοντας εισφορές σύμφωνα με το άρθρο 40, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
20 Το επιχείρημα αυτό της Επιτροπής δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Πρέπει να παρατηρηθεί καταρχάς ότι η προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 72, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως για την κάλυψη του συζύγου από το κοινό καθεστώς επιδιώκει την αποφυγή, στο μέτρο του δυνατού, των διπλών καλύψεων έναντι των κινδύνων ασθενείας (βλέπε απόφαση της 8ης Μαρτίου 1988, Βrunotti, 339/ 85, Συλλογή 1988, σ. 1379). Εστω και αν η διάταξη αυτή, αναφερόμενη στην κάλυψη δυνάμει άλλων κανόνων δεν αφορά κατά κύριο λόγο την περίπτωση ενός συζύγου που είναι και ο ίδιος υπάλληλος των Κοινοτήτων, η γενική διατύπωσή της δεν επιτρέπει να αποκλειστεί ο σύζυγος υπαλλήλου των Κοινοτήτων ο οποίος είναι και ο ίδιος υπάλληλος, εφόσον ο τελευταίος δεν είναι άμεσα ασφαλισμένος κατά των αναφερομένων στο άρθρο 72 κινδύνων.
21 Πρέπει να υπογραμμιστεί στη συνέχεια ότι, ναι μεν το άρθρο 72, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως αποσκοπεί στο να περιορίζεται η μέσω του ασφαλισμένου κάλυψη του συζύγου από το κοινό καθεστώς στις ειδικές περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν μπορούν να του χορηγηθούν παρόμοιες παροχές με άλλο τρόπο, δεν μπορεί όμως να συναχθεί ούτε από το γράμμα ούτε από το στόχο του ότι ο σύζυγος του ασφαλισμένου υπαλλήλου υποχρεούται να αναζητεί σε κάθε περίπτωση κάλυψη δυνάμει άλλων νομοθετικών διατάξεων. Επομένως, η διάταξη αυτή δεν εξαρτά την κάλυψη του συζύγου από την απόλυτη αδυναμία του τελευταίου να τύχει, κατ' εφαρμογή άλλων διατάξεων, παροχών της αυτής φύσεως και του αυτού επιπέδου.
22 Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται εξάλλου από το άρθρο 3, παράγραφος 1, της ρυθμίσεως, που θεσπίστηκε με βάση το άρθρο 72 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως το οποίο θεσπίζει τους ειδικούς κανόνες για την ασφάλιση κατά των κινδύνων ασθενείας του συζύγου του ασφαλισμένου και σύμφωνα με το οποίο
"τα άμεσα ασφαλισμένα πρόσωπα είναι:
1. ο/η σύζυγος του άμεσα ασφαλισμένου, εφόσον δεν είναι ο/η ίδιος/ίδια άμεσα ασφαλισμένος(η) στο παρόν καθεστώς, και υπό τον όρο:
- ότι δεν ασκεί προσοδοφόρα επαγγελματική δραστηριότητα ή
- σε περίπτωση που ασκεί τέτοια δραστηριότητα, ότι καλύπτεται κατά των ιδίων κινδύνων κατ' εφαρμογή οποιωνδήποτε άλλων νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων και ότι η επαγγελματική δραστηριότητά του/της δεν αποφέρει σ' αυτόν/αυτή ετήσια εισοδήματα που υπερβαίνουν τις βασικές ετήσιες αποδοχές υπαλλήλου βαθμού Β 4"
23 Από αυτό προκύπτει ότι δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η προσφεύγουσα είχε τη δυνατότητα να συνεχίσει να επωφελείται της ασφαλιστικής καλύψεως που προβλέπεται στο άρθρο 72 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, καταβάλλοντας τις εισφορες οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 40, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού.
24 Η Επιτροπή εντούτοις, υποστηρίζει, ότι το άρθρο 40, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καθιστά αδύνατη την κάλυψη ενός υπαλλήλου που βρίσκεται σε άδεια για προσωπικούς λόγους ως ασφαλισμένου μέσω του υπαγόμενου στην ασφάλιση, ιδίως διότι βάσει της διατάξεως αυτής αναστέλλεται όχι μόνο "η συμμετοχή του στο καθεστώς της κοινωνικής ασφαλίσεως" αλλά επίσης "η κάλυψη έναντι των αντιστοίχων κινδύνων". Αυτό το τελευταίο δεν θα είχε νόημα παρά μόνο εάν η διάταξη αυτή ερμηνευτεί όπως ερμηνεύτηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση.
25 Αυτό το επιχείρημα δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Από το γράμμα του άρθρου 40, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως δεν μπορεί να συναχθεί ότι οι συντάκτες της διατάξεως αυτής ήθελαν να παρεκκλίνουν, ως προς την περίπτωση της αδείας για προσωπικούς λόγους του συζύγου ενός ασφαλισμένου υπαλλήλου, από το γενικό κανόνα που διατυπώνεται στο άρθρο 72 του κανονισμού αυτού και διευκρινίζεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της ρυθμίσεως, κατά την οποία ο μη υπαγόμενος στην κοινωνική ασφάλιση σύζυγος είναι ασφαλισμένος μέσω του υπαγόμενου στην ασφάλιση υπό την προϋπόθεση ότι δεν ασκεί προσοδοφόρα επαγγελματική δραστηριότητα ή ότι, στην αντίθετη περίπτωση, τα εισοδήματα από μια τέτοια δραστηριότητα δεν υπερβαίνουν ένα ορισμένο όριο.
26 Επομένως, αφού δεν ασκούσε προσοδοφόρα επαγγελματική δραστηριότητα σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της ρυθμίσεως, η προσφεύγουσα ήταν ασφαλισμένη μέσω του συζύγου της, εφόσον δεν υπαγόταν η ίδια στο κοινό καθεστώς.
27 Επ' αυτού η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι δεν πρέπει να γίνεται σύγχυση μεταξύ των όρων "αναστολή" και "παύση". Ο υπάλληλος που βρίσκεται σε άδεια για προσωπικούς λόγους συνεχίζει να υπάγεται στην κοινωνική ασφάλιση, έστω και αν βάσει του άρθρου 40, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως αναστέλλονται τα αποτελέσματα της υπαγωγής αυτής, έτσι ώστε το άρθρο 3, παράγραφος 1, της ρυθμίσεως να μην μπορεί να εφαρμοστεί στην περίπτωσή του.
28 Αυτή η ερμηνεία στην οποία προβαίνει η Επιτροπή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Από το ίδιο το κείμενο του άρθρου 4, παράγραφος 2, της ρυθμίσεως το οποίο εξάλλου θεσπίστηκε μετά την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 5ης Απριλίου 1973 (Νoe-Dannwerth 51/72, Rec. 1973, σ. 433), την οποία επικαλέστηκε η Επιτροπή, προκύπτει ότι ο υπάλληλος που βρίσκεται σε άδεια για προσωπικούς λόγους είναι ασφαλισμένος μόνον όταν πληροί τους όρους του άρθρου 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, δηλαδή όταν καταβάλλει τις εισφορές τις οποίες προβλέπει αυτή η διάταξη.
29 Η Επιτροπή υποστηρίζει ακόμη ότι εάν γινόταν δεκτή η άποψη την οποία υποστηρίζουν οι προσφεύγοντες, αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα δυσμενείς διακρίσεις μεταξύ των υπαλλήλων που βρίσκονται σε άδεια για προσωπικούς λόγους ανάλογα με το αν είναι, είτε ανύπαντροι, χήροι ή διεζευγμένοι, είτε παντρεμένοι, λόγω του ότι οι πρώτοι θα πρέπει να καταβάλλουν εισφορές για να έχουν κάλυψη, ενώ οι τελευταίοι θα καλύπτονται κατά τη διάρκεια της αδείας τους για προσωπικούς λόγους μέσω του συζύγου τους.
30 Επ' αυτού πρέπει να σημειωθεί ότι, για να εκτιμηθεί αν τηρείται η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, δεν πρέπει να γίνεται σύγκριση μεταξύ υπαλλήλων με διαφορετική οικογενειακή κατάσταση, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, αλλά να συγκρίνεται η κατάσταση των συζύγων των υπαλλήλων, ανάλογα με το αν είναι ή όχι οι ίδιοι υπάλληλοι των Κοινοτήτων. Επομένως οι σύζυγοι, όταν είναι υπάλληλοι των Κοινοτήτων που βρίσκονται σε άδεια για προσωπικούς λόγους, πρέπει να μην τυγχάνουν λιγότερο ευνοϊκής μεταχειρίσεως από ό,τι οι σύζυγοι που δεν είναι υπάλληλοι και, κατά συνέπεια, να μπορούν, όπως οι τελευταίοι, να υπάγονται στις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 1, της ρυθμίσεως.
31 Από τις προηγούμενες σκέψεις συνάγεται ότι ο υπάλληλος που βρίσκεται σε άδεια για προσωπικούς λόγους είναι ασφαλισμένος κατά των κινδύνων ασθενείας μέσω της υπαγωγής του συζύγου του στο κοινό καθεστώς, εφόσον πληροί τις καθοριζόμενες στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της ρυθμίσεως προϋποθέσεις χωρίς να είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει τις εισφορές που προβλέπονται στο άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
32 Επομένως, η απόφαση της Επιτροπής της 17ης Νοεμβρίου 1987, η οποία ελήφθη σε απάντηση της ενστάσεως των προσφευγόντων, πρέπει να ακυρωθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
33 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει την από 17 Νοεμβρίου 1987 απόφαση της Επιτροπής, η οποία ελήφθη σε απάντηση της ενστάσεως των προσφευγόντων.
2) Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy