ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-67/88 ( *1 )
Ī — Πραγματικά περιστατικά και προηγηθείσα της προσφυγής διαδικασία
1.
Ύστερα από καταγγελίες ενδιαφερομένων επιχειρηματιών, η Επιτροπή κίνησε, με έγγραφο της 31ης Ιανουαρίου 1984, έναντι της Ιταλικής Δημοκρατίας την προβλεπόμενη στο άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ διαδικασία, επειδή έκρινε ότι είναι ασυμβίβαστη προς το κοινοτικό δίκαιο και ιδίως προς το άρθρο 30 της Συνθήκης η ιταλική ρύθμιση που εξαρτά την εμπορία του εισαγομένου από άλλα κράτη συμπυκνωμένου και διασπασμένου βουτύρου από την προσθήκη χρωστικού σησαμελαίου.
2.
Επειδή η μόνη απάντηση που έδωσαν οι ιταλικές αρχές στην πρόσκληση της Επιτροπής για την υποβολή παρατηρήσεων συναφώς ήταν αίτημα περί παρατάσεως της προθεσμίας, προθεσμία στην οποία δεν δόθηκε καμία συνέχεια, η Επιτροπή διατύπωσε στις 5 Σεπτεμβρίου 1984 αιτιολογημένη γνώμη. Οι ιταλικές αρχές δεν έδωσαν καμία συνέχεια ούτε στην εν λόγω γνώμη.
3.
Στο μεσοδιάστημα, οι καταγγελίες άλλων επιχειρηματιών αποκάλυψαν ότι η υποχρέωση προσθήκης χρωστικού σησαμελαίου δεν αφορούσε μόνο το συμπυκνωμένο και διασπασμένο βούτυρο, αλλά και όλα τα λίπη (ζωικής και φυτικής προελεύσεως), με εξαίρεση το βούτυρο και το ελαιόλαδο, συμπεριλαμβανομένης και της μαργαρίνης.
4.
Κατόπιν αυτού, με έγγραφο της 17ης Ιουλίου 1986 η Επιτροπή κίνησε και δεύτερη διαδικασία κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας. Καμιά απάντηση των ιταλικών αρχών δεν ελήφθη από την Επιτροπή. 'Ετσι, στις 4 Μαΐου 1987 διατυπώθηκε και νέα αιτιολογημένη γνώμη, η οποία έμεινε επίσης αναπάντητη.
5.
Σε συνάντηση που έγινε στη Ρώμη από τις 19 έως τις 21 Φεβρουαρίου 1986, στο πλαίσιο των περιοδικών διαβουλεύσεων επί των παραβάσεων του κοινοτικού δικαίου μεταξύ των υπαλλήλων της Κοινότητας και των ιταλικών αρχών, οι τελευταίες ισχυρίστηκαν ιδίως ότι η υποχρέωση προσθήκης σησαμελαίου στα φυτικά έλαια, πλην του ελαιολάδου, αποσκοπούσε στην παρεμπόδιση αθέμιτου ανταγωνισμού μεταξύ των φυτικών αυτών ελαίων και του ελαιολάδου.
Οι ιταλικές αρχές υποστήριξαν επίσης ότι η επίδικη ρύθμιση σκοπούσε στην προστασία των συμφερόντων της Κοινότητας στα πλαίσια της καταστολής της απάτης, δεδομένου ότι η προσθήκη σησαμελαίου διευκολύνει την εργαστηριακή ανάλυση του βρωσίμου ελαίου υπό την έννοια αυτή, η προσθήκη καθιστά εφικτή τη διάκριση των ελαιολάδων, συμπεριλαμβανομένων των μειγμάτων τους, από τα λοιπά φυτικά έλαια.
Οι συζητήσεις αυτές αποκάλυψαν επίσης ότι οι ιταλικές αρχές επεξεργάστηκαν, μετά την κοινοποίηση σ' αυτές της αιτιολογημένης γνώμης της Επιτροπής της 5ης Σεπτεμβρίου 1984, σχέδιο νομοθετικού διατάγματος για την κατάργηση της ρυθμίσεως σχετικά με την ενσωμάτωση ειδικού δείκτη στη μαργαρίνη, στα εδώδιμα λίπη υδρογονώσεως καθώς και στα στερεά εδώδιμα λίπη, πλην του βουτύρου και του χοιρείου λίπους. Πάντως, η Επιτροπή δεν έλαβε συναφώς καμιά νεότερη κοινοποίηση.
6.
Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι η παρούσα προσφυγή αναφέρεται στις δύο προαναφερθείσες διαδικασίες.
Π — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
Η προσφυγή της Επιτροπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 3 Μαρτίου 1988.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετ' ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
1)
να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, εξαρτώντας την εμπορία των εισαγομένων από άλλα κράτη μέλη εδωδίμων φυτικών ελαίων, πλην του ελαιολάδου, καθώς επίσης της μαργαρίνης, των εδωδίμων λιπών υδρογονώσεως και των διαφόρων στερεών ζωικών και φυτικών εδωδίμων λιπών, πλην του βουτύρου και του χοιρείου λίπους, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ,
2)
να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Η ΙταΑική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο:
1)
να απορρίψει την προσφυγή,
2)
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
ΙΠ — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
1.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η υποχρέωση προσθήκης σησαμελαίου στα επίδικα προϊόντα, που επιβάλλεται στα προερχόμενα από άλλα κράτη μέλη προϊόντα προκειμένου να διατεθούν στο εμπόριο στην Ιταλία, συνιστά μέτρο ισοδυνάμου με ποσοτικό περιορισμό αποτελέσματος, απαγορευόμενο από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Συγκεκριμένα, ακόμα και αν η εν λόγω υποχρέωση ισχύει αδιακρίτως τόσο για τα εγχώρια όσο και για τα εισαγόμενα προϊόντα, επιφέρει αποτελέσματα ικανά να παρεμποδίσουν, αμέσως ή εμμέσως, πραγματικά ή δυνητικά, τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές, καθιστώντας δυσχερέστερη και επαχθέστερη την εισαγωγή των προϊόντων αυτών που παράγονται και διατίθενται νομίμως στο εμπόριο στα άλλα κράτη μέλη, κανένα από τα οποία, εξ όσων γνωρίζει η Επιτροπή, δεν επιβάλλει παρόμοια υποχρέωση.
Εξάλλου, κατά την Επιτροπή, το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των κοινών οργανώσεων αγοράς στον τομέα των γαλακτοκομικών προϊόντων [ κανονισμός (ΕΟΚ) 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968 ] και των λιπαρών ουσιών ( κανονισμός 136/66/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1966). Πρέπει να αναγνωριστεί ότι ούτε ο ένας ούτε ο άλλος προβλέπουν οποιαδήποτε υποχρέωση ή ευχέρεια προσθήκης σησαμελαίου στα επίδικα προϊόντα.
Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι, κατά τη Συνθήκη και τη νομολογία του Δικαστηρίου, η υποχρέωση αυτή ενδέχεται να μην εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 30, είτε δυνάμει μιας από τις απαριθμούμενες στο άρθρο 36 εξαιρέσεις είτε σε περίπτωση που γίνεται δεκτό ότι είναι αναγκαία για την ικανοποίηση επιτακτικών απαιτήσεων που συντείνουν, ιδίως, στην αποτελεσματικότητα των φορολογικών ελέγχων, την προστασία της δημόσιας υγείας, την ευθύτητα των εμπορικών συναλλαγών και στην προστασία του καταναλωτή. Ουδέποτε οι ιταλικές αρχές προέβαλαν δικαιολογία στηριζομένη στις εξαιρέσεις του άρθρου 36, και η Επιτροπή, εξάλλου, δεν μπορεί να διανοηθεί ότι συντρέχει κάποια από αυτές. Όσον αφορά τις προαναφερθείσες επιτακτικές απαιτήσεις, οι ιταλικές αρχές επικαλέστηκαν λόγους απτομένους της προστασίας του καταναλωτή.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η δικαιολογία αυτή είναι απαράδεκτη, επειδή η προσθήκη σησαμελαίου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως « αναγκαία » κατά την έννοια που προσδίδει στον όρο η νομολογία του Δικαστηρίου. Πράγματι, ακόμα και αν γίνει δεκτό ότι υφίσταται θέμα προστασίας του καταναλωτή και ευθύτητας των εμπορικών συναλλαγών, δεν αμφισβητείται ότι οι επιταγές αυτές μπορούν να ικανοποιηθούν με άλλα μέσα, όπως για παράδειγμα με κατάλληλη επισήμανση.
Όσον αφορά ειδικότερα την προσθήκη σησαμελαίου στα φυτικά έλαια, πλην του ελαιολάδου, οι ιταλικές αρχές ισχυρίζονται αφενός ότι η υποχρέωση αυτή αποσκοπεί στο να παρεμποδίσει τον αθέμιτο ανταγωνισμό μεταξύ των εν λόγω ελαίων και του ελαιολάδου αφετέρου δε ότι είναι αναγκαία για την προστασία των συμφερόντων της Κοινότητας στο πλαίσιο της καταστολής της απάτης κατά την παραγωγή και διάθεση στο εμπόριο του ελαιολάδου, στον βαθμό που η προσθήκη σησαμελαίου διευκολύνει την εργαστηριακή ανάλυση του βρωσίμου ελαίου, καθιστώντας εφικτή τη διάκριση μεταξύ ελαιολάδου και λοιπών φυτικών ελαίων.
Η Επιτροπή δεν μπορεί να συμφωνήσει με τους ισχυρισμούς αυτούς. Συγκεκριμένα, η κατάλληλη επισήμανση αφενός μεν κρίνεται επαρκής για τη διάκριση των διαφόρων κατηγοριών ελαίων αφετέρου δε υφίστανται ήδη επιστημονικές μέθοδοι που επιτρέπουν τη διάκριση μεταξύ ελαιολάδου και λοιπών βρωσίμων ελαίων, χωρίς να είναι αναγκαία η χρήση δείκτη. Αρκεί συναφώς να υπομνηστεί ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1058/77 της Επιτροπής, της 18ης Μαΐου 1977, περί των χαρακτηριστικών των ελαιολάδων και ορισμένων προϊόντων που περιέχουν ελαιόλαδο, ο οποίος διευκρινίζει ότι η παρουσία άλλων ελαίων πρέπει να αναγνωρίζεται μέσω των μεθόδων που υποδεικνύονται στα παραρτήματα του κανονισμού.
Η ύπαρξη μεθόδων ελέγχου που επιτρέπουν την εξακρίβωση του ενδεχομένου παρουσίας ελαίων, πλην του ελαιολάδου, χωρίς την προσθήκη σησαμελαίου αποδεικνύει, κατά την Επιτροπή, ότι περιττεύει η υποχρέωση προσθήκης του σησαμελαίου.
2.
Η Ιταλική Κυβέρνηση εκτιμά ότι η προσφυγή στερείται νομικής βάσεως, επειδή η επιβαλλόμενη με την εθνική ρύθμιση υποχρέωση προσθήκης σησαμελαίου, ιδίως στα εισαγόμενα προϊόντα, αποσκοπεί προφανώς στην προστασία της ευθύτητας των εμπορικών συναλλαγών και, συνακόλουθα, στην προστασία του καταναλωτή.
Συγκεκριμένα, από το 1925, η Ιταλία αντιμετώπισε το οξύ πρόβλημα του ελέγχου της πρακτικής που συνίσταται στην ανάμειξη εδωδίμων φυτικών ελαίων, πλην του ελαιολάδου, στα ελαιόλαδα. Η ανάμειξη αυτή, η οποία ανιχνεύεται δυσχερώς, επιτρέπει την επισήμανση και διάθεση στο εμπόριο ως «ελαιολάδου» προϊόντος που στην πραγματικότητα συνιστά μείγμα διαφόρων φυτικών ελαίων και ελαιολάδου.
Η Ιταλική Κυβέρνηση εκτιμά ότι η υποχρέωση προσθήκης σησαμελαίου κρίνεται απαραίτητη για την καταστολή της απάτης στον τομέα των ελαιολάδων προς το ίδιο συμφέρον της Κοινότητας, επειδή η ενίσχυση στην κατανάλωση του ελαίου αυτού επιβαρύνει τον κοινοτικό προϋπολογισμό. Συνεπώς, βρισκόμαστε ενώπιον επιτακτικών απαιτήσεων, όπως έκανε δεκτό το Δικαστήριο, που συντείνουν στην ευθύτητα των εμπορικών συναλλαγών και στην προστασία του καταναλωτή, δικαιολογώντας την επίδικη υποχρέωση.
Η Ιταλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι η « κατάλληλη επισήμανση » δεν εξυπηρετεί εν προκειμένω σε τίποτα: πράγματι, το ζήτημα δεν είναι αν ο καταναλωτής μπορεί να διακρίνει ένα προϊόν από άλλο* συνίσταται στην αποφυγή ένα προϊόν, το οποίο δεν είναι ελαιόλαδο, να διατίθεται παρανόμως στο εμπόριο ως τέτοιο και υπό την έννοια αυτή να φέρει την « κατάλληλη επισήμανση ». Η επισήμανση δηλαδή δεν μπορεί να συμβάλει στο να καταστεί η επίδικη υποχρέωση « λιγότερο αναγκαία ». Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ότι την υποχρέωση προσθήκης του σησαμελαίου μπορεί σήμερα να υποκαταστήσει λυσιτελώς η χρησιμοποίηση μεθόδων εργαστηριακής αναλύσεως, αλλ' ούτε η χρησιμοποίηση εκείνων των μεθόδων που αναφέρονται στα παραρτήματα του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1058/77 που επικαλείται η προσφεύγουσα.
Η υποχρεωτική προσθήκη σησαμελαίου στα φυτικά έλαια, πλην του ελαιολάδου, καθώς και στις λιπαρές ουσίες, πλην του βουτύρου, καθιστά εφικτή, λόγω της χρωματικής αντιδράσεως που αποτελεί το χαρακτηριστικό γνώρισμα, τη διάκριση ευχερώς και αμέσως των μη εγκεκριμένων μειγμάτων. Συνεπώς, δεν είναι αναγκαίο, σύμφωνα με την Ιταλική Κυβέρνηση, να γίνεται «εργαστηριακή ανάλυση », επειδή το παράνομο μείγμα μπορεί να ανιχνευθεί « de visu » χάρη στην χρωματική αντίδραση·η υποχρέωση προσθήκης σησαμελαίου καθιερώθηκε για να διασφαλίζει ότι το περιεχόμενο αντιστοιχεί στην ένδειξη που φέρει η επισήμανση- η υποχρέωση αυτή αποσκοπεί στην άσκηση αμέσου και ευχερέστερου ελέγχου του ενδεχομένου παρουσίας άλλων φυτικών ελαίων στο ελαιόλαδο ή άλλων λιπαρών ουσιών στο βούτυρο. Η υποχρέωση προσθήκης σησαμελαίου αποτελεί αναντικατάστατη λειτουργία στην αποκάλυψη εμπορικής εξαπάτησης εξάλλου, η πρόβλεψη της εν λόγω υποχρεώσεως επιτρέπει οι εργαστηριακές αναλύσεις να μην είναι πλέον αναγκαίες για την ανίχνευση παρόμοιας απάτης, εφόσον η υποχρέωση προσθήκης σησαμελαίου καθιστά εφικτό τον άμεσο και αποτελεσματικό έλεγχο των ενδεχομένων απαγορευομένων μειγμάτων προφανώς, ο έλεγχος αυτός δεν μπορεί να αντικατασταθεί από κατάλληλη επισήμανση, ενώ καταργεί την ανάγκη της εκάστοτε εργαστηριακής αναλύσεως του προϊόντος.
Diez de Velasco
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 27ης Νοεμβρίου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-67/88,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Guido Berardis, μέλος της νομικής υπηρεσίας της, τον οποίο διόρισε και αντίκλητο στο Λουξεμβούργο, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον καθηγητή Luigi Ferrari Bravo, προϊστάμενο,της Υπηρεσίας Διπλωματικών Διαφορών στο Υπουργείο Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον Ivo Braguglia, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ιταλίας, 5, rue Marie-Adélaïde,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, εξαρτώντας από την προσθήκη χρωστικού σησαμελαίου την εμπορία των εισαγομένων από άλλα κράτη μέλη εδωδίμων φυτικών ελαίων, πλην του ελαιολάδου, καθώς επίσης της μαργαρίνης, των εδωδίμων λιπών υδρογονώσεως και των διαφόρων στερεών ζωικών και φυτικών εδωδίμων λιπών, πλην του βουτύρου και του χοιρείου λίπους, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Ο. Due, Πρόεδρο, G. F. Mancini, G. C. Rodríguez Iglesias, M. Diez de Velasco, προέδρους τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη, F. Α. Schockweiler, Ρ. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: W. Van Gerven
γραμματέας: J. A. Pompe, βοηθός γραμματέας
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε τους εκπροσώπους των διαδίκων που ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους κατά τη συνεδρίαση της 12ης Ιουνίου 1990,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 5ης Ιουλίου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 3 Μαρτίου 1988, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή ζητώντας να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, εξαρτώντας από την προσθήκη χρωστικού σησαμελαίου την εμπορία των εισαγομένων από άλλα κράτη μέλη εδωδίμων φυτικών ελαίων, πλην του ελαιολάδου καθώς επίσης και της μαργαρίνης, των εδωδίμων λιπών υδρογονώσεως και των διαφόρων στερεών ζωικών και φυτικών εδωδίμων λιπών, πλην του βουτύρου και του χοιρείου λίπους, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
3
Πρέπει προεχόντως να τονιστεί ότι η Ιταλική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι η προβλεπόμενη στην ιταλική κανονιστική ρύθμιση υποχρέωση προσθήκης σησαμελαίου στα οικεία προϊόντα, όσον αφορά τα εισαγόμενα και τα προοριζόμενα να διατεθούν στο εμπόριο στην Ιταλία προϊόντα, συνιστά μέτρο ισοδυνάμου με ποσοτικό περιορισμό αποτελέσματος, απαγορευόμενο από το άρθρο 30 της Συνθήκης. Η συζήτηση πεταξύ των διαδίκων ανάγεται στο ζήτημα αν οι επίδικες διατάξεις δικαιολογούνται η όχι από επιτακτικής φύσεως προϋποθέσεις που αφορούν την ευθύτητα των εμπορικών συναλλαγών και την προστασία του καταναλωτή.
4
Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί, όπως αναγνώρισε επανειλημμένα το Δικαστήριο εν συνεχεία της αποφάσεως του της 20ής Φεβρουαρίου 1979, Rewę ( 120/78, Rec. 1979, σ 649 ), ότι, ελλείψει κοινής ρυθμίσεως της εμπορίας των οικείων προϊόντων, η παρακώλυση της ενδοκοινοτικής ελεύθερης κυκλοφορίας, που απορρέει από τη διαφορά των εθνικών ρυθμίσεων, πρέπει να γίνεται ανεκτή εφόσον οι ρυθμίσεις αυτές, εφαρμοζόμενες αδιακρίτως τόσο στα εγχώρια- όσο και στα εισαγόμενα προϊόντα, ενδέχεται να δικαιολογούνται ως αναγκαίες για την ικανοποίηση επιτακτικών αναγκών που αφορούν, μεταξύ άλλων, την ευθύτητα των εμπορικών συναλλαγών και την προστασία του καταναλωτή. Επιπλέον, η επίδικη εθνική ρύθμιση πρέπει να είναι ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Αν τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ οιαφόρων μέτρων που είναι κατάλληλα για την επίτευξη του ιδίου σκοπού, εναπόκειται σ' αυτά να επιλέξουν το μέσο που παρακωλύει το λιγότερο δυνατό την ελευθέρια των συναλλαγών.
5
Στην προκειμένη περίπτωση, η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η υποχρέωση προσθήκης χρωστικού σησαμελαίου καθίσταται απαραίτητη για την καταπολέμηση ορισμένων απατηλών μεθόδων με προορισμό την εξαπάτηση του καταναλωτή, ιδίως στον τομέα του ελαιολάδου. Επιπλέον, ο στόχος αυτός δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω κατάλληλης επισημάνσεως, ενώ το μέτρο καθιστά περιττές τις εργαστηριακές αναλύσεις, τη φερεγγυότητα των οποίων άλλωστε θέτει υπό αμφισβήτηση στην παρούσα φάση εξελίξεως της εν λόγω τεχνικής.
6
Αρκεί συναφώς να διαπιστωθεί ότι η υποχρέωση προσθήκης σησαμελαίου σε άλλα εοώοιμα φυτικά έλαια δεν είναι δυνατό να οδηγήσει στην πραγμάτωση του στόχου που συνίσταται στην προστασία του καταναλωτή κατά της απατηλής αναμείξεως του ελαιολάδου με άλλα έλαια. Πράγματι, η υποχρέωση αυτή δεν είναι γενικευμένη, δεδομένου ότι αφορά αποκλειστικά το προορισμένο προς βρώση έλαιο, όπως προβλέπει το άρθρο 13 της ιταλικής υπουργικής αποφάσεως της 18ης Δεκεμβρίου 1975 (GURI 340 της 27.12.1975 ). Όπως προκύπτει από την ενώπιον του Δικαστηρίου συζήτηση, τα φυτικά έλαια στα οποία δεν έχει προστεθεί σησαμέλαιο μπορούν να διατεθούν στο εμπόριο χωρίς δυσκολία στην ιταλική αγορά.
7
Επίσης όσον αφορά τόσο την εγχώρια παραγωγή όσο και τα εισαγόμενα προϊόντα δεν υφίσταται αποτελεσματικός έλεγχος για την εξακρίβωση του αν πράγματι προστέθηκε σησαμέλαιο, όταν παράλληλα γίνονται εισαγωγές από χώρες στις οποίες δεν έχει καθιεοωθεί η υποχρέωση προσθήκης σησαμελαίου. Υπό τις περιστάσεις αυτές, είναι να εξαπατήσει το καταναλωτικό κοινό Αζει φυτικά Ιλίααία οποία έχει προστεθεί σησαμέλαιο, προκειμένου να τα αναμείξει με ελαιόλαδο.
8
Κατόπιν αυτού, επειδή το επίδικο μέτρο δεν είναι ικανό να οδήγησε, στην πραγμάτωση του επιδιωκομένου σκοπού κατά τρόπο αποτελεσματικό, επιβάλλεται η διαπι-στω^ ότι δεν είναι αναγκαίο για την ικανοποίηση των προαναφερθεισών επιτακτικών αναγκών.
9
Εξάλλου, η κατάλληλη επισήμανση και ηχρησιμοποίησηκαθιστούν εφικτή τη διάκριση του ελαιολάδου από τα λοιπά προς βρώση έλ^α στο άοθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1058/77 της Επιτροπής, της 18ης Μάιου 1977, περί ΓνΡχαρακίηρΓστικώνμτων ελαιολάδων και ορισμένων προϊόντων (tm)υ περιέχουν ελαιόλαδο ?ΕΕ ειδ έκδ. 03/018, σ. 46), γίνεται μνεία των μεθόδων αυτών στο άρθρο 1 1 κανονΤσμού και στο παράρτημα VIII αυτού ( « Αναζήτηση της παρουσίας άλλων ελαίων εντός του ελαιολάδου » ).
10
Πρέπει συνεπώς, να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία εξαρτώντας προσθήκη χρωστικού σησαμελαίου την εμπορία των εισαγομένων από άλλα κράτη S εδωδίμων φυτικών ελαίων, πλην του ελαιολάδου, καθώς επίσης και της μαργα-2ÄU λιπών υδρογονώσεως και των διαφόρων στερεών ζωικών και φΓικ'ών εδωδίμωϊ λιπών, πλην του βουτύρου και του χοιρείου λίπους, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Επί των δικαστικών εξόδων
11
Κατά το άρθρο 69, εδάφιο 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος κατά-δικάζεταιστΐ δικαστικά έξοδα. Επειδή η καθής ηττήθη, καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφαίνεται:
1)
Η Ιταλική Δημοκρατία, εξαρτώντας από την προσθήκη χρωστικού σησαμελαίου τιιν εμπορία ιωνεισαγομένων από άλλα κράτη εδωδίμων φυτκών υδρογονώσεωις Ζ Ζ J2Jľu má>V ωΛ Κών Καΐφυτΐκών εδωδίμωνλιπών βουτύρου Και του χοιρείου λίπους, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέει από το άρθρο 30 της Συνθήκς EOK.
2)
Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Due
Mancini
Rodríguez Iglesias
Diez de Velasco
Κακούρης
Schockweiler
Kapteyn
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 27 Νοεμβρίου 1990.
Ο γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος
Ο. Due
( *1 ) Γλώσσα διαδικασία^ n ιταλικιί.
Full & Egal Universal Law Academy