Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Υπάλληλοι - Συντάξεις - Συνταξιοδοτικά δικαιώματα κτηθέντα πριν από την ανάληψη υπηρεσίας στις Κοινότητες - Μεταφορά τους στο κοινοτικό σύστημα - Λεπτομέρειες εφαρμογής - Υπολογισμός του ασφαλιστικού ισοδυνάμου ή του κατ' αποκοπήν ποσού εξαγοράς - Αποκλειστική αρμοδιότητα του οργανισμού που διαχειριζόταν το προηγούμενο συνταξιοδοτικό καθεστώς - Δικαστικός έλεγχος - Αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου
(Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα VΙΙΙ, άρθρο 11, παράγραφος 2, εδάφιο 2)
Περίληψη
Το θεσμικό όργανο στο οποίο υπάγεται ο υπάλληλος που ασκεί το προβλεπόμενο στο άρθρο 11, παράγραφος 2, εδάφιο 2, του παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού δικαίωμα μεταφοράς στο κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα που απέκτησε πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του στις Κοινότητες, δεν υπέχει, βάσει της ανωτέρω διατάξεως, άλλη υποχρέωση πέραν εκείνης να μετατρέψει σε συντάξιμα έτη, ληπτέα υπόψη για το δικό του συνταξιοδοτικό σύστημα, το ύψος του ασφαλιστικού ισοδυνάμου ή του κατ' αποκοπήν ποσού εξαγοράς που υπολόγισε ο προηγούμενος οργανισμός διαχειρίσεως του συνταξιοδοτικού συστήματος σε συνάρτηση με τα κτηθέντα υπό το σύστημα αυτό δικαιώματα. Αποκλειστικά αρμόδια για τον καθορισμό των λεπτομερειών υπολογισμού του εν λόγω ποσού είναι η εθνική ή διεθνής αρχή που διαχειρίζεται το συνταξιοδοτικό σύστημα στο οποίο υπαγόταν ο ενδιαφερόμενος πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του στις Κοινότητες και, συνακόλουθα, το θέμα εκφεύγει του ελέγχου του Δικαστηρίου.
Διάδικοι
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 75, 146 και 147/88,
1. Μarilena Bonazzi-Bertottilli, έκτακτη υπάλληλος της Επιτροπής (υπόθεση 75/88),
2. Rosanna Casazza-Milan Sporzio, έκτακτη υπάλληλος της Επιτροπής (υπόθεση 146/88),
3. Giuseppe Villa, μόνιμος υπάλληλος της Επιτροπής (υπόθεση 147/88)
τοποθετημένοι στο Κοινό Κέντρο Ερευνών (ΚΚΕ) της Ιspra, εκπροσωπούμενοι από τον Μauro Politi, δικηγόρο Varese, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Τom Loesch, 8, rue Zithe,
προσφεύγοντες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τον Sergio Fabro, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, Centre Wagner,
καθής,
με αίτημα την ακύρωση των αποφάσεων της Επιτροπής σχετικά με τον υπολογισμό του χρόνου προϋπηρεσίας που συμπλήρωσαν οι προσφεύγοντες και ελήφθη υπόψη για τους σκοπούς της εκκαθαρίσεως της κοινοτικής συντάξεώς τους λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
συγκείμενο από τους F. Α. Schockweiler, πρόεδρο τμήματος, G. F. Μancini και Τ. F. Ο' Ηiggins, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. Ο. Lenz
γραμματέας: D. Louterman, κύρια υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 13ης Ιουνίου 1989,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 5ης Ιουλίου 1989,
εκδίδει την ακόλουθη απόφαση
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 9 Μαρτίου και 25 Μαΐου 1988, οι Μarilena Bonazzi-Bertottilli και Rosanna Casazza-Milan Sporzio, έκτακτες υπάλληλοι της Επιτροπής, και ο Giuseppe Villa, μόνιμος υπάλληλος της Επιτροπής, άσκησαν προσφυγές με τις οποίες ζητούν την ακύρωση των αποφάσεων του εν λόγω θεσμικού οργάνου σχετικά με τον υπολογισμό του χρόνου προϋπηρεσίας που συμπλήρωσαν οι προσφεύγοντες και ελήφθη υπόψη για τους σκοπούς της εκκαθαρίσεως των κοινοτικών τους συντάξεων λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου.
2 Με Διάταξη της 13ης Δεκεμβρίου 1988, το Δικαστήριο αποφάσισε να ενώσει τις υποθέσεις 75, 146 και 147/88 για τους σκοπούς της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
3 Το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (εφεξής: κανονισμός) προβλέπει ότι ο υπάλληλος που εισέρχεται στην υπηρεσία των Κοινοτήτων μετά τη λήξη των καθηκόντων του σε διοίκηση, σε εθνικό ή διεθνή οργανισμό ή σε επιχείρηση έχει την ευχέρεια να καταβάλει στις Κοινότητες, κατά τη μονιμοποιήσή του, είτε το ασφαλιστικό ισοδύναμο των προγενεστέρως κτηθέντων δικαιωμάτων επί της συντάξεως λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου είτε τα εισπραχθέντα από τον ασφαλιστικό οργανισμό ως εισφορές του ποσά που του οφείλονται. Σε παρόμοια περίπτωση, το όργανο στο οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος καθορίζει, λαμβάνοντας υπόψη το βαθμό κατά τη μονιμοποίηση, τον αριθμό των προσμετρουμένων συνταξίμων ετών, σύμφωνα με το καθεστώς που τον διέπει, ανάλογα με το χρόνο προϋπηρεσίας, βάσει του ασφαλιστικού ισοδυνάμου ή των εισπραχθέντων ως ασφαλιστικών εισφορών ποσών.
4 Στις 2 Μαρτίου 1978, η Επιτροπή συνήψε με το Ιstituto Nazionale della Previdenza Sociale (Ιταλικό 'Ιδρυμα Κοινωνικής Προνοίας) (εφεξής: ΙΝΡS) συμφωνία για την εκτέλεση του άρθρου 11 του παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού, με την οποία προβλέπεται ιδίως η μεταφορά στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες των κτηθέντων στο ΙΝΡS συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων.
5 Με ανακοίνωση στον Ταχυδρόμο του Προσωπικού της 14ης Ιουνίου 1978, γνωστοποιήθηκε στους ασφαλισμένους στο ΙΝΡS ότι, βάσει της ανωτέρω συμφωνίας, η μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων στο κοινοτικό σύστημα ήταν του λοιπού δυνατή, υπό τον όρο της υποβολής σχετικής αιτήσεως μεταφοράς εντός έξι μηνών από την ημερομηνία της ανακοινώσεως. Η τελευταία αποτελούσε επανάληψη της διάταξης Β), παράγραφοι 1 και 2. της συμφωνίας που είχαν ως εξής:
"1.Στο πλαίσιο των υπαγομένων σ' αυτό περιπτώσεων ασφαλισμένων, το ΙΝΡS υπολογίζει το ασφαλιστικό ισοδύναμο των δικαιωμάτων που αποκτά ο ενδιαφερόμενος μέχρι το χρόνο αναλήψεως υπηρεσίας στις Κοινότητες, με βάση το χρόνο υποβολής της αιτήσεως μεταφοράς, σύμφωνα με τους πίνακες που καταρτίστηκαν για την εφαρμογή του άρθρου 13 του νόμου 1338, της 12ης Αυγούστου 1962, ο οποίος ίσχυε τότε. Κατά τον υπολογισμό του ασφαλιστικού αυτού ισοδυνάμου, ο χρησιμοποιούμενος συντελεστής δεν περιλαμβάνει τα ποσά που αντιστοιχούν σε διοικητικές δαπάνες.
2.Η μεταφορά πραγματοποιείται μόνον μετά την κοινοποιηθείσα από τον ενδιαφερόμενο επιβεβαίωση και εντός προθεσμίας 90 ημερών από την εκ μέρους του ΙΝΡS γνωστοποίηση προς την Επιτροπή του προς μεταφορά ποσού."
6 Με απόφαση του ιταλού υπουργού εργασίας και κοινωνικής προνοίας, της 19ης Φεβρουαρίου 1981, καταρτίστηκαν νέοι πίνακες εφαρμογής του νόμου της 12ης Αυγούστου 1962. Οι ρυθμίσεις της εν λόγω αποφάσεως είναι ευνοϊκότερες για τους ενδιαφερομένους από εκείνες της υπουργικής αποφάσεως της 27ης Ιανουαρίου 1964, πρώτου κειμένου εφαρμογής του νόμου του 1962.
7 Οι Βonazzi και Casazza, οι οποίες μέχρι τις 31 Οκτωβρίου 1976 υπήγοντο στο ιταλικό ασφαλιστικό σύστημα με φορέα το ΙΝΡS και οι οποίες την 1η Νοεμβρίου 1976 προσελήφθησαν ως έκτακτες υπάλληλοι της Επιτροπής, καθώς και ο Villa, ασφαλισμένος στο ΙΝΡS μέχρι τις 31 Αυγούστου 1975 και μόνιμος υπάλληλος της Επιτροπής τοποθετημένος στο ΚΚΕ της Ιspra από 1ης Σεπτεμβρίου 1975, συμπλήρωσαν εμπρόθεσμα και απέστειλαν στην Επιτροπή ερωτηματολόγιο, προκειμένου να επιτύχουν την υποβολή προτάσεως μεταφοράς στο κοινοτικό σύστημα των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που είχαν αποκτήσει στα πλαίσια του ΙΝΡS. Στις 7 Μαρτίου 1983 και 6 Δεκεμβρίου 1984, η Επιτροπή διαβίβασε τα ερωτηματολόγια στο ΙΝΡS, το οποίο, σε εκτέλεση της υπουργικής αποφάσεως της 27ης Ιανουαρίου 1964, προέβη στον υπολογισμό του ασφαλιστικού ισοδυνάμου των προγενεστέρως κτηθέντων από τους προσφεύγοντες, υπό την ιδιότητά τους ως ασφαλισμένων στο εθνικό ασφαλιστικό σύστημα, συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων.
8 Μετά την κοινοποίηση των αποτελεσμάτων του υπολογισμού αυτού, η Επιτροπή μετέτρεψε το εν λόγω ποσό σε συντάξιμα έτη, βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού, και πρότεινε στις 12 Μαΐου 1987 για την Βonazzi, στις 22 Ιουλίου 1987 για την Casazza και στις 24 Ιουλίου 1987 για τον Villa τον αριθμό των ληπτέων, για τη συνταξιοδότησή τους στις Κοινότητες, υπόψη συνταξίμων ετών.
9 Οι προσφεύγοντες αποδέχθηκαν την πρόταση μεταφοράς και συγκεκριμένα η Βonazzi στις 25 Μαΐου 1987, ο Villa στις 3 Αυγούστου 1987 και η Casazza στις 24 Αυγούστου 1987. Πλην όμως, οι τρεις προσφεύγοντες διατύπωσαν ρητά επιφυλάξεις για τον τρόπο υπολογισμού του ασφαλιστικού ισοδυνάμου των συνταξιοδοτικών τους δικαιωμάτων, ενώ με διοικητικές ενστάσεις που υπέβαλαν στην Επιτροπή ισχυρίστηκαν ότι ο υπολογισμός αυτός έπρεπε να γίνει με βάση τις ρυθμίσεις της ιταλικής υπουργικής αποφάσεως της 19ης Φεβρουαρίου 1981.
10 Επειδή η Επιτροπή δεν έδωσε συνέχεια στις ενστάσεις των προσφευγόντων, οι τελευταίοι άσκησαν τις υπό κρίση προσφυγές.
11 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι λόγοι και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
12 Οι προσφεύγοντες διατείνονται ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις είναι παράνομες λόγω του ότι η Επιτροπή εφάρμοσε εσφαλμένα τα εξαγγελλόμενα στη σύμβαση με το ΙΝΡS κριτήρια. Οι προσφεύγοντες της προσάπτουν ότι, για τον υπολογισμό των ληπτέων υπόψη ετών προϋπηρεσίας για τους σκοπούς της κοινοτικής συντάξεως, η Επιτροπή στηρίχθηκε στο ποσό του ασφαλιστικού ισοδυνάμου των κτηθέντων υπό το εθνικό ασφαλιστικό σύστημα συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις της υπουργικής αποφάσεως της 27ης Ιανουαρίου 1964 και όχι σύμφωνα με τις ευνοϊκότερες της αποφάσεως της 19ης Φεβρουαρίου 1981.
13 Η Επιτροπή αντικρούει υποστηρίζοντας ότι η εφαρμογή των κατά την ιταλική ρύθμιση συντελεστών για τον υπολογισμό του ασφαλιστικού ισοδυνάμου των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων ανάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του ΙΝΡS και, συνακόλουθα, η ίδια δεν μπορεί να θεωρηθεί εν προκειμένω υπεύθυνη.
14 Απαιτείται, επομένως, να εξεταστεί καταρχάς αν η αμφισβήτηση αφορά ζήτημα κοινοτικού δικαίου που η Επιτροπή είχε την εξουσία να επιλύσει και αν, συνακόλουθα, οι διαφορές υπάγονται στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.
15 Υπό την έποψη αυτή, έχει σημασία να εξεταστεί αναλυτικά το ανατεθέν στην Επιτροπή έργο σχετικά με τη μεταφορά στο κοινοτικό ασφαλιστικό σύστημα των προγενεστέρως κτηθέντων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων.
16 Πρέπει να υπομνησθεί συναφώς ότι, κατά το άρθρο 11, παράγραφος 2, εδάφιο 2, του παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού, "το όργανο στο οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος καθορίζει ... τον αριθμό των συνταξίμων ετών που συνυπολογίζει σύμφωνα με το καθεστώς που τον διέπει, δυνάμει του χρόνου προϋπηρεσίας βάσει του ποσού του ασφαλιστικού ισοδυνάμου ή του κατ' αποκοπή ποσού της εξαγοράς".
17 'Οπως προκύπτει από την ανωτέρω διάταξη, το κοινοτικό όργανο φέρει απλώς την υποχρέωση να μετατρέψει σε συντάξιμα έτη, ληπτέα υπόψη για το δικό του συνταξιοδοτικό σύστημα, το ποσό του ασφαλιστικού ισοδυνάμου που καθορίζει ο ασφαλιστικός οργανισμός που είχε τη διαχείριση του προγενεστέρου συνταξιοδοτικού συστήματος με βάση τα κτηθέντα υπό το σύστημα αυτό δικαιώματα. Οι λεπτομέρειες που διέπουν τον υπολογισμό του ποσού αυτού ανάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα της διεθνούς ή εθνικής αρχής, η οποία και διαχειρίζεται το συνταξιοδοτικό σύστημα όπου υπαγόταν ο ενδιαφερόμενος προτού αναλάβει υπηρεσία στις Κοινότητες.
18 Η συναφθείσα μεταξύ Επιτροπής και ΙΝΡS συμφωνία δεν τροποποίησε αλλά ούτε και ήταν δυνατό να τροποποιήσει το εν λόγω σύστημα. Στην πραγματικότητα, η ανωτέρω συμφωνία υλοποιεί απλώς το κατά το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού σύστημα, στο μέτρο που προβλέπει ότι, μεταξύ των δύο επιλογών της οικείας διατάξεως - ασφαλιστικού ισοδυνάμου ή κατ' αποκοπή ποσού της εξαγοράς -, για τους πρώην ασφαλισμένους στο ΙΝΡS ισχύει η πρώτη. 'Αλλωστε, η συμφωνία προβλέπει ρητώς ότι "το ΙΝΡS υπολογίζει το ασφαλιστικό ισοδύναμο των κτηθέντων δικαιωμάτων...".
19 Καίτοι ο οριστικός καθορισμός των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων στο πλαίσιο του κοινοτικού συστήματος μπορεί να γίνει μόνο αφού προηγουμένως ο οργανισμός στον οποίο ήταν ασφαλισμένος ο ενδιαφερόμενος κοινοποιήσει στην Επιτροπή το ποσό του ασφαλιστικού ισοδυνάμου των κτηθέντων συναφώς δικαιωμάτων, γεγονός παραμένει ότι οι δύο αποφάσεις ως προς τον υπολογισμό του ασφαλιστικού ισοδυνάμου των κτηθέντων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, αφενός, και ως προς τη μετατροπή του κεφαλαίου αυτού σε συντάξιμα έτη, αφετέρου, εντάσσονται σε διαφορετικές έννομες τάξεις και υπάγονται σε δικαστικό έλεγχο που προσιδιάζει σε κάθε επιμέρους τάξη.
20 Στην υπό κρίση υπόθεση, κατά τον υπολογισμό των ληπτέων υπόψη για τον προσδιορισμό της κοινοτικής συντάξεως ετών προϋπηρεσίας, η Επιτροπή δεν μπορούσε παρά να στηριχθεί στο ποσό του ασφαλιστικού ισοδυνάμου που της κοινοποίησε το ΙΝΡS, ενώ σε καμιά περίπτωση δεν είχε τη δυνατότητα να αμφισβητήσει τις λεπτομέρειες υπολογισμού του εν λόγω ποσού συγκεκριμένα, τα ιταλικά δικαστήρια είναι αποκλειστικά αρμόδια να αποφαίνονται επί των διαφορών αυτών, ενώ εναπόκειται στους ενδιαφερομένους και μόνο να προσφύγουν σ' αυτά υπό τις προβλεπόμενες από το ισχύον δίκαιο προϋποθέσεις.
21 Υπό τις περιστάσεις αυτές, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η Επιτροπή δεν διέθετε καμιά εξουσία αποφάνσεως επί της αμφισβητήσεως που ήγειραν οι προσφεύγοντες σχετικά με το αν το ιταλικό είναι ή όχι αποκλειστικώς το εφαρμοστέο δίκαιο.
22 Επομένως, το Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να αποφανθεί επί των προσφυγών, οι οποίες πρέπει, συνακόλουθα, να απορριφθούν ως απαράδεκτες.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
23 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττούμενος διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα, όμως, με το άρθρο 70 του ιδίου κανονισμού, επί προσφυγών των υπαλλήλων των Κοινοτήτων τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει τις προσφυγές ως απαράδεκτες.
2) Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy